ZOPRANOL 30MG/TAB ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
11-03-2020
Δραστική ουσία:
ZOFENOPRIL CALCIUM
Διαθέσιμο από:
MENARINI INTER.OPERAT.LUXEMBURG SA, LUXEMBURG (0000003316) 1, Avenue de la Gare, L-1611, Luxembourg
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
C09AA15
INN (Διεθνής Όνομα):
ZOFENOPRIL CALCIUM
Δοσολογία:
30MG/TAB
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
Σύνθεση:
INEOF01223 ZOFENOPRIL CALCIUM 30.000000 MG
Οδός χορήγησης:
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Θεραπευτική περιοχή:
ZOFENOPRIL
Περίληψη προϊόντος:
Τύπος διαδικασίας: Αμοιβαίας Αναγνώρισης; Αρ. διαδικασίας: NL/H/4675/003/MR; Νομικό καθεστώς: ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ; Συσκευασίες: 2802443003017 01 BTx14 (BLIST 2 x 7) (PVDC/PVC/Al) 14.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003024 02 BTx28 (BLIST 4 x 7) (PVDC/PVC/Al) 28.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 8.64; Συσκευασίες: 2802443003031 03 BTx56 (BLIST 8 x 7) (PVDC/PVC/Al) 56.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003048 04 BTx90 (PVDC/PVC/Al) 90.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003055 05 BTx14 (BLIST 2 x 7) (Aclar/Al) 14.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003062 06 BTx28 (BLIST 4 x 7) (Aclar/Al) 28.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003079 07 BTx56 (BLIST 8 x 7) (Aclar/Al) 56.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802443003086 08 BTx90 (Aclar/Al) 90.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αμοιβαία) ΦΑΡΜΑΚΕIOY
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (Αμοιβαία)
Αριθμό άδειας:
2443003

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον χρήστη

ZOPRANOL

Eπικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 7,5mg, 15mg, 30mg, 60mg

Zofenopril calcium

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να

χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

- Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

- Αν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

- Η συνταγή γι’ αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να δώσετε

το φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμη κι όταν τα συμπτώματά

της ασθένειάς τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Αν

παρατηρήσετε

κάποια

ανεπιθύμητη

ενέργεια,

ενημερώστε

τον

γιατρό

τον

φαρμακοποιό

σας.

Αυτό

ισχύει

και

για

κάθε

πιθανή

ανεπιθύμητη

ενέργεια

που

δεν

αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών:

1. Τι είναι το ZOPRANOL και ποιά είναι η χρήση του

2. Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το ZOPRANOL

3. Πώς να πάρετε το ZOPRANOL

4. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

5. Πώς να φυλάσσετε το ZOPRANOL

6. Περιεχόμενο της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το ZOPRANOL και ποιά είναι η χρήση του

Το ZOPRANOL περιέχει τη δραστική ουσία zofenopril calcium 30mg, 7,5mg, 15mg, 60mg

η οποία ανήκει σε μια κατηγορία αντιυπερτασικών φαρμάκων που ονομάζονται αναστολείς

του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ).

Το ZOPRANOL ενδείκνυται για τη θεραπεία των παρακάτω καταστάσεων:

Υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση)

Καρδιακή προσβολή (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου) με ή χωρίς ενδείξεις και

συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν υποβληθεί σε

θεραπεία για τη διάλυση των θρόμβων του αίματος (θρομβολυτική θεραπεία).

2

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το ZOPRANOL

Μην

πάρετε το ZOPRANOL εάν:

έχετε αλλεργία στη zofenopril calcium ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα συστατικά

αυτού του φαρμάκου (αναγράφεται στην παράγραφο 6).

έχετε εμφανίσει προηγούμενη αλλεργική αντίδραση σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ (α-

ΜΕΑ), όπως captopril ή enalapril.

έχετε ιστορικό σοβαρού οιδήματος και κνησμό γύρω από το πρόσωπο, μύτη και

λάρυγγα (αγγειονευρωτικό οίδημα) το οποίο συσχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία

με α-ΜΕΑ, ή εάν υποφέρετε από κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα

(ταχεία διόγκωση του δέρματος, ιστών, πεπτικού σωλήνα και άλλων οργάνων).

έχετε λάβει ή λαμβάνετε επί του παρόντος το sacubitril / valsartan, ένα φάρμακο που

χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ενός τύπου μακροχρόνιας (χρόνιας) καρδιακής

ανεπάρκειας σε ενήλικες, καθώς ο κίνδυνος αγγειοοίδηματος (ταχεία διόγκωση κάτω

από το δέρμα σε μια περιοχή όπως ο λαιμός) αυξάνεται.

έχετε σοβαρά ηπατικά προβλήματα.

έχετε στένωση των νεφρικών αρτηριών.

είστε περισσότερο από 3 μηνών έγκυος (είναι καλύτερα να αποφύγετε το ZOPRANOL

στην έναρξη της εγκυμοσύνης – βλέπε παράγραφο Κύηση).

είστε γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης, εκτός εάν λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα

αντισύλληψης.

έχετε διαβήτη ή διαταραγμένη νεφρική λειτουργία και λαμβάνετε αγωγή με ένα

φάρμακο που μειώνει την αρτηριακή πίεση και περιέχει αλισκιρένη.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Απευθυνθείτε στον γιατρό σας πριν πάρετε το ZOPRANOL.

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν:

έχετε υψηλή

αρτηριακή πίεση

και

ηπατικά

ή

νεφρικά προβλήματα

έχετε υψηλή αρτηριακή πίεση η οποία προκλήθηκε από ένα πρόβλημα στο νεφρό ή

από στένωση της νεφρικής αρτηρίας (νεφραγγειακή υπέρταση)

έχετε πρόσφατα υποβληθεί σε

μεταμόσχευση νεφρού

υποβάλεστε σε

αιμοκάθαρση

υποβάλεστε

σε

Λιπιδιοαφαίρεση

LDL

(μια

διαδικασία

παρόμοια

με

την

αιμοκάθαρση που καθαρίζει το αίμα σας από επιβλαβή χοληστερόλη)

έχετε

ασυνήθιστα

υψηλά

επίπεδα

της

ορμόνης

αλδοστερόνης

στο

αίμα

σας

(πρωτοπαθής αλδοστερονισμός) ή

χαμηλά επίπεδα

της ορμόνης

αλδοστερόνης

στο

αίμα σας

(υποαλδοστερονισμός)

έχετε

στένωση της καρδιακής βαλβίδας

(στένωση της αορτής)

ή πάχυνση των

καρδιακών τοιχωμάτων

(υπερτροφική καρδιομυοπάθεια)

υποφέρετε ή έχετε υποφέρει από

ψωρίαση

(δερματοπάθεια χαρακτηριζόμενη από

πλάκες με ροδόχρους φολίδες)

λαμβάνετε θεραπεία

απευαισθητοποίησης

(‘ενέσεις αλλεργίας’) για νυγμό εντόμων.

παίρνετε, οποιοδήποτε από τα παρακάτω φάρμακα που, χρησιμοποιούνται για τη

θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης:

έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) (επίσης γνωστά ως σαρτάνες -

για παράδειγμα βαλσαρτάνη, τελμισαρτάνη, ιρβεσαρτάνη κ.α.), ιδιαίτερα εάν έχετε

νεφρικά προβλήματα που σχετίζονται με διαβήτη.

Αλισκιρένη

παίρνετε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φάρμακα ο κίνδυνος αγγειοοιδήματος (ταχύ

οίδημα κάτω από το δέρμα σε περιοχή όπως ο λαιμός)μπορεί να αυξηθεί:

Racecadotril, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της διάρροιας

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της απόρριψης μοσχεύματος

οργάνου και για καρκίνο (π.χ., temsirolimus, sirolimus, everolimus)

Vildagliptin, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του διαβήτη

Ο ιατρός σας μπορεί να ελέγξει τη νεφρική σας λειτουργία, την αρτηριακή σας πίεση και την

ποσότητα των ηλεκτρολυτών (π.χ. κάλιο) στο αίμα σας σε τακτά διαστήματα.

Δείτε επίσης πληροφορίες στην παράγραφο «Μην πάρετε το ZOPRANOL».

Τo ZOPRANOL μπορεί να δημιουργήσει

σοβαρή πτώση της αρτηριακής πίεσης

, ειδικά

μετά την πρώτη δόση (αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί εάν παίρνετε επιπλέον διουρητικά,

είστε

αφυδατωμένος

βρίσκετε

σε

δίαιτα

με

χαμηλή

περιεκτικότητα

σε

άλας).

Εάν

εμφανιστεί υπόταση, καλέστε

αμέσως

τον γιατρό σας και ξαπλώστε σε ύπτια θέση.

Ενημερώστε τον αναισθησιολόγο σας

ότι λαμβάνεται ZOPRANOL πριν σας υποβάλλουν

σε γενική αναισθησία, εάν πρόκειται να υποβληθείτε σε χειρουργική επέμβαση. Αυτό θα τον

βοηθήσει να ελέγχει την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό κατά τη διάρκεια της

επέμβασης.

Επιπλέον, εάν πάσχετε από

οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

και:

έχετε χαμηλή αρτηριακή πίεση (< 100mmHg) ή βρίσκεστε σε κατάσταση καρδιογενούς

σόκ (σαν αποτέλεσμα καρδιακών προβλημάτων) – τότε το ZOPRANOL δεν ενδείκνυται

για εσάς.

είστε πάνω από 75 ετών – μπορείτε να πάρετε το ZOPRANOL με ιδιαίτερη προσοχή.

Πρέπει να ενημερώσετε τον γιατρό σας εάν νομίζετε ότι είστε (ή ότι μπορεί να μείνετε)

έγκυος. Το ZOPRANOL δεν ενδείκνυται στην έναρξη της κύησης, και δεν πρέπει να το

παίρνετε εάν είστε περισσότερο από 3 μηνών έγκυος, επειδή μπορεί να βλάψει το μωρό σας

σε αυτό το στάδιο (βλέπε παράγραφος ‘Κύηση’).

Παιδιά και έφηβοι

Μη δίνετε αυτό το φάρμακο σε παιδιά και εφήβους κάτω της ηλικίας των 18 ετών επειδή

είναι απίθανο να είναι ασφαλές.

Άλλα φάρμακα και ZOPRANOL

Ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας αν παίρνετε, έχετε πρόσφατα πάρει ή μπορεί

να πάρετε άλλα φάρμακα.

Πιο συγκεκριμένα, ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παίρνετε:

Συμπληρώματα

καλίου

(συμπεριλαμβανομένων

των

υποκατάστατων

άλατος),

καλιοσυντηρητικά διουρητικά και άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να αυξάνουν την

ποσότητα

του

καλίου

στο

αίμα

σας

(π.χ.

τριμεθοπρίμη

και

κο-τριμοξαζόλη

για

λοιμώξεις που προκαλούνται από βακτήρια, κυκλοσπορίνη, ένα ανοσοκατασταλτικό

φάρμακο που χρησιμοποιείται για την πρόληψη της απόρριψης μοσχεύματος οργάνου

και ηπαρίνη που χρησιμοποιείται για την αραίωση του αίματος για την πρόληψη

θρόμβων)

Λίθιο (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης)

Αναισθητικά

Ναρκωτικά (όπως μορφίνη)

Αντιψυχωσικά φάρμακα (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και

παρόμοιων ασθενειών)

Αντικαταθλιπτικά τύπου τρικυκλικών π.χ. αμιτριπτυλίνη και κλομιπραμίνη

Βαρβιτουρικά (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του άγχους, της αϋπνίας και των

κρίσεων επιληψίας)

Άλλα φάρμακα για την υψηλή αρτηριακή πίεση και αγγειοδιασταλτικά

(συμπεριλαμβανομένων των β-αποκλειστών, α-αποκλειστών και των διουρητικών

όπως υδροχλωροθειαζίδη, φουροσεμίδη, τορασεμίδη).

Ο γιατρός σας μπορεί να χρειασθεί να αλλάξει τη δόση σας και/ή να λάβει άλλες

προφυλάξεις:

Εάν παίρνετε έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARB) ή αλισκιρένη

(βλέπε

επίσης

πληροφορίες

στην

παράγραφο

«Μην

πάρετε

το

ZOPRANOL»

και

«Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις»)

Νιτρογλυκερίδη και άλλα νιτρικά που χρησιμοποιούνται για τη στηθάγχη.

Αντιόξινα συμπεριλαμβανομένης της σιμετιδίνης (ενδείκνυται για τις καούρες και το

έλκος στομάχου)

Κυκλοσπορίνη

(χρησιμοποιείται

μετά

από

μεταμόσχευση

οργάνων)

και

άλλα

ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (φάρμακα που καταστέλλουν την άμυνα του σώματος)

Αλλοπουρινόλη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας)

Ινσουλίνη ή άλλα αντι-διαβητικά φάρμακα

Κυτταροστατικούς παράγοντες (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου ή

ασθενειών που επηρεάζουν το αμυντικό σύστημα του σώματος)

Κορτικοστεροειδή (ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα)

Προκαϊναμίδη (χρησιμοποιείται για τον έλεγχο ακανόνιστου καρδιακού παλμού)

Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ, όπως η ασπιρίνη ή ιβουπροφαίνη)

Συμπαθομιμητικά

φάρμακα

(φάρμακα

που

δρουν

στο

νευρικό

σύστημα,

συμπεριλαμβάνονται μερικά για τη θεραπεία του άσθματος ή του πυρετού εκ χόρτου

και αγγειοσυσπαστικές αμίνες, π.χ. αδρεναλίνη)

racecadotril (ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της διάρροιας),

φάρμακα

που

χρησιμοποιούνται

για

την

πρόληψη

της

απόρριψης

μοσχεύματος

οργάνου και για καρκίνο (π.χ. temsirolimus, sirolimus, everolimus) και vildagliptin

(ένα

φάρμακο

που

χρησιμοποιείται

για

τη

θεραπεία

του

διαβήτη).

κίνδυνος

αγγειοοίδηματος μπορεί να αυξηθεί.

Το ZOPRANOL με τροφή, ποτό και οινοπνευματώδη

Το ZOPRANOL μπορεί να λαμβάνεται με τροφή ή με άδειο στομάχι, αλλά το δισκίο

λαμβάνεται καλύτερα με νερό.

Η αλκοόλη αυξάνει το υποτασικό αποτέλεσμα (μείωση της αρτηριακής πίεσης) του

ZOPRANOL, ρωτήστε το γιατρό σας για περισσότερες συμβουλές σχετικά με την

κατανάλωση οινοπνεύματος ενώ βρίσκεστε υπό αγωγή με αυτό το φάρμακο.

Κύηση και θηλασμός

Κύηση

Εάν είστε έγκυος, νομίζετε ότι μπορεί να είστε έγκυος ή σχεδιάζετε να αποκτήσετε παιδί,

ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού σας προτού πάρετε το φάρμακο αυτό. Ο γιατρός σας θα

σας συμβουλέψει να σταματήσετε το ZOPRANOL πριν μείνετε έγκυος ή αμέσως με το που

μάθατε ότι είστε έγκυος και θα σας προτείνει να πάρετε κάποιο άλλο φάρμακο αντί του

ZOPRANOL.

Το ZOPRANOL δεν συνιστάται στην έναρξη της κύησης και δεν πρέπει να το λαμβάνετε

εάν είστε περισσότερο από 3 μηνών έγκυος, επειδή μπορεί να βλάψει σοβαρά το μωρό σας

εάν το χρησιμοποιήσετε μετά τον τρίτο μήνα της κύησης.

Θηλασμός

Εάν θηλάζετε ή εάν πρόκειται να αρχίσετε να θηλάζετε ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού

σας προτού πάρετε το φάρμακο αυτό. Το ZOPRANOL δεν ενδείκνυται στις μητέρες που

θηλάζουν, και ο γιατρός σας μπορεί να επιλέξει κάποια άλλη θεραπεία για εσάς εάν

επιθυμείτε να θηλάσετε, ιδιαίτερα εάν το μωρό σας είναι νεογέννητο ή έχει γεννηθεί πρόωρα.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Το φάρμακο αυτό μπορεί να προκαλέσει ζάλη ή κόπωση. Εάν αυτό σας συμβεί μην οδηγείτε

ή χειρίζεστε μηχανήματα.

Το ZOPRANOL

περιέχει λακτόζη.

Το προϊόν αυτό περιέχει

λακτόζη

. Εάν γνωρίζετε ότι έχετε δυσανεξία σε ορισμένα σάκχαρα,

επικοινωνήστε με τον γιατρό σας πριν

πάρετε αυτό το φάρμακο.

Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1mmol νατρίου (23mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό

υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ουσιαστικά ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

3. Πώς να πάρετε το ZOPRANOL

Πάντοτε να παίρνετε το φάρμακο αυτό αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας.

Εάν έχετε αμφιβολίες, ρωτήστε τον γιατρό σας.

Tα δισκία ZOPRANOL μπορούν να λαμβάνονται με φαγητό ή με άδειο στομάχι. Είναι

καλύτερο να καταπίνονται με νερό.

Το δισκίο μπορεί να χωριστεί σε 2 ίσες δόσεις (για τα δισκία των 15mg, 30mg και 60mg

μόνο)

Θεραπεία υψηλής αρτηριακής πίεσης

(υπέρταση)

Η συνήθης αρχική δοσολογία ZOPRANOL είναι 15mg, σε μία δόση την ημέρα. Ο γιατρός

σας μπορεί σταδιακά να προσαρμόσει τη δόση (ανά διαστήματα τεσσάρων εβδομάδων) μέχρι

να βρεθεί η κατάλληλη δόση για εσάς. Μακροχρόνια αντιυπερτασική δράση επιτυγχάνεται

συνήθως με 30mg ZOPRANOL, σε μία δόση την ημέρα.

Η μέγιστη δόση είναι 60mg την ημέρα χορηγούμενα με μία ή δύο διηρημένες δόσεις.

Εάν είστε αφυδατωμένος ή έχετε έλλειψη άλατος ή λαμβάνετε διουρητικά, μπορεί να είναι

απαραίτητο να αρχίσετε τη θεραπεία με 7,5mg ZOPRANOL.

Ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα

Εάν

έχετε

ήπια

έως

μέτρια

ηπατική

δυσλειτουργία

μέτρια

έως

σοβαρή

νεφρική

δυσλειτουργία, ο γιατρός θα σας αρχίσει τη θεραπεία με τη μισή δοσολογία του ZOPRANOL

(15mg).

Εάν

υποβάλλεστε

σε

αιμοδιύλιση,

αρχική

θεραπευτική

δοσολογία

του

ZOPRANOL είναι το ¼ της συνήθους θεραπευτικής δοσολογίας (7,5 mg).

Καρδιακή προσβολή (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου)

Η θεραπεία με ZOPRANOL θα πρέπει να αρχίζει μέσα σε 24 ώρες μετά την έναρξη των

συμπτωμάτων οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Θα λαμβάνετε δισκία ZOPRANOL δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ, ως ακολούθως :

και την 2

ημέρα: 7,5 mg κάθε 12 ώρες

και την 4

ημέρα: 15mg κάθε 12 ώρες

από την 5

και στη συνέχεια: η δόση αυξάνεται στα 30mg κάθε 12 ώρες.

Ο γιατρός σας μπορεί να ρυθμίσει τη δόση ή τη μέγιστη δόση που λαμβάνετε ανάλογα με

τις ανάγκες της αρτηριακής σας πίεσης.

Η θεραπεία θα συνεχιστεί για ακόμα έξι εβδομάδες, ή περισσότερο, εάν τα συμπτώματα

της καρδιακής ανεπάρκειας επιμείνουν.

Αν πάρετε μεγαλύτερη δόση ZOPRANOL από την κανονική

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, επικοινωνήστε αμέσως με το γιατρό σας ή το πλησιέστερο

νοσοκομείο (πάρτε μαζί σας τυχόν εναπομείναντα δισκία, τη συσκευασία ή αυτό το φυλλάδιο

αν είναι δυνατόν). Τα συχνότερα συμπτώματα και σημεία υπερβολικής δόσης είναι η χαμηλή

αρτηριακή πίεση με λιποθυμία (υπόταση), πολύ αργός καρδιακός παλμός (βραδυκαρδία),

αλλαγές στις χημικές ουσίες του αίματος (ηλεκτρολύτες) και νεφρική δυσλειτουργία.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το ZOPRANOL

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το δισκίο ZOPRANOL , πάρτε το συντομότερο δυνατόν. Εάν

εντούτοις, έχουν περάσει αρκετές ώρες, τότε πάρτε το επόμενο δισκίο την προγραμματισμένη

γι’αυτό ώρα.

Μην πάρετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε το δισκίο που ξεχάσατε.

Αν σταματήσετε να παίρνετε το ZOPRANOL

Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας, πριν διακόψετε τη θεραπεία με ZOPRANOL , είτε

το λαμβάνετε για υπέρταση ή μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Εάν έχετε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση του φαρμάκου, ρωτήστε τον γιατρό

σας ή τον φαρμακοποιό σας.

4. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, το ZOPRANOL μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν

και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που συσχετίζονται με τη θεραπεία με α-ΜΕΑ είναι

αναστρέψιμες και εξαφανίζονται μετά το τέλος της θεραπείας.

Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στους 10 ανθρώπους):

κόπωση (κούραση)

ναυτία και/ή έμετος

ζάλη

πονοκέφαλος

βήχας

Όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στους 100 ανθρώπους):

γενικευμένη αδυναμία

μυϊκές συσπάσεις

δερματικό εξάνθημα

Σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στους 1000 ανθρώπους):

ραγδαίο πρήξιμο και κνησμός, ιδιαίτερα γύρω στο πρόσωπο, στο στόμα και στο λάρυγγα,

με πιθανή δυσκολία στην αναπνοή

Επιπλέον

των

ανεπιθύμητων

ενεργειών

που

έχουν

αναφερθεί

με

το

ZOPRANOL,

οι

ακόλουθες έχουν γενικότερα αναφερθεί με τους

α-ΜΕΑ

Σοβαρή υπόταση στην αρχή της θεραπείας, ή κατά την αύξηση της δοσολογίας, με

ζάλη, διαταραχή της όρασης, λιποθυμία (συγκοπτικό επεισόδιο).

Αυξημένος

ακανόνιστος

καρδιακός

παλμός,

ταχυκαρδία,

πόνος

στο

θώρακα

(έμφραγμα του μυοκαρδίου ή στηθάγχη)

Διαταραχή της συνείδησης, ξαφνική ζάλη, ξαφνική διαταραχή της όρασης, ή αδυναμία

και/ή απώλεια της αίσθησης αγγίγματος στη μια πλευρά του σώματος (παροδικό

ισχαιμικό επεισόδιο ή εγκεφαλικό).

Περιφερικό οίδημα (συσσώρευση νερού στα άκρα), ορθοστατική υπόταση, στηθάγχη,

μυαλγία και μυϊκές κράμπες

Μειωμένη

νεφρική

λειτουργία,

αλλαγές

στην

ποσότητα

των

καθημερινών

ούρων,

πρωτεϊνουρία, ανικανότητα.

Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, ξηρότητα στόματος.

Αλλεργικές αντιδράσεις όπως δερματικό εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, απολέπιση,

ερυθρότητα, χαλάρωση και φλυκταίνωση του δέρματος (τοξική επιδερμική νεκρόλυση),

επιδείνωση

της

ψωρίασης

(δερματική

νόσος

που

χαρακτηρίζεται

από

πλάκες

με

ροδόχρους φολίδες), τριχόπτωση (αλωπεκία).

Αυξημένη εφίδρωση και έξαψη

Αλλαγή διάθεσης, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, αλλοιωμένες αισθήσεις του δέρματος

όπως αίσθημα καύσου, νυγμού ή μυρμήγκιασμα (παραισθησία), αστάθεια, σύγχυση,

κουδούνισμα στα αυτιά (εμβοές), διαταραχές γεύσης, θολή όραση.

Δύσπνοια,

στένωση

των

αεραγωγών

του

πνεύμονα

(βρογχόσπασμος),

ιγμορίτιδα,

καταρροή

μπουκωμένη

μύτη

(ρινίτιδα),

φλεγμονή

της

γλώσσας

(γλωσσίτιδα),

βρογχίτιδα.

Κιτρίνισμα του δέρματος (ίκτερος), φλεγμονή στο ήπαρ ή στο πάγκρεας (ηπατίτιδα,

παγκρεατίτιδα), απόφραξη του εντέρου (ειλεός).

Μεταβολές στις εξετάσεις αίματος, όπως στα ερυθρά αιμοσφαίρια, στα λευκοκύτταρα ή

στον αριθμό των αιμοπεταλίων ή μείωση σε όλα τα είδη των κυττάρων του αίματος

(πανκυτταροπενία).

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παρατηρήσετε ότι μελανιάζετε

εύκολα ή εμφανίζετε ανεξήγητο πονόλαιμο ή πυρετό.

Αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες) και της χολερυθρίνης του

αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης.

Αναιμία λόγω ρήξης των ερυθρών αιμοσφαιρίων (αιμολυτική αναιμία), λόγω

της

έλλειψης του ενζύμου γλυκοζο-6-φωσφορική δεϋδρογενάση (G6PD).

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Αν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, παρακαλείσθε να ενημερώσετε τον γιατρό ή

τον φαρμακοποιό σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν

αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης.

Μπορείτε

επίσης

να

αναφέρετε

ανεπιθύμητες

ενέργειες

απευθείας,

μέσω

του

εθνικού

συστήματος

αναφοράς

που

αναφέρεται

παρακάτω. Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων

ενεργειών μπορείτε να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με την

ασφάλεια του παρόντος φαρμάκου.

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284,

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα,

Τηλ: + 30 21 32040380/337,

Φαξ: + 30 21 06549585,

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

5. Πώς να φυλάσσετε το ZOPRANOL

Το φάρμακο αυτό πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα

παιδιά.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Μην πάρετε αυτό το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης

η οποία αναφέρεται επάνω στο

κουτί και το blister

μετά τη ‘ΛΗΞΗ’. Η ημερομηνία λήξης αναφέρεται στην τελευταία μέρα

του μήνα που αναφέρεται εκεί.

Μην πετάτε φάρμακα στο νερό της αποχέτευσης. Ρωτήστε τον φαρμακοποιό σας για το πώς

να πετάξετε τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιείτε πια. Αυτά τα μέτρα θα βοηθήσουν στην

προστασία του περιβάλλοντος.

6. Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το ZOPRANOL

Η δραστική ουσία είναι η zofenopril calcium 30mg, 7,5mg, 15mg, 60mg.

Τα άλλα συστατικά είναι: μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, μονοϋδρική λακτόζη, νατριούχος

διασταυρούμενη καρμελλόζη, στεατικό μαγνήσιο, κολλοειδές άνυδρο οξείδιο του πυριτίου,

υπρομελλόζη,

διοξείδιο

του

τιτανίου

(Ε171),

πολυαιθυλενογλυκόλη

400,

πολυαιθυλενογλυκόλη 6000 (βλέπε παράγραφο 2 «

Το ZOPRANOL περιέχει λακτόζη »)

Εμφάνιση του ZOPRANOL και περιεχόμενα της συσκευασίας

To ZOPRANOL 7,5mg είναι λευκά, στρογγυλά, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με

κυρτές επιφάνειες. Διατίθεται σε συσκευασία των 12, 14, 15, 28, 30, 48, 50, 56, 90 ή 100

επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων και σε συσκευασία διάτρητων blister μονάδας δόσης

(perforated unit dose blister) των 50 και 56 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.

Το ZOPRANOL 15mg είναι λευκά, μακρόστενα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Διατίθεται σε συσκευασία των 12, 14, 15, 28, 30, 50, 56, 90 ή 100 επικαλυμμένων με λεπτό

υμένιο δισκίων και σε συσκευασία διάτρητων blister μονάδας δόσης (perforated unit dose

blister) των 50 και 56 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.

Το ZOPRANOL 30mg είναι λευκά, μακρόστενα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Διατίθεται σε συσκευασία των 7, 14, 15, 28, 30, 50, 56, 90 ή 100 επικαλυμμένων με λεπτό

υμένιο δισκίων και σε συσκευασία διάτρητων blister μονάδας δόσης (perforated unit dose

blister) των 50 και 56 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.

Το ZOPRANOL 60mg είναι λευκά, μακρόστενα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Διατίθεται σε συσκευασία των 14, 15, 28, 30, 50, 56, 90 ή 100 επικαλυμμένων με λεπτό

υμένιο δισκίων και σε συσκευασία διάτρητων blister μονάδας δόσης (perforated unit dose

blister) των 50 και 56 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας και Παρασκευαστής

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας

ΜΕΝΑRΙΝΙ ΙΝΤΕRNATIONAL OPERATIONS LUXEMBOURG SA

1, Avenue de la Gare

L-1611 Luxembourg

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τοπικός αντιπρόσωπος :

Guidotti Hellas A.E.,

Αναστασίου Δαμβέργη 7,

104 45 Αθήνα

Τηλ: 210 8316111

Παρασκευαστής :

Α. Μenarini Manufacturing Logistics and Services Srl

Campo di Pile

L´Aquila,

Ιταλία

Menarini – Von Heyden GmbH

Leipziger Strasse 7-13,

01097 – Dresden (Γερμανία)

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι εγκεκριμένο στις Ευρωπαϊκές Χώρες με τα

παρακάτω ακόλουθα σήματα :

Αυστρία

Zofenil, Bifril

Βέλγιο

Zofenil, Zopranol

Γερμανία

Zofenil, Bifril

Γαλλία

Zofenil, Teoula

Δανία

Zofenil, Bifril

Φιλανδία

Zofenil, Bifril

Ελλάδα

Zopranol, Zofepril

Ιρλανδία

Zofenil, Bifril

Ιταλία

Bifril, Zofepril

Ισλανδία

Zofenil, Bifril

Λουξεμβούργο

Zofenil, Zopranol

Νορβηγία

Zofenil, Bifril

Πορτογαλία

Zofenil, Zopranol

Ισπανία

Zofenil, Zopranol

Σουηδία

Zofenil, Bifril

Ολλανδία

Zofil, Zopranol

Ηνωμένο Βασίλειο

Zofenil, Bifril

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης ανανεωρήθηκε για τελευταία φορά στις

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

ZOPRANOL 7,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOPRANOL 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOPRANOL 30 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOPRANOL 60 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ZOPRANOL

7,5mg περιέχει 7,5mg zofenopril calcium ισοδύναμο με

7,2mg zofenopril

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ZOPRANOL 15mg περιέχει 15mg zofenopril calcium ισοδύναμο με

14,3mg zofenopril

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ZOPRANOL 30mg περιέχει 30mg zofenopril calcium ισοδύναμο με

28,7mg zofenopril

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ZOPRANOL 60mg περιέχει 60mg zofenopril calcium ισοδύναμο με

57,3mg zofenopril

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε

ZOPRANOL 7,5 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 17,35mg μονοϋδρική λακτόζη

Κάθε ZOPRANOL 15 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 34,7mg μονοϋδρική λακτόζη

Κάθε ZOPRANOL 30 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 69,4mg μονοϋδρική λακτόζη

Κάθε ZOPRANOL 60 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 138,8mg μονοϋδρική λακτόζη

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ZOPRANOL 7,5mg

Λευκά, στρογγυλά, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με κυρτές επιφάνειες

ZOPRANOL 15mg, 30mg, 60mg

Λευκά, μακρόστενα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, διχοτομούμενα. Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο

ίσες δόσεις.

4.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1.

Θεραπευτικές ενδείξεις

Υπέρταση

Το ZOPRANOL ενδείκνυται για την θεραπεία της ήπιας έως μέτριας ιδιοπαθούς αρτηριακής υπέρτασης.

Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου

Το ZOPRANOL ενδείκνυται για τη θεραπεία που αρχίζει εντός των πρώτων 24 ωρών σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα

του μυοκαρδίου με ή χωρίς ενδείξεις και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, οι οποίοι είναι αιμοδυναμικά σταθεροί

και δεν έχουν υποβληθεί σε θρομβολυτική θεραπεία.

4.2.

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Υπέρταση

Ενήλικες

Η ανάγκη τιτλοποίησης της δοσολογίας πρέπει να καθορίζεται με τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης λίγο πριν την

λήψη της επόμενης δόσης. Η δοσολογία πρέπει να αυξάνεται ανά διαστήματα τεσσάρων εβδομάδων.

Ασθενείς με φυσιολογικό όγκο αίματος ή νάτριο

Η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 15mg σε μία δόση την ημέρα και να τιτλοποιηθεί ανοδικά μέχρι να επιτευχθεί η

ιδανική ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Η συνήθης αποτελεσματική δοσολογία είναι 30mg σε μία δόση την ημέρα.

Η μέγιστη δόση είναι 60mg την ημέρα χορηγούμενα σε μία ή δύο διηρημένες δόσεις.

Σε περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης, άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες, όπως διουρητικά μπορεί να προστεθούν

(Βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.5 και 5.1).

Ασθενείς με υποψία για μειωμένο όγκο αίματος ή έλλειμμα νατρίου:

Σε ασθενείς υψηλού κινδύνου μπορεί να εμφανισθεί υπόταση κατά την χορήγηση της πρώτης δόσης (βλέπε Ειδικές

προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Έναρξη της θεραπείας με α- ΜΕΑ απαιτεί διόρθωση της έλλειψης

νατρίου και / ή του όγκου του αίματος, διακοπή της υπάρχουσας θεραπείας με διουρητικά για δύο έως τρεις ημέρες

πριν την χορήγηση του α-ΜΕΑ, και αρχική δοσολογία 15mg την ημέρα. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, η αρχική

δοσολογία θα πρέπει να είναι 7,5mg την ημέρα.

Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για σοβαρή αιφνίδια υπόταση πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά προτίμηση σε

νοσοκομείο για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται για την επίτευξη του μέγιστου αποτελέσματος μετά την χορήγηση

της πρώτης δόσης και σε κάθε περίπτωση που η δοσολογία του α-ΜΕΑ και / ή του διουρητικού αυξάνεται. Αυτό

ισχύει και για ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους υπερβολική υπόταση μπορεί να

εξελιχθεί σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Νεφρική δυσλειτουργία και εξωνεφρική κάθαρση:

Σε υπερτασικούς ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >45ml/λεπτό), μπορεί να χορηγηθεί

η ιδία δοσολογία ZOPRANOL και σε μία δόση την ημέρα όπως χορηγείται και σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική

λειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 45ml/λεπτό), θα

πρέπει να χορηγείται η μισή θεραπευτική δοσολογία του ZOPRANOL. Η χορήγηση σε μια δόση την ημέρα δεν

απαιτεί τροποποίηση.

Σε υπερτασικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε εξωνεφρική κάθαρση, η αρχική δοσολογία και το δοσολογικό σχήμα

του ZOPRANOL πρέπει να είναι ¼ της δόσης που χορηγείται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Πρόσφατες κλινικές παρατηρήσεις έδειξαν υψηλή συχνότητα αντιδράσεων αναφυλακτοειδούς τύπου σε ασθενείς που

ελάμβαναν α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης με μεμβράνες υψηλής ροής ή κατά τη διάρκεια LDL αφαίρεσης

(βλέπε παράγραφο 4.4. «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»).

Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών):

Στους ηλικιωμένους με φυσιολογική κάθαρση κρεατινίνης, δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.

Στους ηλικιωμένους με μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης (λιγότερο από 45ml/min) συνίσταται η μισή ημερήσια

δοσολογία.

Η κάθαρση της κρεατινίνης υπολογίζεται από την κρεατινίνη του ορού με την ακόλουθη σχέση:

(140-ηλικία) Χ βάρος (Κg)

Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) = ----------------------------------------------------

Κρεατινίνη ορού (mg/dl) X 72

Η παραπάνω σχέση προσδιορίζει την κάθαρση κρεατινίνης στους άνδρες. Για τις γυναίκες, η σχέση πρέπει να

πολλαπλασιάζεται με 0,85.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε υπερτασικούς ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η αρχική δοσολογία είναι η μισή της δόσης

για ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Σε υπερτασικούς ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία το ZOPRANOL αντενδείκνυται.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του

ZOPRANOL σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχει

αποδειχθεί. Κατά συνέπεια, η χρήση του δεν συνιστάται.

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου:

Ενήλικες

Η θεραπεία με ZOPRANOL θα πρέπει να αρχίζει μέσα σε 24 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων οξέος

εμφράγματος του μυοκαρδίου και να συνεχίζεται για έξι εβδομάδες.

Η δοσολογία θα πρέπει να είναι ως ακολούθως:

και 2

ημέρα: 7,5mg κάθε 12 ώρες

και 4

ημέρα: 15mg κάθε 12 ώρες

από την 5

και στη συνέχεια: 30mg κάθε 12 ώρες

Σε περίπτωση χαμηλής συστολικής πίεσης (≤ 120mmHg) στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια των πρώτων

τριών ημερών μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η ημερήσια δοσολογία δεν πρέπει να αυξάνεται. Σε περίπτωση

υπότασης (≤ 100mmHg), η θεραπεία μπορεί να συνεχισθεί με τη δοσολογία που ήταν ήδη ανεκτή. Σε περίπτωση

σοβαρής υπότασης (συστολική πίεση μικρότερη από 90mmHg με δύο συνεχόμενες μετρήσεις σε διάστημα το

λιγότερο μίας ώρας), το ZOPRANOL πρέπει να διακοπεί.

Μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογηθούν και η θεραπεία να διακοπεί σε ασθενείς

χωρίς εκδηλώσεις δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας ή καρδιακής ανεπάρκειας. Εάν τα συμπτώματα αυτά

υπάρχουν, η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μακροχρονίως.

Οι ασθενείς θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, την συνήθη κλασσική θεραπεία όπως νιτρικά,

ακετυλο-σαλικυλικά ή β-αποκλειστές.

Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών)

Το ZOPRANOL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι οποίοι είναι

μεγαλύτεροι από 75 ετών.

Νεφρική δυσλειτουργία και εξωνεφρική κάθαρση

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του ZOPRANOL σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου οι οποίοι

παρουσιάζουν νεφρική δυσλειτουργία ή υποβάλλονται σε εξωνεφρική κάθαρση δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Γι’αυτό

το ZOPRANOL δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του ZOPRANOL σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου οι οποίοι

παρουσιάζουν ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’αυτό το ZOPRANOL δεν πρέπει να χορηγείται σε

αυτούς τους ασθενείς.

Τρόπος χορήγησης

Το ZOPRANOL μπορεί να λαμβάνεται πριν, κατά την διάρκεια ή μετά τα γεύματα. Η δόση πρέπει να τιτλοποιείται

ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς στην θεραπεία.

4.3. Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην zofenopril calcium, σε άλλους α-ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα του φαρμάκου που

αναγράφονται στην παράγραφο 6.1.

Ιστορικό αγγειονευρωτικoύ οιδήματοςσχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με α-ΜΕΑ.

Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan. Το ZOPRANOL δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36

ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/valsartan (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4 και 4.5).

Κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα.

Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης (βλέπε παράγραφο 4.4. και 4.6.)

Γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης, εκτός εάν λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα αντισύλληψης.

Αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή μονόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε ασθενείς

με μονήρες νεφρό.

Η ταυτόχρονη χρήση του ZOPRANOL με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με

σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR,< 60ml/min/1,73m

) (βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.1).

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Υπόταση:

Όπως και με άλλους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (α-ΜΕΑ), το ZOPRANOL μπορεί να

προκαλέσει σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης, ειδικά μετά την πρώτη δόση αν και η συμπτωματική υπόταση

είναι σπάνια σε χωρίς επιπλοκές υπερτασικούς ασθενείς.

Είναι πιθανότερο να συμβεί σε ασθενείς που εμφανίζουν μειωμένο όγκο αίματος και ηλεκτρολυτών, οφειλόμενο σε

θεραπεία με διουρητικά, περιορισμένη κατανάλωση άλατος, αιμοδιύλιση, διάρροια ή έμετο,

έχουν

σοβαρή

υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλέπε παράγραφο 4.5 και παράγραφο 4.8).

Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που μπορεί να συνοδεύεται ή όχι από νεφρική ανεπάρκεια, συμπτωματική

υπόταση έχει παρατηρηθεί. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με πιο σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, όπως

αντικατροπτίζεται από τη χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, ή σε ασθενείς με υπονατριαιμία, ή

νεφρική δυσλειτουργία. Σε αυτούς τους ασθενείς που υπάρχει αυξημένος κίνδυνος συμπτωματικής υπότασης, η

θεραπεία πρέπει να αρχίζει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση κατά προτίμηση σε νοσοκομείο, με χαμηλές δόσεις

και με προσεκτική τιτλοποίηση της δοσολογίας.

Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με διουρητικά θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά όταν αρχίσει η θεραπεία με

ZOPRANOL.

Οι οδηγίες αυτές ισχύουν επίσης και για ασθενείς με στηθάγχη, ή με αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η

υπερβολική υπόταση μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Ίσως απαιτηθεί συμπλήρωση του όγκου

του αίματος με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Η εμφάνιση υπότασης μετά την πρώτη δόση, δεν

αποκλείει περαιτέρω προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης του φαρμάκου, μετά την αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια οι οποίοι έχουν κανονική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, επιπλέον μείωση

της συστημικής αρτηριακής πίεσης μπορεί να συμβεί με το ZOPRANOL. Αυτή η επίδραση είναι αναμενόμενη και

συνήθως δεν είναι λόγος διακοπής της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μείωση της δόσης ή διακοπή

του ZOPRANOL μπορεί να είναι αναγκαία.

Υπόταση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου:

Η θεραπεία με ZOPRANOL δεν πρέπει να αρχίζει σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου εάν υπάρχει

κίνδυνος επιπρόσθετης σοβαρής αιμοδυναμικής διαταραχής, έπειτα από θεραπεία με αγγειοδιασταλτικά. Αυτοί είναι

ασθενείς με συστολική πίεση μικρότερη από 100mmHg ή με καρδιογενές σοκ. Η θεραπεία με ZOPRANOL σε

ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση. Σε περίπτωση επίμονης

υπότασης (συστολική πίεση μικρότερη από 90mmHg για περισσότερο από μία ώρα), το ZOPRANOL πρέπει να

διακοπεί. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια έπειτα από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, το ZOPRANOL

μπορεί μόνο να χορηγείται εάν ο ασθενής είναι αιμοδυναμικά σταθερός.

Ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου και διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας:

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του ZOPRANOL σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου και διαταραχή

της ηπατικής λειτουργίας δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’αυτό το ZOPRANOL δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους

ασθενείς.

Ηλικιωμένοι :

Το ZOPRANOL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου μεγαλύτερους από 75

ετών.

Ασθενείς με νεφροαγγειακή υπέρταση:

Υπάρχει

αυξημένος

κίνδυνος

σοβαρής

υπότασης

και

νεφρικής

ανεπάρκειας

όταν

ασθενείς

με

νεφροαγγειακή

υπέρταση και προϋπάρχουσα αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας μονήρους

νεφρού υποβάλλονται σε θεραπεία με α-ΜΕΑ. Θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ένας επιπρόσθετος

παράγοντας. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να εκδηλωθεί με ήπιες μόνον αλλαγές στην κρεατινίνη του

ορού, ακόμα και σε ασθενείς με μονόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας. Εάν θεωρηθεί απολύτως απαραίτητο,

η θεραπεία με ZOPRANOL πρέπει να αρχίσει σε νοσοκομείο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλές δόσεις

και με προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Η θεραπεία με διουρητικά πρέπει να διακοπεί προσωρινά όταν αρχίσει η

θεραπεία με ZOPRANOL και να ελεγχθεί προσεκτικά η νεφρική λειτουργία κατά την διάρκεια των πρώτων

εβδομάδων της θεραπείας.

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

Το ZOPRANOL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια καθώς απαιτούνται μειωμένες

δόσεις. Στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να γίνεται όσο

θεωρείται απαραίτητο. Νεφρική ανεπάρκεια σε συνδυασμό με τους α-ΜΕΑ έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με

σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρικη νόσο συμπεριλαμβανομένης και της στένωσης της νεφρικής

αρτηρίας.

Μερικοί

ασθενείς

χωρίς

καμία

εμφανή

προϋπάρχουσα

νεφρική

νόσο,

έχουν

εμφανίσει

αυξημένες

συγκεντρώσεις ουρίας και κρεατινίνης αίματος ειδικά όταν χορηγείται ταυτόχρονα ένα διουρητικό. Μείωση της

δόσης του α-ΜΕΑ και / ή διακοπή του διουρητικού μπορεί να χρειαστεί. Συνιστάται η στενή παρακολούθηση της

νεφρικής λειτουργίας κατά την διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του ZOPRANOL σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου και νεφρική

δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί. Έτσι, παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας και εμφράγματος του μυοκαρδίου

(κρεατινίνη του ορού ≥ 2,1mg/dl και πρωτεϊνουρία ≥ 500mg/day) το ZOPRANOL δεν πρέπει να χορηγείται.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση:

Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου υψηλής ροής (π.χ. ΑΝ 69) και

βρίσκονται σε θεραπεία με α-ΜΕΑ, ενδέχεται να εμφανίσουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις όπως οίδημα προσώπου,

ερύθημα, υπόταση και δύσπνοια μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της αιμοδιύλισης. Συνίσταται η χρήση

διαφορετικής μεμβράνης ή διαφορετικού αντιυπερτασικού φαρμάκου. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του

ZOPRANOL σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου που υποβάλλονται σε εξωνεφρική κάθαρση δεν έχει

τεκμηριωθεί. Έτσι, δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε LDL αφαίρεση:

Ασθενείς σε θεραπεία με α-ΜΕΑ που υποβάλλονται σε LDL αφαίρεση με dextrane sulphate είναι δυνατό να

εμφανίσουν

αναφυλακτοειδείς

αντιδράσεις

όμοιες

με

αυτές

που

εμφανίζουν

οι

ασθενείς

που

υπόκεινται

σε

αιμοκάθαρση

με

μεμβράνες

υψηλής

ροής

(βλέπε

παραπάνω).

Συνίσταται

χρήση

άλλης

κατηγορίας

αντιυπερτασικών φαρμάκων γι’ αυτούς τους ασθενείς.

Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης ή μετά από νυγμό εντόμων:

Σπάνια, ασθενείς που λαμβάνουν α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης (δηλητήριο από υμενόπτερα) ή μετά

από νυγμό εντόμων έχουν εμφανίσει αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις επικίνδυνες για τη ζωή τους. Σε μερικούς

ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις έχουν αποφευχθεί με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με α-ΜΕΑ αλλά έχουν

επανεμφανισθεί μετά από ακούσια εκ νέου χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος. ΄Ετσι, προσοχή θα πρέπει να

δίνεται στους ασθενείς αυτούς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ που υποβάλλονται σε διαδικασία

απευαισθητοποίησης.

Μεταμόσχευση νεφρού:

Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση ZOPRANOL σε ασθενείς που πρόσφατα έχουν υποβληθεί σε

μεταμόσχευση νεφρού.

Πρωτογενής αλδοστερονισμός:

Ασθενείς με πρωτογενή αλδοστερονισμό γενικά δεν ανταποκρίνονται σε αντιυπερταστικά φάρμακα τα οποία δρουν

μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης. Επομένως, η χρήση του προϊόντος αυτού δεν

συνίσταται.

Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα:

Αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, των βλεννογόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας και / ή του

λάρυγγα μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν α-ΜΕΑ. Εμφανίζεται συχνότερα κατά την διάρκεια των

πρώτων εβδομάδων της θεραπείας, ωστόσο, σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί σοβαρό αγγειοοίδημα μετά

από μακροχρόνια θεραπεία με α-ΜΕΑ. Η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί αμέσως και να αντικατασταθεί με

φάρμακο που ανήκει σε άλλη φαρμακευτική κατηγορία.

Αγγειοοίδημα που προσβάλλει την γλώσσα, την γλωττίδα ή τον λάρυγγα μπορεί να αποβεί θανατηφόρο. Πρέπει να

εφαρμοστεί επείγουσα θεραπεία που να περιλαμβάνει εκτός των άλλων: άμεση υποδόρια χορήγηση διαλύματος

αδρεναλίνης 1:1000 (0,3 έως 0,5ml) ή αργή ενδοφλέβια χορήγηση αδρεναλίνης 1mg/ml (να διαλυθεί με βάση τις

οδηγίες) με στενή παρακολούθηση του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης. Ο ασθενής θα πρέπει να εισάγεται σε

νοσοκομείο, να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12-24 ώρες και να μην εξέρχεται μέχρι να γίνει πλήρης υποχώρηση

των συμπτωμάτων.

Ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις όπου μόνο το πρήξιμο της γλώσσας περιλαμβάνεται, χωρίς αναπνευστική

δυσχέρεια, οι ασθενείς απαιτείται να βρίσκονται υπό παρακολούθηση από τη στιγμή που η θεραπεία με

αντιϊσταμινικά και κορτικοστεροειδή μπορεί να μην είναι επαρκής.

Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης προκαλούν υψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στη

μαύρη φυλή σε σύγκριση με ασθενείς άλλων φυλών.

Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος που δεν σχετίζεται με θεραπεία α-ΜΕΑ μπορεί να διατρέχουν αυξημένο

κίνδυνο αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν α-ΜΕΑ (βλέπε 4.3 ‘Αντενδείξεις’).

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με sacubitril/valsatran αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου

αγγειοοίδηματος. Η θεραπεία με sacubitril/valsatran δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία

δόση του ZOPRANOL. Η θεραπεία με ZOPRANOL δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία

δόση του sacubitril/valsatran (βλέπε Παραγράφους 4.3 και 4.5).

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με racecadotril ,αναστολείς του mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus,

temsirolimus) και vildagliptin μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος (π.χ. διόγκωση των

αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς αναπνευστική δυσλειτουργία) (βλέπε παράγραφο 4.5). Θα πρέπει να δίδεται

προσοχή κατά την έναρξη θεραπείας με racecadotril , αναστολέα mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus, temsirolimus)

και vildagliptin

σε ασθενή ο οποίος ήδη λαμβάνει κάποιον αναστολέα ΜΕΑ.

Βήχας:

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ZOPRANOL μπορεί να εμφανιστεί ξηρός και μη-παραγωγικός βήχας, ο οποίος

υποχωρεί μετά την διακοπή του ZOPRANOL. Ο βήχας που προκαλείται από α-ΜΕΑ μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος

διαφορετικής διάγνωσης του βήχα.

Ηπατική ανεπάρκεια :

Σπάνια, οι α-ΜΕΑ συσχετίζονται με ένα σύνδρομο το οποίο αρχίζει με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε

ξαφνική ηπατική νέκρωση και (μερικές φορές) σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν είναι

κατανοητός. Οι ασθενείς που λαμβάνουν α-ΜΕΑ οι οποίοι αναπτύσσουν ίκτερο ή αισθητή αύξηση των ηπατικών

ενζύμων πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία με α-ΜΕΑ και να βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.

Κάλιο ορού:

Οι

αναστολείς

του

ΜΕΑ

μπορούν

να

προκαλέσουν

υπερκαλιαιμία

καθώς

αναστέλλουν

την

έκκριση

της

αλδοστερόνης. Η επίδραση αυτή δεν είναι συνήθως σημαντική σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Εντούτοις, σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία και/ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συμπληρώματα

καλίου (συμπεριλαμβανομένων των υποκατάστατων άλατος), καλιοσυντηρητικά διουρητικά, ηπαρίνη, τριμεθοπρίμη

ή κο-τριμοξαζόλη επίσης γνωστή ως τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη και ιδιαίτερα ανταγωνιστές αλδοστερόνης ή

αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης, μπορεί να παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία. Τα καλιοσυντηρητικά

διουρητικά και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε

ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, και το κάλιο του ορού και η νεφρική λειτουργία πρέπει να

παρακολουθούνται (βλέπε παράγραφο 4.5).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης – αλδοστερόνης (RAΑS):

Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή

αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης

της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης -

αλδοστερόνης

(RAΑS)

μέσω

της

συνδυασμένης

χρήσης

αναστολέων

ΜΕΑ,

αποκλειστών

των

υποδοχέων

αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.1).

Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από

την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της

αρτηριακής πίεσης.

Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται

ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Χειρουργικές επεμβάσεις/αναισθησία:

Οι α-ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή ακόμα και υποτασική καταπληξία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε

σοβαρή χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια γενικής αναισθησίας, δεδομένου ότι μπορεί να εμποδίσουν το

σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ δευτερογενώς ως προς την αντισταθμιστική απελευθέρωση ρενίνης. Εάν δεν είναι

εφικτή η διακοπή του α-ΜΕΑ , θα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά ο ενδοαγγειακός όγκος και ο όγκος πλάσματος.

Στένωση της αορτής και της μιτροειδούς βαλβίδας / υπερτροφική καρδιομυοπάθεια:

Οι α-ΜΕΑ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της οδού

εξώθησης αριστερής κοιλίας.

Ουδετεροπενία / ακοκκιοκυτταραιμία:

Ουδετεροπενία / ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν α-

ΜΕΑ. Ο κίνδυνος για ουδετεροπενία φαίνεται να είναι δόσο- και τύπο- εξαρτώμενος και εξαρτάται επίσης από την

κλινική κατάσταση του ασθενή. Σπανίως παρουσιάζεται σε ανεπίπλεκτους ασθενείς, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε

ασθενείς με κάποιο βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας, ιδιαίτερα όταν σχετίζεται με αγγειακές νόσους του κολλαγόνου

π.χ. συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, σκληροδερμία και θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες,θεραπεία με

αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή ένα συνδυασμό αυτών των περίπλοκων παραγόντων. Μερικοί από αυτούς τους

ασθενείς αναπτύσσουν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίοι σε μερικές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται σε εντατική

αντιβιοτική θεραπεία.

Εάν

zofenopril

χορηγείται

σε

αυτούς

τους

ασθενείς,

συνιστάται

μέτρηση

των

λευκών

αιμοσφαιρίων,

και

διαφορετικές μετρήσεις να πραγματοποιούνται πριν τη θεραπεία, κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των πρώτων 3

μηνών της θεραπείας με zofenopril, και κατόπιν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας όλοι

οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν κάθε ένδειξη μόλυνσης (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό) όταν μία διαφορετική μέτρηση

λευκών αιμοσφαιρίων έχει πραγματοποιηθεί. Η zofenopril και άλλη ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή (βλέπε

παράγραφο 4.5) πρέπει να διακοπεί εάν ουδετεροπενία (ουδετερόφιλα λιγότερο από 1000/mm

) ανιχνευθεί ή υπάρχει

υπόνοια.

Το φαινόμενο είναι αντιστρεπτό μετά την διακοπή του α-ΜΕΑ.

Ψωρίαση :

Οι α-ΜΕΑ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ψωρίαση.

Πρωτεϊνουρία:

Πρωτεϊνουρία μπορεί να εμφανιστεί, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή με σχετικά

υψηλές δόσεις α-ΜΕΑ. Ασθενείς με προγενέστερη νεφρική νόσο πρέπει να έχουν εκτίμηση της πρωτεϊνης στα ούρα

(μέτρηση στα πρώτα πρωϊνά ούρα) πριν τη θεραπεία, και περιοδικά κατόπιν.

Διαβητικοί ασθενείς:

Τα επίπεδα γλυκαιμίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά στους διαβητικούς ασθενείς πριν τη θεραπεία με από του

στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα ή ινσουλίνη, κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με α-ΜΕΑ (βλέπε

παράγραφο 4.5)

Λίθιο:

Γενικά, ο συνδυασμός λιθίου και ZOPRANOL δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5)

Εθνοτικές διαφορές:

Όπως και με άλλους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (α-ΜΕΑ), η zofenopril μπορεί να

είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης στη μαύρη φυλή σε σύγκριση με

ασθενείς άλλων φυλών.

Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης προκαλεί υψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στη μαύρη φυλή σε

σύγκριση με ασθενείς άλλων φυλών.

Κύηση:

Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν συνεχιζόμενη θεραπεία με α-ΜΕΑ

θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν μία επερχόμενη κύηση πρέπει να αλλάξουν σε μία εναλλακτική

αντιυπερτασική θεραπεία η οποία θα έχει ένα καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Όταν

διαπιστωθεί η κύηση, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει αμέσως να διακοπεί, και αν είναι απαραίτητο, εναλλακτική

θεραπεία να ξεκινήσει (βλέπε παράγράφους 4.3 και 4.6)

Άλλα:

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη

γαλακτόζη, ανεπάρκεια στη Lapp-λακτάση ή δυσαπορρόφηση στη γλυκόζη-γαλακτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν

αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

4.5.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Φάρμακα που αυξάνουν τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με sacubtril/valsatran αντενδείκνυται, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης

αγγειοοιδήματος (βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.4).

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με racecadotril, αναστολείς mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus, temsirolimus)

και vildagliptin μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χρήση που δεν συνιστάται

Καλιο-συντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλοι παράγοντες

που αυξάνουν το κάλιο του ορού:

Αν και τα επίπεδα καλίου του ορού συνήθως παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων, υπερκαλιαιμία μπορεί να

εμφανισθεί σε μερικούς ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με zofenopril. Τα κάλιο-συντηρητικά διουρητικά

(π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, ή αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν

κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Προσοχή πρέπει επίσης να δίδεται όταν η

zofenopril συγχορηγείται με άλλους παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν το κάλιο του ορού, όπως τριμεθοπρίμη και κο-

τριμοξαζόλη

(τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)

καθώς

τριμεθοπρίμη

είναι

γνωστό

ότι

ενεργεί

ως

καλιοσυντηρητικό διουρητικό όπως η αμιλορίδη. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός της zofenopril με τα προαναφερθέντα

φάρμακα δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή

παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Αναστολείς-ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη

Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης -

αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων

αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η

υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση

με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης – αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RAAS) (βλέπε

παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1)

Ταυτόχρονη χρήση που απαιτεί προσοχή

Διουρητικά (θειαζίδες ή διουρητικά της αγκύλης)

Προγενέστερη θεραπεία με υψηλή δόση διουρητικών μπορεί να προκαλέσει μείωση όγκου αίματος και κίνδυνο

υπότασης κατά την έναρξη θεραπείας με zofenopril (βλέπε παράγραφο 4.4). Η υποτασική δράση μπορεί να μειωθεί

από τη διακοπή των διουρητικών, αυξάνοντας τον όγκο ή την πρόσληψη άλατος ή ξεκινώντας θεραπεία με χαμηλή

δόση zofenopril.

Λίθιο

Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια

ταυτόχρονης χορήγησης λιθίου με α-ΜΕΑ. Ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον

κίνδυνο της τοξικότητας του λιθίου και να ενισχύσει τον ήδη αυξημένο κίνδυνο της τοξικότητας του λιθίου με α-

ΜΕΑ.

Έτσι, το ZOPRANOL δεν συνιστάται σε συνδυασμό με λίθιο και προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου

στον ορό πρέπει να πραγματοποιείται εάν η ταυτόχρονη χορήγηση αποδειχτεί απαραίτητη.

Χρυσός

Αντιδράσεις

νιτριτοειδούς

(συμπτώματα

αγγειοδιαστολής

συμπεριλαμβανομένων

εξάψεων,

ναυτίας,

ζάλης

και

υπότασης, τα οποία μπορεί να είναι σοβαρά) μετά από ενέσιμο χρυσό (για παράδειγμα, aurothiomalate νάτριο) έχουν

αναφερθεί συχνότερα από ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ.

Αναισθητικά φαρμακευτικά προϊόντα:

Οι α-ΜΕΑ μπορεί να ενισχύσουν τα υποτασικά φαινόμενα μερικών αναισθητικών φαρμάκων.

Ναρκωτικά φάρμακα/τρικυκλικά αντικαταθλιπιτκά/αντιψυχωσικά/βαρβιτουρικά

Μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση.

Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες

(π.χ. β-αποκλειστές, α-αποκλειστές, ανταγωνιστές ασβεστίου)

Mπορεί να υπάρχει επιπλέον υποτασική δράση ή ενδυνάμωση. Θεραπεία με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρικά, ή άλλα

αγγειοδιασταλτικά, θα πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή.

Σιμετιδίνη

Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υποτασικού φαινομένου.

Κυκλοσπορίνη

Υπερκαλιαιμία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ με κυκλοσπορίνη.

Συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Ηπαρίνη

Υπερκαλιαιμία

μπορεί

να

εμφανιστεί

κατά

τη

διάρκεια

ταυτόχρονης

χρήσης

αναστολέων

ΜΕΑ

με

ηπαρίνη.

Συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικά ή ανοσοκατασταλτικού παράγοντες, συστημικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη

Αυξημένος κίνδυνος αντιδράσεων υπερευαισθησίας όταν α-ΜΕΑ χορηγούνται ταυτόχρονα.

Ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς MEA μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση κινδύνου λευκοπενίας.

Αντιδιαβητικά

Σπάνια οι α-ΜΕΑ μπορούν να ενισχύσουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μειώνοντας την επίδραση της ινσουλίνης

και από του στόματος αντιδιαβητικά όπως η σουλφονυλουρία, στους διαβητικούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να

είναι απαραίτητο να μειωθεί η δόση του αντιδιαβητικού κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με α-ΜΕΑ.

Αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής

Αυξημένος κίνδυνος αναφυλακτοειδών αντιδράσεων όταν α-ΜΕΑ χορηγούνται ταυτόχρονα.

Να ληφθούν υπ’όψιν με ταυτόχρονη χρήση

Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου ASA ≥3g/ημέρα):

Η χορήγηση μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μπορεί να μειώσει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα των α-

ΜΕΑ. Επιπλέον, έχει περιγραφεί ότι τα ΜΣΑΦ και οι α-ΜΕΑ ασκούν αθροιστική δράση στην αύξηση του καλίου

του

ορού,

ενώ

νεφρική

λειτουργία

μπορεί

να

μειωθεί.

Τα

φαινόμενα

αυτά

είναι

κυρίως

αντιστρεπτά

και

εμφανίζονται ιδιαίτερα σε ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία. Σπάνια, οξεία νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να

συμβεί, ιδιαίτερα στους ασθενείς με νεφρική λειτουργία σε κίνδυνο όπως στους ηλικιωμένους ή αφυδατωμένους.

Αντιόξινα

Μειώνουν την βιοδιαθεσιμότητα των α-ΜΕΑ.

Συμπαθομιμητικά φάρμακα

Μπορεί να μειώσουν το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα των α-ΜΕΑ, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με

προσοχή ώστε να επιβεβαιώνεται ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται.

Τροφή

Μπορεί να μειώσει τον ρυθμό αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης της zofenopril calcium.

Επιπλέον πληροφορίες

Άμεσα κλινικά δεδομένα για την αλληλεπίδραση του zofenopril με άλλα φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από τα

CYP ένζυμα δεν υπάρχουν. Όμως, σε in vitro μελέτες μεταβολισμού με zofenopril δεν αναφέρθηκε κάποια πιθανή

αλληλεπίδραση με φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από CYP ένζυμα.

4.6.

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Η χρήση των α-ΜΕΑ δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλέπε παράγραφο 4.4). Η

χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλέπε

παραγράφους 4.3 και 4.4).

Επιδημιολογικά δεδομένα όσον αφορά τον κίνδυνο τερατογέννεσης μετά από έκθεση στους α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια

του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν είναι καθοριστικά, εντούτοις μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν θα μπορούσε

να αποκλεισθεί. Εάν η θεραπεία με α-ΜΕΑ θεωρηθεί ουσιώδης, οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να

ακολουθήσουν μία εναλλακτική αντιυπερτασική θεραπεία η οποία έχει καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας κατά τη

διάρκεια της εγκυμοσύνης. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει αμέσως να διακοπεί και, εάν

θεωρηθεί απαραίτητο, εναλλακτική θεραπεία να ξεκινήσει.

Η θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι προκαλεί ανθρώπινη

εμβυοτοξικότητα

(μειωμένη

νεφρική

λειτουργία,

ολιγοϋδράμνιο,

καθυστέρηση

κρανιακής

οστεοποίησης

και

νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). (Βλέπε παράγραφο 5.5). Σε περίπτωση που έχει

προκύψει έκθεση σε α-ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, πρέπει να ελεγχθεί η κρανιακή και η νεφρική

λειτουργία με υπερηχογράφημα. Τα βρέφη των οποίων η μητέρα λάμβανε α-ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται

στενά για υπόταση (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4).

Θηλασμός

Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά τη χρήση του ZOPRANOL κατά τη διάρκεια του

θηλασμού, το ZOPRANOL δεν συνιστάται και εναλλακτικές θεραπείες προτείνονται με καλύτερα εξακριβωμένο

προφίλ ασφαλούς χρήσης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδιαίτερα όταν θηλάζετε ένα νεογέννητο ή πρόωρο νήπιο.

4.7.

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν μελέτες για την επίδραση του ZOPRANOL στην ικανότητα οδήγησης. Πρέπει να ενθυμήστε ότι κατά

την διάρκεια της οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί περιστασιακά να εμφανισθούν υπνηλία, ζάλη ή

κόπωση.

4.8.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Πινακοποιημένη λίστα των ανεπιθύμητων ενεργειών

Στον παρακάτω πίνακα αναγράφονται όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικής

πρακτικής σε ασθενείς που έπαιρναν ZOPRANOL.

Ταξινομούνται ανά οργανικό σύστημα και με σειρά συχνότητας ακολουθώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές

(≥1/10), συνήθεις (≥1/100, <1/10), ασυνήθεις (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, ≤1/1.000), πολύ σπάνιες

(≤1/10.000).

MedDRA

Οργανικό σύστημα

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Συχνότητα

Διαταραχές νευρικού συστήματος

Ζάλη

Συνήθεις

Κεφαλαλγία

Συνήθεις

Διαταραχές του αναπνευστικού,

θωρακικού και μεσοθωράκιου

Βήχας

Συνήθεις

Γαστρεντερικές διαταραχές

Ναυτία

Συνήθεις

Έμετος

Συνήθεις

Δερματικές διαταραχές και

διαταραχές των υποδόριων ιστών

Εξάνθημα

Ασυνήθεις

Αγγειοοίδημα

Σπάνιες

Μυοσκελετικές και διαταραχές

Μυϊκές συσπάσεις

Ασυνήθεις

των συνδετικών ιστών

Γενικές διαταραχές και συνθήκες

χορήγησης

Κούραση

Συνήθεις

Ασθένεια

Ασυνήθεις

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί ότι συνδέονται με τη θεραπεία με α-ΜΕΑ.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος:

Σε μερικούς ασθενείς ακοκκιοκυταραιμία και πανκυτοπενία μπορεί να συμβεί.

Υπάρχουν αναφορές για αιμολυτική αναιμία σε ασθενείς με ανεπάρκεια 6-φωσφορικής δεϋδρογονάσης της γλυκόζης.

Διαταραχές του μεταβολισμού και θρέψης:

Πολύ σπάνια υπογλυκαιμία

Ενδοκρινικές διαταραχές

Δεν είναι γνωστές, απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης

Ψυχιατρικές διαταραχές:

Σπάνια, κατάθλιψη, αλλαγές διάθεσης, διαταραχές στον ύπνο, σύγχυση.

Διαταραχές νευρικού συστήματος:

Περιστασιακά παραισθησία, δυσγευσία, διαταραχή ισορροπίας

Διαταραχές οφθαλμών:

Σπάνια, θάμβος όρασης

Διαταραχές ώτων και λαβυρίνθου:

Σπάνια, εμβοές

Καρδιακές διαταραχές:

Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις ταχυκαρδίας, παλμοί, αρρυθμίες, στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου

που συσχετίζονται με τη λήψη α-ΜΕΑ σε σχέση με την υπόταση.

Αγγειακές διαταραχές:

Σοβαρή υπόταση έχει εμφανιστεί μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δοσολογίας. Αυτό συμβαίνει

ιδιαίτερα σε ομάδες υψηλού κινδύνου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση). Σε

συνδυασμό με την υπόταση, μπορεί να εμφανισθούν συμπτώματα όπως ζάλη, αίσθημα αδυναμίας, διαταραχές της

όρασης, σπανίως με διαταραχή της συνείδησης (συγκοπή).

Σπανιότερα έχουν εμφανισθεί εξάψεις

Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωράκιες διαταραχές:

Σπάνια έχουν αναφερθεί δύσπνοια, ιγμορίτιδα, ρινίτιδα, γλωσσίτιδα, βρογχίτιδα καθώς και βρογχόσπασμος. Οι α-

ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με την εμφάνιση αγγειονευρωτικού οιδήματος σε μερικούς ασθενείς, που αφορά το πρόσωπο

και τον στοματοφάρυγγα. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, το αγγειονευρωτικό οίδημα που επεκτείνεται στους

ανώτερους αεραγωγούς έχει προκαλέσει θανατηφόρο απόφραξη της αναπνευστικής οδού.

Γαστρεντερικές διαταραχές:

Περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσκοιλιότητα και ξηροστομία.

Μεμονωμένες περιπτώσεις παγκρεατίτιδας και ειλεού έχουν περιγραφεί σε συνδυασμό με τους α-ΜΕΑ.

Πολύ σπάνια μικρό αγγειοοίδημα εντέρου.

Ηπατοχολικές διαταραχές:

Μεμονωμένες περιπτώσεις χολοστατικού ίκτερου και ηπατίτιδα έχουν περιγραφεί σε σχέση με τους α-ΜΕΑ.

Διαταραχές δέρματος και διαταραχές των υποδόριων ιστών:

Περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνησμός,

κνίδωση,

πολύμορφο

ερύθημα,

σύνδρομο

του

Steven-Johnson,

τοξική

επιδερμική

νεκρόλυση,

ψωριασικά

εξανθήματα, αλωπεκία.

Αυτά

μπορεί

να

συνοδεύονται

από

πυρετό,

μυαλγία,

αρθραλγία,

ηωσινοφιλία

και

αυξημένους

τίτλους

αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ).

Σπάνια μπορεί να συμβεί υπερίδρωση.

Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές συνδετικού ιστού:

Περιστασιακά μπορεί να συμβεί μυαλγία.

Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος:

Νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να εμφανιστεί ή να επιδεινωθεί. Οξεία νεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί (βλέπε

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Σπάνια, στυτική δυσλειτουργία.

Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και μαστών:

Σπάνια, στυτική δυσλειτουργία.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:

Πολύ σπάνια περιφερικό οίδημα και θωρακικός πόνος.

Εργαστηριακές παράμετροι:

Μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης του αίματος, αναστρέψιμη μετά την διακοπή του

φαρμάκου,

ειδικά

επί

παρουσίας

νεφρικής

ανεπάρκειας,

σοβαρής

καρδιακής

ανεπάρκειας

και

νεφροαγγειακής

υπέρτασης.

Σε μερικούς ασθενείς έχουν αναφερθεί πτώση των τιμών της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, του αριθμού των

αιμοπεταλίων και των λευκών αιμοσφαιρίων.

Επίσης, έχουν αναφερθεί αυξήσεις στα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης του ορού.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

αναφορά

πιθανολογούμενων

ανεπιθύμητων

ενεργειών

μετά

από

τη

χορήγηση

άδειας

κυκλοφορίας

του

φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του

φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν

οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται

παρακάτω

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: +30 21 32040380/337

Φαξ: +30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9.

Υπερδοσολογία

Συμπτώματα

υπερδοσολογίας

είναι

σοβαρή

υπόταση,

καταπληξία,

λήθαργος,

βραδυκαρδία,

διαταραχές

των

ηλεκτρολυτών καθώς και νεφρική ανεπάρκεια.

Μετά την λήψη υπερβολικής δόσης, οι ασθενείς πρέπει να ευρίσκονται σε στενή παρακολούθηση, κατά προτίμηση σε

μονάδα εντατικής θεραπείας. Οι ηλεκτρολύτες και η κρεατινίνη του ορού πρέπει να ελέγχονται τακτικά. Τα μέτρα

αντιμετώπισης εξαρτώνται από την φύση και την σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Εάν η λήψη είναι πρόσφατη μπορεί

να εφαρμοσθούν μέτρα για την πρόληψη της απορρόφησης όπως πλύση του στομάχου και χορήγηση προσροφητικών

ουσιών και θειϊκού νατρίου. Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε θέση καταπληξίας και να

εξετασθεί η κατάλληλη χρήση ουσιών για την αύξηση του όγκου και / ή χορήγηση αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η βραδυκαρδία

ή οι παρατεταμένες παρασυμπαθητικές αντιδράσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με την χορήγηση ατροπίνης. Η

χρήση ενός βηματοδότη μπορεί να ληφθεί υπ’όψιν. Οι α-ΜΕΑ μπορεί να απομακρυνθούν από την κυκλοφορία του

αίματος με αιμοδιύλιση. Η χρήση μεμβράνων αιμοδιύλισης υψηλής ροής που περιέχουν πολυ-ακριλο-νιτρύλιο

πρέπει να αποφεύγεται.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1.

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολέας-ΜΕΑ,

κωδικός

ATC: C09AA15

Τα ευνοϊκά αποτελέσματα του ZOPRANOL στην υπέρταση και στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου φαίνεται να

απορρέουν κυρίως από την καταστολή του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η

αναστολή του ΜΕΑ (Ki 0,4 nM σε πνεύμονα κουνελιού

για το άλας αργινίνης της zofenoprilat) έχει σαν αποτέλεσμα

την μείωση των επιπέδων της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, η οποία οδηγεί σε ελαττωμένη αγγειοσυσταλτική

δραστηριότητα και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Αν και η μείωση της αλδοστερόνης είναι μικρή μπορεί να

εμφανιστούν μικρές αυξήσεις στις συγκεντρώσεις καλίου στον ορό μαζί με απώλεια νατρίου και υγρών. Η διακοπή

του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης ανατροφοδότησης της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης έχει σαν

αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος. Η δραστικότητα του ΜΕΑ του πλάσματος

καταστέλλεται κατά 53,4% και 74,4% 24 ώρες μετά την χορήγηση από του στόματος μίας δόσης 30mg και 60mg

zofenopril calcium, αντίστοιχα.

Η αναστολή του ΜΕΑ έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη δραστηριότητα του κυκλοφορούντος και του τοπικού

συστήματος καλλικρεϊνης - κινίνης, το οποίο συνεισφέρει στην περιφερική αγγειοδιαστολή, ενεργοποιώντας το

σύστημα των προσταγλανδινών. Πιθανόν αυτός ο μηχανισμός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση της zofenopril

calcium και να ευθύνεται για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Σε υπερτασικούς ασθενείς, η χορήγηση του ZOPRANOL έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της αρτηριακής πίεσης σε

ύπτια και ορθία θέση στον ίδιο βαθμό περίπου, χωρίς αντισταθμιστική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η μέση

συστηματική αγγειακή αντίσταση τείνει να μειωθεί μετά την χορήγηση του ZOPRANOL.

Για την επίτευξη της βέλτιστης μείωσης της αρτηριακής πίεσης μπορεί για μερικούς ασθενείς να απαιτηθούν αρκετές

εβδομάδες θεραπείας. Το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα διατηρείται κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας.

Απότομη διακοπή της θεραπείας δεν έχει συσχετιστεί με απότομη αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Επί του παρόντος

δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τα αποτελέσματα του ZOPRANOL στη νοσηρότητα και θνησιμότητα των

υπερτασικών ασθενών.

Αν και αντιυπερτασικό αποτελέσματα έχει παρατηρηθεί σε όλες τις φυλές που μελετήθηκαν, οι υπερτασικοί ασθενείς

της μαύρης φυλής (συνήθως χαμηλής ρενίνης υπερτασικός πληθυσμός), ανταποκρίνεται κατά μέσο όρο σε μικρότερο

βαθμό στην μονοθεραπεία με α-ΜΕΑ, από ότι οι άλλοι ασθενείς. Αυτή η διαφορά εξαλείφεται όταν προστίθεται ένα

διουρητικό.

Το κλινικό αποτέλεσμα που προέρχεται από την πρώιμη χρήση του ZOPRANOL μετά από ένα έμφραγμα του

μυοκαρδίου μπορεί να συνδέεται με πολλούς παράγοντες, όπως η μείωση των επιπέδων της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο

πλάσμα (με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η διαδικασία του κοιλιακού remodelling η οποία μπορεί να επιδράσει

αρνητικά στην ποιότητα ζωής ενός ασθενούς που υπέστη έμφραγμα) και η αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα

και στους ιστούς αγγειοδιασταλτικών ουσιών (σύστημα κινίνης – προσταγλανδινών).

Μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινική μελέτη zofenopril διεξήχθη σε 1.556

ασθενείς με πρόσθειο έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι οποίοι δεν έλαβαν θρομβολυτική θεραπεία. Η θεραπεία άρχισε

εντός 24 ωρών και συνεχίστηκε για 6 εβδομάδες. Η συχνότητα του συνδυασμού των κύριων καταληκτικών σημείων

(σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και / ή θάνατος σε 6 εβδομάδες) ελαττώθηκε στην ομάδα των ασθενών που είχαν

υποβληθεί σε θεραπεία με zofenopril (zofenopril 7,1%, εικονικό φάρμακο 10,6%). Μέσα σε ένα χρόνο, το ποσοστό

επιβίωσης βελτιώθηκε στην ομάδα των ασθενών που έπαιρναν ZOPRANOL.

Άλλες πληροφορίες:

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in

combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in

Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων

αγγειοτενσίνης II.

Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής

νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.

Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και

τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή

υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.

Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους

αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να

χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία

μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα

ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια

νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου

ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά

συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα

και

τα

σοβαρά

ανεπιθύμητα

συμβάντα

ενδιαφέροντος

(υπερκαλιαιμία,

υπόταση

και

νεφρική

δυσλειτουργία)

αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

5.2.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

H zofenopril calcium είναι ένα προ-φάρμακο, καθ’ όσον ο δραστικός αναστολέας είναι η ελεύθερη σουλφυδρυλική

ένωση, zofenoprilat, η οποία παράγεται από την θειοεστερική υδρόλυση.

Απορρόφηση:

Η zofenopril calcium απορροφάται πλήρως και γρήγορα διά της στοματικής οδού και υφίσταται σχεδόν πλήρη

μετατροπή σε zofenoprilat, το οποίο επιτυγχάνει μέγιστα επίπεδα στο αίμα σε 1 ½ ώρες μετά την από του στόματος

χορήγηση του ZOPRANOL. Η φαρμακοκινητική της εφ’ άπαξ χορήγησης είναι γραμμική για εύρος δοσολογίας που

κυμαίνεται από 10-80mg zofenopril calcium και δεν εμφανίζεται η συσσώρευση του φαρμάκου μετά την χορήγηση

15-60mg zofenopril calcium για 3 εβδομάδες. Η παρουσία τροφής στον γαστρεντερικό σωλήνα μειώνει τον ρυθμό,

αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης και οι τιμές της AUC (επιφάνειας υπό την καμπύλη) της zofenoprilat στο

πλάσμα είναι σχεδόν ίδιες στην κατάσταση νηστείας και σίτισης.

Κατανομή:

Περίπου το 88% της κυκλοφορούσας ραδιοενέργειας που έχει μετρηθεί ex-vivo μετά από την χορήγηση μιας

ραδιοεπισημασμένης δόσης zofenopril calcium συνδέεται με τις πρωτεϊνες του πλάσματος και ο όγκος κατανομής

στην σταθερή κατάσταση είναι 96 λίτρα.

Βιομετασχηματισμός:

Οκτώ μεταβολίτες, υπεύθυνοι για το 76% της ραδιοενέργειας στα ούρα, προσδιορίστηκαν στα ανθρώπινα ούρα μετά

την χορήγηση μιας ραδιοσεσημασμένης δόσης zofenopril calcium. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η zofenoprilat (22%),

η οποία στη συνέχεια μεταβολίζεται μέσω διαφόρων οδών, συμπεριλαμβανομένων της σύνδεσης με γλυκουρονικό

(17%), μετατροπή σε κυκλική ένωση και σύνδεση με γλυκουρονίδιο (13%), σύνδεση με κυστεϊνη (9%) και S-

μεθυλίωσης της θειολικής ομάδας (8%). Ο χρόνος ημίσειας ζωής της zofenoprilat είναι 5,5 ώρες και η συνολική

κάθαρση οργανισμού είναι 1.300ml/λεπτό μετά την από του στόματος χορήγηση zofenopril calcium.

Αποβολή:

Ραδιοσεσημασμένη zofenoprilat χορηγούμενη ενδοφλέβια, αποβάλλεται στα ούρα (76%) και στα κόπρανα (16%) ενώ

μετά την από του στόματος χορήγηση της ραδιοσεσημασμένης zofenopril calcium, το 69% και το 26% της

ραδιοενέργειας ανακτάται από τα ούρα και τα κόπρανα αντίστοιχα, υποδεικνύοντας μια διπλή οδό απέκκρισης (νεφρά

και ήπαρ).

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους:

Στους ηλικιωμένους δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική.

Φαρμακοκινητική σε νεφρική δυσλειτουργία:

Με βάση την σύγκριση των κυρίων φαρμακοκινητικών παραμέτρων της zofenoprilat οι οποίες μετρήθηκαν μετά την

από του στόματος χορήγηση της ραδιοσεσημασμένης zofenopril calcium, ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία

(κάθαρση κρεατινίνης >45 και <90ml/λεπτό) απεκκρίνουν την zofenopril από τον οργανισμό με τον ίδιο ρυθμό όπως

τα υγιή άτομα (κάθαρση κρεατινίνης > 90ml/λεπτό).

Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (7 - 44ml/λεπτό), ο ρυθμός απέκκρισης μειώνεται περίπου

στο 50% της φυσιολογικής. Αυτό υποδεικνύει ότι σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να χορηγείται η μισή της

συνήθους αρχικής δόσης του ZOPRANOL.

Σε ασθενείς με νεφρική νόσο στο τελικό στάδιο, οι οποίοι υπόκεινται σε αιμοδιύλιση ή περιτοναϊκή κάθαρση, ο

ρυθμός απέκκρισης μειώνεται στο 25% της φυσιολογικής. Αυτό υποδεικνύει ότι σ’ αυτούς τους ασθενείς πρέπει να

δοθεί το ¼ της συνήθους αρχικής δόσης του ZOPRANOL.

Φαρμακοκινητική σε ηπατική δυσλειτουργία:

Σε

ασθενείς

με

ήπια

μέτρια

ηπατική

δυσλειτουργία

στους

οποίους

χορηγήθηκαν

εφ’

άπαξ

δόσεις

ραδιοσεσημασμένης zofenopril calcium, η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και ο χρόνος επίτευξης της μέγιστης

συγκέντρωσης (Tmax) για τη zofenoprilat ήταν παρεμφερείς με τις τιμές που παρατηρήθηκαν σε υγιή άτομα.

Όμως, οι τιμές της επιφάνειας υπό την καμπύλη (AUC) σε ασθενείς με κίρρωση ήταν διπλάσιες από τις τιμές που

παρατηρήθηκαν σε υγιή άτομα, υποδεικνύοντας ότι η αρχική δόση του ZOPRANOL για ασθενείς με ήπια ή μέτρια

ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να είναι η μισή από αυτή που χορηγείται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική

λειτουργία.

Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα της zofenopril και της zofenoprilat σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική

δυσλειτουργία, ως εκ τούτου η zofenopril αντενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς.

5.3.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μελέτες τοξικότητας με επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση, που διεξήχθησαν σε τρία είδη

θηλαστικών,

οι

περισσότερες

σχετιζόμενες

με

τη

θεραπεία

ανεπιθύμητες

ενέργειες

ήταν

αυτές

που

συνήθως

αναφέρονται

για

τους

α-ΜΕΑ.

Οι

αλλαγές

αυτές

που

συμπεριλαμβάνουν

μείωση

στις

παραμέτρους

των

ερυθροκυττάρων, αύξηση της ουρίας του ορού, μείωση του βάρους της καρδιάς και υπερπλασία των

παρασπειραματικών

κυττάρων

εμφανίζονται

με

δοσολογικά

επίπεδα

αρκετά

υψηλότερα

από

την

μέγιστη

συνιστώμενη δοσολογία στον άνθρωπο. Σε μελέτη τοξικότητας με επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση

σε σκύλο παρουσιάστηκαν ειδικές για το είδος, ανοσολογικά-προκαλούμενες αιματολογικές δυσκρασίες με υψηλά

δοσολογικά επίπεδα.

Σε μελέτη τοξικότητας με επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση σε πίθηκο, διάρκειας ενός χρόνου, δεν

παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλλαγές στις ενζυμικές δραστηριότητες του κυτοχρώματος P450.

Σε μελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγικής λειτουργίας, η zofenopril προκάλεσε μια δοσο-εξαρτώμενη μείωση στην

ταχύτητα ανάπτυξης του απογόνου και επίσης νεφροτοξικότητα και μειωμένη μεταγεννητική βιωσιμότητα σε

δοσολογικά επίπεδα των 90 και 270mg/kg σωματικού βάρους στην γενιά των F1. Θεραπεία με zofenopril κατά την

διάρκεια

της

κύησης

προκάλεσε

εμβρυϊκή

και

αναπτυξιακή

τοξικότητα

σε

απογόνους

αρουραίων

και

επίσης

εμβρυοτοξικότητα σε κουνέλια αλλά μόνο με δοσολογικά επίπεδα τοξικά για την μητέρα.

Μελέτες γενοτοξικότητας απέδειξαν ότι η zofenopril δεν ήταν μεταλλαξιογόνος ή κλαστογόνος.

Μελέτες καρκινογένεσης που διεξήχθησαν σε ποντίκια και αρουραίους δεν έδειξαν στοιχεία καρκινογένεσης.

Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ατροφίας των όρχεων παρουσιάστηκε μόνο στην μελέτη των ποντικών της οποίας η

κλινική σημασία είναι άγνωστη.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1.

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας:

μικροκρυσταλλική

κυτταρίνη,

μονοϋδρική

λακτόζη,

νατριούχος

καρμελόζη

διασταυρούμενη,

άνυδρο

κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου, στεατικό μαγνήσιο.

Επικάλυψη:

υπρομελλόζη, διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171), πολυαιθυλενογλυκόλη 400, πολυαιθυλενογλυκόλη 6000

6.2.

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Καμία ειδική προφύλαξη για τη φύλαξη

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Βlister (PVDC/ PVC /αλουμίνιο)

ή Aclar / αλουμίνιο, συσκευασίες των:

ZOPRANOL 7,5mg – 12, 14, 15, 28, 30, 48, 50, 50 unit doses, 56, 56 unit doses, 90, ή 100 επικαλυμμένα με λεπτό

υμένιο δισκία

ZOPRANOL 15mg - 12, 14, 15, 28, 30, 50, 50 unit doses, 56, 56 unit doses, 90,ή 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο

δισκία

ZOPRANOL 30mg - 7, 14, 15, 28, 30, 50, 50 unit doses, 56, 56 unit doses, 90, ή 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο

δισκία

ZOPRANOL 60mg - 14, 15, 28, 30, 50, 50 unit doses 56, 56 unit doses, 90, ή 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο

δισκία

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες

6.6.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΜΕΝΑRΙΝΙ ΙΝΤΕRNATIONAL OPERATIONS LUXEMBOURG SA

1, Avenue de la Gare

L-1611 Luxembourg

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τοπικός αντιπρόσωπος :

Guidotti Hellas Α.Ε.,

Αναστασίου Δαμβέργη 7,

104 45 Αθήνα

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ZOPRANOL 7,5 mg: 30616 (PVDC/ PVC /αλουμίνιο) 60490/12 (Aclar / αλουμίνιο)

ZOPRANOL 15

mg: 30608 (PVDC/ PVC /αλουμίνιο)

60490/12 (Aclar / αλουμίνιο)

ZOPRANOL 30 mg: 30615 (PVDC/ PVC /αλουμίνιο) 60490/12 (Aclar / αλουμίνιο)

ZOPRANOL 60 mg : 30607 (PVDC/ PVC /αλουμίνιο) 60490/12 (Aclar / αλουμίνιο)

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 29.04.1999

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 10.05.2013

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες