THROMBOPARIN 6400iuaxa/0,6PF.SYR ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
15-02-2018
Δραστική ουσία:
PARNAPARIN
Διαθέσιμο από:
ANGELINI PHARMA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ & ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ Δ.Τ. ANGELINI PHARMA HELLAS ABEE
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
B01AB07
INN (Διεθνής Όνομα):
PARNAPARIN
Δοσολογία:
6400iuaxa/0,6PF.SYR
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ
Σύνθεση:
INEOF01364 - PARNAPARIN - 6400.000000 IU
Οδός χορήγησης:
ΥΠΟΔΟΡΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ ΟΔΗΓΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΣΤΗ
Θεραπευτική περιοχή:
PARNAPARIN
Περίληψη προϊόντος:
2802544602010 - 01 - BTX6PF.SYRX0,6ML - 3.60 - ΧΙΛΙΟΣΤΟΛΙΤΡΟ - Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) - ΦΑΡΜΑΚΕIOY; 2802544602027 - 02 - BTX2PF.SYRX0,6ML - 1.20 - ΧΙΛΙΟΣΤΟΛΙΤΡΟ - Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) - ΦΑΡΜΑΚΕIOY; 2802544602034 - 03 - BTX10PF.SYRX0,6ML - 6.00 - ΧΙΛΙΟΣΤΟΛΙΤΡΟ - Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) - ΦΑΡΜΑΚΕIOY
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (ΕΟΦ)
Αριθμό άδειας:
2544602

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΦΥΛΛΟ ΟΔΗΓΙΩΝ

THROMBOPARIN

Parnaparin

Σύνθεση

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,3 ml περιέχει:

Δραστικό συστατικό: Parnaparin 3.200 I.U. anti-Xa

Έκδοχα: Ύδωρ για ενέσιμα

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,4 ml περιέχει:

Δραστικό συστατικό: Parnaparin 4.250 I.U. anti-Xa

Έκδοχα: Ύδωρ για ενέσιμα

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,6 ml περιέχει:

Δραστικό συστατικό: Parnaparin 6.400 I.U. anti-Xa

Έκδοχα: Ύδωρ για ενέσιμα

Θεραπευτική Κατηγορία: Αντιπηκτικό-Ηπαρίνες Χαμηλού Μοριακού Βάρους (ΧΜΒ)

Φαρμακοτεχνική Μορφή: Ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένες σύριγγες για υποδόρια

χορήγηση.

Περιγραφή – Συσκευασία

THROMBOPARIN

3.200 I.U. anti-Xa / 0,3 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική θήκη από

πολυστυρένιο.

THROMBOPARIN

4.250 I.U. anti-Xa / 0,4 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική θήκη από

πολυστυρένιο.

THROMBOPARIN

6.400 I.U. anti-Xa / 0,6 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική θήκη από

πολυστυρένιο.

Υπεύθυνος κυκλοφορίας: ANGELINI PHARMA HELLAS ΑΒΕΕ: Αχαΐας και

Τροιζηνίας, 14564 Νέα Κηφισιά, Τηλ. 210 6269200

Παρασκευαστής & Συσκευαστής: ALFA WASSERMANN S.p.A. Via Enrico Ferni no.

1 Alanno, (Pescara), Italy

Ενδείξεις

Πρόληψη και θεραπεία των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων στη γενική και

ορθοπεδική χειρουργική.

Αντιμετώπιση των θρομβοεμβολικών επιπλοκών.

Αντενδείξεις

Η χρήση του προϊόντος γενικώς αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης και της

γαλουχίας.

Επίσης, αντενδείκνυται σε :

Θετικό ιστορικό θρομβοπενίας με THROMBOPARIN

(βλέπετε επίσης «ιδιαίτερες

προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).

Αιμορραγία ή αιμορραγική διάθεση συσχετιζόμενη με διαταραχές της αιμόστασης,

εξαιρουμένων των περιπτώσεων θρομβοπάθειας από κατανάλωση μη σχετιζόμενης με τη

ηπαρίνη.

Οργανικές βλάβες με κίνδυνο αιμορραγίας (πεπτικό έλκος, αμφιβληστροειδοπάθεια,

αιμορραγικό σύνδρομο).

Οξεία μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα (εξαιρουμένων αυτών που σχετίζονται με τεχνικές

βαλβίδες).

Σε περίπτωση πρόσφατων αιμορραγικών αγγειοεγκεφαλικών επεισοδίων.

Σε περίπτωση υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή

στην ηπαρίνη ή στα προϊόντα ηπαρίνης

Σοβαρές νεφροπάθειες και νόσοι του παγκρέατος, σοβαρή αρτηριακή υπέρταση, σοβαρά

κρανιοεγκεφαλικά τραύματα (μετεγχειρητική περίοδος).

Θεραπεία με αντιμεταβολίτες βιταμίνης Κ.

Η τοπική - περιοχική αναισθησία για εκλεκτικές χειρουργικές επεμβάσεις αντενδείκνυται

στους ασθενείς, στους οποίους χορηγείται ηπαρίνη για λόγους εκτός της προφύλαξης

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το

THROMBOPARIN

δεν χορηγείται ενδομυϊκώς.

Επαγόμενη από την ηπαρίνη θρομβοπενία

Η θρομβοπενία είναι γνωστή επιπλοκή της αγωγής με ηπαρίνη και μπορεί να

εμφανισθεί 4 έως 10 (ακόμη και 21) ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας αλλά και

νωρίτερα σε περίπτωση ιστορικού επαγόμενης από την ηπαρίνη θρομβοπενίας. Στο

10% έως 20% των ασθενών, μπορεί να παρατηρηθεί ήπια θρομβοπενία πρώιμου

σταδίου (με επίπεδο αιμοπεταλίων άνω των 100.000/mm

), και μπορεί να παραμείνει

σταθερή ή να υποχωρήσει ακόμη και με τη συνέχιση της αγωγής με ηπαρίνη.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να παρατηρηθεί σοβαρότερη μορφή

μεσολαβούμενης από το ανοσοποιητικό σύστημα θρομβοπενίας (θρομβοπενία τύπου

ΙΙ λόγω της ηπαρίνης), που χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό αντισωμάτων έναντι

του συμπλέγματος της ηπαρίνης με τον παράγοντα 4 των αιμοπεταλίων. Στους

ασθενείς αυτούς μπορεί να αναπτυχθούν νέοι θρόμβοι, που συσχετίζονται με

θρομβοπενία. Οι θρόμβοι αυτοί οφείλονται στην μη αναστρέψιμη συνάθροιση

αιμοπεταλίων, που επάγεται από την ηπαρίνη, το επονομαζόμενο "σύνδρομο του

λευκού θρόμβου". Η διεργασία αυτή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές

θρομβοεμβολικές επιπλοκές, όπως δερματική νέκρωση, αρτηριακή εμβολή στα άκρα,

έμφραγμα του μυοκαρδίου, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο ή, ενίοτε,

θάνατο. Επομένως, η χορήγηση της ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους πρέπει να

διακοπεί όταν παρατηρείται έλλειψη αιμοπεταλίων καθώς και όταν οι ασθενείς

παρουσιάσουν συμπτώματα νέας θρόμβωσης ή επιδείνωση θρόμβωσης.

Για την αντιμετώπιση θρόμβωσης, οφειλόμενης σε συνεχόμενη θεραπεία ή για νέα

θρόμβωση ή για την επιδείνωση προϋπάρχουσας θρόμβωσης πρέπει να ξεκινήσει

αντιπηκτική αγωγή με άλλους αντιπηκτικούς παράγοντες αφού, προηγουμένως, διακοπεί

η χορήγηση της ηπαρίνης. Στην περίπτωση αυτή, η άμεση έναρξη της χορήγησης της

αγωγής με αντιπηκτικούς παράγοντες από το στόμα ενέχει κινδύνους (έχουν αναφερθεί

περιστατικά επιδείνωσης της θρόμβωσης).

Εργαστηριακή παρακολούθηση:

Διενεργείται μέτρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων πριν τη θεραπεία και ακολούθως, 2

φορές την εβδομάδα. Εάν προβλέπεται μακρόχρονη θεραπευτική αγωγή, η συχνότητα

ελέγχου παραμένει ίδια για τον πρώτο μήνα τουλάχιστον, ενώ αργότερα η εργαστηριακή

παρακολούθηση μπορεί να γίνεται σε πιο αραιά χρονικά διαστήματα.

Εάν έχει εμφανισθεί θρομβοπενία στο παρελθόν ως επακόλουθο θεραπείας με κάποια

άλλη ηπαρίνη, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την εκτίμηση της κλινικής κατάστασης

του ασθενούς, ενώ πρέπει να γίνεται καταμέτρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε

καθημερινή βάση.

Εάν παρουσιασθεί θρομβοπενία με τη χορήγηση κλασικής ηπαρίνης (δηλ. ηπαρίνης που

δεν έχει υποστεί κλασμάτωση), η υποκατάσταση με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους

είναι μία πιθανή λύση.

Σ’ αυτήν την περίπτωση απαιτείται καθημερινή παρακολούθηση του αριθμού των

αιμοπεταλίων, ενώ η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατό.

Στην πραγματικότητα, έχουν αναφερθεί περιστατικά κατά τα οποία η θρομβοπενία που

εμφανίσθηκε αρχικά συνεχίσθηκε και με τη χορήγηση ηπαρίνης χαμηλού μοριακού

βάρους.

Η in vitro δοκιμασία συγκόλλησης αιμοπεταλίων έχει μόνο ενδεικτική αξία. Συνιστάται

η γνωμάτευση εξειδικευμένων προσώπων.

Για το λόγο αυτό, οποιασδήποτε μορφής θρομβοπενία πρέπει να παρακολουθείται

προσεκτικά. Όταν το επίπεδο των αιμοπεταλίων μειωθεί κάτω των 100.000/mm

ή όταν

η θρόμβωση υποτροπιάζει, η χορήγηση της ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους πρέπει

να διακοπεί.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη θεραπεία

Να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας, νεφρικής

ανεπάρκειας, αρτηριακής υπέρτασης, ιστορικού πεπτικού έλκους ή άλλης οργανικής

βλάβης που ενέχει τον κίνδυνο αιμορραγίας, ή σε περίπτωση χοριοαμφιβληστροειδικών

αγγειακών παθήσεων.

Να χορηγείται με προσοχή κατά την μετεγχειρητική περίοδο σε επεμβάσεις εγκεφάλου ή

νωτιαίου μυελού.

Σε ασθενείς, που υποβάλλονται σε νωτιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία, επισκληρίδιο

αναλγησία ή οσφιονωτιαία παρακέντηση, μια προληπτική αγωγή με χαμηλές δόσεις

ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους μπορεί να συσχετίζεται σπάνια με αιματώματα της

σπονδυλικής στήλης ή επισκληρίδια αιματώματα, που μπορεί να οδηγήσουν σε

μακροπρόθεσμη ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με τη χρήση μόνιμων

επισκληρίδιων καθετήρων για τη συνεχόμενη έγχυση, με την ταυτόχρονη χορήγηση

φαρμάκων, που επηρεάζουν την αιμόσταση, όπως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη

φάρμακα (ΜΣΑΦ), οι αναστολείς της συνάθροισης των αιμοπεταλίων ή οι αντιπηκτικοί

παράγοντες, από κακώσεις ή επανειλημμένες νωτιαίες παρακεντήσεις, την ύπαρξη

υποκείμενης αιμόστασης ή την προχωρημένη ηλικία. Η ύπαρξη ενός ή περισσότερων

από τους παράγοντες αυτούς κινδύνου πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά πριν την

εφαρμογή του τύπου αυτής αναισθησίας / αναλγησίας κατά τη διάρκεια της προληπτικής

αγωγής με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους.

Συνήθως, η νωτιαία / επισκληρίδιος παρακέντηση ή εισαγωγή επισκληρίδιων καθετήρων

συνιστάται όχι πριν από 8 έως 12 ώρες μετά την τελευταία προληπτική χορήγηση

ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους. Δεν πρέπει να χορηγούνται διαδοχικές δόσεις πριν

περάσουν 2 έως 4 ώρες από την εισαγωγή ή απομάκρυνση του καθετήρα, ή σε

περίπτωση αναρρόφησης αιμορραγικού περιεχομένου κατά την πρώτη εισαγωγή της

βελόνης για την νωτιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία η χορήγηση πρέπει να καθυστερήσει

περαιτέρω ή να ανασταλεί. Οι μόνιμοι επισκληρίδιοι καθετήρες πρέπει να

απομακρύνονται το αργότερο δυνατόν (περίπου 8 έως 12 ώρες) μετά την τελευταία

προληπτική χορήγηση ηπαρίνης κατά τη διάρκεια της αναισθησίας.

Όταν η ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους χορηγείται πριν ή μετά την επισκληρίδιο ή

νωτιαία αναισθησία, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή καθώς και συχνός έλεγχος για την

ύπαρξη σημείων και συμπτωμάτων νευρολογικών αλλαγών, συμπεριλαμβανομένης της

οσφυαλγίας, των αισθητηριακών ή κινητικών (απάθεια ή αδυναμία των κάτω άκρων)

ελλειμμάτων, αλλαγών στη λειτουργία της ουροδόχου κύστης ή του εντέρου. Οι

νοσηλευτές πρέπει να εκπαιδευτούν στον προσδιορισμό αυτών των σημείων και

συμπτωμάτων. Πρέπει να ζητηθεί από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως στους

γιατρούς ή το νοσηλευτικό προσωπικό οποιαδήποτε αλλαγή στα παραπάνω συμπτώματα.

Όταν υπάρχει υποψία σημείων ή συμπτωμάτων επισκληρίδιου ή ραχιαίου αιματώματος,

απαιτείται άμεση διάγνωση και αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένης της αποσυμπίεσης

της σπονδυλικής στήλης.

Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες προειδοποιήσεις.

Κύηση – Γαλουχία

Κατά τη χορήγηση parnaparin δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο τοξικών

επιδράσεων στο έμβρυο και/ή στο θηλάζον νεογνό. Γι’ αυτό το λόγο η χρήση του

THROMBOPARIN

κατά τη διάρκεια της κύησης και/ή της γαλουχίας, θα πρέπει να

περιορίζεται σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού, μόνο σε περιπτώσεις

απόλυτης ανάγκης.

Παιδιά

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες προειδοποιήσεις.

Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η χρήση του THROMBOPARIN

, ακόμα και για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα

αρκετών μηνών, δεν επηρέασε ποτέ την εγρήγορση του ασθενούς, όσον αφορά στην

οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα

Δεν εφαρμόζεται διότι το THROMBOPARIN

περιέχει στη σύνθεση του μόνον ύδωρ για

ενέσιμα, εκτός από το δραστικό συστατικό.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί:

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλα σαλικυλικά (δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων και

αλλοιώσεις του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου οφειλόμενες στα σαλικυλικά).

Συνιστάται η χρήση άλλων ουσιών με αναλγητική ή αντιπυρετική δράση.

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων και

αλλοιώσεις του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου, οφειλόμενες στα μη στεροειδή

αντιφλεγμονώδη φάρμακα).

Αν δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί ο συνδυασμός, απαιτείται προσεκτική κλινική

παρακολούθηση και έλεγχος των βιολογικών παραμέτρων.

Τικλοπιδίνη

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων οφειλόμενη

στην τικλοπιδίνη).

Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες (διπυριδαμόλη, σουλφινοπυραζόνη, κ.ά.)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων).

Συνδυασμοί που απαιτούν ειδικές προφυλάξεις:

Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά

Ενίσχυση της αντιπηκτικής δράσης. Η ηπαρίνη μεταβάλλει το χρόνο προθρομβίνης.

Κατά την υποκατάσταση της ηπαρίνης με από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά:

α) Αυξημένη κλινική παρακολούθηση

β) Για την εκτίμηση της δράσης τους, συνιστάται η λήψη αιμοδιαγράμματος πριν τη

χορήγηση της ηπαρίνης σε περίπτωση διαλειπουσών δόσεων, ή κατά προτίμηση η χρήση

κάποιου αντιδραστηρίου το οποίο δεν είναι ευαίσθητο στην ηπαρίνη.

Γλυκοκορτικοειδή (δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγιών, χαρακτηριστικών της θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή

(γαστρικός βλεννογόνος, ευθραυστότητα αγγείων) σε υψηλές δόσεις ή σε θεραπεία

προφύλαξης (πάνω από 10 ημέρες θεραπείας).

Εάν ο συνδυασμός αιτιολογείται απαιτείται εντατικότερη κλινική παρακολούθηση.

Δεξτράνη : (παρεντερική χορήγηση)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων).

Σε περίπτωση σύγχρονης χορήγησης ασκορβικού οξέος, αντιϊσταμινικών, καρδιακών

γλυκοζιτών, πενικιλλίνης χορηγουμένης ενδοφλεβίως, τετρακυκλινών ή φαινοθειαζινών,

μπορεί να μειωθεί η δράση του προϊόντος.

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το

THROMBOPARIN

πρέπει να χορηγείται υποδορίως.

Για την πρόληψη των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων (DVT) στη γενική χειρουργική

και ορθοπεδική χειρουργική, συνιστάται η ακόλουθη δοσολογία:

Χορήγηση στη γενική χειρουργική

1 υποδόρια (s.c.) ένεση 0,3 ml (3.200 I.U. anti-Xa) 2 ώρες πριν τη χειρουργική

επέμβαση. Ακολούθως, χορήγηση κάθε 24 ώρες επί τουλάχιστον 7 ημέρες. Η διενέργεια

ελέγχων πήξης του αίματος δεν είναι απαραίτητη.

Χορήγηση σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων & στην

ορθοπεδική χειρουργική:

1 υποδόρια (s.c.) ένεση 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa) 12 ώρες πριν και 12 ώρες μετά τη

χειρουργική επέμβαση. Ακολούθως, 1 ένεση ημερησίως κατά τη διάρκεια της

μετεγχειρητικής περιόδου.

Η αγωγή διαρκεί τουλάχιστον 10 ημέρες.

Για τη θεραπεία των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων (DVT), η υποδόρια

χορήγηση μπορεί να προηγηθεί από περίοδο 3-5 ημερών ενδοφλέβιας θεραπείας με

βραδεία έγχυση.

Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

2 υποδόριες ενέσεις του 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa) ημερησίως.

Η θεραπεία θα πρέπει να εφαρμοσθεί επί τουλάχιστον 7-10 ημέρες.

Αυτή η θεραπεία μπορεί να προηγηθεί από θεραπεία 3-5 ημερών με ενδοφλέβια βραδεία

έγχυση 12.800 I.U. anti-Xa.

Μετά την οξεία φάση, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί με υποδόρια χορήγηση 0,6 ml

(6.400 I.U. anti-Xa) ημερησίως ή 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa) ημερησίως για 10-20

ημέρες ακόμα.

Μετα-φλεβιτιδικό σύνδρομο, χρόνια φλεβική ανεπάρκεια:

1 υποδόρια ένεση 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa), 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa), ή 0,3 ml

(3.200 I.U. anti-Xa) κάθε 24 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης. Η αγωγή

διαρκεί τουλάχιστον 30 ημέρες.

Οξεία επιπολής θρομβοφλεβίτιδα, κιρσοφλεβίτιδα:

1 υποδόρια ένεση 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa), 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa), ή 0,3 ml

(3.200 I.U. anti-Xa) κάθε 24 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης.

Η αγωγή διαρκεί τουλάχιστον 20 ημέρες.

Τρόπος χορήγησης:

Η ένεση γίνεται στον υποδόριο ιστό του άνω έξω τεταρτημορίου των γλουτών, με

εναλλαγή στην αριστερή και στη δεξιά πλευρά, ή στον υποδόριο ιστό της αριστερής ή

δεξιάς πλάγιας κοιλιακής ζώνης. Η βελόνα εισέρχεται καθ’ όλο το μήκος της κάθετα (όχι

εφαπτόμενα) στη δερματική πτυχή, που δημιουργείται μεταξύ του αντίχειρα και του

δείκτη. Η πτυχή πρέπει να κρατείται μέχρι να ολοκληρωθεί η ένεση.

Υπερδοσολογία – Αντιμετώπιση

Η ειδική συσκευασία χορήγησης, προγεμισμένη σύριγγα, καθιστά απίθανο το

ενδεχόμενο υπερδοσολογίας. Ωστόσο, σε τυχαίο περιστατικό υπερδοσολογίας, πιθανόν

να παρουσιασθούν εκδηλώσεις που σχετίζονται με την αντιπηκτική δράση του προϊόντος

(αιμορραγία), οι οποίες συνήθως δεν παρατηρούνται στις θεραπευτικές δόσεις.

Οι εκδηλώσεις αυτές μπορούν να εξαλειφθούν με ενδοφλέβια χορήγηση θειικής

πρωταμίνης. Απαιτείται 0,6 ml θειικής πρωταμίνης προκειμένου να εξουδετερωθεί 0,1

ml διαλύματος THROMBOPARIN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κλινικές Μελέτες

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που συσχετίζονται με το Parnaparin ταξινομήθηκαν ανά

κατηγορία / οργανικό σύστημα και συχνότητα και προσδιορίζονται με την παρακάτω

σύμβαση: πολύ συχνές (<1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥ 1/1.000,

<1/100), σπάνιες (≥ 1:10,000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1:10,000).

Κατηγορία /

Οργανικό σύστημα

MedDRA

Συχνές

Μη συχνἐς

Σπάνιες:

Πολύ σπάνιες

Διαταραχές του

ανοσοποιητικού

συστήματος

Αναφυλακτικές ή

αναφυλακτοειδείς

αντιδράσεις

Διαταραχές του

αιμοποιητικού και

του λεμφικού

συστήματος

Θρομβοπενία, ενίοτε

βαριάς μορφής (βλ.

επίσης παράγραφο 4.4).

Ήπιες αιμορραγικές

εκδηλώσεις [κυρίως

συσχετίζονται με

προϋπάρχοντες

παράγοντες κινδύνου,

όπως οργανικές βλάβες

με αιμορραγικές τάσεις

ή ιατρογενή

ανεπιθύμητα συμβάντα

(βλ. επίσης παράγραφο

4.3 και 4.5)]

Διαταραχές του

δέρματος και του

υποδόριου ιστού

Δερματίτιδα, ερύθημα,

κνησμός, πορφύρα,

εξάνθημα και κνίδωση

Γενικές Διαταραχές

και Καταστάσεις

της Οδού

Χορήγησης

Αιμάτωμα,

αιμορραγία,

ερεθισμός,

άλγος και

δυσφορία στη

θέση ένεσης.

Ερύθημα (με πλάκες),

πορφύρα,

νέκρωση στη θέση

ένεσης

Παρακλινικές

εξετάσεις

Τρανσαμινά

σες

αυξημένες

Κακώσεις,

δηλητηριάσεις και

επιπλοκές

θεραπευτικών

χειρισμών

Νωτιαίο

επισκληρίδιο

αιμάτωμα [που

συσχετίζεται με

προληπτική χρήση

ηπαρίνης κατά την

ραχιαία, την

επισκληρίδιο και

την οσφυονωτιαία

παρακέντηση.

Τα αιματώματα

προκάλεσαν

διαφόρων βαθμών

νευρολογικές

αλλαγές,

συμπεριλαμβανομ

ένης της

μακροχρόνιας ή

και της μόνιμης

παράλυσης

(επίσης βλ.

παράγραφο 4.4)]

Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

Κατά τη χρήση της Parnaparin μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αναφέρθηκαν επιπλέον

ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστή (δεν μπορεί να

εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία / Οργανικό Σύστημα

MedDRA

Όχι γνωστή συχνότητα

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Σύγχυση

Αγγειακές διαταραχές

Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, εξάψεις

Διαταραχές του αναπνευστικού

συστήματος, του θώρακα και του

μεσοθωρακίου

Δύσπνοια, επίσταξη, Οίδημα φάρυγγα,

Αιμορραγία υπεζωκότα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

συστήματος

Κοιλιακό άλγος, διάρροια, οίδημα των χειλέων,

μέλαινα, και ναυτία

Ηπατοχολικές διαταραχές

Ηπατίτιδα χολοστατική, ίκτερος

Διαταραχές του δέρματος και του

υποδόριου ιστού

Εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, Κνησμός

γενικευμένος

Διαταραχές του μυοσκελετικού και του

συνδετικού ιστού

Αρθραλγία, μυαλγία

Διαταραχές του αναπαραγωγικού

συστήματος και του μαστού

Μητρορραγία

Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις

της Οδού Χορήγησης

Εξασθένιση

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό, ή τον

φαρμακοποιό ή τον/την νοσοκόμο σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη

ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Μπορείτε επίσης να

αναφέρετε ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον ΕΟΦ (Μεσογείων 284, 15562,

Χολαργός, www.eof.gr). Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να

βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του

παρόντος φαρμάκου.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου (όχι άνω των 25

C) και όπως όλα τα

φάρμακα να φυλάσσεται σε χώρο απρόσιτο σε παιδιά.

Ημερομηνία λήξης του προϊόντος

Στην εξωτερική συσκευασία αναγράφεται η ημερομηνία λήξης του προϊόντος πέρα από

την οποία δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

Ημερομηνία τελευταίας αναθεώρησης του φύλλου οδηγιών

10.13

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Το φάρμακο αυτό το έγραψε ο γιατρός σας μόνο για το συγκεκριμένο ιατρικό σας

πρόβλημα. Δεν πρέπει να το δίνετε σε άλλα άτομα ή να το χρησιμοποιείτε για κάποια

άλλη πάθηση, χωρίς προηγουμένως να έχετε συμβουλευθεί το γιατρό σας.

Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας εμφανισθεί κάποιο πρόβλημα με το φάρμακο,

ενημερώστε αμέσως το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Εάν έχετε οποιαδήποτε ερωτηματικά γύρω από τις πληροφορίες που αφορούν το

φάρμακο που λαμβάνετε ή χρειάζεσθε καλύτερη ενημέρωση για το ιατρικό σας

πρόβλημα μη διστάσετε να ζητήσετε τις πληροφορίες αυτές από το γιατρό σας ή το

φαρμακοποιό σας.

Για να είναι αποτελεσματικό και ασφαλές το φάρμακο που σας χορηγήθηκε θα

πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες που σας δόθηκαν.

Για την ασφάλειά σας και την υγεία σας είναι απαραίτητο να διαβάσετε με προσοχή

κάθε πληροφορία που αφορά το φάρμακο που σας χορηγήθηκε.

Μη διατηρείτε τα φάρμακα σε ερμάρια του λουτρού, διότι η ζέστη και η υγρασία

μπορεί να αλλοιώσουν το φάρμακο και να το καταστήσουν επιβλαβές για την υγεία

σας.

Μην κρατάτε φάρμακα που δεν τα χρειάζεστε πλέον ή που έχουν ήδη λήξει.

Κρατείστε όλα τα φάρμακα μακριά από τα παιδιά.

Τρόπος διάθεσης

Το φάρμακο αυτό χορηγείται με «ελεγχόμενη ιατρική συνταγή περιορισμένης χρήσης»

από γιατρούς συγκεκριμένης ειδικότητας (π.χ. Αγγειολόγους, Χειρούργους, Μαιευτήρες,

Παθολόγους, Αιματολόγους, Ορθοπεδικούς, Καρδιολόγους, Νεφρολόγους,

Πνευμονολόγους).

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

(SPC)

1.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

THROMBOPARIN

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ & ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,3 ml περιέχει:

Parnaparin ……………………………………………3.200 I.U. anti-Xa

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,4 ml περιέχει:

Parnaparin ……………………………………………4.250 I.U. anti-Xa

Μια προγεμισμένη σύριγγα για υποδόρια χορήγηση των 0,6 ml περιέχει:

Parnaparin ……………………………………………6.400 I.U. anti-Xa

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένες σύριγγες για υποδόρια χορήγηση.

4.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Πρόληψη και θεραπεία των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων στη γενική και

ορθοπεδική χειρουργική.

Αντιμετώπιση των θρομβοεμβολικών επιπλοκών.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το

THROMBOPARIN

πρέπει να χορηγείται υποδορίως.

Για την πρόληψη των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων (DVT) στη γενική

χειρουργική και ορθοπεδική χειρουργική, συνιστάται η ακόλουθη δοσολογία:

Χορήγηση στη γενική χειρουργική

1 υποδόρια ένεση 0,3 ml (3.200 I.U. anti-Xa) 2 ώρες πριν τη χειρουργική επέμβαση.

Ακολούθως, χορήγηση κάθε 24 ώρες επί τουλάχιστον 7 ημέρες. Η διενέργεια ελέγχων

πήξης του αίματος δεν είναι απαραίτητη.

Χορήγηση σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων & στην

ορθοπεδική χειρουργική:

1 υποδόρια ένεση 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa) 12 ώρες πριν και 12 ώρες μετά τη

χειρουργική επέμβαση. Ακολούθως, 1 ένεση ημερησίως κατά τη διάρκεια της

μετεγχειρητικής περιόδου.

Η αγωγή διαρκεί τουλάχιστον 10 ημέρες.

Για τη θεραπεία των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων (DVT), η υποδόρια χορήγηση

μπορεί να προηγηθεί από περίοδο 3-5 ημερών ενδοφλέβιας θεραπείας με βραδεία

έγχυση.

Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

2 υποδόριες ενέσεις του 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa) ημερησίως.

Η θεραπεία θα πρέπει να εφαρμοσθεί επί τουλάχιστον 7-10 ημέρες.

Αυτή η θεραπεία μπορεί να προηγηθεί από θεραπεία 3-5 ημερών με ενδοφλέβια βραδεία

έγχυση 12.800 I.U. anti-Xa.

Μετά την οξεία φάση, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί με υποδόρια χορήγηση 0,6 ml

(6.400 I.U. anti-Xa) ημερησίως ή 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa) ημερησίως για 10-20

ημέρες ακόμα.

Μετα-φλεβιτιδικό σύνδρομο, χρόνια φλεβική ανεπάρκεια:

1 υποδόρια ένεση 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa), 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa), ή 0,3 ml

(3.200 I.U. anti-Xa) κάθε 24 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης. Η αγωγή

διαρκεί τουλάχιστον 20 ημέρες.

Οξεία επιπολής θρομβοφλεβίτιδα, κιρσοφλεβίτιδα:

1 υποδόρια ένεση 0,6 ml (6.400 I.U. anti-Xa), 0,4 ml (4.250 I.U. anti-Xa), ή 0,3 ml

(3.200 I.U. anti-Xa) κάθε 24 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης. Η αγωγή

διαρκεί τουλάχιστον 20 ημέρες.

Τρόπος χορήγησης:

Η ένεση γίνεται στον υποδόριο ιστό του άνω έξω τεταρτημορίου των γλουτών, με

εναλλαγή στην αριστερή και στη δεξιά πλευρά, ή στον υποδόριο ιστό της αριστερής ή

δεξιάς πλάγιας κοιλιακής ζώνης.

Η βελόνα εισέρχεται καθ’ όλο το μήκος της κάθετα (όχι εφαπτόμενα) στη δερματική

πτυχή, που δημιουργείται μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη.

Η πτυχή πρέπει να κρατείται μέχρι να ολοκληρωθεί η ένεση.

4.3. Αντενδείξεις

Η χρήση του προϊόντος γενικώς αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης και του

θηλασμού (βλ. επίσης παράγραφο 4.6).

Επίσης, αντενδείκνυται σε :

Θετικό ιστορικό θρομβοπενίας με THROMBOPARIN

(βλέπετε επίσης «ιδιαίτερες

προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).

Αιμορραγία ή αιμορραγική διάθεση συσχετιζόμενη με διαταραχές της αιμόστασης,

εξαιρουμένων των περιπτώσεων θρομβοπάθειας από κατανάλωση μη σχετιζόμενης με

τη ηπαρίνη.

Οργανικές βλάβες με κίνδυνο αιμορραγίας (πεπτικό έλκος, αμφιβληστροειδοπάθεια,

αιμορραγικό σύνδρομο).

Οξεία μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα (εξαιρουμένων αυτών που σχετίζονται με τεχνικές

βαλβίδες).

Σε περίπτωση πρόσφατων αιμορραγικών αγγειοεγκεφαλικών επεισοδίων.

Σε περίπτωση υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα

ή στην ηπαρίνη ή στα προϊόντα ηπαρίνης

Σοβαρές νεφροπάθειες και νόσοι του παγκρέατος, σοβαρή αρτηριακή υπέρταση,

σοβαρά κρανιοεγκεφαλικά τραύματα (μετεγχειρητική περίοδος).

Θεραπεία με αντιμεταβολίτες βιταμίνης Κ.

Η τοπική - περιοχική αναισθησία για εκλεκτικές χειρουργικές επεμβάσεις

αντενδείκνυται στους ασθενείς, στους οποίους χορηγείται ηπαρίνη για λόγους εκτός

της προφύλαξης

Σχετικές αντενδείξεις :

Δεν ενδείκνυται η σύγχρονη χορήγηση με τικλοπιδίνη, σαλικυλικά ή μη στεροειδή

αντιφλεγμονώδη φάρμακα καθώς επίσης και με αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα

(διπυριδαμόλη, σουλφινοπυραζόνη, κ.ά)

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το

THROMBOPARIN

δεν χορηγείται ενδομυϊκώς.

Επαγόμενη από την ηπαρίνη θρομβοπενία

Η θρομβοπενία είναι γνωστή επιπλοκή της αγωγής με ηπαρίνη και μπορεί να

εμφανισθεί 4 έως 10 (ακόμη και 21) ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας αλλά και

νωρίτερα σε περίπτωση ιστορικού επαγόμενης από την ηπαρίνη θρομβοπενίας. Στο

10% έως 20% των ασθενών, μπορεί να παρατηρηθεί ήπια θρομβοπενία πρώιμου

σταδίου (με επίπεδο αιμοπεταλίων άνω των 100.000/mm

), και μπορεί να παραμείνει

σταθερή ή να υποχωρήσει ακόμη και με τη συνέχιση της αγωγής με ηπαρίνη.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να παρατηρηθεί σοβαρότερη μορφή

μεσολαβούμενης από το ανοσοποιητικό σύστημα θρομβοπενίας (θρομβοπενία τύπου

ΙΙ λόγω της ηπαρίνης), που χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό αντισωμάτων έναντι

του συμπλέγματος της ηπαρίνης με τον παράγοντα 4 των αιμοπεταλίων. Στους

ασθενείς αυτούς μπορεί να αναπτυχθούν νέοι θρόμβοι, που συσχετίζονται με

θρομβοπενία. Οι θρόμβοι αυτοί οφείλονται στην μη αναστρέψιμη συνάθροιση

αιμοπεταλίων, που επάγεται από την ηπαρίνη, το επονομαζόμενο "σύνδρομο του

λευκού θρόμβου". Η διεργασία αυτή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές

θρομβοεμβολικές επιπλοκές, όπως δερματική νέκρωση, αρτηριακή εμβολή στα άκρα,

έμφραγμα του μυοκαρδίου, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο ή, ενίοτε,

θάνατο. Επομένως, η χορήγηση της ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους πρέπει να

διακοπεί όταν παρατηρείται έλλειψη αιμοπεταλίων καθώς και όταν οι ασθενείς

παρουσιάσουν συμπτώματα νέας θρόμβωσης ή επιδείνωση θρόμβωσης.

Για την αντιμετώπιση θρόμβωσης, οφειλόμενης σε συνεχόμενη θεραπεία ή για νέα

θρόμβωση ή για την επιδείνωση προϋπάρχουσας θρόμβωσης πρέπει να ξεκινήσει

αντιπηκτική αγωγή με άλλους αντιπηκτικούς παράγοντες αφού, προηγουμένως, διακοπεί

η χορήγηση της ηπαρίνης. Στην περίπτωση αυτή, η άμεση έναρξη της χορήγησης της

αγωγής με αντιπηκτικούς παράγοντες από το στόμα ενέχει κινδύνους (έχουν αναφερθεί

περιστατικά επιδείνωσης της θρόμβωσης).

Εργαστηριακή παρακολούθηση:

Διενεργείται μέτρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων πριν τη θεραπεία και ακολούθως, 2

φορές την εβδομάδα. Εάν προβλέπεται μακρόχρονη θεραπευτική αγωγή, η συχνότητα

ελέγχου παραμένει ίδια για τον πρώτο μήνα τουλάχιστον, ενώ αργότερα η εργαστηριακή

παρακολούθηση μπορεί να γίνεται σε πιο αραιά χρονικά διαστήματα.

Εάν έχει εμφανισθεί θρομβοπενία στο παρελθόν ως επακόλουθο θεραπείας με κάποια

άλλη ηπαρίνη, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την εκτίμηση της κλινικής κατάστασης

του ασθενούς, ενώ πρέπει να γίνεται καταμέτρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε

καθημερινή βάση.

Εάν παρουσιασθεί θρομβοπενία με τη χορήγηση κλασικής ηπαρίνης (δηλ. ηπαρίνης που

δεν έχει υποστεί κλασμάτωση), η υποκατάσταση με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους

είναι μία πιθανή λύση.

Σ’ αυτήν την περίπτωση απαιτείται καθημερινή παρακολούθηση του αριθμού των

αιμοπεταλίων, ενώ η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατό. Στην

πραγματικότητα, έχουν αναφερθεί περιστατικά κατά τα οποία η θρομβοπενία που

εμφανίσθηκε αρχικά συνεχίσθηκε και με τη χορήγηση ηπαρίνης χαμηλού μοριακού

βάρους.

Για το λόγο αυτό, οποιασδήποτε μορφής θρομβοπενία πρέπει να παρακολουθείται

προσεκτικά. Όταν το επίπεδο των αιμοπεταλίων μειωθεί κάτω των 100.000/mm

ή όταν

η θρόμβωση υποτροπιάζει, η χορήγηση της ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους πρέπει

να διακοπεί.

Η in vitro δοκιμασία συγκόλλησης αιμοπεταλίων έχει μόνο ενδεικτική αξία. Συνιστάται

η γνωμάτευση εξειδικευμένων προσώπων.

Ειδικές προφυλάξεις κατά την χορήγηση

Πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, νεφρική

ανεπάρκεια, υπέρταση, ιστορικό πεπτικού έλκους ή άλλη οργανική βλάβη, που ενέχει

τον κίνδυνο αιμορραγίας, ή σε ασθενείς με χοριαμφιβληστροειδική αγγειοπάθεια.

Πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά την μετεγχειρητική περίοδο μετά από

χειρουργική επέμβαση του εγκεφάλου ή του μυελού των οστών.

Σε ασθενείς, που υποβάλλονται σε νωτιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία, επισκληρίδιο

αναλγησία ή οσφιονωτιαία παρακέντηση, μια προληπτική αγωγή με χαμηλές δόσεις

ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους μπορεί να συσχετίζεται σπάνια με αιματώματα της

σπονδυλικής στήλης ή επισκληρίδια αιματώματα, που μπορεί να οδηγήσουν σε

μακροπρόθεσμη ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με τη χρήση μόνιμων

επισκληρίδιων καθετήρων για τη συνεχόμενη έγχυση, με την ταυτόχρονη χορήγηση

φαρμάκων, που επηρεάζουν την αιμόσταση, όπως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη

φάρμακα (ΜΣΑΦ), οι αναστολείς της συνάθροισης των αιμοπεταλίων ή οι αντιπηκτικοί

παράγοντες, από κακώσεις ή επανειλημμένες νωτιαίες παρακεντήσεις, την ύπαρξη

υποκείμενης αιμόστασης ή την προχωρημένη ηλικία. Η ύπαρξη ενός ή περισσότερων

από τους παράγοντες αυτούς κινδύνου πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά πριν την

εφαρμογή του τύπου αυτής αναισθησίας / αναλγησίας κατά τη διάρκεια της προληπτικής

αγωγής με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους.

Συνήθως, η νωτιαία / επισκληρίδιος παρακέντηση ή εισαγωγή επισκληρίδιων καθετήρων

συνιστάται όχι πριν από 8 έως 12 ώρες μετά την τελευταία προληπτική χορήγηση

ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους. Δεν πρέπει να χορηγούνται διαδοχικές δόσεις πριν

περάσουν 2 έως 4 ώρες από την εισαγωγή ή απομάκρυνση του καθετήρα, ή σε

περίπτωση αναρρόφησης αιμορραγικού περιεχομένου κατά την πρώτη εισαγωγή της

βελόνης για την νωτιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία η χορήγηση πρέπει να καθυστερήσει

περαιτέρω ή να ανασταλεί. Οι μόνιμοι επισκληρίδιοι καθετήρες πρέπει να

απομακρύνονται το αργότερο δυνατόν (περίπου 8 έως 12 ώρες) μετά την τελευταία

προληπτική χορήγηση ηπαρίνης κατά τη διάρκεια της αναισθησίας.

Όταν η ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους χορηγείται πριν ή μετά την επισκληρίδιο ή

νωτιαία αναισθησία, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή καθώς και συχνός έλεγχος για την

ύπαρξη σημείων και συμπτωμάτων νευρολογικών αλλαγών, συμπεριλαμβανομένης της

οσφυαλγίας, των αισθητηριακών ή κινητικών (απάθεια ή αδυναμία των κάτω άκρων)

ελλειμμάτων, αλλαγών στη λειτουργία της ουροδόχου κύστης ή του εντέρου. Οι

νοσηλευτές πρέπει να εκπαιδευτούν στον προσδιορισμό αυτών των σημείων και

συμπτωμάτων. Πρέπει να ζητηθεί από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως στους

γιατρούς ή το νοσηλευτικό προσωπικό οποιαδήποτε αλλαγή στα παραπάνω συμπτώματα.

Όταν υπάρχει υποψία σημείων ή συμπτωμάτων επισκληρίδιου ή ραχιαίου αιματώματος,

απαιτείται άμεση διάγνωση και αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένης της αποσυμπίεσης

της σπονδυλικής στήλης.

Οι ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους διαφέρουν όσον αφορά την μέθοδο παρασκευής,

που ακολουθήθηκε, το μοριακό τους βάρος και τη δράση τους. Επομένως, κατά τη

διάρκεια της θεραπείας, η στροφή μεταξύ διαφορετικών σκευασμάτων αντενδείκνυται.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί:

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλα σαλικυλικά

(δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων και

αλλοιώσεις του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου οφειλόμενες στα σαλικυλικά).

Συνιστάται η χρήση άλλων ουσιών με αναλγητική ή αντιπυρετική δράση.

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη

(δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων και

αλλοιώσεις του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου, οφειλόμενες στα μη

στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα).

Αν δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί ο συνδυασμός, απαιτείται προσεκτική κλινική

παρακολούθηση και έλεγχος των βιολογικών παραμέτρων.

Τικλοπιδίνη

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων

οφειλόμενη στην τικλοπιδίνη).

Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες

(διπυριδαμόλη, σουλφινοπυραζόνη, κ.ά.)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων).

Συνδυασμοί που απαιτούν ειδικές προφυλάξεις:

Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά

Ενίσχυση της αντιπηκτικής δράσης. Η ηπαρίνη μεταβάλλει το χρόνο προθρομβίνης.

Κατά την υποκατάσταση της ηπαρίνης με από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά:

α) Αυξημένη κλινική παρακολούθηση

β) Για την εκτίμηση της δράσης τους, συνιστάται η λήψη αιμοδιαγράμματος πριν τη

χορήγηση της ηπαρίνης σε περίπτωση διαλειπουσών δόσεων, ή κατά προτίμηση η

χρήση κάποιου αντιδραστηρίου το οποίο δεν είναι ευαίσθητο στην ηπαρίνη.

Γλυκοκορτικοειδή

(δια της συστηματικής οδού)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας, χαρακτηριστικών της θεραπείας με

γλυκοκορτικοειδή (γαστρικός βλεννογόνος, ευθραυστότητα αγγείων) σε υψηλές δόσεις

ή σε θεραπεία προφύλαξης (πάνω από 10 ημέρες θεραπείας).

Εάν ο συνδυασμός αιτιολογείται απαιτείται εντατικότερη κλινική παρακολούθηση.

Δεξτράνη

: (παρεντερική χορήγηση)

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (αναστολή της δράσης των αιμοπεταλίων).

Σε περίπτωση σύγχρονης χορήγησης ασκορβικού οξέος, αντιϊσταμινικών, καρδιακών

γλυκοζιτών, πενικιλλίνης χορηγουμένης ενδοφλεβίως, τετρακυκλινών ή φαινοθειαζινών,

μπορεί να μειωθεί η δράση του προϊόντος.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κατά τη χορήγηση parnaparin δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο τοξικών

επιδράσεων στο έμβρυο και/ή στο θηλάζον νεογνό. Γι’ αυτό το λόγο η χρήση του

THROMBOPARIN

κατά τη διάρκεια της κύησης και/ή της γαλουχίας, θα πρέπει να

περιορίζεται σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού, μόνο σε περιπτώσεις

απόλυτης ανάγκης.

4.7. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Η χρήση του THROMBOPARIN

, ακόμα και για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα

αρκετών μηνών, δεν επηρέασε ποτέ την εγρήγορση του ασθενούς, όσον αφορά στην

οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κλινικές Μελέτες

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που συσχετίζονται με το Parnaparin ταξινομήθηκαν ανά

κατηγορία / οργανικό σύστημα και συχνότητα και προσδιορίζονται με την παρακάτω

σύμβαση: πολύ συχνές (<1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥ 1/1.000,

<1/100), σπάνιες (≥ 1:10,000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1:10,000).

Κατηγορία /

Οργανικό σύστημα

MedDRA

Συχνές

Μη συχνἐς

Σπάνιες:

Πολύ σπάνιες

Διαταραχές του

ανοσοποιητικού

συστήματος

Αναφυλακτικές ή

αναφυλακτοειδείς

αντιδράσεις

Διαταραχές του

αιμοποιητικού και

του λεμφικού

συστήματος

Θρομβοπενία, ενίοτε

βαριάς μορφής (βλ.

επίσης παράγραφο 4.4).

Ήπιες αιμορραγικές

εκδηλώσεις [κυρίως

συσχετίζονται με

προϋπάρχοντες

παράγοντες κινδύνου,

όπως οργανικές βλάβες

με αιμορραγικές τάσεις

ή ιατρογενή

ανεπιθύμητα συμβάντα

(βλ. επίσης παράγραφο

4.3 και 4.5)]

Διαταραχές του

δέρματος και του

υποδόριου ιστού

Δερματίτιδα, ερύθημα,

κνησμός, πορφύρα,

εξάνθημα και κνίδωση

Γενικές Διαταραχές

και Καταστάσεις

της Οδού

Χορήγησης

Αιμάτωμα,

αιμορραγία,

ερεθισμός,

άλγος και

δυσφορία στη

θέση ένεσης.

Ερύθημα (με πλάκες),

πορφύρα,

νέκρωση στη θέση

ένεσης

Παρακλινικές

εξετάσεις

Τρανσαμινά

σες

αυξημένες

Κατηγορία /

Οργανικό σύστημα

MedDRA

Συχνές

Μη συχνἐς

Σπάνιες:

Πολύ σπάνιες

Κακώσεις,

δηλητηριάσεις και

επιπλοκές

θεραπευτικών

χειρισμών

Νωτιαίο

επισκληρίδιο

αιμάτωμα [που

συσχετίζεται με

προληπτική χρήση

ηπαρίνης κατά την

ραχιαία, την

επισκληρίδιο και

την οσφυονωτιαία

παρακέντηση.

Τα αιματώματα

προκάλεσαν

διαφόρων βαθμών

νευρολογικές

αλλαγές,

συμπεριλαμβανομ

ένης της

μακροχρόνιας ή

και της μόνιμης

παράλυσης

(επίσης βλ.

παράγραφο 4.4)]

Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

Κατά τη χρήση της Parnaparin μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αναφέρθηκαν επιπλέον

ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστή (δεν μπορεί να

εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία / Οργανικό Σύστημα

MedDRA

Όχι γνωστή συχνότητα

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Σύγχυση

Αγγειακές διαταραχές

Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, εξάψεις

Διαταραχές του αναπνευστικού

συστήματος, του θώρακα και του

μεσοθωρακίου

Δύσπνοια, επίσταξη, Οίδημα φάρυγγα,

Αιμορραγία υπεζωκότα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

συστήματος

Κοιλιακό άλγος, διάρροια, οίδημα των χειλέων,

μέλαινα, και ναυτία

Ηπατοχολικές διαταραχές

Ηπατίτιδα χολοστατική, ίκτερος

Διαταραχές του δέρματος και του

υποδόριου ιστού

Εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, Κνησμός

γενικευμένος

Διαταραχές του μυοσκελετικού και του

συνδετικού ιστού

Αρθραλγία, μυαλγία

Διαταραχές του αναπαραγωγικού

συστήματος και του μαστού

Μητρορραγία

Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις

της Οδού Χορήγησης

Εξασθένιση

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας

κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή

παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται

από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν

οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος

αναφοράς :.

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Η ειδική συσκευασία χορήγησης, προγεμισμένη σύριγγα, καθιστά απίθανο το

ενδεχόμενο υπερδοσολογίας. Ωστόσο, σε τυχαίο περιστατικό υπερδοσολογίας, πιθανόν

να παρουσιασθούν εκδηλώσεις που σχετίζονται με την αντιπηκτική δράση του προϊόντος

(αιμορραγία), οι οποίες συνήθως δεν παρατηρούνται στις θεραπευτικές δόσεις.

Οι εκδηλώσεις αυτές μπορούν να εξαλειφθούν με ενδοφλέβια χορήγηση θειικής

πρωταμίνης. Απαιτείται 0,6 ml θειικής πρωταμίνης προκειμένου να εξουδετερωθεί 0,1

ml διαλύματος THROMBOPARIN

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Το THROMBOPARIN

είναι μια γλυκοζαμινογλυκάνη χαμηλού μοριακού βάρους (μέσο

μοριακό βάρος 4.500 Daltons), που λαμβάνεται από την ηπαρίνη με μια πρωτότυπη

μέθοδο κλασμάτωσης και καθορισμού, η οποία είναι κατοχυρωμένη με τη μορφή

ευρεσιτεχνίας.

Το THROMBOPARIN

, σε αντίθεση με την ηπαρίνη, έχει την ιδιότητα να διατηρεί την

αντιθρομβωτική δράση ανεξάρτητη από την αντιπηκτική δράση. Πράγματι, η αναλογία

της αντιθρομβωτικής του δράσης (που υπολογίζεται από τον προσδιορισμό του

ενεργοποιημένου παράγοντα Χ) προς την αντιπηκτική του δράση (που εκφράζεται με

βάση τις τιμές του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) και του

χρόνου θρομβίνης (ΤΤ) είναι υψηλότερη από 4, σε σύγκριση πάντοτε με την ηπαρίνη. Η

αναλογία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως θεραπευτικός δείκτης ή δείκτης ασφαλείας.

Το THROMBOPARIN

είναι ένα αντιθρομβωτικό φάρμακο με ταχεία και

παρατεταμένης διάρκειας δράση, που χρησιμοποιείται για την πρόληψη και

αντιμετώπιση των θρομβοεμβολικών επεισοδίων.

Το THROMBOPARIN

, σε αντίθεση με την ηπαρίνη, δεν παρουσιάζει κάποια πρόδρομη

δράση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Κατά μέσο όρο το παρουσιάζει τη μέγιστη anti-Xa δράση στο πλάσμα 3 ώρες μετά την

υποδόρια χορήγηση και έχει χρόνο ημιζωής στο πλάσμα περίπου 6 ώρες. Η δράση του

αντί-παράγοντα Xa παραμένει στο αίμα για διάστημα περίπου 20 ωρών μετά από την

χορήγηση. Οι ιδιότητες αυτές καθιστούν εφικτή τη δυνατότητα χορήγησης εφάπαξ

ημερησίως.

Το THROMBOPARIN

κατανέμεται κυρίως στο αίμα, όπου ασκεί τη δράση του, και

πιθανώς υπόκειται σε φαινόμενο εξαφάνισης λόγω πρόσληψης από το ενδοθήλιο ή το

δικτυοενδοθηλιακό σύστημα, όπως η ηπαρίνη. Μεταβολίζεται στο ήπαρ και τα νεφρά και

απεκκρίνεται μέσω των ούρων.

5.3. Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια

Το THROMBOPARIN

ουσιαστικά δεν παρουσιάζει οξεία ή χρόνια τοξικότητα ή

μεταλλαξιογόνο δράση, και δεν παρεμβαίνει στη γονιμότητα και την ανάπτυξη του

εμβρύου σε πειραματικά μοντέλα.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1. Κατάλογος με έκδοχα

Ύδωρ για ενέσιμα.

6.2. Ασυμβατότητες

Δεδομένου ότι δραστικό συστατικό του THROMBOPARIN

είναι ένας όξινος

πολυσακχαρίτης, εάν χορηγηθεί σε συνδυασμό με βασικές ουσίες μπορεί να αντιδράσει

με αυτές προς σχηματισμό συμπλοκών. Οι πλέον συνήθεις χρησιμοποιούμενες ουσίες,

που είναι ασύμβατες με το THROMBOPARIN

, είναι οι ακόλουθες: βιταμίνη Κ,

σύμπλεγμα βιταμινών Β, υδροκορτιζόνη, υαλουρονιδάση, γλυκονικό ασβέστιο,

τεταρτοταγή άλατα του αμμωνίου, χλωραμφαινικόλη, τετρακυκλίνη και όλοι οι

αμινογλυκοζίτες.

6.3. Διάρκεια ζωής

3 χρόνια σε θερμοκρασία όχι άνω των 25

Να φυλάσσεται σε χώρο απρόσιτο σε παιδιά.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

THROMBOPARIN

3.200 I.U. anti-Xa / 0,3 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 γυάλινες προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική

θήκη από πολυστυρένιο.

THROMBOPARIN

4.250 I.U. anti-Xa / 0,4 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 γυάλινες προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική

θήκη από πολυστυρένιο.

THROMBOPARIN

6.400 I.U. anti-Xa / 0,6 ml :

Χάρτινο κουτί που περιέχει 6 γυάλινες προγεμισμένες σύριγγες μέσα σε ειδική πλαστική

θήκη από πολυστυρένιο.

6.6. Οδηγίες χρήσης/ χειρισμού

Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες οδηγίες.

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Δικαιούχος σήματος:

ALFA WASSERMANN SpA, Italy

Υπεύθυνος Άδειας κυκλοφορίας

ANGELINI PHARMA HELLAS ΑΒΕΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Αχαίας & Τροιζηνίας, 145 64, Νέα Κηφισιά, Αττική

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

30723/03-05-2012

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ:

ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:

19-10-2000 / 2-2-2006

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

10.13

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες