Sutent

Evrópusambandið - gríska - EMA (European Medicines Agency)

Kauptu það núna

Upplýsingar fylgiseðill PIL
Vara einkenni SPC
Opinber matsskýrsla PAR
Virkt innihaldsefni:
sunitinib
Fáanlegur frá:
Pfizer Limited
ATC númer:
L01XE04
INN (Alþjóðlegt nafn):
sunitinib
Meðferðarhópur:
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες,
Lækningarsvæði:
Στρωματικών Όγκων Του Γαστρεντερικού, Καρκίνωμα Νεφρικών Κυττάρων, Νευροενδοκρινείς Όγκους
Ábendingar:
Γαστρεντερικών στρωματικών όγκων (GIST), το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία της ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό κακόηθες γαστρεντερικών στρωματικών όγκων (GIST) σε ενήλικες μετά από αποτυχία στο imatinib mesilate θεραπεία λόγω ανθεκτικότητας ή μη ανοχής.. Μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (MRCC), το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με προχωρημένο/μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (MRCC) σε ενήλικες. Νευροενδοκρινείς όγκους του παγκρέατος (pNET), το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία των ανεγχείρητων ή μεταστατικών, καλά διαφοροποιημένων παγκρεατικών νευροενδοκρινικών όγκων με την εξέλιξη της νόσου σε ενήλικες. Η εμπειρία με το Sutent ως πρώτης γραμμής θεραπεία είναι περιορισμένη (βλέπε παράγραφο 5.
Vörulýsing:
Revision: 38
Leyfisstaða:
Εξουσιοδοτημένο
Leyfisnúmer:
EMEA/H/C/000687
Leyfisdagur:
2006-07-19
EMEA númer:
EMEA/H/C/000687

Skjöl

Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - búlgarska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - tékkneska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - eistneska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - lettneska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - litháíska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - ungverska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - maltneska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - hollenska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - portúgalska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - rúmenska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - slóvakíska
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - slóvenska
Samantekt á eiginleikum vöru Samantekt á eiginleikum vöru - norskt bókmál
Opinber matsskýrsla Opinber matsskýrsla - króatíska

Β. ΦΥΛΛΟ ΟΔΗΓΙΩΝ ΧΡΗΣΗΣ

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον χρήστη

Sutent 12,5 mg καψάκια σκληρά

Sutent 25 mg καψάκια σκληρά

Sutent 37,5 mg καψάκια σκληρά

Sutent 50 mg καψάκια σκληρά

σουνιτινίμπη (sunitinib)

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να παίρνετε αυτό το

φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Η συνταγή για αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να δώσετε το

φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμα και όταν τα συμπτώματα της

ασθένειάς τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό σας. Αυτό ισχύει και

για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης.

Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών

Τι είναι το Sutent και ποια είναι η χρήση του

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Sutent

Πώς να πάρετε το Sutent

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Πώς να φυλάσσετε το Sutent

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το Sutent και ποια είναι η χρήση του

Το Sutent περιέχει τη δραστική ουσία σουνιτινίμπη (sunitinib), που είναι ένας αναστολέας

πρωτεϊνικής κινάσης. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου, με αναστολή της δραστικότητας

μιας ειδικής κατηγορίας πρωτεϊνών, οι οποίες είναι γνωστές ότι εμπλέκονται στην ανάπτυξη και

αύξηση των καρκινικών κυττάρων.

Το Sutent χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ενηλίκων για τους ακόλουθους τύπους καρκίνου:

Στρωματικός όγκος του γαστρεντερικού (GIST), ένας τύπος καρκίνου του στομάχου και του

εντέρου, στον οποίο δεν επιδρά πλέον η ιματινίμπη (ένα άλλο αντικαρκινικό φάρμακο) ή για

τον οποίο δεν ενδείκνυται η λήψη ιματινίμπης.

Μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (MRCC), ένας τύπος καρκίνου του νεφρού που έχει

εξαπλωθεί και σε άλλα όργανα του σώματος.

Παγκρεατικοί νευροενδοκρινικοί όγκοι (pNET) (όγκοι των ορμονοπαραγωγών κυττάρων του

παγκρέατος), που παρουσιάζουν πρόοδο νόσου ή των οποίων δεν είναι δυνατή η χειρουργική

αφαίρεση.

Εάν έχετε απορίες σχετικά με τον τρόπο δράσης του Sutent ή το λόγο για τον οποίο σας

συνταγογραφήθηκε αυτό το φάρμακο, ρωτήστε τον γιατρό σας.

2.

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Sutent

Μην πάρετε το Sutent:

Σε περίπτωση αλλεργίας στη σουνιτινίμπη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα συστατικά του Sutent

(αναφέρονται στην παράγραφο 6).

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Απευθυνθείτε στον γιατρό σας πριν πάρετε το Sutent:

Εάν έχετε υψηλή αρτηριακή πίεση. Το Sutent μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρτηριακής

πίεσης. Ο γιατρός σας μπορεί να ελέγχει την αρτηριακή σας πίεση κατά τη διάρκεια της

θεραπείας με Sutent και ενδεχομένως να σας χορηγηθούν φάρμακα για τη μείωση της

αρτηριακής πίεσης, εάν χρειαστεί.

Εάν έχετε ή είχατε κάποια αιματολογική νόσο, πρόβλημα αιμορραγίας ή μώλωπες

(μελανιές). Η θεραπεία με Sutent μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας

ή μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή του αριθμού ορισμένων κυττάρων στο αίμα, προκαλώντας

έτσι αναιμία ή επηρεάζοντας την ικανότητα πήξης του αίματος. Εάν λαμβάνετε βαρφαρίνη ή

ασενοκουμαρόλη, τα οποία είναι φάρμακα αραίωσης του αίματος για την αποτροπή του

σχηματισμού θρόμβων, ενδεχομένως να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Ενημερώστε

τον γιατρό σας, εάν παρουσιάσατε αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sutent.

Εάν έχετε καρδιακά προβλήματα. Το Sutent μπορεί να προκαλέσει καρδιακά προβλήματα.

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν αισθάνεστε έντονη κόπωση, εάν έχετε δυσκολία στην αναπνοή

ή εάν είναι πρησμένα τα πόδια και οι αστράγαλοί σας.

Εάν παρουσιάζετε μη φυσιολογικές μεταβολές του καρδιακού ρυθμού. Το Sutent μπορεί να

προκαλέσει μη φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό. Ο γιατρός σας μπορεί να διεξάγει

ηλεκτροκαρδιογραφήματα για την αξιολόγηση αυτών των προβλημάτων κατά τη διάρκεια της

θεραπείας σας με Sutent. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν αισθάνεστε ζάλη, λιποθυμία ή εάν

παρατηρήσετε μη φυσιολογικούς παλμούς, ενόσω λαμβάνετε Sutent.

Εάν είχατε πρόσφατα πρόβλημα σχηματισμού θρόμβων στις φλέβες και/ή τις αρτηρίες σας

(τύποι αιμοφόρων αγγείων), συμπεριλαμβανομένων του εγκεφαλικού επεισοδίου, της

καρδιακής προσβολής, της εμβολής ή της θρόμβωσης. Καλέστε αμέσως τον γιατρό σας, εάν

παρουσιάσετε συμπτώματα, όπως πόνο ή πίεση στο στήθος, πόνο στα χέρια, στην πλάτη, στον

αυχένα ή στη γνάθο, δυσκολία στην αναπνοή, μούδιασμα ή αδυναμία από τη 1 πλευρά του

σώματός σας, δυσκολία στην ομιλία, πονοκέφαλο ή ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το

Sutent.

Εάν έχετε ή είχατε κατά το παρελθόν ανεύρυσμα (διόγκωση και εξασθένηση του

τοιχώματος αιμοφόρου αγγείου) ή διαχωρισμό του τοιχώματος αιμοφόρου αγγείου.

Εάν έχετε ή είχατε μια βλάβη στα μικρότερα αιμοφόρα αγγεία, που είναι γνωστή ως

θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν εμφανίσετε πυρετό,

κόπωση, αίσθημα κούρασης, μώλωπες, αιμορραγία, πρήξιμο, σύγχυση, απώλεια όρασης ή

επιληπτικές κρίσεις.

Εάν έχετε προβλήματα με τον θυρεοειδή αδένα. Το Sutent μπορεί να προκαλέσει

προβλήματα στον θυρεοειδή αδένα. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν κουράζεστε ευκολότερα,

εάν αισθάνεστε το κρύο πιο έντονα από τον υπόλοιπο κόσμο ή εάν η φωνή σας γίνει πιο μπάσα

ενόσω λαμβάνετε το Sutent. Θα πρέπει να ελεγχθεί η λειτουργία του θυρεοειδούς σας πριν

λάβετε το Sutent και ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας σας με

αυτό. Εάν ο θυρεοειδής σας αδένας δεν παράγει αρκετή θυρεοειδική ορμόνη, ενδεχομένως να

σας χορηγηθεί θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

-

Εάν έχετε ή είχατε παγκρεατικές διαταραχές ή διαταραχές της χοληδόχου κύστης.

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε οποιαδήποτε από τα παρακάτω σημεία και

συμπτώματα: πόνο στην περιοχή του στομάχου (άνω κοιλία), ναυτία, έμετο και πυρετό. Όλα

αυτά μπορούν να προκληθούν από φλεγμονή του παγκρέατος ή της χοληδόχου κύστης.

Εάν έχετε ή είχατε ηπατικά προβλήματα. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε

οποιαδήποτε από τα παρακάτω σημεία και συμπτώματα ηπατικών προβλημάτων κατά τη

διάρκεια της θεραπείας με Sutent: φαγούρα, κιτρίνισμα των ματιών ή του δέρματος,

σκουρόχρωμα ούρα και πόνο ή δυσφορία στο επάνω δεξί τμήμα της περιοχής του στομάχου. Ο

γιατρός σας θα πρέπει να διενεργήσει εξετάσεις αίματος, προκειμένου να ελέγξει την ηπατική

λειτουργία σας, πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sutent και όπως ενδείκνυται

κλινικά.

Εάν έχετε ή είχατε νεφρικά προβλήματα. Ο γιατρός σας θα παρακολουθεί τη νεφρική

λειτουργία σας.

Εάν πρόκειται να υποβληθείτε σε χειρουργική επέμβαση ή υποβληθήκατε πρόσφατα σε

χειρουργική επέμβαση. Το Sutent μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο επούλωσης των τραυμάτων.

Συνήθως, διακόπτεται η θεραπεία με Sutent σε περίπτωση που απαιτείται χειρουργική

επέμβαση. Ο γιατρός σας θα αποφασίσει πότε θα ξεκινήσει και πάλι η θεραπεία με Sutent.

Ενδεχομένως να σας συστηθεί ένας οδοντιατρικός έλεγχος πριν από την έναρξη της

θεραπείας με Sutent.

Εάν υποφέρετε ή υποφέρατε από πόνο στο στόμα, τα δόντια και/ή τη γνάθο, από πρήξιμο

ή από πληγές στο εσωτερικό του στόματος, εάν αισθάνεστε μούδιασμα ή τη γνάθο σας

βαριά ή ένα δόντι χαλαρό, ενημερώστε αμέσως τον γιατρό και τον οδοντίατρό σας.

Εάν χρειάζεται να υποβληθείτε σε επεμβατική οδοντιατρική θεραπεία ή σε οδοντιατρική

χειρουργική επέμβαση, ενημερώστε τον οδοντίατρό σας ότι λαμβάνετε θεραπεία με

Sutent, ιδιαίτερα εάν λαμβάνετε παράλληλα ή έχετε λάβει ενδοφλέβια διφωσφονικά. Τα

διφωσφονικά είναι φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των επιπλοκών στα

οστά και μπορεί να έχουν χορηγηθεί για μία άλλη ιατρική κατάσταση.

Εάν έχετε ή είχατε διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού. Κατά τη διάρκεια

λήψης αυτού του φαρμάκου, μπορεί να εμφανισθεί «γαγγραινώδες πυόδερμα» (επώδυνη

εξέλκωση του δέρματος) ή «νεκρωτική περιτονίτιδα» (λοίμωξη του δέρματος/των μαλακών

ιστών που εξαπλώνεται ταχύτατα και η οποία ενδεχομένως να είναι απειλητική για τη ζωή).

Επικοινωνήστε αμέσως με τον γιατρό σας, εάν παρατηρήσετε συμπτώματα λοίμωξης γύρω από

κάποιο τραύμα του δέρματος, συμπεριλαμβανομένων του πυρετού, του πόνου, της

ερυθρότητας, του πρηξίματος ή της παροχέτευσης πύου ή αίματος. Αυτό το περιστατικό είναι

γενικά αναστρέψιμο μετά από διακοπή της σουνιτινίμπης. Σοβαρά δερματικά εξανθήματα

(σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα) έχουν

αναφερθεί με τη χρήση σουνιτινίμπης, εμφανιζόμενα στην αρχή ως κοκκινωπές κηλίδες που

μοιάζουν με στόχους ή κυκλικές κηλίδες συχνά με κεντρικές φουσκάλες στον κορμό. Το

εξάνθημα μπορεί να εξελιχθεί σε εκτεταμένες φουσκάλες ή απολέπιση του δέρματος και μπορεί

να είναι απειλητικό για τη ζωή. Αν αναπτύσσετε εξάνθημα ή τα δερματικά αυτά συμπτώματα,

συμβουλευτείτε αμέσως έναν γιατρό.

Εάν έχετε ή είχατε επιληπτικές κρίσεις. Ειδοποιήστε τον γιατρό σας το συντομότερο δυνατό,

εάν παρουσιάσετε υψηλή αρτηριακή πίεση, πονοκέφαλο ή απώλεια της όρασης.

Εάν έχετε διαβήτη. Τα επίπεδα του σακχάρου αίματος σε διαβητικούς ασθενείς θα πρέπει να

ελέγχονται τακτικά, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης της

αντιδιαβητικής θεραπείας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης χαμηλού σακχάρου

αίματος. Ειδοποιήστε τον γιατρό σας το συντομότερο δυνατό, εάν παρουσιάσετε οποιαδήποτε

σημεία και συμπτώματα χαμηλού σακχάρου αίματος (κόπωση, αίσθημα παλμών, εφίδρωση,

πείνα και απώλεια συνείδησης).

Παιδιά και έφηβοι

Το Sutent δεν συνιστάται για χρήση σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Άλλα φάρμακα και Sutent

Ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν παίρνετε, έχετε πρόσφατα πάρει ή μπορεί να

πάρετε άλλα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων που προμηθεύονται χωρίς συνταγή,

ακόμη και εκείνων που δεν συνταγογραφούνται.

Κάποια φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα του Sutent στο σώμα σας. Πρέπει να

ενημερώσετε τον γιατρό σας εάν λαμβάνετε φάρμακα που περιέχουν τις ακόλουθες δραστικές ουσίες:

κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη – χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία μυκητιασικών λοιμώξεων

ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ριφαμπικίνη – χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων

ριτοναβίρη – χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του HIV

δεξαμεθαζόνη – ένα κορτικοστεροειδές που χρησιμοποιείται για διάφορες παθήσεις (όπως,

αλλεργικές/αναπνευστικές διαταραχές ή ασθένειες του δέρματος)

φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη – χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της

επιληψίας και άλλων νευρολογικών παθήσεων

φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St.John’s Wort (Hypericum perforatum) – χρησιμοποιούνται

για τη θεραπεία της κατάθλιψης και του άγχους.

Το Sutent με τροφήκαι ποτό

Θα πρέπει να αποφεύγετε να πίνετε χυμό γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sutent.

Κύηση και θηλασμός

Αν είστε έγκυος ή θηλάζετε, νομίζετε ότι μπορεί να είστε έγκυος ή σχεδιάζετε να αποκτήσετε παιδί,

ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας πριν πάρετε αυτό το φάρμακο.

Εάν υπάρχει το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης, θα πρέπει να χρησιμοποιείτε μία αξιόπιστη μέθοδο

αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sutent.

Εάν θηλάζετε, ενημερώστε τον γιατρό σας. Δε θα πρέπει να θηλάζετε κατά τη διάρκεια της θεραπείας

με Sutent.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Αν νιώσετε ζάλη ή ασυνήθιστη κούραση, προσέξτε ιδιαίτερα κατά την οδήγηση ή το χειρισμό

μηχανημάτων.

3.

Πώς να πάρετε το Sutent

Πάντοτε να παίρνετε το φάρμακο αυτό αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Εάν έχετε

αμφιβολίες, ρωτήστε τον γιατρό σας.

Ο γιατρός θα σας χορηγήσει τη δόση που είναι κατάλληλη για την περίπτωσή σας, ανάλογα με τον

τύπο του καρκίνου που χρειάζεται θεραπεία. Εάν είστε υπό θεραπεία για:

GIST ή για MRCC: η συνήθης δόση είναι 50 mg μία φορά την ημέρα, για 28 ημέρες

(4 εβδομάδες), ακολουθούμενη από 14 ημέρες (2 εβδομάδες) διακοπής της θεραπείας, σε έναν

κύκλο 6 εβδομάδων.

pNET: η συνήθης δόση είναι 37,5 mg μία φορά την ημέρα, χωρίς περίοδο διακοπής.

Ο γιατρός σας θα αποφασίσει την κατάλληλη δόση που χρειάζεται να πάρετε, καθώς και το εάν και

πότε θα πρέπει να σταματήσετε τη θεραπεία με Sutent.

Το Sutent μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

Εάν πάρετε μεγαλύτερη δόση Sutent από την κανονική

Εάν πάρετε κατά λάθος περισσότερα καψάκια, επικοινωνήστε αμέσως με τον γιατρό σας. Μπορεί να

χρειαστείτε ιατρική παρακολούθηση.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το Sutent

Μην πάρετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε τη δόση που ξεχάσατε.

4.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν

και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Πρέπει να επικοινωνήσετε αμέσως με τον γιατρό σας, εάν παρουσιάσετε οποιαδήποτε από αυτές τις

σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (δείτε επίσης την παράγραφο: Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε

το Sutent):

Καρδιακά προβλήματα. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν αισθάνεστε έντονη κόπωση, εάν έχετε

δυσκολία στην αναπνοή ή εάν είναι πρησμένα τα πόδια και οι αστράγαλοί σας. Όλα αυτά ενδέχεται να

είναι συμπτώματα καρδιακών προβλημάτων, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν καρδιακή

ανεπάρκεια και προβλήματα του μυοκαρδίου (καρδιομυοπάθεια).

Προβλήματα με τους πνεύμονες και την αναπνοή. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε

βήχα, πόνο στο στήθος, ξαφνική δύσπνοια ή βήχας με αιμόπτυση. Αυτά μπορεί να αποτελούν

συμπτώματα μίας κατάστασης που ονομάζεται πνευμονική εμβολή, η οποία συμβαίνει όταν

μεταφέρονται θρόμβοι αίματος στους πνεύμονές σας.

Διαταραχές των νεφρών. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε μεταβολή της συχνότητας

ούρησης ή απουσία ούρησης, τα οποία ενδέχεται να είναι συμπτώματα νεφρικής ανεπάρκειας.

Αιμορραγία. Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε οποιοδήποτε από αυτά τα συμπτώματα ή

πρόβλημα σοβαρής αιμορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sutent: πόνος και/ή πρήξιμο στο

στομάχι (κοιλία), αιματέμεση, μαύρες και κολλώδεις κενώσεις, αίμα στα ούρα, πονοκέφαλος ή

μεταβολή της νοητικής κατάστασης, βήχας με αιμόπτυση ή αιματηρά πτύελα από τους πνεύμονες ή

τους αεραγωγούς.

Καταστροφή όγκου που έχει ως αποτέλεσμα τη διάτρηση του εντέρου. Ενημερώστε τον γιατρό

σας, εάν έχετε έντονο κοιλιακό πόνο, πυρετό, ναυτία, έμετο, αιματηρές κενώσεις ή εάν παρατηρήσετε

αλλαγές στη συμπεριφορά του εντέρου.

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Sutent μπορεί να περιλαμβάνουν:

Πολύ συχνές: μπορεί να επηρεάσουν περισσότερα από 1 στα 10 άτομα

Μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων, των ερυθρών αιμοσφαιρίων και/ή των λευκών

αιμοσφαιρίων (π.χ. ουδετερόφιλων).

Δυσκολία στην αναπνοή.

Υψηλή αρτηριακή πίεση.

Υπερβολική κόπωση, απώλεια δυνάμεων.

Πρήξιμο που οφείλεται σε υγρό κάτω από το δέρμα και γύρω από το μάτι, βαθύ αλλεργικό

εξάνθημα.

Πόνος στο στόμα/ερεθισμός του στόματος, έλκη του στόματος /φλεγμονή/ξηρότητα,

διαταραχές της γεύσης, στομαχικές διαταραχές, ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα,

πόνος/πρήξιμο στην κοιλιά, ανορεξία/μείωση της όρεξης.

Μειωμένη δραστηριότητα του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός).

Ζάλη.

Πονοκέφαλος.

Ρινορραγία (αιμορραγία από τη μύτη).

Πόνος στην πλάτη, στις αρθρώσεις.

Πόνος στα χέρια και τα πόδια.

Κιτρινόχρωμο δέρμα/δυσχρωματισμός του δέρματος, υπερβολική χρώση του δέρματος, αλλαγή

χρώματος τριχών, εξάνθημα στις παλάμες των χεριών και τα πέλματα των ποδιών, εξάνθημα,

ξηρότητα στο δέρμα.

Βήχας.

Πυρετός.

Δυσκολία στην αρχή του ύπνου.

Συχνές: μπορεί να επηρεάσουν έως 1στα 10 άτομα

Θρόμβοι αίματος στα αιμοφόρα αγγεία.

Ανεπάρκεια παροχής αίματος προς τον καρδιακό μυ, λόγω απόφραξης ή στένωσης των

στεφανιαίων αρτηριών.

Πόνος στο στήθος.

Μείωση της ποσότητας του αίματος που αντλείται από την καρδιά.

Κατακράτηση υγρών, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής γύρω από τους πνεύμονες.

Λοιμώξεις.

Επιπλοκή σοβαρής λοίμωξης (η λοίμωξη εμφανίζεται στην κυκλοφορία του αίματος), η οποία

μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη ιστού, οργανική ανεπάρκεια και θάνατο.

Μειωμένο επίπεδο σακχάρου αίματος (βλέπε παράγραφο 2).

Απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα, που ορισμένες φορές οδηγεί σε πρήξιμο.

Σύνδρομο που μοιάζει με γρίππη.

Παθολογικές τιμές εξετάσεων αίματος, συμπεριλαμβανομένων των παγκρεατικών και των

ηπατικών ενζύμων.

Υψηλό επίπεδο ουρικού οξέος στο αίμα.

Αιμορροΐδες, πόνος στο ορθό, αιμορραγία στα ούλα, δυσκολία στην κατάποση ή ανικανότητα

κατάποσης.

Κάψιμο ή επώδυνη αίσθηση στη γλώσσα, φλεγμονή του επιθηλίου της γαστρεντερικής οδού,

υπερβολική ποσότητα αερίων στο στομάχι ή το έντερο.

Απώλεια βάρους.

Μυοσκελετικός πόνος (πόνος στους μύες και τα οστά), μυϊκή αδυναμία, μυϊκή κόπωση, μυϊκός

πόνος, μυϊκοί σπασμοί.

Ρινική ξηρότητα, βουλωμένη μύτη.

Υπερβολική ροή δακρύων.

Μη φυσιολογική αίσθηση του δέρματος, κνησμός, ξεφλούδισμα και φλεγμονή του δέρματος,

φλύκταινες, ακμή, δυσχρωματισμός των νυχιών, απώλεια μαλλιών/τριχών.

Μη φυσιολογική αίσθηση στα άκρα.

Μη φυσιολογικά μειωμένη/αυξημένη ευαισθησία, ειδικά στην αφή.

Οξεία καούρα στο στομάχι.

Αφυδάτωση.

Εξάψεις.

Μη φυσιολογικός χρωματισμός των ούρων.

Κατάθλιψη.

Ρίγη.

Όχι συχνές: μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στα 100 άτομα

Απειλητική για τη ζωή λοίμωξη του μαλακού ιστού, συμπεριλαμβανομένης της

πρωκτογεννητικής περιοχής (βλέπε παράγραφο 2).

Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Καρδιακή προσβολή που προκαλείται από διακοπή ή μείωση της παροχής αίματος προς την

καρδιά.

Μεταβολές στην ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς ή μη φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός.

Συλλογή υγρού γύρω από την καρδιά (περικαρδιακή συλλογή).

Ηπατική ανεπάρκεια.

Πόνος στο στομάχι (κοιλία), που οφείλεται σε φλεγμονή του παγκρέατος.

Καταστροφή όγκου που έχει ως αποτέλεσμα τη διάτρηση του εντέρου.

Φλεγμονή (πρήξιμο και ερυθρότητα) της χοληδόχου κύστεως, με ή χωρίς σχετιζόμενους

χολόλιθους.

Μη φυσιολογική δίοδος με την μορφή συριγγίου (σωληναρίου) από μία φυσιολογική σωματική

κοιλότητα σε μία άλλη ή στο δέρμα.

Πόνος στο στόμα, τα δόντια και/ή τη γνάθο, πρήξιμο ή πληγές στο εσωτερικό του στόματος,

μούδιασμα ή ένα αίσθημα βάρους στη γνάθο ή χαλάρωση δοντιού. Αυτά μπορεί να είναι σημεία

και συμπτώματα οστικής βλάβης στη γνάθο (οστεονέκρωση), βλ. παράγραφο 2.

Υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών, οι οποίες αυξάνουν την ποσότητα της ενέργειας

που χρησιμοποιεί το σώμα κατά την ανάπαυση.

Πρόβλημα με την επούλωση χειρουργικού τραύματος.

Αυξημένο επίπεδο ενζύμου (φωσφοκινάση της κρεατινίνης) αίματος από τον μυ.

Υπερβολική αντίδραση σε κάποιο αλλεργιογόνο, συμπεριλαμβανομένου της εποχικής

αλλεργικής ρινίτιδα, εξανθήματος στο δέρμα, κνησμού του δέρματος, κνίδωσης, πρηξίματος σε

οποιοδήποτε μέρος του σώματος και πρόβλημα στην αναπνοή.

Φλεγμονή του παχέος εντέρου (κολίτιδα, ισχαιμική κολίτιδα).

Σπάνιες: μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στα 1.000 άτομα

Σοβαρή αντίδραση του δέρματος και/ή των βλεννογόνων (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική

επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα).

Σύνδρομο λύσης του όγκου (TLS) – Το TLS περιλαμβάνει μία σειρά από μεταβολικές

επιπλοκές που μπορούν να προκύψουν κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας. Οι

επιπλοκές αυτές προκαλούνται από τα προϊόντα αποδόμησης των καρκινικών κυττάρων που

θανατώνονται και μπορεί να περιλαμβάνουν τις εξής: ναυτία, δυσκολία στην αναπνοή, μη

φυσιολογικός καρδιακός παλμός, μυϊκές κράμπες, επιληπτικές κρίσεις, θολότητα των ούρων

και κόπωση σχετιζόμενη με μη φυσιολογικά αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων (υψηλά

επίπεδα καλίου, ουρικού οξέος και φωσφόρου και χαμηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα), τα

οποία μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές της νεφρικής λειτουργίας και οξεία νεφρική

ανεπάρκεια.

Μη φυσιολογική μυϊκή κατάρρευση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε νεφρικά προβλήματα

(ραβδομυόλυση).

Μη φυσιολογικές μεταβολές στον εγκέφαλο, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ένα φάσμα

συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του πονοκέφαλου, της σύγχυσης, των επιληπτικών

κρίσεων και της απώλειας της όρασης (σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας

λευκοεγκεφαλοπάθειας).

Επώδυνη εξέλκωση του δέρματος (γαγγραινώδες πυόδερμα).

Φλεγμονή του ήπατος (ηπατίτιδα).

Φλεγμονή του θυρεοειδούς αδένα.

Βλάβη στα μικρότερα αιμοφόρα αγγεία, που είναι γνωστή ως θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια

(ΤΜΑ).

Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα):

Διόγκωση και εξασθένηση του τοιχώματος αιμοφόρου αγγείου ή διαχωρισμός του τοιχώματος

αιμοφόρου αγγείου (ανεύρυσμα και αρτηριακοί διαχωρισμοί).

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό σας. Αυτό ισχύει και για

κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Μπορείτε

επίσης να αναφέρετε ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας, μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς

που αναγράφεται στο Παράρτημα V. Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να

βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος

φαρμάκου.

5.

Πώς να φυλάσσετε το Sutent

Το φάρμακο αυτό πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα

παιδιά.

Να μη χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στο κουτί,

τη φιάλη και την κυψέλη μετά την «ΛΗΞΗ». Η ημερομηνία λήξης είναι η τελευταία ημέρα του

μήνα που αναφέρεται εκεί.

Το φάρμακο αυτό δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Να μη χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο εάν παρατηρήσετε ότι η συσκευασία παρουσιάζει

οποιαδήποτε φθορά ή φαίνεται να έχει ανοιχθεί.

Μην πετάτε φάρμακα στο νερό της αποχέτευσης ή στα οικιακά απορρίμματα. Ρωτήστε τον

φαρμακοποιό σας για το πώς να πετάξετε τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιείτε πια. Αυτά τα μέτρα θα

βοηθήσουν στην προστασία του περιβάλλοντος.

6.

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το Sutent

Sutent 12,5 mg σκληρά καψάκια

Η δραστική ουσία είναι η σουνιτινίμπη. Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που ισοδυναμεί με

12,5 mg σουνιτινίμπης. Τα άλλα συστατικά είναι:

Περιεχόμενο καψακίου: μαννιτόλη (E421), καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, ποβιδόνη

(K-25) και στεατικό μαγνήσιο.

Περίβλημα καψακίου: ζελατίνη, ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172) και διοξείδιο τιτανίου

(E171).

Μελάνι εκτύπωσης: κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, υδροξείδιο του νατρίου, ποβιδόνη και

διοξείδιο τιτανίου (Ε171).

Sutent 25 mg σκληρά καψάκια

Η δραστική ουσία είναι η σουνιτινίμπη (sunitinib). Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που

ισοδυναμεί με 25 mg.

Τα άλλα συστατικά είναι:

Περιεχόμενο καψακίου: μαννιτόλη, καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, ποβιδόνη (K-25)

και στεατικό μαγνήσιο.

Περίβλημα καψακίου: ζελατίνη, διοξείδιο τιτανίου (E171), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172),

ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172), μαύρο οξείδιο του σιδήρου (Ε172).

Μελάνι εκτύπωσης: κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, υδροξείδιο του νατρίου, ποβιδόνη και

διοξείδιο τιτανίου (E171).

Sutent 37,5 mg σκληρά καψάκια

Η δραστική ουσία είναι η σουνιτινίμπη (sunitinib). Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που

ισοδυναμεί με 37,5 mg.

Τα άλλα συστατικά είναι:

Περιεχόμενο καψακίου: μαννιτόλη, καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, ποβιδόνη (K-25)

και στεατικό μαγνήσιο.

Περίβλημα καψακίου: ζελατίνη, διοξείδιο τιτανίου (E171), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172).

Μελάνι εκτύπωσης: κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, υδροξείδιο του καλίου, μαύρο

διοξείδιο τιτανίου (E172).

Sutent 50 mg σκληρά καψάκια

Η δραστική ουσία είναι η σουνιτινίμπη (sunitinib). Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που

ισοδυναμεί με 50 mg.

Τα άλλα συστατικά είναι:

Περιεχόμενο καψακίου: μαννιτόλη, καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, ποβιδόνη (K-25)

και στεατικό μαγνήσιο.

Περίβλημα καψακίου: ζελατίνη, διοξείδιο τιτανίου (E171), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172),

ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172) και μαύρο οξείδιο του σιδήρου (Ε172).

Μελάνι εκτύπωσης: κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, υδροξείδιο του νατρίου, ποβιδόνη και

διοξείδιο τιτανίου (E171).

Εμφάνιση του Sutent και περιεχόμενα της συσκευασίας

Το Sutent 12,5 mg κυκλοφορεί σε μορφή σκληρών καψακίων ζελατίνης, με πορτοκαλί κάλυμμα και

πορτοκαλί κύριο μέρος και τυπωμένη με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα και «STN

12.5 mg» στο κύριο μέρος του καψακίου, το οποίο περιέχει κοκκία χρώματος κίτρινου έως πορτοκαλί.

Το Sutent 25 mg κυκλοφορεί σε μορφή σκληρών καψακίων ζελατίνης, με καστανοκίτρινο κάλυμμα

και πορτοκαλί κύριο μέρος και τυπωμένη με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα και

«STN 25 mg» στο κύριο μέρος του καψακίου, το οποίο περιέχει κοκκία χρώματος κίτρινου έως

πορτοκαλί.

Το Sutent 37,5 mg κυκλοφορεί σε μορφή σκληρών καψακίων ζελατίνης, με κίτρινο κάλυμμα και

κίτρινο κύριο μέρος και τυπωμένη με μαύρο μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα και «STN 37.5

mg» στο κύριο μέρος του καψακίου, το οποίο περιέχει κοκκία χρώματος κίτρινου έως πορτοκαλί.

Το Sutent 50 mg κυκλοφορεί σε μορφή σκληρών καψακίων ζελατίνης, με καστανοκίτρινο κάλυμμα

και καστανοκίτρινο κύριο μέρος και τυπωμένη με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα και

«STN 50 mg» στο κύριο μέρος του καψακίου, το οποίο περιέχει κοκκία χρώματος κίτρινου έως

πορτοκαλί.

Διατίθεται σε πλαστικές φιάλες των 30 καψακίων και σε διάτρητες κυψέλες (blisters) μονάδων δόσης,

που περιέχουν 28 x 1 καψάκια.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας

Pfizer Europe MA EEIG

Boulevard de la Plaine 17

1050 Bruxelles

Βέλγιο

Παρασκευαστής

Pfizer Italia S.r.l.

Via del Commercio – Zona Industriale -

63100 Marino del Tronto (Ascoli Piceno)

Ιταλία

Για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το παρόν φαρμακευτικό προϊόν, παρακαλείστε να

απευθυνθείτε στον τοπικό αντιπρόσωπο του Κατόχου της Άδειας Κυκλοφορίας:

Belgique / België /Belgien

Pfizer S.A. / N.V.

Tél/Tel: +32 (0)2 554 62 11

Lietuva

Pfizer Luxembourg SARL filialas Lietuvoje

Tel. + 370 52 51 4000

България

Пфайзер Люксембург САРЛ, Клон България

Тел.: +359 2 970 4333

Luxembourg/Luxemburg

Pfizer S.A.

Tél/Tel: +32 (0)2 554 62 11

Česká republika

Pfizer PFE, spol. s r.o.

Tel.: +420 283 004 111

Magyarország

Pfizer Kft.

Tel.: +36-1-488-37-00

Danmark

Pfizer ApS

Tlf: +45 44 20 11 00

Malta

Vivian Corporation Ltd.

Tel: +356 21344610

Deutschland

Pfizer Pharma GmbH

Tel: +49 (0)30 550055 51000

Nederland

Pfizer BV

Tel: +31 (0)10 406 43 01

Eesti

Pfizer Luxembourg SARL Eesti filiaal

Tel.: +372 666 7500

Norge

Pfizer Norge AS

Tlf: +47 67 52 61 00

Ελλάδα

Pfizer Ελλάς A.E.

λ: +30 210 6785 800

Österreich

Pfizer Corporation Austria Ges.m.b.H.

Tel: +43 (0)1 521 15-0

España

Pfizer, S.L.

Tél: +34 91 490 99 00

Polska

Pfizer Polska Sp.z.o.o

Tel.:+48 22 335 61 00

France

Pfizer

Tél: +33 (0)1 58 07 34 40

Portugal

Pfizer Biofarmacêutica, Sociedade Unipessoal Lda

Tel: +351 21 423 5500

Hrvatska

Pfizer Croatia d.o.o.

Tel: + 385 1 3908 777

România

Pfizer Romania S.R.L.

Tel: +40 (0) 21 207 28 00

Ireland

Pfizer Healthcare Ireland

Tel: 1800 633 363 (toll free)

+44 (0)1304 616161

Slovenija

Pfizer Luxembourg SARL

Pfizer, podružnica za svetovanje s področja

farmacevtske dejavnosti, Ljubljana

Tel.: + 386 (0)1 52 11 400

Ísland

Icepharma hf.

Sími: +354 540 8000

Slovenská republika

Pfizer Luxembourg SARL, organizačná zložka

Tel.: + 421 2 3355 5500

Italia

Pfizer S.r.l.

Tel: +39 06 33 18 21

Suomi/Finland

Pfizer Oy

Puh./Tel: +358 (0)9 43 00 40

Kύπρος

Pfizer Ελλάς A.E. (Cyprus Branch)

Tηλ.:+ 357 22 817690

Sverige

Pfizer Innovations AB

Tel: +46 (0)8 550 520 00

Latvija

Pfizer Luxembourg SARL filiāle Latvijā

Tel.: + 371 670 35 775

United Kingdom

Pfizer Limited

Tel: +44 (0) 1304 616161

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις

Λεπτομερείς πληροφορίες για το φάρμακο αυτό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού

Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Sutent 12,5 mg καψάκια σκληρά

Sutent 25 mg καψάκια σκληρά

Sutent 37,5 mg καψάκια σκληρά

Sutent 50 mg καψάκια σκληρά

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

12,5 mg καψάκια σκληρά

Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που ισοδυναμεί με 12,5 mg σουνιτινίμπης.

25 mg καψάκια σκληρά

Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που ισοδυναμεί με 25 mg σουνιτινίμπης.

37,5 mg καψάκια σκληρά

Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που ισοδυναμεί με 37,5 mg σουνιτινίμπης.

50 mg καψάκια σκληρά

Κάθε καψάκιο περιέχει sunitinib malate, που ισοδυναμεί με 50 mg σουνιτινίμπης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκιο σκληρό.

Sutent 12,5 mg καψάκια σκληρά

Καψάκια ζελατίνης με πορτοκαλί κάλυμμα και πορτοκαλί κύριο μέρος, τα οποία φέρουν τυπωμένες

με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα, την ένδειξη «STN 12.5 mg» στο κύριο μέρος του

καψακίου και περιέχουν κοκκία κίτρινου έως πορτοκαλί χρώματος.

Sutent 25 mg καψάκια σκληρά

Καψάκια ζελατίνης με καστανοκίτρινο κάλυμμα και πορτοκαλί κύριο μέρος, τα οποία φέρουν

τυπωμένες με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα, την ένδειξη «STN 25 mg» στο κύριο

μέρος του καψακίου και περιέχουν κοκκία κίτρινου έως πορτοκαλί χρώματος.

Sutent 37,5 mg καψάκια σκληρά

Καψάκια ζελατίνης με κίτρινο κάλυμμα και κίτρινο κύριο μέρος, τα οποία φέρουν τυπωμένες με

μαύρο μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα, την ένδειξη «STN 37.5 mg» στο κύριο μέρος του

καψακίου και περιέχουν κοκκία κίτρινου έως πορτοκαλί χρώματος.

Sutent 50 mg καψάκια σκληρά

Καψάκια ζελατίνης με καστανοκίτρινο κάλυμμα και καστανοκίτρινο κύριο μέρος, τα οποία φέρουν

τυπωμένες με λευκό μελάνι την ένδειξη «Pfizer» στο κάλυμμα, την ένδειξη «STN 50 mg» στο κύριο

μέρος του καψακίου και περιέχουν κοκκία κίτρινου έως πορτοκαλί χρώματος.

4.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Στρωματικοί όγκοι του γαστρεντερικού (GIST)

Το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία των ανεγχείρητων και/ή μεταστατικών κακοήθων στρωματικών

όγκων του γαστρεντερικού (GIST) ενηλίκων, μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιματινίμπη λόγω

ανθεκτικότητας ή μη ανοχής.

Μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (MRCC)

Το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία του προχωρημένου/μεταστατικού νεφροκυτταρικού

καρκινώματος (MRCC) ενηλίκων.

Παγκρεατικοί νευροενδοκρινικοί όγκοι (pNET)

Το Sutent ενδείκνυται για τη θεραπεία των ανεγχείρητων ή μεταστατικών, καλά διαφοροποιημένων

παγκρεατικών νευροενδοκρινικών όγκων (pNET) με πρόοδο της νόσου σε ενήλικες.

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η έναρξη της θεραπείας με Sutent θα πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη χορήγηση

αντικαρκινικών παραγόντων.

Δοσολογία

Για τους GIST και το MRCC, η συνιστώμενη δόση του Sutent είναι 50 mg λαμβανόμενα από

στόματοςμια φορά την ημέρα για 4 συνεχόμενες εβδομάδες, ακολουθούμενες από 2 εβδομάδες

διακοπής της θεραπείας (Σχήμα 4/2) για τη συμπλήρωση ενός πλήρους κύκλου 6 εβδομάδων.

Για τους pNET, η συνιστώμενη δόση του Sutent είναι 37,5 mg λαμβανόμενα από στόματος μία φορά

την ημέρα χωρίς προγραμματισμένη περίοδο διακοπής.

Προσαρμογές της δόσης

Ασφάλεια και ανεκτικότητα

Για τους GIST και το MRCC, μπορεί να γίνει τροποποίηση της δόσης ανά 12,5 mg τη φορά, ανάλογα

με την ασφάλεια και ανεκτικότητα του κάθε ασθενή. Η ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει

τα 75 mg ούτε και να μειώνεται σε λιγότερο από 25 mg.

Για τους pNET, μπορεί να γίνει τροποποίηση της δόσης ανά 12,5 mg τη φορά, ανάλογα με την

εξατομικευμένη ασφάλεια και ανεκτικότητα. Η μέγιστη χορηγούμενη δόση στη μελέτη Φάσης 3 σε

pNET ήταν 50 mg ημερησίως.

Ενδέχεται να απαιτούνται διακοπές της δόσης με βάση την εξατομικευμένη ασφάλεια και

ανεκτικότητα.

Αναστολείς/επαγωγείς του CYP3A4

Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση της σουνιτινίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4,

όπως η ριφαμπικίνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η δόση της

σουνιτινίμπης μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί, προσθέτοντας 12,5 mg τη φορά (έως 87,5 mg

ημερησίως για τους GIST και το MRCC ή 62,5 mg ημερησίως για τους pNET), βάσει προσεκτικής

παρακολούθησης της ανεκτικότητας.

Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση της σουνιτινίμπης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4,

όπως η κετοκοναζόλη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η δόση της

σουνιτινίμπης μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί σε 37,5 mg κατ’ ελάχιστο ημερησίως για τους GIST και

το MRCC ή 25 mg ημερησίως για τους pNET, βάσει προσεκτικής παρακολούθησης της

ανεκτικότητας.

Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επιλογής ενός εναλλακτικού συγχορηγούμενου φαρμακευτικού

προϊόντος με καθόλου ή ελάχιστη δυνατότητα επαγωγής ή αναστολής του CYP3A4.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός

H ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Sutent σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν

τεκμηριωθεί.

Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα, περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2 αλλά δεν μπορεί

να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Ηλικιωμένοι

Περίπου το ένα τρίτο των ασθενών σε κλινικές μελέτες που έλαβαν σουνιτινίμπη ήταν ηλικίας

65 ετών ή άνω. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς την ασφάλεια ή την

αποτελεσματικότητα μεταξύ ασθενών μικρότερης και μεγαλύτερης ηλικίας.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δε συνιστάται καμία προσαρμογή της δόσης έναρξης, όταν η σουνιτινίμπη χορηγείται σε ασθενείς με

ήπια ή μέτρια (Child-Pugh κατηγορία A και B) ηπατική δυσλειτουργία. Η σουνιτινίμπη δεν έχει

μελετηθεί σε άτομα με σοβαρή (Child-Pugh κατηγορία C) ηπατική δυσλειτουργία και συνεπώς δεν

μπορεί να συστηθεί η χρήση του σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης έναρξης, κατά τη χορήγηση της σουνιτινίμπης σε

ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια-σοβαρή) ή με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (end-stage

renal disease, ESRD) σε αιμοδιύλιση. Επόμενες προσαρμογές της δόσης θα πρέπει να βασίζονται στην

εξατομικευμένη ασφάλεια και ανεκτικότητα (βλ. παράγραφο 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Το Sutent προορίζεται για από στόματος χορήγηση. Μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

Αν παραλειφθεί μια δόση, δεν θα πρέπει να χορηγηθεί επιπλέον δόση στον ασθενή. Ο ασθενής θα

πρέπει να λάβει τη συνήθη συνταγογραφηθείσα δόση την επόμενη ημέρα.

4.3

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

4.4

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορεί να

μειώσει τη συγκέντρωση της σουνιτινίμπης στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Η συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορεί να

αυξήσει τη συγκέντρωση της σουνιτινίμπης στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Διαταραχές του δέρματος και του ιστού

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σουνιτινίμπη είναι

πιθανό να προκληθεί αποχρωματισμός των τριχών ή του δέρματος. Άλλες πιθανές δερματολογικές

διαταραχές μπορεί να περιλαμβάνουν ξηρότητα, πάχυνση ή σκάσιμο του δέρματος, φλύκταινες ή

εξάνθημα στις παλάμες των χεριών και τα πέλματα των ποδιών.

Οι παραπάνω ανεπιθύμητες αντιδράσεις δεν ήταν αθροιστικές, ήταν συνήθως αναστρέψιμες και σε

γενικές γραμμές δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Περιπτώσεις γαγγραινώδους πυοδέρματος,

γενικά αναστρέψιμες, έχουν αναφερθεί μετά από διακοπή της σουνιτινίμπης. Έχουν αναφερθεί

σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων πολύμορφου ερυθήματος

(erythema multiforme, EM), περιπτώσεων που υποδεικνύουν σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και

τοξική επιδερμική νεκρόλυση (toxic epidermal necrolysis, TEN), ορισμένες από τις οποίες ήταν

θανατηφόρες. Αν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα SJS, TEN ή EM (π.χ., εξελισσόμενο δερματικό

εξάνθημα συχνά με φλύκταινες ή βλάβες του βλεννογόνου), η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα πρέπει να

διακοπεί. Εάν η διάγνωση του SJS ή της TEN επιβεβαιωθεί, η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινήσει εκ

νέου. Σε ορισμένες περιπτώσεις ύποπτου ΕΜ, οι ασθενείς είχαν ανοχή στην επανεισαγωγή της

θεραπείας με σουνιτινίμπη σε χαμηλότερη δόση μετά την αποκατάσταση της αντίδρασης∙ μερικοί από

αυτούς τους ασθενείς έλαβαν επίσης ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή αντιισταμινικά (βλ.

παράγραφο 4.8).

Αιμορραγία και αιμορραγία του όγκου

Αιμορραγικά επεισόδια, τα οποία αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες με τη σουνιτινίμπη και κατά τη

διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, περιελάμβαναν

αιμορραγίες από το γαστρεντερικό σύστημα, τους πνεύμονες, το ουροποιητικό σύστημα, καθώς και

από τον εγκέφαλο, μερικές εκ των οποίων ήταν θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.8).

Η αξιολόγηση ρουτίνας των αιμορραγικών επεισοδίων θα πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη

αιματολογικό έλεγχο και κλινική εξέταση.

Η επίσταξη ήταν η συνηθέστερη αιμορραγική ανεπιθύμητη αντίδραση, καθώς αναφέρθηκε περίπου

στο ήμισυ των ασθενών με συμπαγείς όγκους που εκδήλωσαν αιμορραγικά επεισόδια. Ορισμένα από

τα περιστατικά επίσταξης ήταν σοβαρά, αλλά πολύ σπάνια θανατηφόρα.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αιμορραγίας όγκου, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις συσχετίστηκαν

με νέκρωση του όγκου. Μερικά από αυτά τα αιμορραγικά επεισόδια ήταν θανατηφόρα.

Αιμορραγία όγκου μπορεί να προκληθεί ξαφνικά και στην περίπτωση των πνευμονικών όγκων,

μπορεί να εκδηλωθεί ως σοβαρή και απειλητική για τη ζωή αιμόπτυση ή πνευμονική αιμορραγία.

Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις πνευμονικής αιμορραγίας σε κλινικές μελέτες, ορισμένες εκ των

οποίων με θανατηφόρα έκβαση και έχουν αναφερθεί από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του

φαρμάκου σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σουνιτινίμπη για MRCC, GIST και καρκίνο του

πνεύμονα. Το Sutent δεν έχει εγκριθεί για χρήση σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενη αντιπηκτική θεραπεία (π.χ., βαρφαρίνη,

ασενοκουμαρόλη) μπορεί να υποβάλλονται σε περιοδική παρακολούθηση μέσω πλήρους

αιματολογικού ελέγχου (αιμοπετάλια), παραγόντων πήξης (PT/INR) και κλινικής εξέτασης.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Διάρροια, ναυτία/έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία και στοματίτιδα/στοματικό άλγος ήταν οι πιο

συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού. Αναφέρθηκαν επίσης επεισόδια

οισοφαγίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8).

Η υποστηρικτική φροντίδα για τις γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, που χρήζουν θεραπείας,

μπορεί να περιλαμβάνει τη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με αντιεμετικές, αντιδιαρροϊκές ή

αντιόξινες ιδιότητες.

Σοβαρές, ορισμένες φορές θανατηφόρες, γαστρεντερικές επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένης της

διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα, αναφέρθηκαν σε ασθενείς με ενδοκοιλιακές κακοήθειες που

έλαβαν σουνιτινίμπη.

Υπέρταση

Έχει αναφερθεί υπέρταση συσχετιζόμενη με τη σουνιτινίμπη, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής

υπέρτασης (> 200 mmHg συστολική ή 110 mmHg διαστολική). Οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται

για υπέρταση και να γίνεται προσπάθεια ελέγχου αυτής, όπως είναι κατάλληλο σε κάθε περίπτωση.

Συνιστάται η προσωρινή διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου σε ασθενείς με σοβαρή υπέρταση, η

οποία δεν ελέγχεται μέσω ιατρικής αντιμετώπισης. Η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει μόλις καταστεί

ικανοποιητικός o έλεγχος της υπέρτασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Αιματολογικές διαταραχές

Έχει αναφερθεί σχετιζόμενη με τη σουνιτινίμπη μείωση στον απόλυτο αριθμό ουδετεροφίλων, καθώς

και μείωση στον αριθμό τωναιμοπεταλίων (βλ. παράγραφο 4.8). Τα παραπάνω συμβάντα δεν ήταν

αθροιστικά, συνήθως ήταν αναστρέψιμα και σε γενικές γραμμές δεν οδήγησαν σε διακοπή της

θεραπείας. Κανένα από αυτά τα συμβάντα στις μελέτες Φάσης 3 δεν ήταν θανατηφόρο, αλλά σπάνια

αιματολογικά συμβάντα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, συμπεριλαμβανομένης της

σχετιζόμενης με θρομβοκυτοπενία αιμορραγίας και των ουδετεροπενικών λοιμώξεων, αναφέρθηκαν

από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Έχει παρατηρηθεί αναιμία κατά την πρώιμη και κατά την όψιμη φάση της θεραπείας με σουνιτινίμπη.

Στην αρχή κάθε κύκλου θεραπείας, οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με σουνιτινίμπη, θα

πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αιματολογικό έλεγχο (βλ. παράγραφο 4.8).

Καρδιακές διαταραχές

Καρδιαγγειακά επεισόδια, κάποια εκ των οποίων ήταν θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που

έλαβαν θεραπεία με σουνιτινίμπη, συμπεριλαμβανομένης της καρδιακής ανεπάρκειας, της

καρδιομυοπάθειας, της μείωσης του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας χαμηλότερα από το

κατώτατο φυσιολογικό όριο, της μυοκαρδίτιδας, της ισχαιμίας του μυοκαρδίου και του εμφράγματος

του μυοκαρδίου. Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η σουνιτινίμπη αυξάνει τον κίνδυνο

καρδιομυοπάθειας. Δεν έχουν εντοπιστεί συγκεκριμένοι επιπρόσθετοι παράγοντες κινδύνου για την

προκαλούμενη από τη σουνιτινίμπη καρδιομυοπάθεια, εκτός της επίδρασης από το φάρμακο, για τους

υπό θεραπεία ασθενείς. Να γίνεται προσεκτική χρήση της σουνιτινίμπης σε ασθενείς που διατρέχουν

κίνδυνο ή έχουν ιστορικό εκδήλωσης αυτών των επεισοδίων (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που είχαν καρδιακά επεισόδια σε διάστημα 12 μηνών πριν από τη χορήγηση

σουνιτινίμπης, όπως για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της

σοβαρής/ασταθούς στηθάγχης), αορτοστεφανιαία παράκαμψη/παράκαμψη περιφερικών αρτηριών με

μόσχευμα, συμπτωματική συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (congestive heart failure, CHF),

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή πνευμονική εμβολή,

αποκλείστηκαν από όλες τις κλινικές μελέτες της σουνιτινίμπης. Δεν είναι γνωστό εάν οι ασθενείς με

αυτές τις συνυπάρχουσες συνθήκες μπορεί να είναι σε υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν

δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, σχετιζόμενη με τη σουνιτινίμπη.

Συνιστάται στους ιατρούς να σταθμίζουν τον κίνδυνο έναντι των δυνητικών οφελών της

σουνιτινίμπης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται επισταμένα για κλινικά σημεία και

συμπτώματα CHF, για όσο διάστημα λαμβάνουν σουνιτινίμπη, ιδιαίτερα οι ασθενείς που εμφανίζουν

παράγοντες κινδύνου καρδιακής νόσου και/ή έχουν ιστορικό στεφανιαίας νόσου. Επίσης, θα πρέπει να

εξετάζεται το ενδεχόμενο προσδιορισμού του LVEF κατά την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά

διαστήματα, για όσο διάστημα ο ασθενής λαμβάνει σουνιτινίμπη. Όσον αφορά τους ασθενείς που δεν

παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου καρδιακής νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο

προσδιορισμού του κλάσματος εξώθησης κατά την έναρξη της θεραπείας.

Αν παρουσιαστούν κλινικές εκδηλώσεις CHF, συνιστάται η διακοπή της σουνιτινίμπης. Η χορήγηση

της σουνιτινίμπης θα πρέπει να διακόπτεται και/ή η δόση να μειώνεται σε ασθενείς χωρίς κλινικές

ενδείξεις CHF, αλλά με κλάσμα εξώθησης <50% και > 20% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα κατά την

έναρξη θεραπείας.

Παράταση του διαστήματος QT

Παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de pointes), έχουν

παρατηρηθεί σε ασθενείς που εκτέθηκαν στη σουνιτινίμπη. Η παράταση του διαστήματος QT μπορεί

να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, συμπεριλαμβανομένης της Torsade de

pointes..

Η σουνιτινίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό παράτασης του

διαστήματος QT, ασθενείς που λαμβάνουν αντι-αρρυθμικά φάρμακα ή φαρμακευτικά προϊόντα που

μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QT ή ασθενείς με σχετική προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο,

βραδυκαρδία ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές. Η ταυτόχρονη χορήγηση σουνιτινίμπης με ισχυρούς

αναστολείς του CYP3A4 θα πρέπει να περιορίζεται, λόγω της πιθανής αύξησης των συγκεντρώσεων

της σουνιτινίμπης στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2, 4.5 και 4.8).

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, σχετιζόμενα με τη θεραπεία, αναφέρθηκαν σε ασθενείς που

έλαβαν σουνιτινίμπη, συμπεριλαμβανομένων της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και της

πνευμονικής εμβολής (βλ. παράγραφο 4.8). Περιστατικά πνευμονικής εμβολής, με θανατηφόρα

έκβαση, έχουν αναφερθεί κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια

Περιπτώσεις αρτηριακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (arterial thromboembolic events, ATE), τα

οποία σε κάποιες περιπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε

θεραπεία με σουνιτινίμπη. Τα πιο συχνά επεισόδια περιελάμβαναν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο,

παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο και εγκεφαλικό έμφρακτο. Οι παράγοντες κινδύνου, σχετιζόμενοι με

ATE, επιπρόσθετα με την υποκείμενη κακοήθη νόσο και ηλικία ≥65 ετών, περιελάμβαναν υπέρταση,

σακχαρώδη διαβήτη και προηγούμενη θρομβοεμβολική νόσο.

Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΗ χρήση αναστολέων VEGF σε ασθενείς με ή χωρίς

υπέρταση μπορεί να ευνοήσει τον σχηματισμό ανερυσμάτων και/ή αρτηριακών διαχωρισμών. Ο

κίνδυνος αυτός θα πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη, πριν την έναρξη της λήψηςτου Sutent σε

ασθενείς με παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματος.

Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (thrombotic microangiopathy, TMA)

Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διάγνωσης TMA, συμπεριλαμβανομένης της θρομβωτικής

θρομβοπενικής πορφύρας (thrombotic thrombocytopaenic purpura, TTP) και του ουραιμικού

αιμολυτικού συνδρόμου (haemolytic uraemic syndrome, HUS), οδηγώντας μερικές φορές σε νεφρική

ανεπάρκεια ή σε θανατηφόρα έκβαση, εφόσον παρατηρηθεί εμφάνιση αιμολυτικής αναιμίας,

θρομβοπενίας, κόπωσης, διακυμάνσεων νευρολογικής εκδήλωσης, νεφρικής δυσλειτουργίας και

πυρετού. Η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν TMA και

απαιτείται η άμεση χορήγηση θεραπείας. Έχει παρατηρηθεί αναστροφή των επιδράσεων της TMA

μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Θυρεοειδική δυσλειτουργία

Κατά την έναρξη της θεραπείας, συνιστάται εργαστηριακή μέτρηση της θυρεοειδικής λειτουργίας σε

όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς με προϋπάρχοντα υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό θα πρέπει

να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική, πριν την έναρξη της θεραπείας με

σουνιτινίμπη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σουνιτινίμπη, θα πρέπει να διεξάγεται έλεγχος

ρουτίνας της θυρεοειδικής λειτουργίας κάθε 3 μήνες. Επίσης, οι ασθενείς θα πρέπει να

παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα θυρεοειδικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια

της θεραπείας και οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιαδήποτε σημεία και/ή συμπτώματα

θυρεοειδικής δυσλειτουργίας, θα πρέπει να υποβάλλονται σε εργαστηριακό έλεγχο της θυρεοειδικής

λειτουργίας, όπως ενδείκνυται κλινικά. Ασθενείς που παρουσιάζουν θυρεοειδική δυσλειτουργία θα

πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική.

Έχει παρατηρηθεί υποθυρεοειδισμός αρχικά, αλλά και αργότερα, κατά τη διάρκεια θεραπείας με

σουνιτινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8).

Παγκρεατίτιδα

Παρατηρήθηκε αύξηση στη δραστηριότητα της λιπάσης και της αμυλάσης του ορού, σε ασθενείς με

διάφορους συμπαγείς όγκους που έλαβαν σουνιτινίμπη. Οι αυξήσεις στη δραστηριότητα της λιπάσης

ήταν παροδικές και σε γενικές γραμμές δε συνοδεύονταν από σημεία ή συμπτώματα παγκρεατίτιδας,

σε ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους (βλ. παράγραφο 4.8).

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρών επεισοδίων παγκρεατίτιδας, μερικές από τις οποίες είχαν

θανατηφόρα έκβαση. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν συμπτώματα παγκρεατίτιδας, οι ασθενείς θα

πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία με σουνιτινίμπη και να λάβουν κατάλληλη υποστηρικτική

φροντίδα.

Ηπατοτοξικότητα

Έχει παρατηρηθεί ηπατοτοξικότητα σε ασθενείς σε θεραπεία με σουνιτινίμπη. Περιπτώσεις ηπατικής

ανεπάρκειας, μερικές εκ των οποίων είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, παρατηρήθηκαν σε < 1%

ασθενών με συμπαγείς όγκους, που ήταν σε θεραπεία με σουνιτινίμπη. Παρακολουθείτε τις

δοκιμασίες τηςηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάση της αλανίνης [ALanine Transaminase, ALT],

ασπαρτική τρανσαμινάση [ASpartate Transaminase, AST], επίπεδα χολερυθρίνης) πριν την έναρξη

της θεραπείας, κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου θεραπείας και όπως ενδείκνυται κλινικά. Σε περίπτωση

που παρατηρηθούν σημεία ή συμπτώματα ηπατικής ανεπάρκειας, η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα

πρέπει να διακοπεί και να παρασχεθεί στους ασθενείς η κατάλληλη υποστηρικτική φροντίδα (βλ.

παράγραφο 4.8).

Νεφρική λειτουργία

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας, νεφρικής ανεπάρκειας και/ή οξείας νεφρικής

ανεπάρκειας, οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις, είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο (βλ. παράγραφο 4.8).

Παράγοντες κινδύνου που σχετίζονταν με νεφρική δυσλειτουργία/ανεπάρκεια, σε ασθενείς που

λάμβαναν σουνιτινίμπη, συμπεριελάμβαναν, επιπρόσθετα του υποκείμενου RCC, μεγαλύτερη ηλικία,

σακχαρώδη διαβήτη, υποκείμενη νεφρική δυσλειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση, σηψαιμία,

αφυδάτωση/υποογκαιμία και ραβδομυόλυση.

Η ασφάλεια της συνεχούς θεραπείας με σουνιτινίμπη σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή

πρωτεϊνουρία, δεν έχει εκτιμηθεί συστηματικά.

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πρωτεϊνουρίας και σπάνιες περιπτώσεις νεφρωσικού συνδρόμου.

Συνιστάται ανάλυση ούρων κατά την έναρξη, ενώ οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για

εμφάνιση ή επιδείνωση της πρωτεϊνουρίας. Διακόψτε τη θεραπεία με σουνιτινίμπη σε ασθενείς με

νεφρωσικό σύνδρομο.

Συρίγγιο

Εάν εκδηλωθεί σχηματισμός συριγγίου, η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα πρέπει να διακοπεί.

Περιορισμένες πληροφορίες είναι διαθέσιμες για τη συνέχιση της χρήσης της σουνιτινίμπης σε

ασθενείς με συρίγγια (βλ. παράγραφο 4.8).

Καθυστερημένη επούλωση τραύματος

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καθυστερημένης επούλωσης τραύματος κατά τη διάρκεια θεραπείας με

σουνιτινίμπη.

Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες κλινικές μελέτες για την επίδραση της σουνιτινίμπης στην επούλωση

τραύματος. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας με σουνιτινίμπη συνιστάται, για λόγους προφύλαξης,

σε ασθενείς που υπόκεινται σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις. Υπάρχει περιορισμένη κλινική

εμπειρία σχετικά με το χρόνο επανέναρξης της θεραπείας, κατόπιν σημαντικής χειρουργικής

παρέμβασης. Συνεπώς, η απόφαση για τη συνέχιση της θεραπείας με σουνιτινίμπη, κατόπιν

σημαντικής χειρουργικής παρέμβασης, θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική κρίση ως προς την

ανάρρωση από τη χειρουργική επέμβαση.

Οστεονέκρωση της Γνάθου (osteonecrosis of the jaw, ONJ)

Περιστατικά ONJ έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε θεραπεία με Sutent. Η πλειοψηφία των

περιστατικών αναφέρθηκε σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη ή ταυτόχρονη ενδοφλέβια

θεραπεία με διφωσφονικά, για τα οποία η εκδήλωση ONJ είναι ένας αναγνωρισμένος κίνδυνος.

Συνεπώς, θα πρέπει να δίνεται προσοχή, όταν το Sutent και τα ενδοφλεβίως χορηγούμενα

διφωσφονικά χρησιμοποιούνται είτε ταυτοχρόνως είτε διαδοχικά.

Επεμβατικές οδοντιατρικές παρεμβάσεις αναγνωρίζονται επίσης ως παράγοντας κινδύνου. Πριν τη

θεραπεία με Sutent, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα διεξαγωγής οδοντιατρικού ελέγχου

και κατάλληλης προληπτικής οδοντιατρικής παρέμβασης. Σε ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει

προηγουμένως ή λαμβάνουν ενδοφλεβίως χορηγούμενα διφωσφονικά, επεμβατικές οδοντιατρικές

παρεμβάσεις θα πρέπει να αποφεύγονται, εάν αυτό είναι δυνατόν (βλ. παράγραφο 4.8).

Υπερευαισθησία/αγγειοοίδημα

Εάν παρουσιαστεί αγγειοοίδημα λόγω υπερευαισθησίας, η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα πρέπει να

διακοπεί και να παρασχεθεί η καθιερωμένη θεραπευτική φροντίδα (βλ. παράγραφο 4.8).

Επιληπτικές κρίσεις

Σε κλινικές μελέτες της σουνιτινίμπης και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του

προϊόντος στην αγορά,υπήρξαν αναφορές επιληπτικών κρίσεων. . Οι ασθενείς με επιληπτικές κρίσεις

και σημεία/συμπτώματα συμβατά με σύνδρομο αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας (posterior

reversible leukoencephalopathy syndrome, RPLS), όπως υπέρταση, κεφαλαλγία, μειωμένη

εγρήγορση, διαταραχή της νοητικής λειτουργίας και απώλεια της όρασης, συμπεριλαμβανομένης της

φλοιώδους τύφλωσης, θα πρέπει να ελέγχονται μέσω ιατρικής αντιμετώπισης, συμπεριλαμβανομένου

του ελέγχου της υπέρτασης. Συνιστάται η προσωρινή διακοπή της σουνιτινίμπης. Μετά την

υποχώρηση των επιληπτικών κρίσεων, η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει κατά την κρίση του

θεράποντος ιατρού (βλ. παράγραφο 4.8).

Σύνδρομο λύσης όγκου (tumour lysis syndrome, TLS)

Περιστατικά TLS, ορισμένα εκ των οποίων θανατηφόρα, έχουν σπάνια παρατηρηθεί σε κλινικές

δοκιμές και έχουν αναφερθεί από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην

αγορά, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σουνιτινίμπη. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση

TLS περιλαμβάνουν υψηλό φορτίο όγκου, προϋπάρχουσα χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία,

αφυδάτωση, υπόταση και όξινα ούρα. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να υποβάλλονται σε στενή

παρακολούθηση και να λαμβάνουν θεραπεία, όπως ενδείκνυται κλινικά, ενώ θα πρέπει να εξετάζεται

το ενδεχόμενο χρήσης προφυλακτικής ενυδάτωσης.

Λοιμώξεις

Έχουν αναφερθεί σοβαρές λοιμώξεις, με ή χωρίς ουδετεροπενία, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων

με θανατηφόρα έκβαση. Έχουν αναφερθεί όχι συχνές περιπτώσεις νεκρωτικής περιτονίτιδας,

συμπεριλαμβανομένου του περινέου, ορισμένες εκ των οποίων ήταν θανατηφόρες (βλ. παράγραφο

4.8).

Η θεραπεία με σουνιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν νεκρωτική

περιτονίτιδα και να ξεκινά εγκαίρως η κατάλληλη θεραπεία.

Υπογλυκαιμία

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σουνιτινίμπη, έχει αναφερθεί μείωση της γλυκόζης αίματος, σε

ορισμένες περιπτώσεις κλινικά συμπτωματική και χρήσουζα εισαγωγής σε νοσοκομείο λόγω

απώλειας συνείδησης. Η σουνιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά, σε περίπτωση

συμπτωματικής υπογλυκαιμίας. Τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος σε διαβητικούς ασθενείς θα πρέπει

να ελέγχονται τακτικά, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης της

αντιδιαβητικής θεραπείας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας (βλ.

παράγραφο 4.8).

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Φαρμακευτικά προϊόντα που δύνανται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης στο πλάσμα

Επίδραση των αναστολέων του CYP3A4

Σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση μίας δόσης σουνιτινίμπης με τον ισχυρό αναστολέα του

CYP3A4, κετοκοναζόλη, επέφερε μία αύξηση 49% και 51% στο σύνολο [σουνιτινίμπη + κύριος

μεταβολίτης] της μέγιστης συγκέντρωσης (C

) και της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC

αντίστοιχα.

Η χορήγηση σουνιτινίμπης μαζί με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη,

ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαρυθρομυκίνη, χυμός γκρέιπφρουτ) μπορεί να αυξήσει τις

συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης.

Επομένως, θα πρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός με αναστολείς του CYP3A4 ή θα πρέπει να

εξετάζεται το ενδεχόμενο επιλογής ενός εναλλακτικού συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος,

με καθόλου ή ελάχιστη δυνατότητα αναστολής του CYP3A4.

Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η δόση του Sutent μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί σε 37,5 mg κατ’

ελάχιστο ημερησίως για τους GIST και το MRCC ή 25 mg ημερησίως για τους pNET, βάσει

προσεκτικής παρακολούθησης της ανεκτικότητας (βλ. παράγραφο 4.2 ).

Επίδραση των αναστολέων της Πρωτεΐνης Αντίστασης του Καρκίνου του Μαστού (Breast Cancer

Resistance Protein, BCRP)

Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με την αλληλεπίδραση της σουνιτινίμπης και των

αναστολέων της BCRP και το ενδεχόμενο αλληλεπίδρασης μεταξύ της σουνιτινίμπης και άλλων

αναστολέων της BCRP δεν μπορεί να αποκλειστεί (βλ. παράγραφο 5.2).

Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης στο πλάσμα

Επίδραση των επαγωγέων του CYP3A4

Σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση μίας δόσης σουνιτινίμπης με τον επαγωγέα

του CYP3A4, ριφαμπικίνη, επέφερε μία μείωση 23% και 46% στο σύνολο [σουνιτινίμπη + κύριος

μεταβολίτης] της C

και της AUC

, αντίστοιχα.

Η χορήγηση σουνιτινίμπης μαζί με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη,

καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St. John’s

Wort/Hypericum perforatum), μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης. Επομένως, θα

πρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός με επαγωγείς του CYP3A4 ή θα πρέπει να εξετάζεται το

ενδεχόμενο επιλογής ενός εναλλακτικού συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος, με καθόλου ή

ελάχιστη δυνατότητα επαγωγής του CYP3A4. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η δόση του Sutent μπορεί να

χρειαστεί να αυξηθεί προσθέτοντας 12,5 mg τη φορά (έως 87,5 mg ημερησίως για τους GIST και το

MRCC ή 62,5 mg ημερησίως για τους pNET), βάσει προσεκτικής παρακολούθησης της

ανεκτικότητας (βλ. παράγραφο 4.2).

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική

αντισύλληψη και να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη, για όσο διάστημα λαμβάνουν θεραπεία με Sutent.

Κύηση

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με σουνιτινίμπη σε έγκυες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν

αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων δυσμορφιών στα έμβρυα (βλ. παράγραφο 5.3). Το

Sutent δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε όσες γυναίκες δε

χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, εκτός και αν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον

δυνητικό κίνδυνο για το βρέφος. Αν το Sutent χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή

μία ασθενής καταστεί έγκυος ενώ είναι σε θεραπεία με Sutent, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με

τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Η σουνιτινίμπη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα των αρουραίων. Δεν είναι γνωστό

εάν η σουνιτινίμπη ή ο κύριος δραστικός μεταβολίτης της απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω

του ότι συνήθως οι δραστικές ουσίες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω της πιθανότητας

πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, οι γυναίκες δεν θα πρέπει να

θηλάζουν για όσο διάστημα λαμβάνουν Sutent.

Γονιμότητα

Βάσει μη κλινικών ευρημάτων, η γυναικεία και η ανδρική γονιμότητα μπορεί να μειωθούν από τη

θεραπεία με σουνιτινίμπη (βλ. παράγραφο 5.3).

4.7

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Sutent έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Θα πρέπει να

ενημερώνονται οι ασθενείς ότι ίσως να νιώσουν ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με

σουνιτινίμπη.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συσχετίζονται με τη σουνιτινίμπη, ορισμένες

θανατηφόρες, είναι η νεφρική ανεπάρκεια, η καρδιακή ανεπάρκεια, η πνευμονική εμβολή, η διάτρηση

του γαστρεντερικού σωλήνα και οι αιμορραγίες (π.χ. αιμορραγίες στο αναπνευστικό ή το

γαστρεντερικό σύστημα, αιμορραγίες των όγκων, των ουροφόρων οδών και του εγκεφάλου). Οι πιο

συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, οποιουδήποτε βαθμού (που παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που

έλαβαν μέρος στις εγκριτικές μελέτες για RCC, GIST και pNET), περιελάμβανανν μειωμένη

όρεξη,διαταραχές της γεύσης, υπέρταση, κόπωση, γαστρεντερικές διαταραχές (δηλ. διάρροια, ναυτία,

στοματίτιδα, δυσπεψία και έμετο), δυσχρωμία του δέρματος και σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας

ερυθροδυσαισθησίας. Τα συμπτώματα αυτά ενδεχομένως να υποχωρήσουν με τη συνέχιση της

θεραπείας. Μπορεί να αναπτυχθεί υποθυρεοειδισμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι

αιματολογικές διαταραχές (π.χ. ουδετεροπενία, θρομβοπενία και αναιμία) συγκαταλέγονται μεταξύ

των πιο συχνών ανεπιθύμητων φαρμακευτικών αντιδράσεων.

Θανατηφόρα επεισόδια, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 4.4 παραπάνω ή στην

παράγραφο 4.8 παρακάτω, τα οποία θεωρήθηκαν ότι πιθανά συσχετίζονται με τη σουνιτινίμπη,

περιελάμβαναν την πολυσυστημική οργανική ανεπάρκεια, τη διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, την

αιμορραγία του περιτοναίου, την ανεπάρκεια των επινεφριδίων, τον πνευμοθώρακα, την καταπληξία

και τον αιφνίδιο θάνατο.

Ανεπιθύμητες ενέργειες υπό μορφή πίνακα

Παρακάτω αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με GIST, MRCC

και pNET από μία συγκεντρωτική βάση δεδομένων 7.115 ασθενών, ανά κατηγορία/οργανικό

σύστημα, συχνότητακαι βαθμό σοβαρότητας (NCI-CTCAE). Περιλαμβάνονται επίσης ανεπιθύμητες

ενέργειες που προσδιορίστηκαν σε κλινικές μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά

σοβαρότητας.

Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (

1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές

(≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν

μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1.

Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες

Κατηγορία

Οργανικού

Συστήματος

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

Λοιμώξεις

και

παρασιτώσε

ις

Ιογενείς

λοιμώξεις

Λοιμώξεις του

αναπνευστικού

Απόστημα

Μυκητιασικές

λοιμώξεις

Ουρολοίμωξη

Δερματικές

λοιμώξεις

Σηψαιμία

στ,*

Νεκρωτική

περιτονίτιδα*

Βακτηριακές

λοιμώξεις

Διαταραχές

του

αιμοποιητικ

ού και του

λεμφικού

συστήματος

Ουδετεροπενί

Θρομβοπενία

Αναιμία

Λευκοπενία

Λεμφοπενία

Πανκυτταροπενία

Θρομβωτική

μικροαγγειοπ

άθεια

η,*

Διαταραχές

του

ανοσοποιητι

κού

συστήματος

Υπερευαισθησία

Αγγειοοίδημ

Διαταραχές

του

ενδοκρινικο

ύ

συστήματος

Υποθυρεοειδι

σμός

Υπερθυρεοειδισμ

ός

Θυρεοειδίτιδ

Διαταραχές

του

μεταβολισμ

ού και της

θρέψης

Μειωμένη

όρεξη

Αφυδάτωση

Υπογλυκαιμία

Σύνδρομο

λύσης όγκου

Ψυχιατρικές

διαταραχές

Αϋπνία

Κατάθλιψη

Διαταραχές

του

νευρικού

συστήματος

Ζάλη

Κεφαλαλγία

Διαταραχές

της γεύσης

Περιφερική

νευροπάθεια

Παραισθησία

Υπαισθησία

Υπεραισθησία

Εγκεφαλική

αιμορραγία

Αγγειακό

εγκεφαλικό

επεισόδιο

Παροδικό

ισχαιμικό

επεισόδιο

Σύνδρομο

οπίσθιας

αναστρέψιμη

εγκεφαλοπάθ

ειας

Οφθαλμικές

διαταραχές

Περικογχικό

οίδημα

Βλεφαρικό

οίδημα

Δακρύρροια

αυξημένη

Κατηγορία

Οργανικού

Συστήματος

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

Καρδιακές

διαταραχές

Ισχαιμία του

μυοκαρδίου

ια,*

Κλάσμα

εξώθησης

μειωμένο

ιβ

Συμφορητική

καρδιακή

ανεπάρκεια

Έμφραγμα του

μυοκαρδίου

ιγ,*

Καρδιακή

ανεπάρκεια

Καρδιομυοπάθεια

Περικαρδιακή

συλλογή

Ηλεκτροκαρδιογρ

άφημα,

διάστημα QT

παρατεταμένο

Ανεπάρκεια

αριστερής

κοιλίας

Κοιλιακή

ταχυκαρδία

δίκην

ριπιδίου

Αγγειακές

διαταραχές

Υπέρταση

Εν τω βάθει

φλεβική

θρόμβωση

Έξαψη

Ερυθρίαση

Αιμορραγία

όγκου

Ανευρύσματ

α και

αρτηριακοί

διαχωρισμοί

Διαταραχές

του

αναπνευστικ

ού

συστήματος,

του θώρακα

και του

μεσοθωράκι

ου

Δύσπνοια

Επίσταξη

Βήχας

Πνευμονική

εμβολή

Υπεζωκοτική

συλλογή

Αιμόπτυση

Δύσπνοια μετά

από κόπωση

Στοματοφαρυγγι

κός πόνος

ιδ

Ρινική

συμφόρηση

Ρινική ξηρότητα

Πνευμονική

αιμορραγία

Αναπνευστική

ανεπάρκεια

Κατηγορία

Οργανικού

Συστήματος

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

Διαταραχές

του

γαστρεντερι

κού

Στοματίτιδα

ιε

Κοιλιακό

άλγος

ιστ

Έμετος

Διάρροια

Δυσπεψία

Ναυτία

Δυσκοιλιότητ

Γαστροοισοφαγι

κή

παλινδρόμηση

Δυσφαγία

Γαστρεντερική

αιμορραγία

Οισοφαγίτιδα

Διάταση της

κοιλίας

Κοιλιακή

δυσφορία

Αιμορραγία του

ορθού

Ουλορραγία

Στοματικά έλκη

Πρωκταλγία

Χειλίτιδα

Αιμορροΐδες

Γλωσσοδυνία

Στοματικό

άλγος

Ξηροστομία

Μετεωρισμός

Στοματική

δυσφορία

Ερυγή

Γαστρεντερική

διάτρηση

ιζ,*

Παγκρεατίτιδα

Συρίγγιο του

πρωκτού

Κολίτιδα

ιη

Διαταραχές

του ήπατος

και των

χοληφόρων

Ηπατική

ανεπάρκεια

Χολοκυστίτιδα

ιθ,*

Μη φυσιολογική

ηπατική

λειτουργία

Ηπατίτιδα

Διαταραχές

του

δέρματος

και του

υποδόριου

ιστού

Δυσχρωματισ

μός του

δέρματος

Σύνδρομο

παλαμο-

πελματιαίας

ερυθροδυσαισ

θησίας

Εξάνθημα

κα

Αλλαγή του

χρώματος των

τριχών

Ξηροδερμία

Αποφολίδωση

του δέρματος

Δερματική

αντίδραση

κβ

Έκζεμα

Φλύκταινες

Ερύθημα

Αλωπεκία

Ακμή

Κνησμός

Υπερμελάγχρωσ

η δέρματος

Δερματική

βλάβη

Υπερκεράτωση

Δερματίτιδα

Διαταραχή των

ονύχων

κγ

Πολύμορφο

ερύθημα

Σύνδρομο

Stevens

Johnson

Γαγγραινώδε

ς πυόδερμα

Τοξική

επιδερμική

νεκρόλυση

Κατηγορία

Οργανικού

Συστήματος

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

Διαταραχές

του

μυοσκελετικ

ού

συστήματος

και του

συνδετικού

ιστού

Πόνος στα

άκρα

Αρθραλγία

Οσφυαλγία

Μυοσκελετικός

πόνος

Μυϊκοί σπασμοί

Μυαλγία

Μυϊκή αδυναμία

Οστεονέκρωση

της γνάθου

Συρίγγιο

Ραβδομυόλυ

ση

Μυοπάθεια

Διαταραχές

των νεφρών

και των

ουροφόρων

οδών

Νεφρική

ανεπάρκεια

Οξεία νεφρική

ανεπάρκεια

Χρωματουρία

Πρωτεϊνουρία

Αιμορραγία των

ουροφόρων οδών

Νεφρωσικό

σύνδρομο

Γενικές

διαταραχές

και

καταστάσεις

της οδού

χορήγησης

Φλεγμονή

βλεννογόνου

Κόπωση

κδ

Οίδημα

κε

Πυρεξία

Θωρακικό

άλγος

Άλγος

Γριππώδης

συνδρομή

Ρίγη

Καθυστερημένη

επούλωση

Παρακλινικ

ές εξετάσεις

Σωματικό βάρος

μειωμένο

Αριθμός

λευκοκυττάρων

μειωμένος

Λιπάση

αυξημένη

Αριθμός

αιμοπεταλίων

μειωμένος

Αιμοσφαιρίνη

μειωμένη

Αμυλάση

αυξημένη

κστ

Ασπαρτική

αμινοτρασφερά

ση αυξημένη

Αμινοτρανσφερ

άση της

αλανίνης

αυξημένη

Κρεατινίνη

αίματος

αυξημένη

Αρτηριακή

πίεση αυξημένη

Ουρικό οξύ

αίματος

αυξημένο

Κρεατινοφωσφοκ

ινάση αίματος

αυξημένη

Θυρεοειδοτρόπος

ορμόνη αίματος

αυξημένη

Συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβαμάτων.

Οι ακόλουθοι όροι έχουν συνδυαστεί:

Ρινοφαρυγγίτιδα και επιχείλιος έρπης.

Βρογχίτιδα, λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, πνευμονία και λοίμωξη του

αναπνευστικού συστήματος.

Απόστημα, απόστημα του άκρου, απόστημα του πρωκτού, απόστημα των ούλων, ηπατικό απόστημα,

απόστημα του παγκρέατος, απόστημα του περινέου, περιορθικό απόστημα, απόστημα του ορθού,

υποδόριο απόστημα και οδοντικό απόστημα.

Καντιντίαση του οισοφάγου και καντιντίαση του στόματος.

Κυτταρίτιδα και δερματική λοίμωξη.

στ

Σηψαιμία και σηπτική καταπληξία.

Κοιλιακό απόστημα, κοιλιακή σηψαιμία, εκκολπωματίτιδα και οστεομυελίτιδα.

Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα και αιμολυτικό ουραιμικό

σύνδρομο.

Μειωμένη όρεξη και ανορεξία.

Δυσγευσία, αγευσία και διαταραχή της γεύσης.

ια

Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, στηθάγχη, στηθάγχη ασταθής, απόφραξη στεφανιαίας αρτηρίας και ισχαιμία

του μυοκαρδίου.

ιβ

Κλάσμα εξώθησης μειωμένο/μη φυσιολογικό.

ιγ

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, έμφραγμα του μυοκαρδίου και σιωπηλό έμφραγμα του μυοκαρδίου.

ιδ

Άλγος του στοματοφάρυγγα και φαρυγγολαρυγγικό άλγος.

ιε

Στοματίτιδα και αφθώδης στοματίτιδα.

ιστ

Κοιλιακό άλγος, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας και άλγος άνω κοιλιακής χώρας.

ιζ

Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και διάτρηση του εντέρου.

ιη

Κολίτιδα και ισχαιμική κολίτιδα.

ιθ

Χολοκυστίτιδα και μη λιθιασιακή χολοκυστίτιδα.

Κίτρινο δέρμα, δυσχρωματισμός δέρματος και διαταραχή της μελάγχρωσης.

κα

Ψωριασιόμορφη δερματίτιδα, εξάνθημα αποφολιδωτικό, εξάνθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα

θυλακιώδες, εξάνθημα γενικευμένο, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα

βλατιδώδες και εξάνθημα κνησμώδες.

κβ

Δερματική αντίδραση και διαταραχή δέρματος.

κγ

Διαταραχή και δυσχρωματισμός των ονύχων.

κδ

Κόπωση και εξασθένιση.

κε

Οίδημα προσώπου, οίδημα και οίδημα περιφερικό.

κστ

Αμυλάση και αμυλάση αυξημένη.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής λοίμωξης (παρουσία ή απουσία ουδετεροπενίας),

συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων με θανατηφόρα έκβαση. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις

νεκρωτικής περιτονίτιδας, συμπεριλαμβανομένου του περίνεου, ορισμένες εκ των οποίων είχαν

θανατηφόρα έκβαση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Μείωση του απόλυτου αριθμού των ουδετερόφιλων, σοβαρότητας Βαθμού 3 και 4, αντίστοιχα,

αναφέρθηκε στο 10% και το 1,7% των ασθενών στη μελέτη Φάσης 3 σε GIST, στο 16% και 1,6% των

ασθενών στη μελέτη Φάσης 3 σε MRCC και στο 13% και στο 2,4% των ασθενών στη μελέτη Φάσης 3

σε pNET. Μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων, σοβαρότητας Βαθμού 3 και 4, αντίστοιχα,

αναφέρθηκε στο 3,7% και στο 0,4% των ασθενών στη μελέτη Φάσης 3 σε GIST, στο 8,2% και στο

1,1% των ασθενών στη μελέτη Φάσης 3 σε MRCC και στο 3,7% και στο 1,2% των ασθενών στη

μελέτη Φάσης 3 σε pNET (βλ. παράγραφο 4.4).

Αιμορραγικά επεισόδια αναφέρθηκαν στο 18% των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη σε μια

μελέτη Φάσης 3 σε GIST, έναντι του 17% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Μεταξύ

των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη ως θεραπεία για MRCC, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε

προηγούμενη θεραπεία, το 39% εκδήλωσαν αιμορραγικά επεισόδια, έναντι του 11% των ασθενών που

λάμβαναν ιντερφερόνη-α (IFN-α). Δεκαεπτά (4,5%) ασθενείς υπό θεραπεία με σουνιτινίμπη έναντι 5

(1,7%) ασθενών που λάμβαναν IFN-α, εκδήλωσαν Βαθμού 3 ή μεγαλύτερου βαθμού αιμορραγικά

επεισόδια. Από το σύνολο των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη για την αντιμετώπιση ανθεκτικού

στις κυτοκίνες MRCC, το 26% εκδήλωσε αιμορραγία. Αιμορραγικά επεισόδια, με εξαίρεση την

επίσταξη, παρουσιάστηκαν στο 21,7% των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη στη μελέτη Φάσης 3

για pNET, συγκριτικά με το 9,85% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (βλ. παράγραφο

4.4).

Σε κλινικές μελέτες, αιμορραγία όγκου αναφέρθηκε σε περίπου 2% των ασθενών με GIST.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος (βλ.

παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος

Υποθυρεοειδισμός αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη αντίδραση σε 7 ασθενείς (4%) που λάμβαναν

σουνιτινίμπη, οι οποίοι συμμετείχαν στις 2 μελέτες του ανθεκτικού στις κυτοκίνες MRCC, σε 61

ασθενείς (16%) που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε 3 ασθενείς (< 1%) στο σκέλος της IFN-α, στη

μελέτη θεραπείας ασθενών που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία του MRCC.

Επιπροσθέτως, αναφέρθηκαν αυξήσεις της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) σε 4 ασθενείς με

ανθεκτικό σε κυτοκίνες MRCC (2%). Συνολικά, το 7% του πληθυσμού με MRCC παρουσίασε είτε

κλινικές είτε εργαστηριακές ενδείξεις υποθυρεοειδισμού, οφειλόμενου στη θεραπεία. Επίκτητος

υποθυρεοειδισμός παρατηρήθηκε στο 6,2% των ασθενών με GIST που λάμβαναν σουνιτινίμπη, έναντι

1% αυτών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη Φάσης 3 σε pNET αναφέρθηκε

υποθυρεοειδισμός σε 6 ασθενείς (7,2%) που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε 1 ασθενή (1,2%) που

λάμβανε εικονικό φάρμακο.

Η θυρεοειδική λειτουργία ελέγχθηκε προοπτικά σε 2 μελέτες, σε ασθενείς με καρκίνο μαστού. Το

Sutent δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στον καρκίνο του μαστού. Σε 1 μελέτη, υποθυρεοειδισμός

αναφέρθηκε σε 15 (13,6%) ασθενείς στο σκέλος της σουνιτινίμπης και σε 3 (2,9%) ασθενείς στο

σκέλος της καθιερωμένης θεραπείας. Αύξηση της TSH αίματος αναφέρθηκε σε 1 (0,9%) ασθενή που

λάμβανε σουνιτινίμπη και σε κανέναν ασθενή στο σκέλος της καθιερωμένης θεραπείας.

Υπερθυρεοειδισμός δεν αναφέρθηκε σε κανέναν ασθενή που έλαβε θεραπεία με σουνιτινίμπη, αλλά

αναφέρθηκε σε 1 (1,0%) ασθενή που έλαβε την καθιερωμένη θεραπεία. Στην άλλη μελέτη,

υποθυρεοειδισμός αναφέρθηκε σε συνολικά 31 (13%) ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε 2

(0,8%) ασθενείς που λάμβαναν καπεσιταμπίνη. Αύξηση της TSH αίματος αναφέρθηκε σε 12 (5,0%)

ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε κανέναν ασθενή που λάμβανε καπεσιταμπίνη.

Υπερθυρεοειδισμός αναφέρθηκε σε 4 (1,7%) ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε κανέναν

ασθενή που λάμβανε καπεσιταμπίνη. Μείωση της TSH αίματος αναφέρθηκε σε 3 (1,3%) ασθενείς που

λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε κανέναν ασθενή που λάμβανε καπεσιταμπίνη. Αύξηση της Τ4

αναφέρθηκε σε 2 (0,8%) ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη και σε 1 (0,4%) ασθενή που λάμβανε

καπεσιταμπίνη. Αύξηση της Τ3 αναφέρθηκε σε 1 (0,8%) ασθενή που λάμβανε σουνιτινίμπη και σε

κανέναν ασθενή που λάμβανε καπεσιταμπίνη. Όλες οι σχετιζόμενες με το θυρεοειδή ανεπιθύμητες

ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν Βαθμού 1-2 (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Σε ασθενείς με pNET αναφέρθηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης συμβαμάτων υπογλυκαιμίας, σε

σύγκριση με ασθενείς με MRCC και GIST. Εντούτοις, οι περισσότερες από αυτές τις ανεπιθύμητες

ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες, δε θεωρήθηκαν σχετιζόμενες με τη θεραπεία. της

μελέτης (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Σε κλινικές μελέτες της σουνιτινίμπης και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην

αγορά, υπήρξαν λίγες αναφορές (<1%), περιστατικών, ορισμένα εκ των οποίων με θανατηφόρα

έκβαση, που παρουσίασαν επιληπτικές κρίσεις και ακτινολογικές ενδείξεις RPLS. Παρατηρήθηκαν

επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς με ή χωρίς ακτινολογικές ενδείξεις εγκεφαλικών μεταστάσεων (βλ.

παράγραφο 4.4).

Καρδιακές διαταραχές

Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκε μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF)

≥ 20% και μείωση, χαμηλότερη από τα κατώτερα φυσιολογικά όρια, προκλήθηκε στο 2% περίπου των

ασθενών με GIST που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με σουνιτινίμπη, στο 4% των ασθενών με MRCC

ανθεκτικό στις κυτοκίνες και στο 2% των ασθενών σε GIST που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Αυτή η

μείωση του LVEF δεν φάνηκε να είναι προοδευτική και συχνά παρουσίασε βελτίωση κατά τη

συνέχιση της θεραπείας. Στη μελέτη με ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία

του MRCC, το 27% των ασθενών σε θεραπεία με σουνιτινίμπη και το 15% των ασθενών σε θεραπεία

με IFN-α παρουσίασαν μετρήσεις του LVEF χαμηλότερες από το κατώτερο φυσιολογικό όριο. Δύο

ασθενείς (< 1%) που έλαβαν σουνιτινίμπη διαγνώστηκαν με CHF.

Ανεπιθύμητες ενέργειες χαρακτηριζόμενες ως «καρδιακή ανεπάρκεια», «συμφορητική καρδιακή

ανεπάρκεια» ή «ανεπάρκεια αριστερής κοιλίας» σε ασθενείς με GIST, αναφέρθηκαν στο 1,2% των

ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σουνιτινίμπη και στο 1% των ασθενών που έλαβαν εικονικό

φάρμακο. Στην κύρια μελέτη Φάσης 3 σε GIST (N = 312), θανατηφόρα καρδιακά επεισόδια,

σχετιζόμενα με τη θεραπεία, παρουσιάστηκαν στο 1% των ασθενών σε κάθε σκέλος της μελέτης (δηλ.

στα σκέλη της σουνιτινίμπης και του εικονικού φαρμάκου). Σε μία μελέτη Φάσης 2 σε ασθενείς με

MRCC ανθεκτικό στις κυτοκίνες, 0,9% των ασθενών παρουσίασαν σχετιζόμενο με τη θεραπεία

θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και στη μελέτη Φάσης 3 σε ασθενείς με MRCC που δεν είχαν

υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, 0,6% των ασθενών στο σκέλος της IFN-α και 0% των ασθενών

στο σκέλος της σουνιτινίμπης, παρουσίασαν θανατηφόρα καρδιακά επεισόδια. Στη μελέτη Φάσης 3

σε pNET, 1 (1%) ασθενής που έλαβε σουνιτινίμπη παρουσίασε σχετιζόμενη με τη θεραπεία

θανατηφόρα καρδιακή ανεπάρκεια.

Αγγειακές διαταραχές

Υπέρταση

Η υπέρταση ήταν μια πολύ συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση που αναφέρθηκε στις κλινικές μελέτες. Η

δόση της σουνιτινίμπης μειώθηκε ή η χορήγησή της διακόπηκε προσωρινά, στο 2,7% περίπου των

ασθενών που παρουσίασαν υπέρταση. Η σουνιτινίμπη δεν διακόπηκε μόνιμα σε κανέναν από αυτούς

τους ασθενείς. Σοβαρή υπέρταση (>200 mmHg συστολική ή 110 mmHg διαστολική) αναφέρθηκε στο

4,7% των ασθενών με συμπαγείς όγκους. Υπέρταση αναφέρθηκε σε περίπου 33,9% των ασθενών με

MRCC που λάμβαναν σουνιτινίμπη, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, συγκριτικά

με 3,6% των ασθενών που λάμβαναν IFN-α. Σοβαρή υπέρταση αναφέρθηκε στο 12% των ασθενών

που λάμβαναν σουνιτινίμπη, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, και σε < 1% των

ασθενών που λάμβαναν IFN-α. Υπέρταση αναφέρθηκε στο 26,5% των ασθενών που λάμβαναν

σουνιτινίμπη σε μια μελέτη φάσης 3 σε pNET, συγκριτικά με το 4,9% των ασθενών που λάμβαναν

εικονικό φάρμακο. Σοβαρή υπέρταση αναφέρθηκε στο 10% των ασθενών με pNET, που λάμβαναν

σουνιτινίμπη και στο 3% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, σχετιζόμενα με τη θεραπεία, αναφέρθηκαν σε περίπου 1,0% των

ασθενών με συμπαγείς όγκους, που λάμβαναν σουνιτινίμπη σε κλινικές μελέτες,

συμπεριλαμβανομένων αυτών με GIST και RCC.

Επτά ασθενείς (3%) που λάμβαναν σουνιτινίμπη, έναντι κανενός για το εικονικό φάρμακο, σε μια

μελέτη Φάσης 3 σε GIST, παρουσίασαν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια. Στα 5 από τα 7

επεισόδια παρουσιάστηκε εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (deep venous thrombosis, DVT) Βαθμού 3

και στα 2 Βαθμού 1 ή 2. Τέσσερις από αυτούς τους 7 ασθενείς με GIST διέκοψαν τη θεραπεία, όταν

παρατηρήθηκε DVT για πρώτη φορά.

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια αναφέρθηκαν σε δεκατρείς ασθενείς (3%) στη μελέτη Φάσης 3

σε MRCC που έλαβαν σουνιτινίμπη ως θεραπεία, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη

θεραπεία του MRCC και σε 4 ασθενείς (2%) που συμμετείχαν σε 2 μελέτες του ανθεκτικού στις

κυτοκίνες MRCC. Εννέα από αυτούς τους ασθενείς παρουσίασαν περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής,

η 1 ήταν Βαθμού 2 και οι 8 ήταν Βαθμού 4. Οχτώ από αυτούς τους ασθενείς παρουσίασαν επεισόδια

DVT, από τα οποία 1 ήταν Βαθμού 1, 2 Βαθμού 2, 4 Βαθμού 3 και 1 Βαθμού 4. Στη μελέτη του

ανθεκτικού στις κυτοκίνες MRCC, έγινε διακοπή της δόσης σε έναν ασθενή με πνευμονική εμβολή.

Στους ασθενείς που λάμβαναν IFN-α, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία του

MRCC, αναφέρθηκαν 6 φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια (2%). 1 ασθενής (< 1%) παρουσίασε

DVT Βαθμού 3 και 5 ασθενείς (1%) παρουσίασαν περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής, όλες Βαθμού 4.

Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια αναφέρθηκαν για 1 (1,2%) ασθενή στο σκέλος της σουνιτινίμπης

και για 5 (6,1%) ασθενείς στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου, στη μελέτη Φάσης 3 σε pNET. Δύο

από αυτούς τους ασθενείς, που λάμβαναν εικονικό φάρμακο είχαν DVT, το 1 Βαθμού 2 και το 1

Βαθμού 3.

Δεν αναφέρθηκε καμία περίπτωση που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο στις εγκριτικές μελέτες σε

GIST, MRCC και pNET. Περιπτώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν παρατηρηθεί μετά

την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής παρατηρήθηκαν σε περίπου 3,1% των ασθενών με GIST και σε

περίπου 1,2% των ασθενών με MRCC, οι οποίοι έλαβαν σουνιτινίμπη στις μελέτες Φάσης 3. Δεν

αναφέρθηκε πνευμονική εμβολή σε ασθενείς με pNET, οι οποίοι έλαβαν σουνιτινίμπη στη μελέτη

Φάσης 3. Σπάνιες περιπτώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν παρατηρηθεί μετά την

κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Ασθενείς που παρουσίασαν πνευμονική εμβολή, μέσα στους προηγούμενους 12 μήνες,

αποκλείσθηκαν από τις κλινικές μελέτες με σουνιτινίμπη.

Σε ασθενείς που έλαβαν σουνιτινίμπη στις εγκριτικές μελέτες Φάσης 3, πνευμονικά συμβάματα (π.χ.

δύσπνοια, υπεζωκοτική συλλογή, πνευμονική εμβολή ή πνευμονικό οίδημα), αναφέρθηκαν στο 17,8%

περίπου των ασθενών με GIST, στο 26,7% περίπου των ασθενών με MRCC και στο 12% των

ασθενών με pNET.

Το 22,2% περίπου των ασθενών με συμπαγείς όγκους, συμπεριλαμβανομένων αυτών με GIST και

MRCC, οι οποίοι έλαβαν σουνιτινίμπη σε κλινικές μελέτες, παρουσίασαν πνευμονικά συμβάματα.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Δεν έχει παρατηρηθεί συχνά (< 1%) παγκρεατίτιδα σε ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη για τη

θεραπεία των GIST ή MRCC. Δεν αναφέρθηκε, σχετιζόμενη με τη θεραπεία, παγκρεατίτιδα στη

μελέτη Φάσης 3 σε pNET (βλ. παράγραφο 4.4).

Στο 0,98% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο στη μελέτη Φάσης 3 σε GIST,

παρουσιάστηκε θανατηφόρα αιμορραγία στο γαστρεντερικό.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Ηπατική δυσλειτουργία έχει αναφερθεί και μπορεί να περιλαμβάνει μη φυσιολογικά αποτελέσματα

Δοκιμασιών Ηπατικής Λειτουργίας, ηπατίτιδα ή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις γαγγραινώδους πυοδέρματος, γενικώς αναστρέψιμου μετά από διακοπή

της σουνιτινίμπης (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης, κάποιες εκ των οποίων ήταν

παρουσία οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα μυϊκής τοξικότητας θα

πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική (βλ. παράγραφο 4.4).

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σχηματισμού συριγγίου, που έχουν συσχετισθεί κάποιες φορές με

νέκρωση του όγκου και υποτροπή, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο

(βλ. παράγραφο 4.4).

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ONJ σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με Sutent, οι περισσότερες εκ

των οποίων εμφανίσθηκαν σε ασθενείς με αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για ONJ, ιδιαίτερα,

έκθεση σε ενδοφλέβια διφωσφονικά και/ή ιστορικό οδοντιατρικής νόσου που απαιτεί επεμβατικές

παρεμβάσεις (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Παρακλινικές εξετάσεις

Δεδομένα από μη κλινικές (in vitro και in vivo) μελέτες, σε δόσεις υψηλότερες από τη συνιστώμενη

ανθρώπινη δόση, δείχνουν ότι η σουνιτινίμπη έχει τη δυνατότητα να αναστέλλει τη διαδικασία

αναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας του μυοκαρδίου (π.χ. παράταση του διαστήματος QT).

Από 450 ασθενείς με συμπαγείς όγκους, στο 0,5% σημειώθηκε επιμήκυνση του διαστήματος QTc σε

τιμή μεγαλύτερη από 500 msec, ενώ στο 1,1% σημειώθηκαν μεταβολές από την έναρξη μεγαλύτερες

από 60 msec. Και οι δυο αυτές παράμετροι αναγνωρίζονται ως δυνητικά σημαντικές μεταβολές. Σε

περίπου διπλάσιες θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η σουνιτινίμπη έδειξε να παρατείνει το διάστημα

QTcF (διάστημα QT διορθωμένο κατά Fridericia).

Η παράταση του διαστήματος QTc διερευνήθηκε σε μία μελέτη με 24 ασθενείς, ηλικίας 20-87ετών, με

προχωρημένες κακοήθειες. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έδειξαν ότι η σουνιτινίμπη επηρέασε

το διάστημα QTc (που ορίζεται ως μέση προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο μεταβολή

> 10 msec, με ανώτερο όριο διαστήματος εμπιστοσύνης [CI] 90% > 15 msec) σε θεραπευτικές

συγκεντρώσεις (Ημέρα 3), εφαρμόζοντας τη μέθοδο ενδοημερήσιας διόρθωσης της αρχικής τιμής και

σε μεγαλύτερες από τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις (Ημέρα 9), εφαρμόζοντας και τις δύο μεθόδους

διόρθωσης της αρχικής τιμής. Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε τιμή του διαστήματος QTc

> 500 msec. Παρά το γεγονός ότι παρατηρήθηκε επίδραση στο διάστημα QTcF την Ημέρα 3 στις 24

ώρες μετά τη δόση (δηλ. σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα που αναμένονται μετά τη

συνιστώμενη αρχική δόση των 50 mg), με τη μέθοδο ενδοημερήσιας διόρθωσης της αρχικής τιμής, η

κλινική σημασία αυτού του ευρήματος παραμένει ασαφής.

Χρησιμοποιώντας αναλυτικές, διαδοχικές αξιολογήσεις ΗΚΓ, σε χρόνους που αντιστοιχούν είτε στη

θεραπευτική είτε σε μεγαλύτερη από τη θεραπευτική έκθεση, σε κανέναν από τους ασθενείς στον

αξιολογήσιμο πληθυσμό ή τον πληθυσμό με πρόθεση για θεραπεία (intent-to-treat, ΙΤΤ) δεν

παρατηρήθηκε παράταση του διαστήματος QTc, η οποία να θεωρείται «σοβαρή» (δηλ. ίση ή

μεγαλύτερη από Βαθμού 3, σύμφωνα με τα Κριτήρια Κοινής Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες

[Common Terminology Criteria for Adverse Events, CTCAE] έκδοση 3.0).

Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα, η μέγιστη μέση μεταβολή του διαστήματος QTcF

(διορθωμένου κατά Fridericia) από την έναρξη, ήταν 9 msec (90% CI: 15,1 msec). Σε περίπου

διπλάσιες θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η μέγιστη μεταβολή του διαστήματος QTcF από την έναρξη

ήταν 15,4 msec (90% CI: 22,4 msec). Η χρήση μοξιφλοξασίνης (400 mg) ως θετικού μάρτυρα έδειξε

μέγιστη μέση μεταβολή του διαστήματος QTcF από την έναρξη ίση με 5,6 msec. Σε κανέναν ασθενή

δεν σημειώθηκε επίδραση στο διάστημα QTc μεγαλύτερη του Βαθμού 2 (CTCAE έκδοση 3.0) (βλ.

παράγραφο 4.4).

Μακροχρόνια ασφάλεια σε MRCC

Η μακροχρόνια ασφάλεια της σουνιτινίμπης σε ασθενείς με MRCC, αναλύθηκε σε 9 ολοκληρωμένες

κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην πρώτη γραμμή θεραπείας, σε ανθεκτική στο

bevacizumab και στις κυτοκίνες θεραπεία, σε 5.739 ασθενείς, από τους οποίους 807 (14%) έλαβαν

θεραπεία για ≥ 2 έτη έως και 6 έτη. Στους 807 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μακροχρόνια θεραπεία με

σουνιτινίμπη, οι περισσότερες, σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες (treatment-related

adverse events, TRAEs), παρουσιάστηκαν στην αρχή της θεραπείας στους πρώτους 6 μήνες - 1 έτος

και στη συνέχεια ήταν σταθερές ή μειούμενες σε συχνότητα με την πάροδο του χρόνου, με εξαίρεση

τον υποθυρεοειδισμό, ο οποίος σταδιακά αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου, με νέα περιστατικά

να εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου των 6 ετών. Η παρατεταμένη θεραπεία με

σουνιτινίμπη δεν συσχετίστηκε με νέους τύπους TRAEs.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το προφίλ ασφάλειας της σουνιτινίμπης έχει προέλθει από μια μελέτη Φάσης 1, με κλιμάκωση της

δόσης, μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης Φάσης 2, μια μελέτη μονού σκέλους Φάσης 1/2 και από τις

δημοσιεύσεις που περιγράφονται παρακάτω.

Μία μελέτη Φάσης 1, με κλιμάκωση της δόσης της από στόματος χορηγούμενης σουνιτινίμπης,

διεξήχθη σε 35 ασθενείς που αποτελούνταν από 30 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 ετών έως

17 ετών) και 5 νεαρούς ενήλικους ασθενείς (ηλικίας 18 έως 21 ετών), με ανθεκτικούς στη θεραπεία

συμπαγείς όγκους, η πλειοψηφία των οποίων είχε κύρια διάγνωση εγκεφαλικού όγκου. Όλοι οι

συμμετέχοντες στη μελέτη εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο. Οι περισσότερες εξ

αυτών ήταν σοβαρές (βαθμός τοξικότητας ≥ 3) και περιελάμβαναν την καρδιακή τοξικότητα. Οι πιο

συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο ήταν γαστρεντερική (gastrointestinal, GI) τοξικότητα,

ουδετεροπενία, κόπωση και αύξηση των επιπέδων ALT. Ο κίνδυνος καρδιακών ανεπιθύμητων

ενεργειών φάνηκε να είναι υψηλότερος σε παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη έκθεση σε

ακτινοβόληση της καρδιάς ή σε ανθρακυκλίνη, σε σύγκριση με τους παιδιατρικούς ασθενείς χωρίς

προηγούμενη έκθεση. Σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς χωρίς προηγούμενη έκθεση σε

ανθρακυκλίνες ή ακτινοβόληση της καρδιάς, προσδιορίστηκε η μέγιστη ανεκτή δόση (maximum

tolerated dose, MTD) (βλ. παράγραφο 5.1).

Μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης, Φάσης 2 διεξήχθη σε 29 ασθενείς που αποτελούνταν από

27 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 ετών έως 16 ετών) και 2 νεαρούς ενήλικους ασθενείς (ηλικίας

18 ετών έως 19 ετών) με υποτροπιάζον/προοδευτικό/ανθεκτικό γλοίωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας

(high grade glioma, HGG) ή επενδύμωμα. Δεν παρουσιάστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 5 σε

καμία από τις δύο ομάδες. Οι πιο συχνές (≥10%) σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες

ήταν ο μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων (6 [20,7%] ασθενείς) και η ενδοκράνια αιμορραγία (3

[10,3%] ασθενείς).

Μια μελέτη μονού σκέλους, Φάσης 1/2 διεξήχθη σε 6 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 13 ετών έως

16 ετών), με προχωρημένο, ανεγχείρητο GIST. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο

ήταν η διάρροια, η ναυτία, ο μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων, η ουδετεροπενία και η κεφαλαλγία

σε 3 (50,0%) ασθενείς η καθεμία, με σοβαρότητα κυρίως Βαθμού 1 ή 2. Τέσσερις από τους

6 ασθενείς (66,7%) παρουσίασαν σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες (Βαθμού 34

υποφωσφαταιμία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία σε 1 ασθενή η καθεμία και ουδετεροπενία

Βαθμού 4 σε 1 ασθενή). Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (ΣΑΕ) ή ανεπιθύμητες

ενέργειες στο φάρμακο Βαθμού 5 σε αυτήν τη μελέτη. Τόσο στην κλινική μελέτη όσο και στις

δημοσιεύσεις, το προφίλ ασφάλειας ήταν σύμφωνο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας στους ενηλίκους.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης

οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να

αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος

αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9

Υπερδοσολογία

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Sutent και η αντιμετώπισή της θα

πρέπει να αποτελείται από γενικά υποστηρικτικά μέτρα. Αν ενδείκνυται, η αποβολή της δραστικής

ουσίας που δεν έχει απορροφηθεί μπορεί να επιτευχθεί με έμετο ή πλύση στομάχου. Έχουν αναφερθεί

περιπτώσεις υπερδοσολογίας. Ορισμένες περιπτώσεις συσχετίστηκαν με ανεπιθύμητες ενέργειες που

ήταν σε συμφωνία με το γνωστό προφίλ ασφαλείας της σουνιτινίμπης.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής

κινάσης, κωδικός ATC: L01XE04

Μηχανισμός δράσης

Η σουνιτινίμπη αναστέλλει πολλαπλούς υποδοχείς τυροσινικής κινάσης (Receptor Tyrosine Kinases,

RTKs), που εμπλέκονται στην αύξηση του όγκου, τη νεοαγγειογένεση και τη μεταστατική εξέλιξη του

καρκίνου. Η σουνιτινίμπη προσδιορίστηκε ως αναστολέας των υποδοχέων του αιμοπεταλιακού

αυξητικού παράγοντα (PDGFRα και PDGFRβ), των υποδοχέων του αγγειακού ενδοθηλιακού

αυξητικού παράγοντα (VEGFR1, VEGFR2 και VEGFR3), του υποδοχέα του παράγοντα αρχέγονων

κυττάρων (ΚΙT), της ομοιάζουσας με το Fms τυροσινικής κινάσης-3 (FLT3), του υποδοχέα του

παράγοντα διέγερσης αποικιών (CSF-1R) και του υποδοχέα νευρογλοιακού νευροτροφικού

παράγοντα (RET). Ο κύριος μεταβολίτης παρουσιάζει παρόμοια δραστικότητα σε σύγκριση με τη

σουνιτινίμπη σε βιοχημικούς και κυτταρικούς ποσοτικούς προσδιορισμούς.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σουνιτινίμπης έχουν μελετηθεί στη θεραπεία

ασθενών με GIST, οι οποίοι παρουσίασαν ανθεκτικότητα στην ιματινίμπη (δηλαδή, παρουσίασαν

εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με ιματινίμπη) ή μη ανοχή στην ιματινίμπη

(δηλαδή, εμφάνισαν σημαντική τοξικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη, που δεν

επέτρεψε τη συνέχιση της θεραπείας), στη θεραπεία ασθενών με MRCC και τη θεραπεία των ασθενών

με ανεγχείρητους pNET.

Η αποτελεσματικότητα βασίζεται στο χρόνο έως την εξέλιξη της νόσου (time to tumour progression,

TTP), στην επιμήκυνση της επιβίωσης ασθενών με GIST, στην ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση

(progression-free survival, PFS) και στα ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης (objective response

rates, ORR) για MRCC, που δεν έχει υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία και το ανθεκτικό στις

κυτοκίνες MRCC αντίστοιχα και στην PFS για pNET.

Στρωματικοί όγκοι του γαστρεντερικού

Μια αρχική, ανοιχτής επισήμανσης μελέτη χορήγησης αυξανόμενων δόσεων διεξήχθη σε ασθενείς με

GIST μετά από αποτυχία της ιματινίμπης (διάμεση μέγιστη ημερήσια δόση 800 mg), λόγω

ανθεκτικότητας ή μη ανοχής. Ενενήντα επτά ασθενείς εντάχθηκαν σε διάφορες δόσεις και

χρονοδιαγράμματα χορήγησης. 55 ασθενείς έλαβαν 50 mg σουνιτινίμπης στο συνιστώμενο Σχήμα

θεραπείας, δηλαδή 4 εβδομάδες θεραπείας / 2 εβδομάδες διακοπή της θεραπείας («Σχήμα 4/2»).

Σε αυτήν τη μελέτη, ο διάμεσος TTP ήταν 34,0 εβδομάδες (διάστημα εμπιστοσύνης [CI] 95%: 22,0,

46,0).

Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης 3 της

σουνιτινίμπης διεξήχθη σε ασθενείς με GIST που παρουσίασαν μη ανοχή ή εξέλιξη της νόσου κατά τη

διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με ιματινίμπη (διάμεση μέγιστη ημερήσια δόση 800 mg). Σε αυτήν τη

μελέτη, 312 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (σε αναλογία 2:1) να λάβουν είτε 50 mg σουνιτινίμπης είτε

εικονικό φάρμακο από στόματος, μια φορά την ημέρα, σύμφωνα με το Σχήμα 4/2, έως την εξέλιξη της

νόσου ή τη διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη για άλλο λόγο (207 ασθενείς έλαβαν σουνιτινίμπη

και 105 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο). Το κύριο καταληκτικό σημείο αξιολόγησης της

αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν ο TTP, ο οποίος ορίζεται ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση

έως την πρώτη τεκμηρίωση αντικειμενικής εξέλιξης του όγκου. Κατά το χρόνο της προκαθορισμένης

ενδιάμεσης ανάλυσης, ο διάμεσος TTP κατά τη χορήγηση σουνιτινίμπης ήταν 28,9 εβδομάδες (95%

CI: 21,3, 34,1), όπως αξιολογήθηκε από τον ερευνητή και 27,3 εβδομάδες (95% CI: 16,0, 32,1), όπως

αξιολογήθηκε από την ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης και ήταν, σε στατιστικά σημαντικό βαθμό,

μεγαλύτερος από τον TTP, κατά τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου, των 5,1 εβδομάδων (95%

CI: 4,4, 10,1), όπως αξιολογήθηκε από τον ερευνητή και 6,4 εβδομάδων (95% CI: 4,4, 10,0 ), όπως

αξιολογήθηκε από την ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης. Η διαφορά στη συνολική επιβίωση (overall

survival, OS) ήταν στατιστικά ευνοϊκή για τη σουνιτινίμπη [λόγος κινδύνου (hazard ratio, HR): 0,491,

(95% CI: 0,290, 0,831)]. Ο κίνδυνος θανάτου ήταν διπλάσιος στους ασθενείς του σκέλους του

εικονικού φαρμάκου έναντι του σκέλους της σουνιτινίμπης.

Μετά την ενδιάμεση ανάλυση αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, σύμφωνα με τη σύσταση της

ανεξάρτητης Επιτροπής Παρακολούθησης Ασφάλειας και Δεδομένων (Data and Safety Monitoring

Board, DSMB), πραγματοποιήθηκε άρση της τυφλοποίησης της μελέτης και δόθηκε η δυνατότητα

πρόσβασης σε θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης με σουνιτινίμπη για τους ασθενείς στο σκέλος του

εικονικού φαρμάκου.

Συνολικά 255 ασθενείς έλαβαν σουνιτινίμπη στη φάση της μελέτης της θεραπείας ανοιχτής

επισήμανσης, συμπεριλαμβανομένων 99 ασθενών που ήταν αρχικά σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Η ανάλυση των αρχικών και δευτερευόντων καταληκτικών σημείων στη φάση ανοιχτής επισήμανσης

της μελέτης, επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα που προέκυψαν κατά τη χρονική στιγμή της ενδιάμεσης

ανάλυσης, όπως φαίνεται στον Πίνακα 2:

Πίνακας 2

Περίληψη καταληκτικών σημείων σποτελεσματικότητας σε GIST (ITT πληθυσμός)

Διπλά-τυφλή θεραπεία

Διάμεσος (95% CI)

Λόγος κινδύνου

Θεραπεία

διασταυρούμενης

ομάδας με

εικονικό

φάρμακο

β

Kαταληκτικό

Σημείο

Sutent

Εικονικό

Φάρμακο

(95% CI)

Τιμή p

Πρωταρχικό

(εβδομάδες)

Ενδιάμεσο

27,3 (16,0, 32,1)

6,4 (4,4, 10,0)

0,329 (0,233,

0,466)

< 0,001

Τελικό

26,6 (16,0, 32,1)

6,4 (4,4, 10,0)

0,339 (0,244,

0,472)

< 0,001

10,4 (4,3, 22,0)

Δευτερεύον

(εβδομάδες)

Ενδιάμεσο

24,1 (11,1, 28,3)

6,0 (4,4, 9,9)

0,333 (0,238,

0,467)

< 0,001

Τελικό

22,9 (10,9, 28,0)

6,0 (4,4, 9,7)

0,347 (0,253,

0,475)

< 0,001

ORR (%)

Ενδιάμεσο

6,8 (3,7, 11,1)

0 (-)

0,006

Τελικό

6,6 (3,8, 10,5)

0 (-)

0,004

10,1 (5,0, 17,8)

(εβδομάδες)

Ενδιάμεσο

0,491 (0,290,

0,831)

0,007

Τελικό

72,7 (61,3, 83,0)

64,9 (45,7, 96,0)

0,876 (0,679,

1,129)

0,306

Συντμήσεις: CI=διάστημα εμπιστοσύνης, ITT=με πρόθεση για θεραπεία, NA=δεν εφαρμόζεται, ORR=ποσοστό

αντικειμενικής ανταπόκρισης, OS=συνολική επιβίωση, PFS=ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση, TTP= χρόνος

έως την εξέλιξη της νόσου.

Αποτελέσματα διπλά τυφλής θεραπείας προέρχονται από ΙΤΤ πληθυσμό και κατόπιν χρήσης ακτινολογικής

μέτρησης, όπως αρμόζει.

Δεδομένα αποτελεσματικότητας για τα 99 άτομα που μετέβησαν από τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο στη

θεραπεία με Sutent, μετά την άρση της τυφλοποίησης. Η δόση έναρξης επανακαθορίστηκε κατά τη

διασταύρωση και οι αναλύσεις αποτελεσματικότητας βασίστηκαν στην αξιολόγηση

του ερευνητή.

Οι διάμεσοι αριθμοί PFS αναθεωρήθηκαν βάσει ενός επαναληπτικού υπολογισμού των πρωταρχικών

δεδομένων.

Τα αποτελέσματα για το ORR δίνονται ως ποσοστό των ασθενών με επιβεβαιωμένη ανταπόκριση με 95%

Η διάμεση επιβίωση δεν είχε επιτευχθεί γιατί τα δεδομένα δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί.

Η διάμεση OS στον ΙΤΤ πληθυσμό ήταν 72,7 εβδομάδες και 64,9 εβδομάδες (HR: 0,876, 95% CI:

0,679, 1,129, p=0,306) στα σκέλη της σουνιτινίμπης καιτου εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σε

αυτήν την ανάλυση, το σκέλος του εικονικού φαρμάκου περιελάμβανε αυτούς τους ασθενείς που

τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο, οι οποίοι έλαβαν επακολούθως θεραπεία ανοιχτής

επισήμανσης με σουνιτινίμπη.

Θεραπεία για μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα που δεν έχει υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία

Μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διεθνής μελέτη Φάσης 3, με σκοπό την αξιολόγηση της

αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της σουνιτινίμπης, σε σύγκριση με την IFN-α, διεξήχθη σε

ασθενείς με MRCC, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία. Επτακόσιοι πενήντα ασθενείς

τυχαιοποιήθηκαν 1:1 στα σκέλη θεραπείας. Έλαβαν θεραπεία είτε με σουνιτινίμπη, σε

επαναλαμβανόμενους κύκλους 6 εβδομάδων, που αποτελούνταν από 4 εβδομάδες χορήγησης από

στόματος 50 mg ημερησίως και ακολούθως διακοπή 2 εβδομάδων (Σχήμα 4/2) είτε IFN-α,

χορηγούμενη ως υποδόρια ένεση των 3 εκατομμυρίων μονάδων (million units, ΜU) την πρώτη

εβδομάδα, 6 MU τη δεύτερη εβδομάδα και 9 MU την τρίτη εβδομάδα και κατόπιν σε 3 μη διαδοχικές

ημέρες κάθε εβδομάδας.

Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 11,1 μήνες (εύρος: 0,4 - 46,1) για τη θεραπεία με

σουνιτινίμπη και 4,1 μήνες (εύρος: 0,1 - 45,6) για τη θεραπεία με IFN-α. Αναφέρθηκαν σοβαρές

ανεπιθύμητες ενέργειες, σχετιζόμενες με τη θεραπεία (treatment-related serious adverse events,

TRSAEs), στο 23,7% των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη και στο 6,9% των ασθενών που

λάμβαναν IFN-α. Ωστόσο, τα ποσοστά διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 20% για τη

σουνιτινίμπη και 23% για την IFN-α. Διακοπές της δοσολογίας συνέβησαν σε 202 ασθενείς (54%) σε

θεραπεία με σουνιτινίμπη και σε 141 ασθενείς (39%) σε θεραπεία με IFN-α. Μειώσεις της δοσολογίας

συνέβησαν σε 194 ασθενείς (52%) σε θεραπεία με σουνιτινίμπη και σε 98 ασθενείς (27%) σε

θεραπεία με IFN-α. Οι ασθενείς παρέμειναν σε θεραπεία μέχρι την επιδείνωση της νόσου ή την

απόσυρση από τη μελέτη. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η PFS.

Μια σχεδιασμένη ενδιάμεση ανάλυση έδειξε ένα στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα για τη

σουνιτινίμπη έναντι της IFN-α. Σε αυτήν τη μελέτη, η διάμεση PFS για την ομάδα που έλαβε

θεραπεία με σουνιτινίμπη ήταν 47,3 εβδομάδες, σε σύγκριση με 22,0 εβδομάδες για την ομάδα που

έλαβε θεραπεία με IFN-α. Ο HR ήταν 0,415 (95% CI: 0,320, 0,539, τιμή-p <0,001). Άλλα

καταληκτικά σημεία συμπεριελάμβαναν το ORR, την OS και την ασφάλεια. Η βασική απεικονιστική

αξιολόγηση διακόπηκε αφού επιτεύχθηκε το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο. Στην τελική ανάλυση,

το ORR, όπως καθορίστηκε από την αξιολόγηση των ερευνητών, ήταν 46% (95% CI: 41%, 51%) για

το σκέλος της σουνιτινίμπης και 12,0% (95% CI: 9%, 16%) για το σκέλος της IFN-α (p<0,001).

Η θεραπεία με σουνιτινίμπη συσχετίστηκε με μακρύτερη επιβίωση συγκριτικά με την IFN-α. Η

διάμεση OS ήταν 114,6 εβδομάδες για το σκέλος της θεραπείας με σουνιτινίμπη (95% CI: 100,1,

142,9) και 94,9 εβδομάδες για το σκέλος της IFN-α (95% CI: 77,7, 117,0), με λόγο κινδύνου 0,821

(95% CI: 0,673, 1,001, p=0,0510 με μη διαστρωματικό log-rank).

Οι συνολικές PFS και OS που παρατηρήθηκαν στον ITT πληθυσμό, όπως καθορίστηκαν από τη

βασική απεικονιστική, εργαστηριακή αξιολόγηση, συνοψίζονται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3 - Περίληψη καταληκτικών σημείων mRCC που δεν έχει υποβληθεί σε προηγούμενη

θεραπεία (ITT πληθυσμός)

Περίληψη ελεύθερης προόδου νόσου

επιβίωσης

Σουνιτινίμπη (N = 375)

IFN-

(N = 375)

Άτομα χωρίς επιδείνωση νόσου ή θάνατο [n

(%)]

161 (42,9)

176 (46,9)

Άτομα των οποίων η νόσος επιδεινώθηκε ή που

πέθαναν [n (%)]

214 (57,1)

199 (53,1)

PFS (εβδομάδες)

Τεταρτημόριο (95% CI)

22,7 (18,0, 34,0)

10,0 (7,3, 10,3)

48,3 (46,4, 58,3)

22,1 (17,1, 24,0)

84,3 (72,9, 95,1)

58,1 (45,6, 82,1)

Μη διαστρωματική ανάλυση

Λόγος κινδύνου (σουνιτινίμπη έναντι IFN-

0,5268

95% CI για λόγο κινδύνου

(0,4316, 0,6430)

τιμή p

< 0,0001

Περίληψη συνολικής επιβίωσης

Άτομα για τα οποία δεν έχει καταγραφεί

θάνατος [n (%)]

185 (49,3)

175 (46,7)

Άτομα για τα οποία έχει καταγραφεί θάνατος

[n (%)]

190 (50,7)

200 (53,3)

OS (εβδομάδες)

Τεταρτημόριο (95% CI)

56,6 (48,7, 68,4)

41,7 (32,6, 51,6)

114,6 (100,1, 142,9)

94,9 (77,7, 117,0)

ΝΑ (ΝΑ, ΝΑ)

ΝΑ (ΝΑ, ΝΑ)

Μη διαστρωματική ανάλυση

Λόγος κινδύνου (σουνιτινίμπη έναντι IFN-

0,8209

95% CI για λόγο κινδύνου

(0,6730, 1,0013)

τιμή p

0,0510

Συντμήσεις: CI=διάστημα εμπιστοσύνης, INF-α=ιντερφερόνη άλφα, ITT=με πρόθεση για θεραπεία, N=αριθμός

ασθενών, NA=δεν εφαρμόζεται, OS=συνολική επιβίωση, PFS=ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση.

Βασισμένο σε μία δοκιμασία log-rank δύο κατευθύνσεων.

Μεταστατικό ανθεκτικό στις κυτοκίνες νεφροκυτταρικό καρκίνωμα

Μια μελέτη Φάσης 2 της σουνιτινίμπης διεξήχθη σε ασθενείς που ήταν ανθεκτικοί στην προηγούμενη

θεραπεία με κυτοκίνες, η οποία περιελάμβανε τη χορήγηση ιντερλευκίνης-2 ή IFN-α. Εξήντα τρεις

ασθενείς έλαβαν ως δόση έναρξης 50 mg σουνιτινίμπης από στόματος, μία φορά την ημέρα, για 4

συνεχόμενες εβδομάδες και μετά ακολούθησε περίοδος διακοπής της θεραπείας διάρκειας 2

εβδομάδων, για την ολοκλήρωση ενός πλήρους κύκλου 6 εβδομάδων (Σχήμα 4/2). Το κύριο

καταληκτικό σημείο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας ήταν το ORR, βάσει των Κριτηρίων

Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης επί Συμπαγών Όγκων (RECIST).

Σε αυτήν τη μελέτη, το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν 36,5% (95% CI: 24,7%, 49,6%),

ενώ ο διάμεσος TTP ήταν 37,7 εβδομάδες (95% CI: 24,0, 46,4).

Μια επιβεβαιωτική, ανοιχτής επισήμανσης, ενός θεραπευτικού σκέλους, πολυκεντρική μελέτη, για

την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της σουνιτινίμπης διεξήχθη σε ασθενείς με

MRCC, οι οποίοι ήταν ανθεκτικοί στην προηγούμενη θεραπεία με κυτοκίνες. Εκατόν έξι (106)

ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση σουνιτινίμπης 50 mg στο πλαίσιο του Σχήματος 4/2.

Το κύριο καταληκτικό σημείο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας αυτής της μελέτης ήταν το

ORR. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τον TTP, τη διάρκεια ανταπόκρισης (DR)

και την OS.

Σε αυτήν τη μελέτη, το ORR ήταν 35,8% (95% CI: 26,8%, 47,5%), ενώ δεν είχε ακόμη επιτευχθεί η

διάμεση DR και OS.

Παγκρεατικοί νευροενδοκρινικοί όγκοι

Μία υποστηρικτική, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη Φάσης 2, αξιολόγησε την

αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της μονοθεραπείας με σουνιτινίμπη 50 mg ημερησίως, στο

πλαίσιο του Σχήματος 4/2, σε ασθενείς με ανεγχείρητο pNET. Σε μία κοόρτη 66 ασθενών με

νησιδιακά κύτταρα παγκρέατος, το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο του ποσοστού ανταπόκρισης

ήταν 17%.

Μία πρωταρχική, πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό

φάρμακο μελέτη Φάσης 3, μονοθεραπείας με σουνιτινίμπη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με

ανεγχείρητους pNET.

Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν επιβεβαιωμένη πρόοδο νόσου βάση των κριτηρίων RECIST, εντός των

προηγούμενων 12 μηνών και τυχαιοποιήθηκαν (1:1), ώστε να λαμβάνουν είτε 37,5 mg σουνιτινίμπης

μία φορά την ημέρα, χωρίς προγραμματισμένη περίοδο διακοπής (N = 86) είτε εικονικό φάρμακο

(N = 85).

Ο κύριος στόχος ήταν η σύγκριση της PFS σε ασθενείς που λάμβαναν σουνιτινίμπη, έναντι ασθενών

που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Άλλα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την OS, τα ORR, τις

αναφερόμενες από τους Ασθενείς Εκβάσεις (patient-reported outcomes, PROs) και την ασφάλεια.

Τα δημογραφικά στοιχεία ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των ομάδων σουνιτινίμπης και εικονικού

φαρμάκου. Επιπλέον, το 49% των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη είχαν μη λειτουργικούς

όγκους, έναντι του 52% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο και το 92% των ασθενών και

στα δύο σκέλη είχαν ηπατικές μεταστάσεις.

Η χρήση αναλόγων σωματοστατίνης επιτρεπόταν στο πλαίσιο της μελέτης.

Συνολικά το 66% των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη έλαβαν προηγούμενη συστηματική

θεραπεία, σε σύγκριση με το 72% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Επιπλέον, το 24%

των ασθενών που λάμβαναν σουνιτινίμπη είχαν λάβει ανάλογα σωματοστατίνης, σε σύγκριση με το

22% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Παρατηρήθηκε όφελος με κλινική σημαντικότητα, ως προς την, αξιολογούμενη από τον ερευνητή,

PFS για τη σουνιτινίμπη, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Η διάμεση PFS ήταν 11,4 μήνες για το

σκέλος της σουνιτινίμπης, σε σύγκριση με διάστημα 5,5 μηνών για το σκέλος που λάμβανε εικονικό

φάρμακο [λόγος κινδύνου: 0,418 (95% CI: 0,263, 0,662), τιμή p=0,0001]. Παρόμοια αποτελέσματα

παρατηρήθηκαν όταν οι αξιολογήσεις της ανταπόκρισης του όγκου, που προέκυψαν βάσει της

εφαρμογής των κριτηρίων RECIST στις μετρήσεις των όγκων από τον ερευνητή, χρησιμοποιήθηκαν

για να καθοριστεί η εξέλιξη της νόσου, όπως φαίνεται στον Πίνακα 4. Ευνοϊκός λόγος κινδύνου υπέρ

της σουνιτινίμπης παρατηρήθηκε σε όλες τις υποκατηγορίες των αρχικών χαρακτηριστικών που

αξιολογήθηκαν, συμπεριλαμβανομένης μίας ανάλυσης βάσει του αριθμού των προηγούμενων

συστηματικών θεραπειών. Συνολικός αριθμός 29 ασθενών στο σκέλος της σουνιτινίμπης και 24 στο

σκέλος του εικονικού φαρμάκου δεν είχαν λάβει καμία προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Μεταξύ

αυτών των ασθενών, ο λόγος κινδύνου για την PFS ήταν 0,365 (95% CI: 0,156, 0,857), p=0,0156.

Παρομοίως, μεταξύ των 57 ασθενών στο σκέλος της σουνιτινίμπης (συμπεριλαμβανομένων 28 με 1

προηγούμενη συστηματική θεραπεία και 29 με 2 ή περισσότερες προηγούμενες συστηματικές

θεραπείες) και 61 ασθενείς στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (συμπεριλαμβανομένων 25 με 1

προηγούμενη συστηματική θεραπεία και 36 με 2 ή περισσότερες προηγούμενες συστηματικές

θεραπείες), ο λόγος κινδύνου για την PFS ήταν 0,456 (95% CI: 0,264, 0,787), p=0,0036.

Πραγματοποιήθηκε μία ανάλυση ευαισθησίας της PFS, στην οποία η πρόοδος της νόσου βασιζόταν

στις αναφερόμενες από τον ερευνητή μετρήσεις του όγκου και στην οποία όλοι οι ασθενείς, τα

δεδομένα των οποίων περικόπηκαν για λόγους άλλους εκτός από τον τερματισμό της μελέτης,

θεωρήθηκαν ως περιστατικά PFS. Αυτή η ανάλυση έδωσε μία συντηρητική εκτίμηση των επιδράσεων

της θεραπείας με σουνιτινίμπη και υποστήριξε την κύρια ανάλυση, αποδεικνύοντας έναν λόγο

κινδύνου της τάξης του 0,507 (95% CI:0,350, 0,733), p=0,000193. Η κύρια μελέτη στους

παγκρεατικούς NET διακόπηκε πρόωρα, σύμφωνα με τη σύσταση μίας ανεξάρτητης επιτροπής

παρακολούθησης φαρμάκων και το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο βασίστηκε στην εκτίμηση του

ερευνητή, κάτι που ενδέχεται να έχει επηρεάσει τις εκτιμήσεις ως προς την επίδραση της θεραπείας.

Με στόχο να αποκλεισθεί η υποκειμενικότητα του ερευνητή στην εκτίμηση της PFS,

πραγματοποιήθηκε μία τυφλοποιημένη, ανεξάρτητη, κεντρική ανασκόπηση (blinded independent

central review, BICR) των τομογραφιών. Αυτή η ανασκόπηση υποστήριξε την αξιολόγηση του

ερευνητή, όπως φαίνεται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4 – Δεδομένα αποτελεσματικότητας για τους pNET στη μελέτη Φάσης 3

Παράμετρος

αποτελεσματικότητας

Sutent

(N = 86)

Εικονικό

φάρμακο

(N = 85)

Λόγος κινδύνου

(95% CI)

Τιμή-p

Ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση

[διάμεσος, μήνες (95% CI)] βάσει

της Αξιολόγησης του Ερευνητή

11,4

(7,4, 19,8)

(3,6, 7,4)

0,418

(0,263, 0,662)

0,0001

Ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση

[διάμεσος, μήνες (95% CI)] βάσει

της αξιολόγησης της ανταπόκρισης

του όγκου που προέκυψε βάσει της

εφαρμογής των κριτηρίων RECIST

στις αξιολογήσεις των όγκων από

τον ερευνητή

12,6

(7,4, 16,9)

(3,5, 6,0)

0,401

(0,252, 0,640)

0,000066

Ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση

[διάμεσος, μήνες (95% CI)] βάσει

της τυφλοποιημένης ανεξάρτητης

ανασκόπησης των εκτιμήσεων των

όγκων

12,6

(11,1, 20,6)

5,8 (3,8, 7,2)

0,315

(0,181, 0,546)

0,000015

Συνολική επιβίωση

[παρακολούθηση 5 ετών]

[διάμεσος, μήνες (95% CI)]

38,6

(25,6, 56,4)

29,1

(16,4, 36,8)

0,730

(0,504, 1,057)

0,0940

Ποσοστό αντικειμενικής

ανταπόκρισης

[%, (95% CI)]

(3,2, 15,4)

0,0066

Συντμήσεις: CI=διάστημα εμπιστοσύνης, N=αριθμός ασθενών, NA= δεν εφαρμόζεται, pNET=παγκρεατικοί

νευροενδοκρινικοί όγκοι, RECIST=κριτήρια αξιολόγησης της ανταπόκρισης επί συμπαγών όγκων.

Μη στρωματοποιημένη δοκιμασία log-rank δύο κατευθύνσεων

Δοκιμασία Fisher’s Exact

Σχήμα 1 – Γράφημα Kaplan-Meier της PFS στη μελέτη Φάσης 3 σε pNET

Time (Months)

Progression Free Survival Probability (%)

SUTENT (N=86)

Median 11.4 months

Placebo (N=85)

Median 5.5 months

Hazard Ratio = 0.42

95% CI (0.26 - 0.66)

p = 0.0001

SUTENT

Placebo

Number of subjects at risk

Συντμήσεις: CI=διάστημα εμπιστοσύνης, N=αριθμός ασθενών, PFS=ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση,

pNET=παγκρεατικοί νευροενδοκρινικοί όγκοι.

Τα δεδομένα για την OS δεν ήταν ώριμα κατά τη χρονική στιγμή της ολοκλήρωσης της μελέτης [20,6

μήνες (95% CI 20,6, μη επίτευξη-NR) για το σκέλος της σουνιτινίμπης, σε σύγκριση με τη μη

επίτευξη (95% CI 15,5, NR) για το σκέλος του εικονικού φαρμάκου, λόγος κινδύνου: 0,409 (95% CI:

0,187, 0,894), τιμή-p=0,0204]. Σημειώθηκαν 9 θάνατοι στο σκέλος της σουνιτινίμπης και 21 θάνατοι

στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου.

Τη στιγμή της διαπίστωσης της προόδου της νόσου, πραγματοποιούνταν άρση της τυφλοποίησης των

ασθενών και στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο δόθηκε πρόσβαση σε μία ξεχωριστή

ανοιχτή μελέτη επέκτασης με σουνιτινίμπη. Ως αποτέλεσμα της πρόωρης ολοκλήρωσης της μελέτης,

πραγματοποιήθηκε άρση της τυφλοποίησης για τους υπόλοιπους ασθενείς και τους δόθηκε πρόσβαση

σε μία ανοιχτή μελέτη επέκτασης με σουνιτινίμπη. Συνολικά 59 από τους 85 ασθενείς (69,4%) από το

σκέλος του εικονικού φαρμάκου διασταυρώθηκαν με θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης με σουνιτινίμπη

μετά την πρόοδο της νόσου ή την άρση της τυφλοποίησης κατά την ολοκλήρωση της μελέτης. Τα

δεδομένα OS που παρατηρήθηκαν μετά από παρακολούθηση 5 ετών στη μελέτη επέκτασης έδειξαν

λόγο κινδύνου 0,730 (95% CI: 0,504, 1,057).

Τα αποτελέσματα του Ερωτηματολογίου για την Ποιότητα Ζωής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για

την Έρευνα και τη Θεραπεία του Καρκίνου (EORTC QLQ-C30) έδειξαν ότι η συνολική, παγκόσμια,

σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητας ζωής και οι 5 τομείς λειτουργικότητας (φυσική, ρόλου,

συναισθηματική, γνωσιακή και κοινωνική) διατηρήθηκαν για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με

σουνιτινίμπη, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, με περιορισμένες συμπτωματικές ανεπιθύμητες

ενέργειες.

Μία πολυεθνική, πολυκεντρική, μονού σκέλους, ανοικτής επισήμανσης, μελέτη Φάσης 4, με σκοπό

την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της σουνιτινίμπης διεξήχθη σε ασθενείς με

εξελισσόμενο, προχωρημένο/μεταστατικό, καλά διαφοροποιημένο, ανεγχείρητο pNET.

SUTENT (N=86)

Διάμεσος 11,4 μήνες

Εικονικό φάρμακο (N=85)

Διάμεσος 5,5 μήνες

Πιθανότητα ελεύθερης προόδου νόσου επιβίωσης (%)

Χρόνος (Μήνες)

Αριθμός ασθενών σε κίνδυνο

SUTENT

Εικονικό φάρμακο

Λόγος κινδύνου = 0,42

95% CI (0,26 – 0,66)

P = 0,0001

Εκατόν έξι ασθενείς (61 ασθενείς στην κοόρτη ασθενών που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη

θεραπεία και 45 ασθενείς στην κοόρτη μεταγενέστερης γραμμής θεραπείας), έλαβαν θεραπεία με

σουνιτινίμπη από στόματος, σε δόση 37,5 mg μία φορά την ημέρα, με σχήμα συνεχούς ημερήσιας

χορήγησης του φαρμάκου (continuous daily dosing, CDD).

Η αξιολογούμενη από τον ερευνητή διάμεση PFS ήταν 13,2 μήνες τόσο στον συνολικό πληθυσμό

(95% CI: 10,9, 16,7) όσο και στην κοόρτη ασθενών που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη

θεραπεία (95% CI: 7,4, 16,8).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η εμπειρία από τη χρήση της σουνιτινίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένη

(βλ. παράγραφο 4.2).

Μία μελέτη Φάσης 1 με κλιμάκωση της δόσης της από στόματος σουνιτινίμπης διεξήχθη σε

35 ασθενείς που αποτελούνταν από 30 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 ετών έως 17 ετών) και

5 νεαρούς ενήλικους ασθενείς (ηλικίας: 18 ετών έως 21 ετών), με ανθεκτικούς στη θεραπεία

συμπαγείς όγκους, η πλειοψηφία των οποίων είχε κύρια διάγνωση εγκεφαλικού όγκου.

Παρατηρήθηκε δοσοπεριοριστική καρδιοτοξικότητα στο πρώτο μέρος της μελέτης, το οποίο κατά

συνέπεια τροποποιήθηκε ώστε να αποκλείσει τους ασθενείς με προηγούμενη έκθεση σε πιθανώς

καρδιοτοξικές θεραπείες (συμπεριλαμβανομένων των ανθρακυκλινών) ή σε ακτινοβολία της καρδιάς.

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης, που συμπεριέλαβε ασθενείς με προηγούμενη αντικαρκινική θεραπεία,

αλλά χωρίς παράγοντες κινδύνου για καρδιακή τοξικότητα, η σουνιτινίμπη ήταν γενικά ανεκτή και

κλινικά διαχειρίσιμη, στη δόση των 15 mg/m

μία φορά την ημέρα (MTD) στο Σχήμα 4/2. Για κανένα

από τα άτομα δεν επιτεύχθηκε πλήρης ανταπόκριση ή μερική ανταπόκριση. Σταθερή νόσος

παρατηρήθηκε σε 6 ασθενείς (17%). Ένας ασθενής με GIST εντάχθηκε στο επίπεδο δόσης των

15 mg/m

χωρίς να υπάρξουν ενδείξεις για κάποιο όφελος. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που

παρατηρήθηκαν ήταν παρόμοιες συνολικά με εκείνες που έχουν παρατηρηθεί σε ενήλικες (βλ.

παράγραφο 4.8).

Μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης, Φάσης 2 διεξήχθη σε 29 ασθενείς που αποτελούνταν από

27 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 ετών έως 16 ετών) και 2 νεαρούς ενήλικους ασθενείς (ηλικίας

18 ετών έως 19 ετών) με γλοίωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας (HGG) ή επενδύμωμα. Η μελέτη

τερματίστηκε κατά τον χρόνο της προγραμματισμένης ενδιάμεσης ανάλυσης, λόγω αδυναμίας

ελέγχου της νόσου. Η διάμεση PFS ήταν 2,3 μήνες στην ομάδα του HGG και 2,7 μήνες στην ομάδα

του επενδυμώματος. Η διάμεση συνολική OS ήταν 5,1 μήνες στην ομάδα του HGG και 12,3 μήνες

στην ομάδα του επενδυμώματος. Οι πιο συχνές (≥10%) σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες

ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς και στις δύο ομάδες συνδυαστικά ήταν ο μειωμένος αριθμός

ουδετερόφιλων (6 ασθενείς [20,7%]) και η ενδοκράνια αιμορραγία (3 ασθενείς [10,3%]) (βλ.

παράγραφο 4.8).

Τα στοιχεία από μια μελέτη Φάσης 1/2 της από στόματος σουνιτινίμπης που διεξήχθη σε

6 παιδιατρικούς ασθενείς με GIST, ηλικίας 13 ετών έως 16 ετών, οι οποίοι έλαβαν σουνιτινίμπη σε

δοσολογικό Σχήμα 4/2, σε δόσεις που κυμαίνονταν μεταξύ 15 mg/m

μία φορά την ημέρα και

30 mg/m

μία φορά την ημέρα, καθώς και τα διαθέσιμα δημοσιευμένα δεδομένα (20 παιδιατρικοί ή

νεαροί ενήλικοι ασθενείς με GIST) υπέδειξαν ότι η θεραπεία με σουνιτινίμπη προκάλεσε

σταθεροποίηση της νόσου σε 18 από τους 26 (69,2%) ασθενείς, μετά την αποτυχία ή τη μη ανοχή

στην ιματινίμπη (16 ασθενείς με σταθερή νόσο από τους 21) ή de novo/μετά από χειρουργική

επέμβαση (2 ασθενείς με σταθερή νόσο από τους 5). Στη μελέτη Φάσης 1/2, σταθερή νόσος και

εξέλιξη της νόσου παρατηρήθηκε σε 3 από τους 6 ασθενείς η καθεμία (1 ασθενής έλαβε

νεοεπικουρική θεραπεία και 1 ασθενής έλαβε επικουρική ιματινίμπη, αντίστοιχα). Στην ίδια μελέτη, 4

από τους 6 ασθενείς (66,7%) παρουσίασαν σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες

(Βαθμού 3 υποφωσφαταιμία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία σε 1 ασθενή η καθεμία και

ουδετεροπενία Βαθμού 4 σε 1 ασθενή). Επιπλέον, αναφέρθηκε σε δημοσιεύσεις ότι παρουσιάστηκαν

οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο Βαθμού 3 σε 5 ασθενείς: κόπωση (2),

γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας) (2),

αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (συμπεριλαμβανομένης της αναιμίας) (2),

χολοκυστίτιδα (1), υπερθυρεοειδισμός (1) και βλεννογονίτιδα (1).

Πραγματοποιήθηκε μία φαρμακοκινητική (PK) και φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική (PK/PD)

ανάλυση πληθυσμού, με σκοπό την παρεκβολή των καταληκτικών σημείων φαρμακοκινητικής και

των καταληκτικών τελικών σημείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για τη σουνιτινίμπη, σε

παιδιατρικούς ασθενείς με GIST (ηλικία: 6 ετών έως 17 ετών). Αυτή η ανάλυση βασίστηκε σε

δεδομένα που συλλέχθηκαν από ενήλικες με GIST ή συμπαγείς όγκους και από παιδιατρικούς

ασθενείς με συμπαγείς όγκους. Με βάση τις αναλύσεις των μοντέλων, η νεότερη ηλικία και το

μικρότερο σωματικό μέγεθος δεν φάνηκαν να επηρεάζουν αρνητικά τις ανταποκρίσεις ως προς την

ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα στην έκθεση της σουνιτινίμπης στο πλάσμα. Ο λόγος

οφέλους/κινδύνου της σουνιτινίμπης δεν φάνηκε να επηρεάζεται αρνητικά από τη νεότερη ηλικία ή το

μικρότερο σωματικό μέγεθος και καθοδηγείτο κυρίως από την έκθεσή της στο πλάσμα.

Ο ΕMA έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το

Sutent σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία του νεφρικού

καρκινώματος ή του καρκινώματος της νεφρικής πυέλου (με εξαίρεση το νεφροβλάστωμα, τη

νεφροβλαστωμάτωση, το διαυγοκυτταρικό σάρκωμα, το μεσοβλαστικό νέφρωμα, το νεφρικό

μυελώδες καρκίνωμα και τον ραβδοειδή όγκο του νεφρού) (βλ. παράγραφο 4.2).

Ο ΕMA έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το

Sutent σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία των γαστρεντερικών

και παγκρεατικών νευροενδοκρινικών όγκων (με εξαίρεση το νευροβλάστωμα, το νευροβλάστωμα

γαγγλίων και το φαιοχρωμοκύτωμα) (βλ. παράγραφο 4.2).

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η PK της σουνιτινίμπης εκτιμήθηκε σε 135 υγιείς εθελοντές και 266 ασθενείς με συμπαγείς όγκους. Η

PK ήταν παρόμοια σε όλους τους πληθυσμούς με συμπαγείς όγκους που ελέγχθησαν, καθώς και σε

υγιείς εθελοντές.

Στο δοσολογικό εύρος από 25 έως 100 mg, η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο

πλάσμα-χρόνου (AUC) και η C

αυξάνονται αναλογικά με τη δόση. Κατόπιν επαναλαμβανόμενης

καθημερινής χορήγησης, η σουνιτινίμπη συσσωρεύεται σε 3πλάσιες έως 4πλάσιες ποσότητες, ενώ ο

κύριος δραστικός μεταβολίτης της συσσωρεύεται σε 7πλάσιες έως 10πλάσιες ποσότητες. Οι

συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης στη σταθεροποιημένη κατάσταση και του κύριου δραστικού

μεταβολίτη της επιτυγχάνονται εντός 10 έως 14 ημερών. Έως την Ημέρα 14, οι συνδυασμένες

συγκεντρώσεις της σουνιτινίμπης και του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα είναι 62,9- 101

ng/ml, που αποτελούν τις συγκεντρώσεις-στόχο, οι οποίες προβλέπονται από τα προκλινικά δεδομένα

ότι αναστέλλουν τη φωσφορυλίωση των υποδοχέων in vitro και έχουν ως αποτέλεσμα την

αναστολή/μείωση της ανάπτυξης του όγκου in vivo. Ο κύριος δραστικός μεταβολίτης αποτελεί το

23% έως 37% της συνολικής έκθεσης. Δεν παρατηρούνται σημαντικές μεταβολές στην PK της

σουνιτινίμπης ή του κύριου δραστικού μεταβολίτη, κατά την επαναλαμβανόμενη καθημερινή

χορήγηση ή τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων κύκλων στα δοσολογικά σχήματα που δοκιμάστηκαν.

Απορρόφηση

Κατά την από στόματος λήψη της σουνιτινίμπης, οι C

παρατηρούνται συνήθως από 6 έως 12 ώρες

του χρόνου έως τη μέγιστη συγκέντρωση (t

) μετά τη χορήγηση.

Η τροφή δεν έχει καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της σουνιτινίμπης.

Κατανομή

Η in vitro πρόσδεση της σουνιτινίμπης και του κύριου δραστικού μεταβολίτη της στις πρωτεΐνες του

ανθρώπινου πλάσματος, ήταν 95% και 90%, αντίστοιχα, χωρίς φαινομενική εξάρτηση από τη

συγκέντρωση. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής (V

) για τη σουνιτινίμπη ήταν μεγάλος, 2230 l,

γεγονός που υποδηλώνει κατανομή στους ιστούς.

Μεταβολικές αλληλεπιδράσεις

Οι υπολογισμένες in vitro τιμές της σταθεράς αναστολής (Ki) για όλες τις ισομορφές του

κυτοχρώματος P450 (CYP) που ελέγχθηκαν (CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9,

CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A4/5 και CYP4A9/11) έδειξαν, ότι η σουνιτινίμπη και ο κύριος

δραστικός μεταβολίτης της δεν είναι πιθανό να προκαλέσουν την αναστολή του μεταβολισμού, σε

κανέναν κλινικά σημαντικό βαθμό, άλλων δραστικών ουσιών που μπορούν να μεταβολιστούν από

αυτά τα ένζυμα.

Βιομετασχηματισμός

Η σουνιτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, την ισομορφή CYP, που παράγει τον κύριο

δραστικό μεταβολίτη της, δεσαιθυλ-σουνιτινίμπη, ο οποίος στη συνέχεια μεταβολίζεται περαιτέρω

από το ίδιο ισοένζυμο.

Η ταυτόχρονη χορήγηση της σουνιτινίμπης με ισχυρούς επαγωγείς ή αναστολείς του CYP3A4 πρέπει

να αποφεύγεται, καθώς τα επίπεδα πλάσματος της σουνιτινίμπης μπορεί να μεταβληθούν (βλ.

παραγράφους 4.4 και 4.5).

Αποβολή

Η απέκκριση γίνεται κυρίως στα κόπρανα (61%), ενώ η αποβολή αμετάβλητων δραστικών ουσιών και

των μεταβολιτών από τους νεφρούς ανέρχεται στο 16% της χορηγηθείσας δόσης. Η σουνιτινίμπη και

ο κύριος δραστικός μεταβολίτης της, ήταν οι κύριες ουσίες που εντοπίστηκαν στο πλάσμα, τα ούρα

και τα κόπρανα, αντιπροσωπεύοντας το 91,5%, το 86,4% και το 73,8% της ραδιενέργειας, σε

συνδυασμένα δείγματα, αντίστοιχα. Μεταβολίτες μικρότερης σημασίας εντοπίστηκαν στα ούρα και τα

κόπρανα, αλλά, σε γενικές γραμμές, δεν εντοπίστηκαν στο πλάσμα. Η συνολική από στόματος

κάθαρση (CL/F) ήταν 34 - 62 l/ώρα. Μετά την από στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, οι χρόνοι

ημιζωής της σουνιτινίμπης και του κύριου δραστικού δεσαιθυλ-μεταβολίτη της είναι περίπου 40-60

ώρες και 80-110 ώρες, αντίστοιχα.

Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς της BCRP

In vitro, η σουνιτινίμπη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής ουσιών BCRP. Στη μελέτη

A6181038, η συγχορήγηση της γεφιτινίμπης, ενός αναστολέα της BCRP, δεν οδήγησε σε κλινικά

σημαντική επίδραση στη C

και την AUC για τη σουνιτινίμπη ή το συνολικό φάρμακο

(σουνιτινίμπη + μεταβολίτης) (βλ. παράγραφο 4.5). Αυτή η μελέτη ήταν μια πολυκεντρική, ανοικτής

επισήμανσης μελέτη, Φάσης 1/2, που εξέταζε την ασφάλεια/ανεκτικότητα, τη μέγιστη ανεκτή δόση

και την αντινεοπλασματική δραστικότητα της σουνιτινίμπης, σε συνδυασμό με τη γεφιτινίμπη, σε

άτομα με MRCC. Η PK της γεφιτινίμπης (250 mg ημερησίως) και της σουνιτινίμπης (37,5 mg

[Κοόρτη 1, n=4] ή 50 mg [Κοόρτη 2, n=7] ημερησίως, σε Σχήμα 4 εβδομάδων θεραπείας,

ακολουθούμενο από 2 εβδομάδες διακοπής της θεραπείας), αξιολογήθηκε, ως δευτερεύων σκοπός της

μελέτης, κατά τη συγχορήγησή τους. Οι αλλαγές στις PK παραμέτρους της σουνιτινίμπης δεν ήταν

κλινικά σημαντικές και δεν υπέδειξαν καμία αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμάκων. Ωστόσο,

λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικά χαμηλό αριθμό των ασθενών (δηλαδή, N=7+4) και τη μετρίου-

μεγάλου βαθμού μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους, απαιτείται

προσοχή κατά την ερμηνεία των ευρημάτων των PK αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων από αυτήν

τη μελέτη.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική δυσλειτουργία

Η σουνιτινίμπη και ο κύριος μεταβολίτης της μεταβολίζονται κυρίως από το ήπαρ. Συστηματικές

εκθέσεις, έπειτα από άπαξ δόση σουνιτινίμπης, ήταν παρόμοιες σε άτομα με ήπια ή μέτρια ηπατική

δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία A και B), συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική ηπατική

λειτουργία. Το Sutent δεν έχει μελετηθεί σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh

Κατηγορία C).

Από τις μελέτες σε ασθενείς με καρκίνο αποκλείστηκαν οι ασθενείς με ALT ή AST > 2,5 x ULN

(ανώτερα φυσιολογικά όρια) ή > 5,0 x ULN, εφόσον οφειλόταν σε μετάσταση στο ήπαρ.

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι PK αναλύσεις του πληθυσμού, έδειξαν ότι η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της σουνιτινίμπης δεν

επηρεάστηκε από την κάθαρση της κρεατινίνης (creatinine clearance, CLcr), εντός του εύρους τιμών

που αξιολογήθηκε (42-347 ml/λεπτό). Οι συστηματικές εκθέσεις, μετά από μία δόση σουνιτινίμπης

ήταν παρόμοιες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr < 30 ml/min), συγκριτικά με

άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CLcr > 80 ml/min). Αν και η σουνιτινίμπη και ο κύριος

μεταβολίτης της δεν απεβλήθησαν μέσω της αιμοδιύλισης, σε ασθενείς με ESRD, οι συνολικές

συστηματικές εκθέσεις ήταν χαμηλότερες κατά 47% για τη σουνιτινίμπη και 31% για τον κύριο

μεταβολίτη της, συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Σωματικό βάρος, κατάσταση ικανότητας

Οι PK αναλύσεις των δημογραφικών στοιχείων του πληθυσμού, δείχνουν ότι δεν είναι απαραίτητες

προσαρμογές της δόσης έναρξης για το σωματικό βάρος ή την κατάσταση ικανότητας κατά την

Ανατολική Συνεργατική Ομάδα Ογκολογίας (Eastern Cooperative Oncology Group, ECOG).

Φύλο

Διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οι γυναίκες πιθανόν να έχουν περίπου 30 % χαμηλότερη φαινόμενη

κάθαρση (CL/F) της σουνιτινίμπης από τους άνδρες, ωστόσο αυτή η διαφορά δεν απαιτεί

προσαρμογές των δόσεων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η εμπειρία από τη χρήση της σουνιτινίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένη (βλ.

παράγραφο 4.2). Οι PK αναλύσεις πληθυσμού σε μία συγκεντρωτική ομάδα δεδομένων από

ενήλικους ασθενείς με GIST και συμπαγείς όγκους και παιδιατρικούς ασθενείς με συμπαγείς όγκους

ολοκληρώθηκαν. Πραγματοποιήθηκαν βαθμιαίες αναλύσεις μοντέλων συνδιακύμανσης, για την

αξιολόγηση της επίδρασης της ηλικίας και του σωματικού μεγέθους (συνολικό σωματικό βάρος ή

περιοχή επιφάνειας σώματος), καθώς και άλλων συμμεταβλητών στις σημαντικές παραμέτρους PK

για τη σουνιτινίμπη και τον ενεργό μεταβολίτη της. Μεταξύ των συμμεταβλητών που εξετάστηκαν, σε

σχέση με την ηλικία και το σωματικό μέγεθος, η ηλικία ήταν μία σημαντική συμμεταβλητή για τη

φαινόμενη κάθαρση της σουνιτινίμπης (όσο μικρότερη η ηλικία του παιδιατρικού ασθενή, τόσο

χαμηλότερη η φαινόμενη κάθαρση). Παρομοίως, η περιοχή επιφάνειας σώματος ήταν μία σημαντική

συμμεταβλητή για τη φαινόμενη κάθαρση του ενεργού μεταβολίτη (όσο μικρότερη η περιοχή

επιφάνειας σώματος, τόσο χαμηλότερη η φαινόμενη κάθαρση).

Επιπλέον, με βάση μια ενοποιημένη πληθυσμιακή PK ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων από

3 παιδιατρικές μελέτες (2 παιδιατρικές μελέτες συμπαγών όγκων και 1 παιδιατρική μελέτη για GIST,

ηλικίες: 6 ετών έως 11 ετών και 12 ετών έως 17 ετών), η περιοχή επιφάνειας σώματος (body surface

area, BSA) κατά την έναρξη της θεραπείας, ήταν μια σημαντική συμμεταβλητή της φαινόμενης

κάθαρσης της σουνιτινίμπης και του δραστικού μεταβολίτη της. Βάσει αυτής της ανάλυσης, μια δόση

περίπου 20 mg/m

ημερησίως σε παιδιατρικούς ασθενείς, με τιμές BSA μεταξύ 1,10 και 1,87 m

αναμένεται να παρέχει εκθέσεις της σουνιτινίμπης και του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα

συγκρίσιμες (μεταξύ 75 και 125% της AUC) με αυτές των ενηλίκων με GIST στους οποίους

χορηγείται σουνιτινίμπη 50 mg ημερησίως, στο Σχήμα 4/2 (AUC 1233 ng.hr/ml). Σε παιδιατρικές

μελέτες, η αρχική δόση σουνιτινίμπης ήταν 15 mg/m

(βάσει την MTD που προσδιορίστηκε στη

μελέτη Φάσης 1 με κλιμάκωση της δόσης, βλ. παράγραφο 5.1), που σε παιδιατρικούς ασθενείς με

GIST αυξήθηκε σε 22,5 mg/m

και επακόλουθα σε 30 mg/m

(χωρίς να υπερβαίνει τη συνολική δόση

των 50 mg/ημέρα), με βάση το προφίλ ασφάλειας/ανεκτικότητας του εκάστοτε ασθενούς. Επιπλέον,

σύμφωνα με τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία σε παιδιατρικούς ασθενείς με GIST, η υπολογισμένη

αρχική δόση κυμάνθηκε από 16,6 mg/m

έως 36 mg/m

, αυξανόμενη σε δόσεις έως και 40,4 mg/m

(χωρίς να υπερβαίνει τη συνολική δόση των 50 mg/ημέρα).

5.3

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, διάρκειας έως 9 μηνών, οι οποίες

πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους και πιθήκους, οι κύριες επιδράσεις στα όργανα-στόχους

εντοπίστηκαν στο γαστρεντερικό σωλήνα (έμετος και διάρροια σε πιθήκους)∙ στα επινεφρίδια

(συμφόρηση και/ή αιμορραγία του φλοιού σε αρουραίους και πιθήκους, με νέκρωση ακολουθούμενη

από ίνωση σε αρουραίους)∙ στο αιμολεμφοποιητικό σύστημα (υποκυτταρικότητα του μυελού των

οστών και ελάττωση της λεμφικής λειτουργίας του θύμου αδένα, του σπληνός και των λεμφαδένων)∙

στην εξωκρινή μοίρα του παγκρέατος (αποκοκκίωση κυψελιδωτών κυττάρων με νέκρωση

μεμονωμένων κυττάρων)∙ στους σιελογόνους αδένες (υπερτροφία λοβίων)∙ στις αρθρώσεις των οστών

(πάχυνση της αυξητικής ζώνης)∙ στη μήτρα (ατροφία) και τις ωοθήκες (μειωμένη ανάπτυξη

ωοθυλακίων). Όλα τα ευρήματα εντοπίστηκαν σε κλινικά σημαντικά επίπεδα έκθεσης της

σουνιτινίμπης στο πλάσμα. Επιπλέον επιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε άλλες μελέτες,

περιελάμβαναν: παράταση του διαστήματος QTc, μείωση του LVEF και ατροφία των σπερματικών

σωληναρίων των όρχεων, αύξηση μεσαγγειακής ουσίας στον νεφρό, αιμορραγία από τον

γαστρεντερικό σωλήνα, αιμορραγία του βλεννογόνου του στόματος και υπερτροφία των κυττάρων της

πρόθιας υπόφυσης. Οι μεταβολές στη μήτρα (ατροφία ενδομητρίου) και την αυξητική ζώνη των

οστών (πάχυνση της αυξητικής ζώνης ή δυσπλασία του χόνδρου) θεωρείται ότι σχετίζονται με τη

φαρμακολογική δράση της σουνιτινίμπης. Τα περισσότερα από αυτά τα ευρήματα ήταν αναστρέψιμα

μετά από 2 έως 6 εβδομάδες χωρίς θεραπεία.

Γονοτοξικότητα

Η γονοτοξική δυνατότητα της σουνιτινίμπης αξιολογήθηκε τόσο in vitro όσο και in vivo. Η

σουνιτινίμπη δεν ήταν μεταλλαξιογόνος σε βακτήρια κατά την ενεργοποίηση του μεταβολισμού μέσω

ήπατος αρουραίου. Η σουνιτινίμπη δεν προκάλεσε δομικές χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις στα

ανθρώπινα λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος in vitro. Παρατηρήθηκε πολυπλοειδία

(αριθμητικές χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις) στα ανθρώπινα λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος in

vitro, τόσο κατά την παρουσία, όσο και κατά την απουσία ενεργοποίησης του μεταβολισμού. Η

σουνιτινίμπη δεν προκάλεσε ρήξη των χρωμοσωμάτων στον μυελό των οστών των αρουραίων in vivo.

Ο κυριότερος δραστικός μεταβολίτης δεν εκτιμήθηκε για δυνατότητα γενετικής τοξικότητας.

Καρκινογένεση

Σε μία μελέτη καθορισμού της κλίμακας της δόσης (0, 10, 25, 75 ή 200 mg/kg/ημέρα), διάρκειας 1

μήνα, με χρήση καθετήρα στομάχου και με CDD σε διαγονιδιακούς ποντικούς rasH2, παρατηρήθηκε

καρκίνωμα και υπερπλασία των αδένων Brunner του δωδεκαδάκτυλου με την υψηλότερη δόση (200

mg/kg/ημέρα) που δοκιμάστηκε.

Πραγματοποιήθηκε μία 6-μηνη μελέτη καρκινογένεσης με χρήση καθετήρα στομάχου (0, 8, 25, 75 [με

μείωση στα 50] mg/kg/ημέρα) και ημερήσια χορήγηση του φαρμάκου σε rasH2 διαγονιδιακά

ποντίκια. Γαστροδωδεκαδακτυλικά καρκινώματα, αυξημένη επίπτωση αιμαγγειοσαρκωμάτων και/ή

υπερπλασία γαστρικού βλεννογόνου, παρατηρήθηκαν σε δόσεις ≥ 25 mg/kg/ημέρα, κατόπιν 1 ή 6

μηνών διάρκειας (≥ 7,3 φορές την AUC σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η συνιστώμενη

ημερήσια δόση [RDD]).

Σε μία 2-ετή μελέτη καρκινογένεσης σε αρουραίους (0, 0,33, 1 ή 3 mg/kg/ημέρα), η χορήγηση

σουνιτινίμπης σε κύκλους θεραπείας των 28 ημερών, ακολουθούμενους από 7-ήμερες περιόδους

διακοπής της λήψης του φαρμάκου, οδήγησε σε αυξήσεις ως προς την επίπτωση

φαιοχρωμοκυτώματος και υπερπλασίας στο μυελό των επινεφριδίων των αρσενικών αρουραίων, οι

οποίοι λάμβαναν 3 mg/kg/ημέρα, έπειτα από > 1 έτος χορήγησης (7,8 φορές την AUC σε ασθενείς

στους οποίους χορηγήθηκε η RDD). Εμφανίστηκε καρκίνωμα των αδένων Brunner του

δωδεκαδάκτυλου με δόση ≥ 1 mg/kg/ημέρα στα θηλυκά και με δόση ίση με 3 mg/kg/ημέρα στα

αρσενικά, ενώ παρατηρήθηκε υπερπλασία των βλεννογονικών κυττάρων στο αδενικό τμήμα του

στομάχου, με τη δόση των 3 mg/kg/ημέρα στα αρσενικά, η οποία αντιστοιχεί σε ≥ 0,9, 7,8 και 7,8

φορές την AUC σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η RDD, αντίστοιχα. Δεν είναι σαφές το εάν

υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των νεοπλασματικών ευρημάτων που παρατηρήθηκαν στις μελέτες

καρκινογένεσης για τη θεραπεία με σουνιτινίμπησε ποντικούς (διαγονιδιακούς rasH2) και αρουραίους

με τους ανθρώπους.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα και την ανάπτυξη

Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ανδρών και γυναικών σε μελέτες τοξικότητας της

αναπαραγωγικής ικανότητας. Ωστόσο, σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, που

πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους και πιθήκους, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα των

θηλυκών υπό τη μορφή ατρησίας των ωοθυλακίων, εκφύλισης των ωχρών σωματίων, μεταβολών του

ενδομητρίου στη μήτρα και μείωσης του βάρους της μήτρας και των ωοθηκών, σε κλινικά σημαντικά

επίπεδα συστηματικής έκθεσης. Παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα των αρσενικών

αρουραίων υπό τη μορφή ατροφίας των σπερματικών σωληναρίων των όρχεων, μείωσης του αριθμού

των σπερματοζωαρίων στην επιδιδυμίδα και μείωση του κολλοειδούς στον προστάτη και τις

σπερματοδόχους κύστεις, σε επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα 25 φορές της συστηματικής έκθεσης στον

άνθρωπο.

Σε αρουραίους, παρατηρήθηκε εμβρυϊκή θνησιμότητα υπό τη μορφή σημαντικής μείωσης του

αριθμού ζωντανών εμβρύων, αύξησης του αριθμού απορροφήσεων εμβρύων, αυξημένης απώλειας

εμβρύου μετά την εμφύτευση και απώλειας όλων των νεογνών σε 8 από τα 28 εγκυμονούντα θηλυκά,

σε επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα 5,5 φορές της συστηματικής έκθεσης στον άνθρωπο. Σε κουνέλια, η

μείωση του βάρους της κυοφορούσας μήτρας και του αριθμού ζωντανών εμβρύων, οφειλόταν σε

αύξηση του αριθμού απορροφήσεων εμβρύων, αύξηση της απώλειας εμβρύου μετά την εμφύτευση

και απώλεια όλων των νεογνών σε 4 από τα 6 εγκυμονούντα θηλυκά, σε επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα

3 φορές της συστηματικής έκθεσης στον άνθρωπο. Η χορήγηση σουνιτινίμπης σε αρουραίους σε

δόσεις ≥5 mg/kg/ημέρα, κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης, προκάλεσε επιδράσεις στην ανάπτυξη,

αποτελούμενες από αυξημένη επίπτωση δυσπλασιών του σκελετού των εμβρύων, η οποία

χαρακτηρίστηκε κυρίως ως καθυστερημένη οστέωση των θωρακικών/οσφυϊκών σπονδύλων και

προκλήθηκε σε επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα 5,5 φορές της συστηματικής έκθεσης στον άνθρωπο.

Στα κουνέλια, οι επιδράσεις στην ανάπτυξη αποτελούνταν από αυξημένη επίπτωση λαγώχειλου, σε

επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα περίπου ίσα με αυτά που παρατηρήθηκαν σε κλινικό περιβάλλον, καθώς

επίσης λαγώχειλου και λυκοστόματος, σε επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα 2,7 φορές της συστηματικής

έκθεσης στον άνθρωπο.

Η σουνιτινίμπη (0,3, 1,0, 3,0 mg/kg/ημέρα) αξιολογήθηκε σε μία μελέτη προ- και μεταγεννητικής

ανάπτυξης, σε κυοφορούντες θηλυκούς αρουραίους. Παρατηρήθηκε μειωμένη πρόσληψη σωματικού

βάρους της μητέρας κατά τη διάρκεια της κυοφορίας και της γαλουχίας > 1 mg/kg/ημέρα), αλλά δεν

διαπιστώθηκε αναπαραγωγική τοξικότητα στη μητέρα με τη χορήγηση δόσης έως και 3 mg/kg/ημέρα

(εκτιμώμενη έκθεση > 2,3 φορές την AUC σε ασθενείς που έλαβαν την RDD). Παρατηρήθηκε

μειωμένο σωματικό βάρος στα νεογνά κατά τη διάρκεια των περιόδων πριν και μετά τον

απογαλακτισμό τους με τη δόση των 3 mg/kg/ημέρα. Δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα με τη δόση του 1

mg/kg/ημέρα (έκθεση κατά προσέγγιση ≥ 0,9 φορές την AUC σε ασθενείς που έλαβαν την RDD).

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1

Κατάλογος εκδόχων

12,5 mg καψάκια σκληρά

Περιεχόμενο καψακίου

Μαννιτόλη (E421)

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενηΠοβιδόνη (K-25)

Στεατικό μαγνήσιο

Περίβλημα καψακίου

Ζελατίνη

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172)

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Μελάνι εκτύπωσης

Κόμμεα λάκκας

Προπυλενογλυκόλη

Υδροξείδιο του νατρίου

Ποβιδόνη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

25 mg καψάκια σκληρά

Περιεχόμενο καψακίου

Μαννιτόλη (E421)

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη

Ποβιδόνη (K-25)

Στεατικό μαγνήσιο

Περίβλημα καψακίου

Ζελατίνη

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172)

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172)

Μαύρο οξείδιο του σιδήρου (Ε172)

Μελάνι εκτύπωσης

Κόμμεα λάκκας

Προπυλενογλυκόλη

Υδροξείδιο του νατρίου

Ποβιδόνη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

37,5 mg καψάκια σκληρά

Περιεχόμενο καψακίου

Μαννιτόλη (E421)

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη

Ποβιδόνη (K-25)

Στεατικό μαγνήσιο

Περίβλημα καψακίου

Ζελατίνη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Μελάνι εκτύπωσης

Κόμμεα λάκκας

Προπυλενογλυκόλη

Καλίου υδροξείδιο

Μαύρο οξείδιο του σιδήρου (E172)

50 mg καψάκια σκληρά

Περιεχόμενο καψακίου

Μαννιτόλη (E421)

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη

Ποβιδόνη (K-25)

Στεατικό μαγνήσιο

Περίβλημα καψακίου

Ζελατίνη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172)

Μαύρο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Μελάνι εκτύπωσης

Κόμμεα λάκκας

Προπυλενογλυκόλη

Υδροξείδιο του νατρίου

Ποβιδόνη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

6.2

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE), με πώμα από πολυπροπυλένιο, οι οποίες

περιέχουν 30 σκληρά καψάκια.

Διάφανη, διάτρητη κυψέλη (blister) μονάδων δόσης, από πολυ(χλωροτριφθοροαιθυλένιο)/PVC,

επικαλυμμένη με φύλλο αλουμινίου, με θερμοκολλητική λάκα, που περιέχει 28 x 1 σκληρά καψάκια.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις

κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Pfizer Europe MA EEIG

Boulevard de la Plaine 17

1050 Bruxelles

Βέλγιο

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Sutent 12,5 mg καψάκια σκληρά

EU/1/06/347/001

EU/1/06/347/004

Sutent 25 mg καψάκια σκληρά

EU/1/06/347/002

EU/1/06/347/005

Sutent 37,5 mg καψάκια σκληρά

EU/1/06/347/007

EU/1/06/347/008

Sutent 50 mg καψάκια σκληρά

EU/1/06/347/003

EU/1/06/347/006

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 19 Ιουλίου 2006

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 9 Νοεμβρίου 2016

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό

τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu.

30 Churchill Place

Canary Wharf

London E14 5EU

United Kingdom

An agency of the European Union

Telephone

+44 (0)20 3660 6000

Facsimile

+44 (0)20 3660 5555

Send a question via our website

www.ema.europa.eu/contact

© European Medicines Agency, 2014. Reproduction is authorised provided the source is acknowledged.

EMA/487080/2014

EMEA/H/C/000687

Περίληψη EPAR για το κοινό

Sutent

σουνιτινίμπη

Το παρόν έγγραφο αποτελεί σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του

Sutent. Επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP)

αξιολόγησε το φάρμακο προτού διατυπώσει τη θετική της γνώμη για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας,

καθώς και τις συστάσεις της σχετικά με τους όρους χρήσης του Sutent.

Τι είναι το Sutent;

Το Sutent είναι φάρμακο που περιέχει τη δραστική ουσία σουνιτινίμπη. Διατίθεται υπό μορφή καψακίων

(12,5 mg, 25 mg, 37,5 mg και 50 mg).

Σε ποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται το Sutent;

Το Sutent χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ενηλίκων που πάσχουν από τις ακόλουθες μορφές καρκίνου:

γαστρεντερικός στρωματικός όγκος (GIST), ένα είδος καρκίνου του στομάχου και των εντέρων,

όπου παρατηρείται ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη των υποστηρικτικών ιστών αυτών των

οργάνων. Το Sutent χορηγείται σε ασθενείς με γαστρεντερικούς στρωματικούς όγκους (GIST) που

δεν μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά ή που έχουν εξαπλωθεί σε άλλα σημεία του οργανισμού

και όταν η θεραπεία με ιματινίμπη (άλλο αντικαρκινικό φάρμακο) έχει αποτύχει·

μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, μια μορφή καρκίνου του νεφρού που έχει εξαπλωθεί σε

άλλα σημεία του οργανισμού·

νευροενδοκρινικοί όγκοι του παγκρέατος (όγκοι των κυττάρων που παράγουν ορμόνες στο

πάγκρεας) που έχουν εξαπλωθεί ή δεν μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Το Sutent χορηγείται

στην περίπτωση επιδείνωσης της ασθένειας και όταν τα καρκινικά κύτταρα είναι καλά

διαφοροποιημένα (παρόμοια με τα φυσιολογικά κύτταρα στο πάγκρεας).

Το φάρμακο χορηγείται μόνο με ιατρική συνταγή.

Sutent

EMA/487080/2014

Σελίδα 2/3

Πώς χρησιμοποιείται το Sutent;

Η έναρξη της θεραπείας με Sutent πρέπει να γίνεται από γιατρούς έμπειρους στη χορήγηση

αντικαρκινικών φαρμάκων.

Για τους όγκους τύπου GIST και το μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, το Sutent χορηγείται σε

κύκλους έξι εβδομάδων, σε δόσεις των 50 mg μία φορά ημερησίως για τέσσερις εβδομάδες,

ακολουθούμενες από δύο εβδομάδες διακοπής της θεραπείας. Η δόση μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα

με την απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία, ωστόσο πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 25 και 75 mg.

Για τους νευροενδοκρινικούς όγκους του παγκρέατος, το Sutent χορηγείται σε δόση των 37,5 mg μία

φορά ημερησίως, χωρίς περίοδο διακοπής. Και αυτή η δόση μπορεί να προσαρμόζεται.

Πώς δρα το Sutent;

Η δραστική ουσία του Sutent, η σουνιτινίμπη, είναι αναστολέας της πρωτεϊνικής κινάσης. Αυτό σημαίνει

ότι αναστέλλει ορισμένα συγκεκριμένα ένζυμα, γνωστά ως πρωτεϊνικές κινάσες. Τα ένζυμα αυτά

βρίσκονται σε ορισμένους υποδοχείς στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων, όπου συμμετέχουν στην

ανάπτυξη και την εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων, καθώς και στα αιμοφόρα αγγεία που

τροφοδοτούν τους όγκους, συμμετέχοντας στην ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων. Αναστέλλοντας τη

δράση αυτών των ενζύμων, το Sutent μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη και την εξάπλωση του

καρκίνου και να διακόψει την παροχή αίματος που επιτρέπει στα καρκινικά κύτταρα να αναπτύσσονται.

Ποιες μελέτες εκπονήθηκαν για το Sutent;

Το Sutent συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο σε 312 ασθενείς με GIST, στους οποίους η θεραπεία με

ιματινίμπη είχε αποτύχει, και σε 171 ασθενείς με νευροενδοκρινικούς όγκους του παγκρέατος που

παρουσίαζαν επιδείνωση και δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Το Sutent συγκρίθηκε επίσης

με άλλο αντικαρκινικό φάρμακο, την ιντερφερόνη άλφα, σε 750 ασθενείς με μεταστατικό

νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε άλλη αντικαρκινική

θεραπεία.

Σε όλες τις μελέτες, ο βασικός δείκτης μέτρησης της αποτελεσματικότητας ήταν το χρονικό διάστημα

επιβίωσης των ασθενών χωρίς επιδείνωση των όγκων.

Ποιο είναι το όφελος του Sutent σύμφωνα με τις μελέτες;

Το Sutent αποδείχτηκε αποτελεσματικότερο από το εικονικό φάρμακο για τη θεραπεία των GIST και με

νευροενδοκρινικούς όγκους του παγκρέατος. Οι ασθενείς με GIST που λάμβαναν το Sutent επιβίωσαν

κατά μέσο όρο 26,6 εβδομάδες χωρίς επιδείνωση της ασθένειας, σε σύγκριση με τις 6,4 εβδομάδες για

τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Για τους νευροενδοκρινικούς όγκους του παγκρέατος τα

στοιχεία ήταν 11,4 μήνες για την ομάδα του Sutent και 5,5 μήνες για την ομάδα του εικονικού

φαρμάκου.

Όσον αφορά το μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, οι ασθενείς που έλαβαν Sutent επιβίωσαν

κατά μέσο όρο 47,3 εβδομάδες χωρίς επιδείνωση της ασθένειας, σε σύγκριση με τις 22 εβδομάδες για

τους ασθενείς που έλαβαν ιντερφερόνη άλφα.

Ποιοι κίνδυνοι συνδέονται με το Sutent;

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του Sutent (εμφανίζονται σε περισσότερους από 1 στους 10

ασθενείς) περιλαμβάνουν κόπωση (κούραση), γαστρεντερικές διαταραχές (όπως διάρροια, αίσθημα

Sutent

EMA/487080/2014

Σελίδα 3/3

αδιαθεσίας, φλεγμονή στο εσωτερικό του στόματος, δυσπεψία και έμετο), αναπνευστικές διαταραχές

(όπως δύσπνοια και βήχα) και δερματικές διαταραχές (όπως αποχρωματισμό του δέρματος, ξηροδερμία

και εξάνθημα), αλλαγές στο χρώμα του τριχωτού, δυσγευσία (διαταραχές της γεύσης), επίσταξη

(ρινορραγία), απώλεια της όρεξης, υπέρταση (υψηλή αρτηριακή πίεση), σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας

ερυθροδυσαισθησίας (εξάνθημα και αιμωδία στις παλάμες και στα πέλματα), υποθυρεοειδισμό

(υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα), αϋπνία (προβληματική είσοδος και παραμονή σε κατάσταση

ύπνου), ζάλη, πονοκέφαλο, αρθραλγία (πόνος στις αρθρώσεις), ουδετεροπενία (χαμηλά επίπεδα

ουδετεροφίλων, ενός τύπου λευκοκυττάρων), θρομβοκυτταροπενία (χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων),

αναιμία (χαμηλός αριθμός ερυθροκυττάρων), και λευκοπενία (χαμηλά επίπεδα λευκοκυττάρων).

Οι σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με το Sutent είναι καρδιακή και νεφρική

ανεπάρκεια, πνευμονική εμβολή (θρόμβος σε αιμοφόρο αγγείο που τροφοδοτεί τους πνεύμονες),

γαστρεντερική διάτρηση (τρύπες στα τοιχώματα του εντέρου) και εσωτερική αιμορραγία.

Ο πλήρης κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών και των περιορισμών που αναφέρθηκαν με το Sutent

περιλαμβάνεται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Για ποιους λόγους εγκρίθηκε το Sutent;

Η CHMP έκρινε ότι τα οφέλη του Sutent υπερτερούν των κινδύνων που συνδέονται με αυτό και

εισηγήθηκε τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για το εν λόγω φάρμακο.

Στο Sutent χορηγήθηκε αρχικά «έγκριση υπό όρους» επειδή αναμένονταν περισσότερες αποδείξεις

σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν, ειδικά για τη θεραπεία του νεφροκυτταρικού καρκινώματος. Μετά

την υποβολή των απαραίτητων πρόσθετων πληροφοριών από την παρασκευάστρια εταιρεία, η ένδειξη

της χορήγησης «έγκριση υπό όρους» μετατράπηκε σε «κανονική έγκριση».

Ποια μέτρα λαμβάνονται για την ασφαλή και αποτελεσματική χρήση του

Sutent;

Καταρτίστηκε σχέδιο διαχείρισης κινδύνου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το Sutent χρησιμοποιείται

με τον ασφαλέστερο δυνατό τρόπο. Βάσει του σχεδίου αυτού, στην περίληψη των χαρακτηριστικών του

προϊόντος και στο φύλλο οδηγιών χρήσης του Sutent συμπεριλήφθηκαν πληροφορίες σχετικά με την

ασφάλεια καθώς και τις κατάλληλες προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται από τους επαγγελματίες

του τομέα της υγείας και τους ασθενείς.

Λοιπές πληροφορίες για το Sutent

Στις 19 Ιουλίου 2006, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε άδεια κυκλοφορίας «υπό όρους», η οποία ισχύει

σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το Sutent . Η εν λόγω άδεια μετατράπηκε σε κανονική άδεια

κυκλοφορίας στις 11 Ιανουαρίου 2007.

Η πλήρης EPAR του Sutent διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Οργανισμού, στη διεύθυνση

ema.europa.eu/Find medicine/Human medicines/European Public Assessment Reports. Για

περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη θεραπεία με το Sutent, διαβάστε το φύλλο οδηγιών χρήσης

(συμπεριλαμβάνεται επίσης στην EPAR) ή επικοινωνήστε με τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Τελευταία ενημέρωση της περίληψης: 08-2014.

Aðrar vörur

search_alerts

share_this_information