ZOXIL 15MG/TAB ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
07-10-2020
Δραστική ουσία:
OLANZAPINE
Διαθέσιμο από:
GAP A.E. (0000000227) ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ 46, ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, 17341
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
N05AH03
INN (Διεθνής Όνομα):
OLANZAPINE
Δοσολογία:
15MG/TAB
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
Σύνθεση:
0132539061 OLANZAPINE 15.000000 MG
Οδός χορήγησης:
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Θεραπευτική περιοχή:
OLANZAPINE
Περίληψη προϊόντος:
Τύπος διαδικασίας: Εθνική; Νομικό καθεστώς: ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ; Συσκευασίες: 2802884603012 01 BTx28 28.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 45.52
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (ΕΟΦ)
Αριθμό άδειας:
2884603

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΦΥΛΛΟ ΟΔΗΓΙΩΝ ΧΡΗΣΗΣ

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον χρήστη

ZOXIL 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Ολανζαπίνη

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να παίρνετε

αυτό το φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

Η συνταγή γι’ αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να

δώσετε το φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμα και όταν τα

συμπτώματα της ασθένειάς τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε το γιατρό ή το

φαρμακοποιό σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν

αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών:

Τι είναι το Zoxil και ποια είναι η χρήση του

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Zoxil

Πώς να πάρετε το Zoxil

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Πώς να φυλάσσετε το Zoxil

Περιεχόμενο της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το Zoxil και ποια είναι η χρήση του

Το Zoxil περιέχει τη δραστική ουσία ολανζαπίνη. Το Zoxil ανήκει σε μια ομάδα φαρμάκων

που ονομάζονται αντιψυχωτικά και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ακόλουθων

περιπτώσεων:

Σχιζοφρένεια, μια ασθένεια με συμπτώματα όπως το να ακούς, βλέπεις ή αισθάνεσαι

πράγματα που δεν υπάρχουν, λανθασμένες πεποιθήσεις, ασυνήθιστη καχυποψία και

κοινωνική απόσυρση.

Οι ασθενείς με τις παθήσεις αυτές μπορεί επίσης να αισθάνονται

κατάθλιψη, άγχος ή ένταση.

Μέτρια έως σοβαρά μανιακά επεισόδια, μια κατάσταση με συμπτώματα διέγερσης ή

ευφορίας.

Η ολανζαπίνη έχει αποδειχθεί ότι εμποδίζει την επανεμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων σε

ασθενείς με διπολική διαταραχή των οποίων το μανιακό επεισόδιο ανταποκρίθηκε στη

θεραπεία με ολανζαπίνη.

2.

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Zoxil

Μην πάρετε το Zoxil

Σε περίπτωση αλλεργίας (υπερευαισθησία) στην ολανζαπίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα

συστατικά αυτού του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6). Μια αλλεργική

αντίδραση μπορεί να χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση εξανθήματος, κνησμού, οιδήματος

στο πρόσωπο ή τα χείλη ή δύσπνοιας. Εάν αυτό συμβεί σε εσάς, ενημερώστε το γιατρό σας.

Εάν έχετε διαγνωστεί στο παρελθόν με οφθαλμολογικά προβλήματα, όπως

συγκεκριμένα είδη γλαυκώματος (αυξημένη πίεση στο μάτι).

Εάν έχετε ιστορικό αλλεργίας στη σόγια ή στα φιστίκια.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Απευθυνθείτε στο γιατρό ή στον φαρμακοποιό σας πριν πάρετε το Zoxil.

Η χρήση του Zoxil σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια δεν συνιστάται, καθώς ενδέχεται να

εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας ενδέχεται να προκαλέσουν αφύσικες κινήσεις κυρίως του

προσώπου ή της γλώσσας. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων μετά τη λήψη

Zoxil, ενημερώστε το γιατρό σας.

Πολύ σπάνια, τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας προκαλούν ένα συνδυασμό συμπτωμάτων

που περιλαμβάνουν πυρετό, γρηγορότερη αναπνοή, εφίδρωση, δυσκαμψία μυών, καταστολή

ή υπνηλία. Εάν αυτό συμβεί σε εσάς, επικοινωνήστε αμέσως με το γιατρό σας.

Έχει παρατηρηθεί αύξηση βάρους στους ασθενείς που λαμβάνουν ολανζαπίνη. Εσείς και ο

γιατρός σας θα πρέπει να ελέγχετε το βάρος σας τακτικά. Εξετάστε το ενδεχόμενο να

συμβουλευτείτε διαιτολόγο ή να ακολουθήσετε ένα πρόγραμμα διατροφής εάν είναι

απαραίτητο.

Υψηλές τιμές σακχάρου στο αίμα και υψηλά επίπεδα λιπιδίων (τριγλυκερίδια και

χοληστερόλη) έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ολανζαπίνη. Ο γιατρός σας θα

σας υποβάλει σε αιματολογικές εξετάσεις για να ελέγξει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα σας

καθώς και τα επίπεδα κάποιων λιπιδίων πριν ξεκινήσετε να λαμβάνετε Zoxil και σε τακτά

διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Ενημερώστε το γιατρό σας εάν εσείς ή κάποιος άλλος στην οικογένειά σας έχει ιστορικό

θρόμβων στο αίμα, καθώς τα φάρμακα αυτά έχουν συσχετιστεί με το σχηματισμό θρόμβων

στο αίμα.

Εάν πάσχετε από οποιαδήποτε από τα παρακάτω νοσήματα, ενημερώστε το γιατρό σας:

Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή «παροδικό» αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο

(προσωρινά συμπτώματα εγκεφαλικού επεισοδίου)

Νόσο Parkinson

Παθήσεις προστάτη

Προβλήματα απόφραξης εντέρου (παραλυτικός ειλεός)

Νόσο του ήπατος ή των νεφρών

Αιματολογικές διαταραχές

Καρδιακή νόσο

Διαβήτη

Επιληψία

Πιθανή διαταραχή ηλεκτρολυτών λόγω παρατεταμένης σοβαρής διάρροιας και

εμέτου (περιλαμβάνει την τάση για έμετο) ή χρήσης διουρητικών (δισκία διούρησης)

Εάν πάσχετε από άνοια, εσείς ή ο φροντιστής συγγενής σας θα πρέπει να ενημερώσετε το

γιατρό σας, εάν είχατε εμφανίσει στο παρελθόν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή

“«παροδικό» αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σαν συνήθης προφύλαξη, αν είστε μεγαλύτερος/η των 65 ετών, η αρτηριακή σας πίεση θα

πρέπει να παρακολουθείται από το γιατρό σας.

Παιδιά και έφηβοι

Το Zoxil δεν συνιστάται για ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Άλλα φάρμακα και Zoxil

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σας με Zoxil μπορείτε να λαμβάνετε άλλα φάρμακα, μόνο

εάν ο γιατρός σας το υποδείξει. Ενδέχεται να αισθανθείτε υπνηλία εάν λαμβάνετε Zoxil σε

συνδυασμό με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, φάρμακα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση

του άγχους ή για να σας βοηθήσουν να κοιμηθείτε (ηρεμιστικά).

Ενημερώστε το γιατρό σας εάν παίρνετε, έχετε πρόσφατα πάρει ή μπορεί να πάρετε άλλα

φάρμακα.

Πιο συγκεκριμένα, ενημερώστε το γιατρό σας εάν παίρνετε:

φάρμακα για τη νόσο Parkinson.

καρβαμαζεπίνη (αντιεπιληπτικό και σταθεροποιητής διάθεσης), φλουβοξαμίνη

(αντικαταθλιπτικό) ή σιπροφλοξασίνη (αντιβιοτικό) - μπορεί να είναι απαραίτητη η αλλαγή

της δόσης Zoxil που λαμβάνετε.

Το Zoxil με οινοπνευματώδη

Μην καταναλώσετε οινοπνευματώδη, ενώ λαμβάνετε Zoxil, διότι η ταυτόχρονη λήψη με

οινοπνευματώδη μπορεί να σας προκαλέσει υπνηλία.

Κύηση και θηλασμός

Εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε, νομίζετε ότι μπορεί να είστε έγκυος ή σχεδιάζετε να αποκτήσετε

παιδί, ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού σας πριν πάρετε αυτό το φάρμακο.

Δεν πρέπει να λαμβάνετε το φάρμακο αυτό κατά την περίοδο του θηλασμού καθώς μικρές

ποσότητες ολανζαπίνης μπορεί να απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν σε νεογνά, οι μητέρες των οποίων είχαν

λάβει ολανζαπίνη το τελευταίο τρίμηνο (στους τελευταίους τρεις μήνες της εγκυμοσύνης

τους): τρόμος,

μυϊκή δυσκαμψία και/ή αδυναμία, υπνηλία, διέγερση, αναπνευστικά

προβλήματα και δυσκολία στη σίτιση. Εάν το μωρό σας εμφανίσει οποιοδήποτε από αυτά τα

συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί να επικοινωνήσετε με το γιατρό σας.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης υπνηλίας όταν λαμβάνετε Zoxil. Σε περίπτωση εμφάνισης

τέτοιου συμπτώματος να αποφεύγετε την οδήγηση ή το χειρισμό εργαλείων ή μηχανημάτων

και να ενημερώσετε το γιατρό σας.

Το Zoxil περιέχει λακτόζη και λεκιθίνη σόγιας

Εάν ο γιατρός σας σας ενημέρωσε ότι έχετε δυσανεξία σε ορισμένα σάκχαρα, επικοινωνήστε

με το γιατρό σας πριν πάρετε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Αν είστε αλλεργικοί στη σόγια ή στα φιστίκια, μην χρησιμοποιήσετε αυτό το φαρμακευτικό

προϊόν.

3.

Πως να πάρετε το Zoxil

Πάντοτε να παίρνετε το φάρμακο αυτό αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας.

Εάν έχετε αμφιβολίες, ρωτήστε το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Ο γιατρός θα σας ενημερώσει πόσα δισκία Zoxil πρέπει να λαμβάνετε και για πόσο χρονικό

διάστημα θα πρέπει να συνεχίσετε τη θεραπεία. Η ημερήσια δοσολογία του Zoxil είναι από 5

mg έως 20 mg. Να ενημερώσετε το γιατρό σας σε περίπτωση που τα συμπτώματα

επανεμφανιστούν και να μην διακόψετε τη λήψη Zoxil, εάν δεν έχετε συμβουλευθεί το

γιατρό σας.

Τα δισκία Zoxil πρέπει να λαμβάνονται μία φορά ημερησίως σύμφωνα με την υπόδειξη του

γιατρού σας. Προσπαθήστε να παίρνετε τα δισκία σας την ίδια ώρα κάθε μέρα. Δεν έχει

καμία σημασία εάν λαμβάνετε τα δισκία με ή χωρίς φαγητό. Τα επικαλυμμένα δισκία Zoxil

προορίζονται για από του στόματος χρήση. Θα πρέπει να καταπίνετε τα δισκία Zoxil

ολόκληρα, με νερό.

Η χαραγή υπάρχει μόνο για να σας βοηθήσει στη θραύση του δισκίου σε περίπτωση που

δυσκολεύεστε να το καταπιείτε ολόκληρο.

Εάν πάρετε μεγαλύτερη δόση Zoxil από την κανονική

Ασθενείς που έλαβαν μεγαλύτερη δόση ολανζαπίνης από την κανονική παρουσίασαν τα

ακόλουθα συμπτώματα: γρήγορο καρδιακό ρυθμό, διέγερση/επιθετικότητα, διαταραχές στο

λόγο, αφύσικες κινήσεις (ιδιαίτερα του προσώπου ή της γλώσσας) και μειωμένο επίπεδο

συνείδησης.

Άλλα συμπτώματα ενδέχεται να είναι: έντονη σύγχυση, σπασμοί (επιληψία), κώμα, ένας

συνδυασμός από πυρετό, γρηγορότερη αναπνοή, εφίδρωση, μυϊκή δυσκαμψία και ζάλη ή

υπνηλία, αργός ρυθμός αναπνοής, εισρόφηση, αυξημένη ή μειωμένη αρτηριακή πίεση, μη

φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός.

Επικοινωνήστε αμέσως με το γιατρό σας ή το νοσοκομείο εάν αισθανθείτε οποιοδήποτε από

τα παραπάνω συμπτώματα. Δείξτε στο γιατρό σας το κουτί με τα δισκία.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το Zoxil

Πάρτε τα δισκία σας αμέσως μόλις το θυμηθείτε. Μην πάρετε διπλή δόση για να

αναπληρώσετε τη δόση που ξεχάσατε.

Εάν σταματήσετε να παίρνετε το Zoxil

Μην διακόπτετε τη θεραπευτική αγωγή σας απλά επειδή αισθάνεστε καλύτερα. Πρέπει να

συνεχίσετε την αγωγή με Zoxil για όσο χρονικό διάστημα σας έχει καθορίσει ο γιατρός σας.

Εάν σταματήσετε απότομα να παίρνετε το Zoxil, μπορεί να σας παρουσιαστούν συμπτώματα

όπως εφίδρωση, δυσκολία στον ύπνο, τρόμος, άγχος ή ναυτία και έμετος. Ο γιατρός σας

μπορεί να σας προτείνει να μειώσετε τη δόση σας σταδιακά, πριν τη διακοπή της θεραπείας

σας.

Εάν έχετε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμάκου, ρωτήστε το

γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

4.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες

ενέργειες, αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Ενημερώστε το γιατρό σας αμέσως εάν εμφανίσετε:

ασυνήθιστες κινήσεις (μία συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που μπορεί να επηρεάσει έως

1 στα 10 άτομα) κυρίως του προσώπου ή της γλώσσας.

θρόμβους αίματος στις φλέβες (μία όχι συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που μπορεί να

επηρεάσει έως 1 στα 100 άτομα) ιδιαίτερα στα πόδια (τα συμπτώματα περιλαμβάνουν

οίδημα, πόνο και ερυθρότητα στα πόδια), που μπορούν να μεταφερθούν μέσω των αγγείων

στους πνεύμονες προκαλώντας πόνο στο στήθος και δύσπνοια. Εάν παρατηρήσετε τέτοια

συμπτώματα, ζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή.

συνδυασμό πυρετού, ταχύτερης αναπνοής, εφίδρωσης, μυϊκής δυσκαμψίας και

αίσθημα νύστας ή υπνηλία (η συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας δεν μπορεί να

εκτιμηθεί με βάση τα

διαθέσιμα δεδομένα).

Πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν περισσότερα από 1 στα 10

άτομα) περιλαμβάνουν αύξηση σωματικού βάρους, υπνηλία και αυξημένα επίπεδα

προλακτίνης του αίματος. Στα αρχικά στάδια της θεραπείας, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να

αισθανθούν ζάλη ή λιποθυμική τάση (με επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού), ιδιαίτερα

όταν σηκώνονται από το κρεβάτι ή το κάθισμα. Το σύμπτωμα αυτό συνήθως υποχωρεί μόνο

του, αν όμως αυτό δεν συμβεί ενημερώστε το γιατρό σας.

Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στα 10 άτομα) περιλαμβάνουν

μεταβολές στα επίπεδα ορισμένων κυττάρων αίματος, λιπιδίων αίματος και στην αρχή της

θεραπείας προσωρινές αυξήσεις ηπατικών ενζύμων, αύξηση στα επίπεδα σακχάρου του

αίματος και των ούρων, αύξηση στα επίπεδα ουρικού οξέος και κρεατινικής φωσφοκινάσης

του αίματος, αυξημένο αίσθημα πείνας, ζάλη, ανησυχία, τρόμο, ασυνήθιστες κινήσεις

(δυσκινησίες), δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, εξάνθημα, απώλεια δύναμης, υπερβολική

κόπωση, κατακράτηση υγρών που οδηγεί σε πρήξιμο των χεριών, των αστραγάλων ή των

ποδιών, πυρετό, πόνο στις αρθρώσεις και σεξουαλικές δυσλειτουργίες όπως μειωμένη

γενετήσια ορμή στους άνδρες και στις γυναίκες ή στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες.

Όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στα 100 άτομα)

περιλαμβάνουν υπερευαισθησία (π.χ. οίδημα στο στόμα και το λαιμό, κνησμό και εξάνθημα),

διαβήτη ή επιδείνωση του διαβήτη, που περιστασιακά έχει συσχετιστεί με κετοξέωση

(εμφάνιση κετονών στο αίμα και τα ούρα) ή κώμα, σπασμούς που συνήθως σχετίζονται με

ιστορικό επιληπτικών κρίσεων (επιληψία), μυϊκή δυσκαμψία ή σπασμούς

(περιλαμβανομένων των κινήσεων του ματιού), σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, προβλήματα

στην ομιλία, τραύλισμα, επιβράδυνση στον καρδιακό ρυθμό, φωτοευαισθησία στο ηλιακό

φως, αιμορραγία από τη μύτη, διάταση κοιλίας, απώλεια της μνήμης ή διαταραχές

μνήμης,ακράτεια ούρων, δυσκολία στην ούρηση, απώλεια μαλλιών, απουσία ή μείωση των

περιόδων της εμμηνορρυσίας και αλλαγές στο στήθος των ανδρών και των γυναικών, όπως

μη φυσιολογική παραγωγή γάλακτος από τους μαστούς ή μη φυσιολογική αύξηση των

μαστών.

Σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στα 1.000 άτομα)

περιλαμβάνουν μείωση της φυσιολογικής θερμοκρασίας σώματος, μη φυσιολογικό καρδιακό

ρυθμό, αιφνίδιο ανεξήγητο θάνατο, φλεγμονή του παγκρέατος, η οποία προκαλεί έντονο

στομαχικό πόνο, πυρετό και αδιαθεσία, ηπατική νόσο που εμφανίζεται ως κιτρίνισμα του

δέρματος και του άσπρου τμήματος των ματιών, μυϊκή νόσο που εμφανίζεται με ανεξήγητο

άλγος και πόνους και παρατεταμένη και/ή επώδυνη στύση.

Πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, όπως

Αντίδραση στο Φάρμακο με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS). Η

DRESS εμφανίζεται αρχικά με συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της γρίπης, με εξάνθημα

στο πρόσωπο και στη συνέχεια με εκτεταμένο εξάνθημα, υψηλή θερμοκρασία, διόγκωση των

λεμφαδένων, αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων στις εξετάσεις αίματος και αύξηση ενός

τύπου λευκών αιμοσφαιρίων (ηωσινοφιλία).

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που λαμβάνουν ολανζαπίνη ενδέχεται να εμφανίσουν

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονία, ακράτεια ούρων, πτώσεις, υπερβολική κόπωση,

οπτικές ψευδαισθήσεις, αύξηση της θερμοκρασίας σώματος, ερυθρότητα δέρματος και

προβλήματα με το βάδισμα. Ορισμένες θανατηφόρες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί στη

συγκεκριμένη ομάδα ασθενών.

Σε ασθενείς με νόσο Parkinson, το Zoxil ενδέχεται να επιδεινώσει τα συμπτώματα τους.

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό ή

τον/την νοσοκόμο σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν

αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε ανεπιθύμητες

ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός,

Τηλ: +302132040380/337, Φαξ: +302106549585, ιστότοπος: www.eof.gr. Μέσω της

αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων

πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος φαρμάκου

.

5.

Πως να φυλάσσετε το Zoxil

Το φάρμακο αυτό πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα

παιδιά.

Να μη χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στο

κουτί.

Το Zoxil πρέπει να φυλάσσεται στον αρχικό περιέκτη.

Μην πετάτε φάρμακα στο νερό της αποχέτευσης ή στα οικιακά απορρίμματα. Ρωτήστε το

φαρμακοποιό σας για το πώς να πετάξετε τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιείτε πια. Αυτά τα

μέτρα θα βοηθήσουν στην προστασία του περιβάλλοντος.

6.

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το Zoxil

Η δραστική ουσία είναι η ολανζαπίνη. Κάθε δισκίο Zoxil περιέχει 5 mg ή 10 mg ή 15 mg ή

20 mg δραστικής ουσίας. Η περιεκτικότητα του κάθε προϊόντος αναγράφεται στην εξωτερική

συσκευασία (κουτί) του Zoxil.

Τα άλλα συστατικά είναι:

Περιεχόμενο δισκίου: Μονοϋδρική λακτόζη, Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη,

Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής υποκατάστασης, Διασταυρούμενη ποβιδόνη, Κολλοειδές

άνυδρο διοξείδιο πυριτίου, Στεατικό μαγνήσιο.

Επικάλυψη δισκίου:

ZOXIL 5 mg: Opadry OY-B-28920 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171 ,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης)

ZOXIL 10 mg: Opadry OY-B-28920 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171 ,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης)

ZOXIL

15 mg: Opadry AMB Blue 80W30580 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης, ινδικοκαρμίνιο Ε132)

ZOXIL 20 mg: Opadry AMB Pink 80W34300 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης, ερυθρό οξείδιο σιδήρου Ε172)

Εμφάνιση του Zoxil και περιεχόμενα της συσκευασίας

Τα ZOXIL 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι λευκού έως υπόλευκου

χρώματος, στρογγυλά δισκία με χαραγή.

Τα ZOXIL 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι λευκού έως υπόλευκου,

χρώματος, στρογγυλά δισκία με χαραγή.

Τα ZOXIL 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι μπλε, επιμήκη δισκία με

χαραγή.

Τα ZOXIL 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι ροζ, επιμήκη δισκία με χαραγή.

Κυψέλες από PVC/PE/PVdC

/

αλουμίνιο.

Συσκευασίες που περιέχουν 7, 28 ή 56 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Κάτοχος αδείας κυκλοφορίας και Παρασκευαστής

GAP A.E.

Αγησιλάου 46

Αγ. Δημήτριος 17341

Αθήνα

Εναλλακτικός παρασκευαστής:

Laboratorios Lesvi, S.L.

Avda. Barcelona, 69

08970 Sant Joan Despí (Barcelona)

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

ZOXIL

5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL

10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL

15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOXIL

20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

ZOXIL 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 5 mg ολανζαπίνη.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 120,77 mg μονοϋδρική λακτόζη και 0,12 mg λεκιθίνη

σόγιας.

ZOXIL 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg ολανζαπίνη.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 241,54 mg μονοϋδρική λακτόζη και 0,24 mg λεκιθίνη

σόγιας.

ZOXIL 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 15 mg ολανζαπίνη.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 362,31 mg μονοϋδρική λακτόζη και 0,36 mg λεκιθίνη

σόγιας.

ZOXIL 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 20 mg ολανζαπίνη.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 483,08 mg μονοϋδρική λακτόζη και 0,48 mg λεκιθίνη

σόγιας.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο

ZOXIL 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Λευκά έως υπόλευκα, στρογγυλά δισκία με χαραγή.

ZOXIL 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Λευκά έως υπόλευκα, στρογγυλά δισκία με χαραγή.

ZOXIL 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Μπλε, επιμήκη δισκία με χαραγή.

ZOXIL 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Ροζ, επιμήκη δισκία με χαραγή.

Η χαραγή χρησιμεύει μόνο για να διευκολύνει τη θραύση του δισκίου και την κατάποσή του και όχι για τον

διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Ενήλικες

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.

Η ολανζαπίνη είναι αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης, κατά την διάρκεια της

συνεχιζόμενης θεραπείας σε ασθενείς, οι οποίοι εμφάνισαν αρχικά ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού μανιακού επεισοδίου.

Σε ασθενείς στους οποίους το μανιακό επεισόδιο ανταποκρίθηκε στη χορήγηση ολανζαπίνης, η ολανζαπίνη

ενδείκνυται για την πρόληψη των υποτροπών σε ασθενείς με διπολική διαταραχή (βλέπε παράγραφο 5.1).

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ενήλικες

Σχιζοφρένεια: Η συνιστώμενη δόση έναρξης της ολανζαπίνης είναι 10 mg/ημερησίως.

Μανιακό επεισόδιο: Η δόση έναρξης είναι 15 mg χορηγούμενη εφάπαξ ημερησίως ως μονοθεραπεία ή 10

mg ημερησίως σε συνδυασμένη θεραπεία (βλέπε παράγραφο 5.1).Πρόληψη υποτροπών στη διπολική

διαταραχή: Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg/ημερησίως. Για ασθενείς που λαμβάνουν ολανζαπίνη

για τη θεραπεία μανιακού επεισοδίου, να συνεχίζεται η θεραπεία για την πρόληψη υποτροπών στην ίδια

δόση. Εάν εμφανιστεί ένα νέο μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό επεισόδιο, η θεραπεία με ολανζαπίνη θα

πρέπει

να

συνεχιστεί

(με

αναπροσαρμογή/βελτιστοποίηση

της

δόσης,

εάν

κριθεί

αναγκαίο)

με

συμπληρωματική αγωγή για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της διάθεσης, όταν ενδείκνυται κλινικά.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της σχιζοφρένειας, του μανιακού επεισοδίου και της πρόληψης των

υποτροπών της διπολικής διαταραχής, η ημερήσια δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την

κλινική κατάσταση του ασθενούς στο εύρος των 5-20 mg/ημερησίως. Αύξηση της δόσης σε ανώτερη από

τη συνιστώμενη αρχική δόση, συνιστάται να γίνεται μόνο μετά από κατάλληλη κλινική επανεκτίμηση και

γενικά θα πρέπει να πραγματοποιείται σε διαστήματα μεγαλύτερα των 24 ωρών. Η ολανζαπίνη είναι

δυνατόν να χορηγηθεί ανεξαρτήτως γευμάτων, καθώς η απορρόφησή της δεν επηρεάζεται από την

ταυτόχρονη λήψη τροφής. Σταδιακή μείωση της δόσης συνιστάται πριν τη διακοπή της αγωγής με

ολανζαπίνη.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Μια μειωμένη αρχική δόση (5 mg/ημερησίως), αν και δεν αποτελεί τη συνήθη συνιστώμενη τακτική,

μπορεί να χορηγηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς 65 ετών και άνω, όπου οι κλινικές παράμετροι το απαιτούν

(βλέπε παράγραφο 4.4).

Νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία

Μια μικρότερη αρχική δόση (5 mg) πρέπει να χορηγηθεί στους ασθενείς αυτούς. Σε περιπτώσεις μέτριας

ηπατικής ανεπάρκειας (κίρρωση, κατηγορίας Α ή Β στην ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η αρχική δόση θα

πρέπει να είναι 5 mg και να αυξάνεται με προσοχή.

Καπνιστές

Η δόση έναρξης και το εύρος της δόσης δεν απαιτείται συνήθως να τροποποιούνται σε μη καπνιστές σε

σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να ενισχυθεί από το κάπνισμα. Συνιστάται η

κλινική παρακολούθηση των ασθενών και μία αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης μπορεί να γίνει εάν

κριθεί απαραίτητο (βλέπε παράγραφο 4.5).

Σε περίπτωση που συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν και

να

επιβραδύνουν

το

μεταβολισμό

(θήλυ

φύλο,

ηλικιωμένος

ασθενής,

μη

καπνιστής),

θα

πρέπει

να

εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δόσης. Η σταδιακή αύξηση της δόσης, όταν ενδείκνυται, πρέπει να

είναι συντηρητική στους ασθενείς αυτούς.

(βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν συνιστάται η χορήγηση της ολανζαπίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών εξαιτίας της

έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Μεγαλύτερες αυξήσεις βάρους και

μεταβολές των επιπέδων της προλακτίνης και των λιπιδίων, έχουν εμφανιστεί σε μικρής διάρκειας μελέτες

σε έφηβους ασθενείς σε σχέση με μελέτες σε ενήλικες ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2).

4.3

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

Το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας στη σόγια ή

στα φιστίκια

4.4

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά τη διάρκεια της αντιψυχωτικής αγωγής, η κλινική βελτίωση των ασθενών θα παρατηρηθεί μετά από

την πάροδο μερικών ημερών έως και μερικών εβδομάδων. Οι ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή

ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράς

Η ολανζαπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές

συμπεριφοράς λόγω της αυξημένης θνησιμότητας και του κινδύνου εμφάνισης αγγειακού

εγκεφαλικού

επεισοδίου. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές δοκιμές (διάρκειας

6-12 εβδομάδων)

σε ηλικιωμένους ασθενείς (μέσης ηλικίας 78 ετών) με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές

συμπεριφοράς, παρατηρήθηκε διπλάσια αύξηση της επίπτωσης θανάτου στους

ασθενείς υπό ολανζαπίνη

συγκριτικά με εκείνη για τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (placebo) (3,5 % έναντι 1,5 % αντιστοίχως).

H υψηλότερη επίπτωση θανάτου δεν σχετιζόταν με τη δόση της ολανζαπίνης (μέση ημερήσια δόση 4,4 mg)

ή τη διάρκεια της αγωγής. Οι παράγοντες κινδύνου που ενδέχεται να προδιαθέτουν τον πληθυσμό αυτό των

ασθενών σε αυξημένη θνησιμότητα

περιλαμβάνουν: ηλικία > 65 ετών, δυσφαγία, καταστολή, πλημμελή

θρέψη

και

αφυδάτωση,

πνευμονικές

καταστάσεις (π.χ.

πνευμονία

μετά

από

χωρίς

εισρόφηση) ή

συγχορήγηση βενζοδιαζεπινών. Ωστόσο, η επίπτωση θανάτου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς σε θεραπεία

με ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (placebo), ανεξάρτητα από αυτούς τους

παράγοντες κινδύνου.

Στις

ίδιες

κλινικές

δοκιμές

αναφέρθηκαν

αγγειακές

εγκεφαλικές

ανεπιθύμητες

ενέργειες

(CVAE

π.χ.

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο), περιλαμβανομένων εκείνων με θανατηφόρα

έκβαση. Παρατηρήθηκε μία τριπλάσια αύξηση σε CVAE σε ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη συγκριτικά

με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) (1,3% έναντι 0,4% αντιστοίχως). Όλοι οι ασθενείς σε

θεραπεία με ολανζαπίνη και εικονικό φάρμακο (placebo) που

εμφάνισαν CVAE, είχαν προϋπάρχοντες

παράγοντες κινδύνου. Ηλικία > 75 ετών και αγγειακού/μικτού τύπου άνοια διαπιστώθηκαν ως παράγοντες

κινδύνου για την ανάπτυξη CVAE που σχετίζεται με την αγωγή με ολανζαπίνη. Η αποτελεσματικότητα της

ολανζαπίνης δεν έχει διαπιστωθεί στις δοκιμές αυτές.

Νόσος του Parkinson

Η χορήγηση της ολανζαπίνης για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστή ντοπαμίνης σε

ασθενείς με νόσο Parkinson δεν συστήνεται. Σε κλινικές δοκιμές αναφέρθηκε πολύ συχνά επιδείνωση των

Παρκινσονικών

συμπτωμάτων και των ψευδαισθήσεων και σε μεγαλύτερη συχνότητα από το εικονικό

φάρμακο (placebo) (βλέπε παράγραφο 4.8) και η ολανζαπίνη δεν ήταν περισσότερο

αποτελεσματική από

το εικονικό φάρμακο (placebo) στη θεραπεία των ψυχωτικών συμπτωμάτων.Στις δοκιμές αυτές οι ασθενείς

απαιτείτο

αρχικά

να

είναι

σταθεροποιημένοι

στη

χαμηλότερη

αποτελεσματική

δόση

των

αντι-

Παρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων (αγωνιστή ντοπαμίνης)

και να παραμένουν στα ίδια αντι-

Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα και δοσολογίες καθ’όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η αρχική δόση

της ολανζαπίνης ήταν 2,5 mg/ημερησίως και τιτλοποιήθηκε σε μέγιστη δόση 15 mg/ημερησίως, ανάλογα

με την κρίση του ερευνητή.

Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS

Το ΝΜS είναι μία δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση, η οποία σχετίζεται με την αγωγή με

αντιψυχωτικά

φαρμακευτικά προϊόντα. Σπάνιες περιπτώσεις χαρακτηρισθείσες σαν ΝΜS έχουν, επίσης, σχετιστεί με την

ολανζαπίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις του ΝΜS περιλαμβάνουν: υπερπυρεξία, μυϊκή ακαμψία, μεταβολή στη

νοητική κατάσταση και σημεία αστάθειας του αυτόνομου νευρικού

συστήματος (ακανόνιστος σφυγμός ή

αρτηριακή

πίεση,

ταχυκαρδία,

εφίδρωση

και

καρδιακή

δυσρυθμία).

Επιπρόσθετα

σημεία

πιθανώς

περιλαμβάνουν

αύξηση

της

κρεατινικής

φωσφοκινάσης,

μυοσφαιρινουρία

(ραβδομυόλυση)

και

οξεία

νεφρική

ανεπάρκεια.

Εάν

ένας

ασθενής

εμφανίσει

σημεία

και

συμπτώματα

ενδεικτικά

του

ΝΜS

ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς άλλες επιπρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του ΝΜS, η χορήγηση όλων των

αντιψυχωτικών φαρμάκων, περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης, θα πρέπει να διακόπτεται.

Υπεργλυκαιμία και διαβήτης

Υπεργλυκαιμία

και/ή

εμφάνιση

επιδείνωση

διαβήτη,

οποία

περιστασιακά

έχει

συσχετιστεί

με

κετοξέωση ή κώμα, έχει αναφερθεί όχι συχνά, περιλαμβανομένων και μερικών θανατηφόρων περιπτώσεων

(βλέπε

παράγραφο

4.8).

Σε

ορισμένες

περιπτώσεις

έχει

αναφερθεί

μια

προϋπάρχουσα

αύξηση

του

σωματικού βάρους, η οποία ίσως είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας. Συνιστάται κατάλληλος κλινικός

έλεγχος, σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες,

π.χ. μέτρηση της γλυκόζης

του αίματος πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη

της θεραπείας με ολανζαπίνη

και εν συνεχεία, ετησίως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα,

περιλαμβανομένου

του

ZOXIL,

θα

πρέπει

να

παρακολουθούνται

για

σημεία

και

συμπτώματα

υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία,

πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη

διαβήτη

εκείνοι

με

παράγοντες

κινδύνου

για

την

ανάπτυξη

σακχαρώδη

διαβήτη

θα

πρέπει

να

παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του

ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει να

παρακολουθείται τακτικά, π.χ πριν την έναρξη της θεραπείας, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της

θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε τρίμηνο.

Μεταβολές λιπιδίων

Ανεπιθύμητες μεταβολές στα επίπεδα των λιπιδίων έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με

ολανζαπίνη σε κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οι

μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται καταλλήλως κλινικά, ιδιαίτερα σε δυσλιπιδαιμικούς

ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη διαταραχών των λιπιδίων. Οι ασθενείς

που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα,

περιλαμβανομένου του ZOXIL, θα

πρέπει

να

υποβάλλονται

τακτικά

σε

έλεγχο

των

λιπιδίων

του

ορού

σύμφωνα

με

τις

ενδεδειγμένες

αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες, π.χ πριν την έναρξη της

θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη

της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε 5 χρόνια.

Αντιχολινεργική δραστηριότητα

Ενώ η ολανζαπίνη έδειξε αντιχολινεργική δραστηριότητα

in vitro

, η εμπειρία κατά τη διάρκεια των

κλινικών δοκιμών αποκάλυψε χαμηλή επίπτωση ανάλογων συμβαμάτων. Εντούτοις, επειδή η κλινική

εμπειρία με την ολανζαπίνη σε ασθενείς με συνυπάρχοντα νοσήματα είναι περιορισμένη, συστήνεται

προσοχή όταν συνταγογραφείται σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτη ή παραλυτικό ειλεό και

ανάλογες

καταστάσεις.

Ηπατική λειτουργία

Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών, ALT, AST έχουν παρατηρηθεί

συχνά, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Προσοχή και συνεχής παρακολούθηση

απαιτείται σε

ασθενείς

με

αυξημένες

τιμές

και/ή

AST,

σε

ασθενείς

με

σημεία

και

συμπτώματα

ηπατικής

δυσλειτουργίας, σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καταστάσεις που σχετίζονται με περιορισμό

της ηπατικής

λειτουργικής επάρκειας και σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αγωγή με δυνητικά

ηπατοτοξικά φάρμακα.

Σε περιπτώσεις που έχει διαγνωστεί ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατοκυτταρικής, της χολοστατικής

ή της μικτής ηπατικής βλάβης), η θεραπεία με ολανζαπίνη θα πρέπει να διακόπτεται.

Ουδετεροπενία

Προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων

από

οποιαδήποτε αιτία, σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ουδετεροπενία,

σε ασθενείς με ιστορικό φαρμακογενούς καταστολής/τοξικότητας του μυελού των

οστών, σε ασθενείς με

καταστολή του μυελού των οστών από συνυπάρχον νόσημα, ακτινοθεραπεία ή

χημειοθεραπεία και σε

ασθενείς

με

υπερηωσινοφιλικές

καταστάσεις

με

μυελοϋπερπλαστική

νόσο.

Ουδετεροπενία

έχει

αναφερθεί συχνά κατά τη συγχορήγηση της ολανζαπίνης με βαλπροϊκό (βλέπε παράγραφο 4.8).

Διακοπή της θεραπείας

Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία ή έμετος έχουν αναφερθεί σπάνια (≥

0,01% και

< 0,1%) όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια.

διάστημα

Σε

κλινικές

δοκιμές,

κλινικά

σημαντικές

παρατάσεις

στα

διαστήματα

του

διορθωμένου

(διόρθωση του διαστήματος QT κατά Fridericia [QTcF] ≥ 500 milliseconds [msec] οποτεδήποτε μετά την

αρχική εκτίμηση σε ασθενείς με αρχική εκτίμηση QTcF < 500 msec) ήταν όχι συχνές (0,1% έως 1%) σε

ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη, χωρίς σημαντικές διαφορές στα σχετιζόμενα καρδιακά συμβάματα

συγκριτικά

με

το

εικονικό

φάρμακο

(placebo).

Εντούτοις,

απαιτείται

προσοχή

όταν

ολανζαπίνη

συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QT

διάστημα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους,

σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,

καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.

Θρομβοεμβολή

Χρονική συσχέτιση της αγωγής με ολανζαπίνη και φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχει αναφερθεί όχι

συχνά (≥ 0,1% και < 1%)). Δεν έχει θεμελιωθεί αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης φλεβικής

θρομβοεμβολής και της αγωγής με ολανζαπίνη. Εντούτοις, αφού οι ασθενείς με σχιζοφρένεια εμφανίζουν

συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου

εμφάνισης VTE, όπως η ακινητοποίηση των ασθενών, θα πρέπει να προσδιορίζονται και να λαμβάνονται

προστατευτικά μέτρα.

Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ

Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της ολανζαπίνης στο KNΣ, θα πρέπει να δίδεται προσοχή στη

συγχορήγησή της με άλλα φάρμακα που δρουν επίσης στο KNΣ καθώς και με το αλκοόλ. Επειδή η

ολανζαπίνη

εμφανίζει

in

vitro

δράση

ανταγωνιστή

της

ντοπαμίνης,

ενδέχεται

να

ανταγωνιστεί

τις

επιδράσεις των άμεσων και έμμεσων αγωνιστών της ντοπαμίνης.

Επιληπτικές κρίσεις

Η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή σε

ασθενείς με παράγοντες οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν μείωση της επιληπτικής ουδού. Οι επιληπτικές

κρίσεις έχουν αναφερθεί όχι συχνά σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη. Στις

περισσότερες των

περιπτώσεων αυτών, ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις έχουν

αναφερθεί.

Όψιμη Δυσκινησία

Σε συγκριτικές μελέτες ετήσιας ή μικρότερης διάρκειας, η ολανζαπίνη σχετιζόταν με στατιστικά σημαντικά

χαμηλότερη επίπτωση φαρμακοεπαγόμενης δυσκινησίας. Εντούτοις, ο κίνδυνος για όψιμη

δυσκινησία

αυξάνεται με τη μακροχρόνια έκθεση και επομένως εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα όψιμης

δυσκινησίας σε ασθενή υπό αγωγή με ολανζαπίνη, θα πρέπει να εξετάζεται το

ενδεχόμενο μείωσης της

δόσης ή διακοπής της χορήγησης. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί

προσωρινά

να επιδεινωθούν ή

να

εμφανιστούν μετά από διακοπή της θεραπείας.

Ορθοστατική υπόταση

Ορθοστατική υπόταση παρατηρήθηκε όχι συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς που ελάμβαναν

ολανζαπίνη

κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Συνιστάται η αρτηριακή πίεση να μετράται περιοδικά σε ασθενείς

άνω των 65 ετών.

Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος

Σε αναφορές για την ολανζαπίνη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, περιπτώσεις αιφνίδιου

καρδιακού

θανάτου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν ολανζαπίνη. Σε μία αναδρομική μελέτη παρατήρησης

της ομάδας των άτυπων αντιψυχωτικών, ο πιθανός κίνδυνος του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς

υπό αγωγή με ολανζαπίνη, ήταν περίπου διπλάσιος του κινδύνου σε ασθενείς που δεν λάμβαναν αγωγή με

αντιψυχωτικά. Στη μελέτη ο κίνδυνος από την αγωγή με ολανζαπίνη ήταν συγκρίσιμος με τον κίνδυνο από

την αγωγή με άτυπα αντιψυχωτικά που περιλαμβάνονταν στη συγκεντρωτική ανάλυση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στην αγωγή παιδιών και εφήβων. Μελέτες σε ασθενείς ηλικίας

13-17 ετών παρουσίασαν ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνουν αύξηση σωματικού βάρους,

μεταβολές στις μεταβολικές παραμέτρους και αυξήσεις των επιπέδων

προλακτίνης (βλέπε παραγράφους

4.8 και 5.1).

Λακτόζη

Τα δισκία ZOXIL περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη

γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν

αυτό το φάρμακο.

Λεκιθίνη σόγιας

Τα δισκία ZOXIL περιέχουν λεκιθίνη σόγιας. Αν κάποιος ασθενής είναι αλλεργικός στα φιστίκια ή στη

σόγια, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Δυνητικές αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν την ολανζαπίνη

Επειδή η ολανζαπίνη μεταβολίζεται μέσω του CYP1A2, οι ουσίες που προκαλούν επαγωγή ή αναστολή

ειδικά του ισοενζύμου αυτού, ενδέχεται να επηρεάσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.

Επαγωγή του CYP1A

Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να ενισχυθεί από το κάπνισμα και από την καρβαμαζεπίνη, με

αποτέλεσμα να προκληθεί μείωση των συγκεντρώσεων της ολανζαπίνης. Έχει αναφερθεί μόνο μικρή έως

μέτρια αύξηση της κάθαρσης της ολανζαπίνης. Οι κλινικές επιπτώσεις αναμένεται να είναι περιορισμένες

αλλά συνιστάται η κλινική παρακολούθηση των ασθενών και μία αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης

μπορεί να γίνει εάν κριθεί απαραίτητο (βλέπε παράγραφο4.2).

Αναστολή του CYP1A

Η φλουβοξαμίνη, ένας ειδικός αναστολέας του CYP1A2, έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει σημαντικά το

μεταβολισμό της ολανζαπίνης. Η μέση αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης (C

) της ολανζαπίνης, μετά

τη χορήγηση της φλουβοξαμίνης, ήταν 54% σε γυναίκες μη καπνίστριες και 77% σε άνδρες καπνιστές. Η

μέση αύξηση της AUC της ολανζαπίνης ήταν 52% και 108% αντίστοιχα. Η χορήγηση μικρότερης δόσης

έναρξης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν φλουβοξαμίνη ή

άλλους αναστολείς του CYP1A2, όπως η σιπροφλοξασίνη. Σε περίπτωση έναρξης θεραπείας με έναν

αναστολέα του CYP1A2, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται.

Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας

Η χορήγηση ενεργού άνθρακα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της ολανζαπίνης, χορηγούμενης από του

στόματος, σε ποσοστό 50-60%, γι’ αυτό και ο ενεργός άνθρακας θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 2

ώρες πριν ή μετά τη χορήγηση της ολανζαπίνης.

Η φλουοξετίνη (αναστολέας του CYP2D6), οι εφάπαξ δόσεις αντιόξινων (αργιλίου, μαγνησίου) ή η

σιμετιδίνη

δεν

έχουν

αναφερθεί

ότι

επηρεάζουν

σημαντικά

τις

φαρμακοκινητικές

ιδιότητες

της

ολανζαπίνης.

Δυνητικές επιδράσεις της ολανζαπίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η ολανζαπίνη ενδέχεται να ανταγωνιστεί τις επιδράσεις των άμεσων ή έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.

Η ολανζαπίνη δεν προκαλεί αναστολή των κυριότερων ισοενζύμων του κυτοχρώματος CYP450

in vitro

(π.χ. 1A2, 2D6, 2C9, 2C19, 3A4). Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις, σύμφωνα

με τα διαθέσιμα δεδομένα των

in vivo

μελετών όπου δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού των

ακόλουθων

δραστικών

ουσιών:

των

τρικυκλικών

αντικαταθλιπτικών

(μεταβολιζομένων

κύρια

μέσω

CYP2D6), της βαρφαρίνης (CYP2C9), της θεοφυλλίνης (CYP1A2) ή της διαζεπάμης (CYP3A4 και

CYP2C19).

Δεν αναφέρθηκαν αλληλεπιδράσεις κατά τη συγχορήγηση της ολανζαπίνης με λίθιο ή βιπεριδένη.

Κατά

την

παρακολούθηση

των

επιπέδων

πλάσματος

του

βαλπροϊκού

δεν

παρουσιάστηκε

ανάγκη

προσαρμογής της δόσης του βαλπροϊκού, μετά την έναρξη της συγχορήγησης της ολανζαπίνης.

Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ

Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα

που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ολανζαπίνης με αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα σε

ασθενείς

με νόσο Parkinson και άνοια (βλέπε παράγραφο 4.4).

QTc διάστημα

Απαιτείται προσοχή όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό

ότι

παρατείνουν το QTc διάστημα (βλέπε παράγραφο 4.4).

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες επί εγκύων γυναικών. Οι ασθενείς θα πρέπει να

ενημερώνουν το γιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια

της θεραπείας με ολανζαπίνη. Ωστόσο, επειδή η εμπειρία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη

θα πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό

κίνδυνο για το έμβρυο.

Τα νεογέννητα βρέφη που εκτίθενται σε αντιψυχωτικά (περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης) κατά το τρίτο

τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένων

των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν

σε σοβαρότητα και

διάρκεια

μετά

τον τοκετό.

Υπάρχουν

αναφορές

για

διέγερση, υπερτονία, υποτονία,

τρόμο, υπνηλία,

αναπνευστική

δυσχέρεια

διαταραχή

στη

σίτιση.

Κατά

συνέπεια,

τα

νεογνά

θα

πρέπει

να

παρακολουθούνται προσεκτικά.

Θηλασμός

Σε μια μελέτη με υγιείς θηλάζουσες γυναίκες, παρατηρήθηκε απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό

γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg) στη σταθερή κατάσταση, υπολογίστηκε ότι αντιστοιχεί στο

1,8%

της

αντίστοιχης

δόσης

της

ολανζαπίνης

στη

μητέρα

(mg/kg).

Οι

ασθενείς

θα

πρέπει

να

ενημερώνονται ότι δεν συνιστάται να θηλάζουν, εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.

Γονιμότητα

Επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 5.3 για προκλινικές πληροφορίες).

4.7

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού

μηχανημάτων. Επειδή η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη, οι ασθενείς θα πρέπει να

ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους κατά το χειρισμό μηχανημάτων, περιλαμβανομένων των

οχημάτων.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Ενήλικες

Οι πιο συχνά αναφερόμενες (παρατηρήθηκαν σε ≥ 1 % των ασθενών) ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες

σχετίζονταν με τη χορήγηση ολανζαπίνης κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών, ήταν

υπνηλία, αύξηση

σωματικού

βάρους,

ηωσινοφιλία,

αυξημένα

επίπεδα

προλακτίνης,

χοληστερόλης,

γλυκόζης

και

τριγλυκεριδίων (βλέπε παράγραφο 4.4), γλυκοζουρία, αυξημένη όρεξη, ζάλη, ακαθησία,

παρκινσονισμός,

λευκοπενία, ουδετεροπενία (βλέπε παράγραφο 4.4), δυσκινησία, ορθοστατική

υπόταση, αντιχολινεργικές

επιδράσεις, παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών

αμινοτρανσφερασών (βλέπε παράγραφο

4.4), εξάνθημα, εξασθένιση, κόπωση, πυρεξία, αρθραλγία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, υψηλή γάμα

γλουταμυλοτρανσφεράση, υψηλό ουρικό οξύ, υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση και οίδημα.

Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

ακόλουθος

πίνακας

περιλαμβάνει

τις

ανεπιθύμητες ενέργειες και τα εργαστηριακά ευρήματα που

παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών και αυθόρμητων αναφορών. Εντός κάθε κατηγορίας

συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά

σοβαρότητας. Οι

όροι συχνότητας που αναφέρονται παρακάτω προσδιορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥

1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<

1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα

δεδομένα.

Πολύ

Συχνές

Συχνές

Όχι Συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Ηωσινοφιλία

Λευκοπενία

Ουδετεροπενία

Θρομβοκυτοπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Υπερευαισθησία

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Αύξηση

Αυξημένα επίπεδα

Εμφάνιση ή

Υποθερμία

βάρους

χοληστερόλης

παρόξυνση διαβήτη

Αυξημένα επίπεδα

που περιστασιακά

γλυκόζης

έχει συσχετιστεί με

Αυξημένα επίπεδα

κετοξέωση ή κώμα

τριγλυκεριδίων

περιλαμβανομένων

Γλυκοζουρία

και μερικών

Αύξηση της όρεξης

θανατηφόρων

περιστατικών (βλέπε

παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Υπνηλία

Ζάλη

Ακαθησία

Παρκινσονισμός

Δυσκινησία

Επιληπτικές κρίσεις

όπου στις

περισσότερες

περιπτώσεις είχαν

αναφερθεί ιστορικό

επιληπτικών κρίσεων

ή παράγοντες

κινδύνου για

επιληπτικές κρίσεις

Δυστονία

(περιλαμβανομένης

της περιστροφής των

οφθαλμικών βολβών)

Βραδυκινησία

Αμνησία

Δυσαρθρία

Τραύλισμα

Σύνδρομο ανήσυχων

ποδιών

Νευροληπτικό

Kακόηθες

Σύνδρομο (ΝΜS)

(βλέπε

παράγραφο

4.4)

Συμπτώματα

διακοπής

7,12

Καρδιακές διαταραχές

Βραδυκαρδία

Παράταση του

διαστήματος

(βλέπε

παράγραφο

4.4)

Κοιλιακή

ταχυκαρδία/

μαρμαρυγή,

αιφνίδιος θάνατος

(βλέπε

παράγραφο

4.4)

Αγγειακές διαταραχές

Ορθοστατική

υπόταση

Θρομβοεμβολή

(περιλαμβανομένω

της πνευμονικής

εμβολής και της

θρόμβωσης των εν

τω

βάθει φλεβών)

(βλέπε

παράγραφο

4.4)

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

Επίσταξη

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Ήπιες, παροδικές

αντιχολινεργικές

επιδράσεις, μεταξύ των

οποίων δυσκοιλιότητα

και ξηροστομία.

Διάταση της κοιλίας

Παγκρεατίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Παροδικές,

ασυμπτωματικές

αυξήσεις

των ηπατικών

αμινοτρανσφερασών

(ALT, AST), ιδιαίτερα

στην έναρξη της

θεραπείας

(βλέπε

παράγραφο 4.4)

Ηπατίτιδα

(περιλαμβανομέν

ης

της

ηπατοκυτταρικής,

της χολοστατικής

της μικτής

ηπατικής

βλάβης)

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Εξάνθημα

Αντίδραση από

φωτοευαισθησία

Αλωπεκία

Αντίδραση στο

Φάρμακο με

Ηωσινοφιλία

και

Συστηματικά

Συμπτώματα

(DRESS)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Αρθραλγία

Ραβδομυόλυση

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Ακράτεια ούρων

Κατακράτηση

ούρων

Δυσκολία στην

ούρηση

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου

Σύνδρομο

απόσυρσης

φαρμάκου των

νεογνών

(βλέπε

παράγραφο

4.6)

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

Στυτική

δυσλειτουργία

στους

άνδρες

Μειωμένη γενετήσια

ορμή

στους άνδρες και

στις

γυναίκες

Αμηνόρροια

Διόγκωση

μαστού

Γαλακτόρροια

σε

γυναίκες

Γυναικομαστία/

διόγκωση

μαστού

στους

άνδρες

Πριαπισμός

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Εξασθένιση

Κόπωση

Οίδημα

Πυρεξία

Παρακλινικές εξετάσεις

Αυξημένα

επίπεδα

προλακτίνης

του

πλάσματος

Αυξημένη

αλκαλική

φωσφατάση

Υψηλή κρεατινική

φωσφοκινάση

Υψηλή γάμα

γλουταμυλοτρανσφερά

ση

Υψηλό ουρικό οξύ

Αυξημένη ολική

χολερυθρίνη

Κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους παρατηρήθηκε σε όλες τις κατηγορίες με

αρχική

εκτίμηση Δείκτη Μάζας Σώματος

(ΔΜΣ). Μετά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία

(μέση διάρκεια 47

ημέρες), η αύξηση βάρους ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος ήταν

πολύ συχνή (22,2%), ≥ 15% ήταν συχνή (4,2%) και ≥ 25% ήταν όχι συχνή (0,8%). Πολύ

συχνή ήταν η αύξηση βάρους ≥ 7%, ≥ 15% και ≥ 25% από το αρχικό βάρος σώματος σε

ασθενείς με μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες) (64,4%, 31,7% και 12,3%

αντίστοιχα).

Οι

μέσες

αυξήσεις

στις

τιμές

νηστείας

των

λιπιδίων

(ολική

χοληστερόλη,

χοληστερόλη και τριγλυκερίδια) ήταν υψηλότερες σε ασθενείς χωρίς ενδείξεις λιπιδαιμικής

απορρύθμισης στην αρχική εκτίμηση.

Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,17 mmol/l)

τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα ολικά

επίπεδα

χοληστερόλης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 5,17 - < 6,2

mmol/l) σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l).

Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,56 mmol/l) τα

οποία

αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 7 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στη γλυκόζη

νηστείας από οριακά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (≥ 5,56 - < 7 mmol/l) σε υψηλά

(≥ 7 mmol/l).

Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 1,69 mmol/l)

τα οποία

αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα

τριγλυκερίδια νηστείας από οριακά στην αρχική εκτίμηση (≥ 1,69 mmol/l - < 2,26 mmol/l)

σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l).

Σε

κλινικές

δοκιμές,

επίπτωση

Παρκινσονισμού

και

δυστονίας

σε

ασθενείς

υπό

ολανζαπίνη ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά όχι στατιστικά σημαντικά διαφορετική από

την αντίστοιχη του

εικονικού φαρμάκου (placebo). Οι λαμβάνοντες ολανζαπίνη ασθενείς

είχαν μία χαμηλότερη επίπτωση

Παρκινσονισμού, ακαθησίας και δυστονίας συγκριτικά με

αυτούς που ελάμβαναν τιτλοποιούμενες

δόσεις αλοπεριδόλης. Λόγω έλλειψης λεπτομερούς

πληροφόρησης

για

το

προϋπάρχον

εξατομικευμένο

ιστορικό

οξειών

και

όψιμων

εξωπυραμιδικών κινητικών διαταραχών, δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να αποδειχθεί

ότι η ολανζαπίνη προκαλεί λιγότερη όψιμη δυσκινησία και/ή

άλλα όψιμα εξωπυραμιδικά

τύπου σύνδρομα.

Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία και έμετος έχουν

αναφερθεί, όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια.

Σε κλινικές μελέτες διάρκειας έως και 12 εβδομάδων, οι συγκεντρώσεις των επιπέδων

προλακτίνης

του πλάσματος είχαν υπερβεί το ανώτερο όριο του φυσιολογικού εύρους

περίπου

στο

των

ασθενών υπό αγωγή

με

ολανζαπίνη,

με

φυσιολογικά επίπεδα

προλακτίνης στην αρχική εκτίμηση.

Στην πλειοψηφία αυτών των ασθενών, οι αυξήσεις ήταν γενικά ήπιες και παρέμειναν

χαμηλότερες από το διπλάσιο του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού εύρους.

Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε σε κλινικές μελέτες στην Ολοκληρωμένη

Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

Όπως αξιολογήθηκε από μετρήσιμες τιμές σε κλινικές μελέτες στην Ολοκληρωμένη

Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την

κυκλοφορία

του προϊόντος, με συχνότητα

που προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας την

Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την

κυκλοφορία

του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε στο ανώτερο όριο του

διαστήματος εμπιστοσύνης 95% χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων

της Ολανζαπίνης.

Μακράς διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδων)

Η αναλογία των ασθενών που είχαν σοβαρές και κλινικά σημαντικές αλλαγές όσον αφορά

την αύξηση

σωματικού βάρους, τη γλυκόζη, την ολική

LDL/HDL χοληστερόλη ή τα

τριγλυκερίδια, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Σε ενήλικες ασθενείς που συμπλήρωσαν

9-12 μήνες θεραπείας, ο ρυθμός

αύξησης της μέσης τιμής της γλυκόζης του αίματος

επιβραδύνθηκε μετά από περίπου 6 μήνες.

Επιπρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς

Σε

κλινικές

δοκιμές

με

ηλικιωμένους

ασθενείς

με

άνοια,

θεραπεία

με

ολανζαπίνη

συσχετίστηκε με

μεγαλύτερη επίπτωση θανάτου και αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες

ενέργειες, σε σύγκριση με το

εικονικό φάρμακο (placebo) (βλέπε παράγραφο 4.4). Πολύ

συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που

σχετίζονταν με τη χορήγηση ολανζαπίνης σε αυτή την

κατηγορία ασθενών, ήταν το μη φυσιολογικό

βάδισμα και οι πτώσεις. Πνευμονία, αυξημένη

θερμοκρασία σώματος, λήθαργος, ερύθημα, οπτικές

ψευδαισθήσεις και ακράτεια ούρων

παρατηρήθηκαν συχνά.

Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με φαρμακο-επαγόμενη (αγωνιστή ντοπαμίνης) ψύχωση στο

πλαίσιο

νόσου

Parkinson,

επιδείνωση

των

Παρκινσονικών

συμπτωμάτων

και

των

ψευδαισθήσεων αναφέρθηκε

πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα από το εικονικό

φάρμακο (placebo).

Σε μία

κλινική δοκιμή σε ασθενείς με διπολική μανία, η συγχορήγηση βαλπροϊκού με

ολανζαπίνη είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ουδετεροπενίας σε ποσοστό 4,1%. Τα υψηλά

επίπεδα

πλάσματος

του

βαλπροϊκού

ενδέχεται

να

είναι

ένας

πιθανός

συνεισφέρων

παράγοντας. Η συγχορήγηση της

ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό είχε σαν αποτέλεσμα

αυξημένα ποσοστά (≥ 10%) τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης σωματικού

βάρους.

Διαταραχή

του

λόγου,

επίσης,

αναφέρθηκε

συχνά.

Κατά

τη

διάρκεια

της

συγχορήγησης της ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό

νάτριο/βαλπροϊκό οξύ, μία αύξηση ≥

7% του βάρους σώματος από την αρχική εκτίμηση, παρατηρήθηκε στο 17,4 % των ασθενών,

κατά τη διάρκεια της αγωγής οξείας φάσεως (έως 6 εβδομάδες). Η μακροχρόνια θεραπεία με

ολανζαπίνη (έως και 12 μήνες) για την πρόληψη υποτροπών

σε ασθενείς με διπολική

διαταραχή έχει συσχετιστεί με αύξηση ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος

στο 39,9% των

ασθενών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν συνιστάται η χορήγηση της ολανζαπίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18

ετών.

Παρόλο που δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες σχεδιασμένες για να συγκρίνουν τους

εφήβους με τους ενήλικες, τα δεδομένα από δοκιμές σε εφήβους συγκρίθηκαν με τα δεδομένα

από τις δοκιμές σε ενήλικες.

Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη

συχνότητα σε έφηβους ασθενείς (ηλικίας 13-17 ετών) συγκριτικά με ενήλικες ασθενείς ή μόνο

τις

ανεπιθύμητες ενέργειες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια βραχυπρόθεσμων κλινικών

δοκιμών

με

έφηβους

ασθενείς. Κλινικά

σημαντική

αύξηση σωματικού

βάρους

(≥

παρατηρήθηκε πιο συχνά στην ομάδα των εφήβων ασθενών σε σύγκριση με τους ενήλικες με

συγκρίσιμη έκθεση στο φάρμακο.

Το ποσοστό αύξησης σωματικού βάρους και η αναλογία

των εφήβων ασθενών που παρουσίασαν κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους ήταν

μεγαλύτερα σε αυτούς υπό μακροχρόνια έκθεση

(τουλάχιστον 24 εβδομάδες) από ότι σε

ασθενείς υπό βραχείας διάρκειας έκθεση.

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά

φθίνουσα

σειρά

σοβαρότητας.

Οι

όροι

συχνότητας

που

αναφέρονται

παρακάτω

προσδιορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10).

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Πολύ συχνές:

Αύξηση σωματικού βάρους

, αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων

, αύξηση της

όρεξης.

Συχνές:

Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Πολύ συχνές:

Καταστολή (συμπεριλαμβάνει: υπερυπνία, λήθαργο, υπνηλία)

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Συχνές:

Ξηροστομία

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Πολύ συχνές:

Αύξηση των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST, βλέπε παράγραφο

4.4)

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές:

Μειωμένη ολική χολερυθρίνη, αυξημένη GGT, αυξημένα επίπεδα

προλακτίνης του πλάσματος

Μετά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία (μέση διάρκεια 22 ημέρες), πολύ συχνή ήταν η

αύξηση

σωματικού βάρους ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος (κιλά) (40,6%), συχνή

ήταν η αύξηση βάρους ≥ 15% από το αρχικό βάρος σώματος (7,1%) και ≥ 25% ήταν συχνή

(2,5%). Με μακράς διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες), 89,4% παρουσίασαν

αύξηση βάρους ≥ 7%, 55,3% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 15% και 29,1% παρουσίασαν

αύξηση βάρους ≥ 25% από το αρχικό βάρος σώματος.

Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 1,016 mmol/l)

τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 1,467 mmol/l) και μεταβολές στα τριγλυκερίδια νηστείας

από οριακά στην

αρχική εκτίμηση (≥ 1,016 mmol/l - < 1,467 mmol/l) σε υψηλά (≥ 1,467

mmol/l).

Παρατηρήθηκαν συχνά μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από

φυσιολογικά

επίπεδα στην αρχική εκτίμηση (< 4,39

mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l).

Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από οριακά

επίπεδα στην αρχική εκτίμηση (≥ 4,39 mmol/l - < 5,17 mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l).

Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος παρατηρήθηκαν σε 47,4% των εφήβων

ασθενών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας

κυκλοφορίας

του

φαρμακευτικού

προϊόντος

είναι

σημαντική.

Επιτρέπει

τη

συνεχή

παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από

τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες

ενέργειες μέσω του

Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων

Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9

Υπερδοσολογία

Σημεία

και

συμπτώματα

Πολύ

συχνά

συμπτώματα

της

υπερδοσολογίας

(με

ποσοστό

εμφάνισης > 10%) περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, διέγερση/επιθετικότητα, δυσαρθρία, ποικίλα

εξωπυραμιδικά συμπτώματα και μειωμένο επίπεδο συνείδησης, το οποίο κυμαίνεται από

καταστολή έως κώμα.

Άλλα

κλινικά

σημαντικά

συμβάματα

της

υπερδοσολογίας

περιλαμβάνουν

παραλήρημα,

σπασμούς,

κώμα,

πιθανό

νευροληπτικό

κακόηθες

σύνδρομο,

αναπνευστική

καταστολή,

εισρόφηση, υπέρταση ή υπόταση, καρδιακές αρρυθμίες (ποσοστό εμφάνισης < 2% των

περιπτώσεων υπερδοσολογίας) και καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Θανατηφόρες εκβάσεις

έχουν αναφερθεί με οξείες υπερδοσολογίες τόσο χαμηλές όσο τα 450 mg, αλλά και επιβίωση

έχει επίσης αναφερθεί μετά από οξεία υπερδοσολογία με περίπου 2 g από του στόματος

ολανζαπίνη.

Τηλ. Κέντρου Δηλητηριάσεων: 210 7793777

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την ολανζαπίνη. Πρόκληση εμέτου δεν προτείνεται. Η χρήση

των καθιερωμένων διαδικασιών αντιμετώπισης της υπερδοσολογίας (π.χ. πλύση στομάχου,

χορήγηση

ενεργού

άνθρακα)

μπορεί

να

εφαρμοστεί.

ταυτόχρονη

χορήγηση

ενεργού

άνθρακα

έδειξε

ότι

μειώνει τη

βιοδιαθεσιμότητα της

από

του στόματος

χορηγούμενης

ολανζαπίνης σε ποσοστό 50-60%.

συμπτωματική

αντιμετώπιση

και

έλεγχος

των

λειτουργιών

των

ζωτικών

οργάνων

μπορούν

να

εφαρμόζονται

ανάλογα

με

την

κλινική

κατάσταση

του

ασθενούς,

περιλαμβανομένης της αντιμετώπισης της υπότασης, της κυκλοφορικής κατέρρειψης και της

υποστήριξης της αναπνευστικής λειτουργίας. Μην χρησιμοποιείτε επινεφρίνη, ντοπαμίνη ή

άλλες συμπαθητικομιμητικές ουσίες με β-αγωνιστική δραστηριότητα, επειδή η διέγερση των

β-υποδοχέων ενδέχεται να επιδεινώσει την υπόταση. Η καρδιαγγειακή παρακολούθηση είναι

απαραίτητη για τον έλεγχο πιθανών αρρυθμιών. Στενή ιατρική επίβλεψη και παρακολούθηση

είναι απαραίτητη μέχρι ο ασθενής να ανακάμψει πλήρως.

5

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική

κατηγορία:

ψυχοληπτικά,

διαζεπίνες,

οξαζεπίνες,

θειαζεπίνες

και

οξεπίνες, κωδικός ATC Ν05Α Η03.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η ολανζαπίνη είναι ένας αντιψυχωτικός, αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης

παράγοντας, ο οποίος εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ επιδράσεων σε έναν

αριθμό συστημάτων υποδοχέων.

Στις προκλινικές μελέτες η ολανζαπίνη έδειξε χημική συγγένεια (K

< 100 nM) για ευρύ

φάσμα

υποδοχέων,

όπως

οι

υποδοχείς

της

σεροτονίνης

5-HT

2A/2C

5-HT

5-HT

οι

υποδοχείς της ντοπαμίνης D

, οι χολινεργικοί μουσκαρινικοί υποδοχείς M

οι

αδρενεργικοί

υποδοχείς

και

οι

υποδοχείς

της

ισταμίνης

Οι

μελέτες

συμπεριφοράς

σε

ζώα

με

την

ολανζαπίνη

έδειξαν

5-ΗΤ,

ντοπαμινικό

και

χολινεργικό

ανταγωνισμό, συμβατό με το προφίλ σύνδεσης υποδοχέων του φαρμάκου. Η ολανζαπίνη

εμφάνισε μεγαλύτερη

in vitro

συγγένεια για τους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-ΗΤ

παρά για

τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D

και μεγαλύτερη 5-ΗΤ

παρά D

δραστηριότητα σε

in vivo

μοντέλα

(πρότυπα).

Ηλεκτροφυσιολογικές

μελέτες

έδειξαν

ότι

ολανζαπίνη

μείωσε

εκλεκτικά το ρυθμό πυροδότησης των μεσομεταιχμιακών (Α10) ντοπαμινεργικών νευρώνων,

ενώ

έχει

μικρή

επίδραση

στη

ραβδωτή

οδό

(Α9),

οποία

εμπλέκεται

στην

κινητική

λειτουργία.

ολανζαπίνη

μείωσε

μια

εξαρτημένη

αντίδραση

αποφυγής,

δοκιμασία

ενδεικτική αντιψυχωτικής δραστηριότητας, σε δόσεις μικρότερες από αυτές που προκαλούν

καταληψία,

μια

δράση

ενδεικτική

κινητικών

παρενεργειών.

Αντίθετα

προς

άλλους

αντιψυχωτικούς παράγοντες, η ολανζαπίνη αυξάνει την ανταπόκριση σε μια «αγχολυτική»

δοκιμασία.

Σε μελέτη Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET) μιας εφάπαξ δόσης (10 mg) σε υγιείς

εθελοντές, η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερο βαθμό σύνδεσης με τους 5-HT

υποδοχείς

από ότι με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D

. Επιπλέον, μελέτη σχιζοφρενικών ασθενών με

χρήση Τομογραφίας Απλού Φωτονίου (SPECT) αποκάλυψε ότι οι ανταποκρινόμενοι στην

ολανζαπίνη ασθενείς είχαν μικρότερη D

σύνδεση σε νευρώνες του ραβδωτού σώματος παρά

οι ανταποκρινόμενοι σε τυπικά αντιψυχωτικά - και ρισπεριδόνη - ασθενείς και συγκρίσιμη με

αυτή των ανταποκρινόμενων σε κλοζαπίνη ασθενών.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Σε δύο από τις δύο με εικονικό φάρμακο και στις δύο από τις τρεις συγκριτικές ελεγχόμενες

δοκιμές με περισσότερους των 2.900 σχιζοφρενικών ασθενών οι οποίοι εμφάνιζαν θετικού

και αρνητικού τύπου συμπτώματα, η ολανζαπίνη συνοδεύτηκε από στατιστικά σημαντικά

μεγαλύτερες βελτιώσεις στα αρνητικά όπως επίσης και στα θετικά συμπτώματα.

Σε μια πολυεθνική, διπλή-τυφλή, συγκριτική μελέτη σχιζοφρένειας, σχιζοσυναισθηματικών

και συναφών διαταραχών, η οποία περιλάμβανε 1.481 ασθενείς με ποικίλου βαθμού συνοδά

καταθλιπτικά συμπτώματα (μέση βαθμολογία κατά την εισαγωγή στη μελέτη 16,6 στην

Κλίμακα Montgomery – Asberg Depression Rating Scale), μία προοπτική δευτερογενής

ανάλυση της μεταβολής της συναισθηματικής βαθμολογίας από την αρχική εκτίμηση ως το

καταληκτικό της σημείο έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή (p=0,001) στους ασθενείς που

έλαβαν ολανζαπίνη (-6,0) συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν αλοπεριδόλη (-3,1).

Σε ασθενείς με μανιακά ή μεικτά επεισόδια διπολικής διαταραχής, η ολανζαπίνη απεδείχθη

ότι έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo) και του

βαλπροϊκού

νατρίου

(divalproex) στην ελάττωση των μανιακών συμπτωμάτων εντός 3

εβδομάδων.

Επίσης,

ολανζαπίνη

εμφάνισε

παρόμοια

αποτελεσματικότητα

με

την

αλοπεριδόλη όσον αφορά το ποσοστό των ασθενών στους οποίους επιτεύχθηκε πλήρης

υποχώρηση των συμπτωμάτων της μανίας και της κατάθλιψης σε 6 και 12 εβδομάδες. Σε μία

μελέτη συγχορήγησης όπου οι ασθενείς έλαβαν λίθιο ή βαλπροϊκό για

τουλάχιστον

εβδομάδες, η προσθήκη 10 mg ολανζαπίνης (συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό) είχε σαν

αποτέλεσμα μία μεγαλύτερη μείωση των μανιακών συμπτωμάτων στο διάστημα των 6

εβδομάδων συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με βαλπροϊκό ή λίθιο.

Σε

μια

μελέτη

12μήνης

διάρκειας

πρόληψης

των

υποτροπών

σε

ασθενείς

με

μανιακό

επεισόδιο

οι

οποίοι

επέτυχαν

ύφεση

με

ολανζαπίνη

και

κατόπιν

κατανεμήθηκαν

τυχαιοποιημένα

σε

ολανζαπίνη

εικονικό

φάρμακο

(placebo),

ολανζαπίνη

έδειξε

στατιστικά

σημαντική

υπεροχή

έναντι

του

εικονικού

φαρμάκου

(placebo),

στο

κύριο

καταληκτικό σημείο της μελέτης, που αφορούσε την υποτροπή της διπολικής διαταραχής. Η

ολανζαπίνη,

επίσης,

εμφάνισε

στατιστικά

σημαντική

υπεροχή

έναντι

του

εικονικού

φαρμάκου (placebo) στην πρόληψη υποτροπής είτε προς μανία είτε προς κατάθλιψη.

Σε μια μελέτη 12μήνης διάρκειας πρόληψης των υποτροπών, σε ασθενείς με μανιακό

επεισόδιο οι οποίοι επέτυχαν ύφεση με συγχορήγηση ολανζαπίνης και λιθίου και στη

συνέχεια

κατανεμήθηκαν

τυχαιοποιημένα

σε

ολανζαπίνη

λίθιο,

ολανζαπίνη

ήταν

στατιστικά ισοδύναμη με το λίθιο στο κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης, όσον αφορά

την υποτροπή της διπολικής διαταραχής (ολανζαπίνη 30,0%, λίθιο 38,3%, p=0,055).

Σε μια 18μήνη μελέτη συγχορήγησης σε ασθενείς με μανιακό ή μικτόεπεισόδιο οι οποίοι

σταθεροποιήθηκαν με ολανζαπίνη και ένα σταθεροποιητή της διάθεσης (λίθιο ή βαλπροϊκό),

μακροχρόνια

συγχορήγηση

ολανζαπίνης

με

λίθιο

βαλπροϊκό

δεν

ήταν

στατιστικά

σημαντικά

υπερέχουσα

της

μονοθεραπείας

με

λίθιο

βαλπροϊκό

όσον

αφορά

την

καθυστέρηση της εμφάνισης υποτροπής της διπολικής διαταραχής, σύμφωνα με τα κριτήρια

(διαγνωστικά) του συνδρόμου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεδομένα

ελεγχόμενης

αποτελεσματικότητας

σε

έφηβους

(ηλικίας

έως

ετών)

προέρχονται από

μικρής διάρκειας μελέτες για τη σχιζοφρένεια (6 εβδομάδες) και για τη

μανία που σχετίζεται με διπολική διαταραχή τύπου Ι (3 εβδομάδες) με συμμετοχή λιγότερων

των 200 εφήβων. Η ολανζαπίνη χορηγήθηκε με ευέλικτο δοσολογικό σχήμα με δόση έναρξης

2,5 που κυμάνθηκε έως και20 mg/ημερησίως. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με ολανζαπίνη, οι

έφηβοι παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους ενήλικες.

Το

μέγεθος

των

αλλαγών

στις

τιμές

νηστείας

της

ολικής

χοληστερόλης,

της

χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της προλακτίνης

(βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8)

ήταν μεγαλύτερη στους έφηβους συγκριτικά με τους ενήλικες. Δεν

υπάρχουν ελεγχόμενα

δεδομένα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας ή δεδομένα

μακροχρόνιας ασφάλειας

(βλέπε

παραγράφους

και

4.8).

Πληροφορίες

σχετικά

με

μακροχρόνια

ασφάλεια

προέρχονται κυρίως από ανοιχτού σχεδιασμού, μη ελεγχόμενα δεδομένα.

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά μετά τη χορήγηση από του στόματος και τα μέγιστα

επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 5-8 ωρών. Η απορρόφησή της δεν επηρεάζεται

από τη λήψη τροφής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορήγησης σχετικά

με αυτή της ενδοφλέβιας δεν έχει προσδιοριστεί.

Κατανομή

Το ποσοστό σύνδεσης της ολανζαπίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 93% με

εύρος

συγκέντρωσης 7 έως 1.000 ng/ml περίπου. H ολανζαπίνη συνδέεται κυρίως με τη

λευκωματίνη και

την α

-όξινη-γλυκοπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός

Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. Ο κύριος

μεταβολίτης

στο

αίμα

είναι

το

10-Ν-γλυκουρονίδιο,

το

οποίο

δεν

διαπερνά

τον

αιμο-

εγκεφαλικό φραγμό. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο

σχηματισμό

των

Ν-δεσμεθυλ

και

2-υδροξυμεθυλ

μεταβολιτών,

οι

οποίοι

εμφάνισαν

σημαντικά μικρότερη

in vivo

φαρμακολογική δραστικότητα από την ολανζαπίνη σε μελέτες

ζώων. Η κύρια φαρμακολογική δράση οφείλεται στη μητρική ουσία την ολανζαπίνη.

Αποβολή

Μετά

την

από

του

στόματος

χορήγηση

της

ολανζαπίνης,

μέση

τελική

ημιπερίοδος

αποβολής της ολανζαπίνης σε υγιή άτομα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.

Σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65 ετών ή περισσότερο) σε σύγκριση με μη ηλικιωμένα υγιή

άτομα, η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης ήταν παρατεταμένη (51,8 έναντι 33,8

ώρες)

και

κάθαρση

ήταν

ελαττωμένη

(17,5

έναντι

18,2

l/hr).

Οι

φαρμακοκινητικές

διαφορές

σε

ηλικιωμένα

άτομα

ευρίσκονται

εντός

των

ορίων

διακύμανσης

που

παρατηρούνται σε μη ηλικιωμένα άτομα. Σε 44 σχιζοφρενικούς ασθενείς ηλικίας > 65 ετών,

οι οποίοι έλαβαν δόσεις ολανζαπίνης μεταξύ 5 και 20 mg/ημερησίως, δεν παρατηρήθηκε

κάποιο ιδιαίτερο περίγραμμα (προφίλ) ανεπιθύμητων ενεργειών.

Σε γυναίκες συγκριτικά με άνδρες, η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης ήταν

κάπως μεγαλύτερης διάρκειας (36,7 έναντι 32,3 ώρες) και η κάθαρση ήταν μικρότερη (18,9

έναντι 27,3 l/hr). Ωστόσο, η ολανζαπίνη (5-20 mg) έδειξε ένα συγκρίσιμο προφίλ ασφαλείας

στις γυναίκες (n=467) με αυτό των ανδρών (n=869) ασθενών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min) συγκριτικά με

υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στη μέση ημιπερίοδο αποβολής (37,7

έναντι 32,4 ώρες) ή στην κάθαρση (21,2 έναντι 25,0 l/hr). Μια μελέτη mass balance έδειξε

ότι ποσοστό περίπου 57% της ραδιοσημασμένης ολανζαπίνης ανιχνεύθηκε στα ούρα, κυρίως

με τη μορφή των μεταβολιτών.

Ηπατική δυσλειτουργία

Μία μικρή μελέτη για την επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας σε 6 άτομα με

κλινικά

σημαντική κίρρωση (Κατηγορία A (n = 5) και B (n = 1) κατά Childs Pugh)

αποκάλυψε μικρή

επίδραση στη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης

ολανζαπίνης (2,5 - 7,5 mg εφάπαξ δόση). Άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία

είχαν ελαφρώς αυξημένη συστηματική κάθαρση και ταχύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής σε

σύγκριση

με

τα

άτομα

χωρίς

ηπατική

δυσλειτουργία

Υπήρχαν

περισσότεροι

καπνιστές μεταξύ των ατόμων με κίρρωση

(4/6, 67%) από ό,τι μεταξύ των ατόμων χωρίς

ηπατική δυσλειτουργία (0/3, 0%).

Κάπνισμα

Σε μη καπνιστές σε σύγκριση με καπνιστές (άνδρες και γυναίκες) η μέση ημιπερίοδος

αποβολής της ολανζαπίνης παρατάθηκε (38,6 έναντι 30,4 ώρες) και η κάθαρση ελαττώθηκε

(18,6 έναντι 27,7 l/hr).

Η κάθαρση πλάσματος ολανζαπίνης είναι μικρότερη στα ηλικιωμένα σε σύγκριση με νεαρά

άτομα, στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και στους μη καπνιστές σε σύγκριση με

τους

καπνιστές.

Εντούτοις,

το

μέγεθος

της επίδρασης της ηλικίας, του φύλου ή του

καπνίσματος στην κάθαρση και την περίοδο ημιζωής της ολανζαπίνης είναι μικρό

σε

σύγκριση με τη γενική διακύμανση μεταξύ των διαφόρων ασθενών.

Από τα δεδομένα μίας μελέτης σε Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους, δεν προέκυψαν

διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα στους τρεις αυτούς πληθυσμούς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών): Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης είναι

παρόμοιες

μεταξύ των εφήβων και των ενήλικων. Στις κλινικές μελέτες ο μέσος όρος

έκθεσης στην ολανζαπίνη ήταν περίπου 27% υψηλότερος στους εφήβους. Οι δημογραφικές

διαφορές μεταξύ των εφήβων και των ενηλίκων περιλαμβάνουν το μειωμένο κατά μέσο όρο

βάρος

σώματος,

ενώ

λιγότεροι

έφηβοι

ήταν

καπνιστές.

Οι

παράγοντες

αυτοί

πιθανά

συμβάλλουν στη μεγαλύτερη κατά μέσο όρο έκθεση που παρατηρήθηκε στους εφήβους.

5.3

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οξεία (εφάπαξ -

δόσης) τοξικότητα

Τα σημεία της από του στόματος τοξικότητας στα τρωκτικά ήταν χαρακτηριστικά των

ισχυρών νευροληπτικών φαρμάκων: μείωση της δραστηριότητας, κώμα, τρόμος, κλονικοί

σπασμοί, σιελόρροια και μείωση του σωματικού βάρους. Οι μέσες θανατηφόρες δόσεις ήταν

περίπου 210 mg/kg (σε ποντικούς) και 175 mg/kg (σε αρουραίους). Μεμονωμένες από του

στόματος δόσεις έως 100 mg/kg έγιναν ανεκτές σε κύνες χωρίς την εμφάνιση θανάτων. Τα

κλινικά σημεία περιλάμβαναν καταστολή, αταξία, τρόμο, αύξηση του καρδιακού ρυθμού,

εργώδη αναπνοή, μύση και ανορεξία. Σε πιθήκους εφάπαξ από του στόματος δόσεις έως 100

mg/kg

προκάλεσαν πλήρη κατάπτωση

και

σε

υψηλότερες

δόσεις,

μερική

απώλεια

της

συνείδησης.

Τοξικότητα μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις

Σε μελέτες διαρκείας μέχρι 3 μηνών σε ποντικούς και μέχρι 1 έτους σε αρουραίους και κύνες,

οι κύριες επιδράσεις ήταν καταστολή του ΚΝΣ, αντιχολινεργικές επιδράσεις και περιφερικές

αιματολογικές διαταραχές. Αναπτύχθηκε ανοχή στην καταστολή του ΚΝΣ. Οι παράμετροι

ανάπτυξης μειώθηκαν με τη χορήγηση υψηλών δόσεων. Οι αναστρέψιμες ανεπιθύμητες

ενέργειες οι οποίες ήταν συμβατές με τα αυξημένα επίπεδα προλακτίνης σε αρουραίους

περιλάμβαναν μείωση του βάρους των ωοθηκών και της μήτρας και μορφολογικές μεταβολές

του κολπικού επιθηλίου και του μαζικού αδένα.

Αιματολογική τοξικότητα

Επιδράσεις

στις

αιματολογικές

παραμέτρους

παρατηρήθηκαν

σε

όλα

τα

είδη

ζώων,

συμπεριλαμβανόμενων

των

δοσοεξαρτώμενων

μειώσεων

των

τιμών

των

λευκών

αιμοσφαιρίων σε ποντικούς και των μη ειδικών μειώσεων των τιμών λευκών αιμοσφαιρίων

σε αρουραίους. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε κυτταροτοξικότητα στο μυελό των οστών.

Αναστρέψιμη ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία ή αναιμία παρατηρήθηκαν σε ορισμένους

κύνες που έλαβαν δόσεις 8 ή 10 mg/kg/ημερησίως (συνολική έκθεση σε ολανζαπίνη [AUC]

ήταν 12-15πλάσια αυτής του ανθρώπου που έλαβε 12 mg ολανζαπίνης). Σε κύνες που

έπασχαν από κυτταροπενία δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα προγεννητικά

(αρχέγονα) κύτταρα και στα κύτταρα πολλαπλασιασμού του μυελού των οστών.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα

Η ολανζαπίνη δεν έχει τερατογόνες επιδράσεις. Η καταστολή επηρέασε την ικανότητα

ζευγαρώματος των αρρένων αρουραίων. Οι οιστρικοί κύκλοι επηρεάστηκαν σε δόσεις 1,1

mg/kg (3 φορές ανώτερες της μέγιστης ανθρώπινης δόσης) και οι παράμετροι αναπαραγωγής

επηρεάστηκαν σε αρουραίους που έλαβαν δόσεις 3 mg/kg (9 φορές ανώτερες της μέγιστης

ανθρώπινης δόσης). Στους απογόνους αρουραίων που έλαβαν ολανζαπίνη παρατηρήθηκαν

καθυστερήσεις της ανάπτυξης των εμβρύων και παροδικές μειώσεις της δραστηριότητας

τους.

Μεταλλαξιογένεση

ολανζαπίνη

δεν

προκάλεσε

μεταλλάξεις

σε

όλες

τις

τυπικές

δοκιμασίες,

οι

οποίες

περιλάμβαναν δοκιμασίες μετάλλαξης σε βακτηρίδια και

in vitro

και

in vivo

δοκιμασίες σε

θηλαστικά.

Καρκινογένεση

Με δεδομένα τα αποτελέσματα των μελετών σε ποντικούς και αρουραίους, συμπεραίνεται ότι

η ολανζαπίνη από του στόματος δεν έχει καρκινογόνο δράση.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1

Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο δισκίου (Tablet core

Μονοϋδρική λακτόζη

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη

Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής υποκατάστασης

Διασταυρούμενη ποβιδόνη

Κολλοειδές άνυδρο διοξείδιο του πυριτίου

Στεατικό μαγνήσιο

Επικάλυψη δισκίου (Tablet coating

ZOXIL 5 mg: Opadry OY-B-28920 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης)ZOXIL 10 mg: Opadry OY-B-28920

(πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171, κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι

ξανθάνης)

ZOXIL 15 mg: Opadry AMB Blue 80W30580 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης, ινδικοκαρμίνιο Ε132)

ZOXIL 20 mg: Opadry AMB Pink 80W34300 (πολυβινυλαλκοόλη, διοξείδιο τιτανίου Ε171,

κεκαθαρμένος τάλκης, λεκιθίνη σόγιας, κόμμι ξανθάνης, ερυθρό οξείδιο σιδήρου Ε172)

6.2

Aσυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

6.4

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία.

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

PVC / PE / PVdC / aluminium blister

Η ολανζαπίνη διατίθεται σε περιέκτες αλουμινίου (κυψέλες-blister) σε χάρτινα κουτιά των 7,

28 ή 56 τεμαχίων ανά συσκευασία.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

GAP A.E.

Αγησιλάου 46

Αγ. Δημήτριος 17341

Αθήνα

Τηλ.: 2109310980-4

Φαξ: 2109338759

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ZOXIL

5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 25804/14/17-9-2015

ZOXIL

10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 25805/14/17-9-2015

ZOXIL

15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 25806/14/17-9-2015

ZOXIL

20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 25807/14/17-9-2015

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

26-5-2009 / 17-9-2015

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες