URSOFALK 250MG/CAP ΚΑΨΑΚΙΟ, ΣΚΛΗΡΟ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
31-12-2021
Δραστική ουσία:
URSODESOXYCHOLIC ACID
Διαθέσιμο από:
GALENICA ΑΕ (0000000017) Ελευθερίας 4,, 145 64, Κηφισιά, 145 64
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
A05AA02
INN (Διεθνής Όνομα):
URSODESOXYCHOLIC ACID
Δοσολογία:
250MG/CAP
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΚΑΨΑΚΙΟ, ΣΚΛΗΡΟ
Σύνθεση:
0000128132 URSODESOXYCHOLIC ACID 250.000000 MG
Οδός χορήγησης:
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Θεραπευτική περιοχή:
URSODEOXYCHOLIC ACID
Περίληψη προϊόντος:
Τύπος διαδικασίας: Εθνική; Νομικό καθεστώς: ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ; Συσκευασίες: 2801784301011 01 ΒΤx30 (BLIST 3x10) 30.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 9.47; Συσκευασίες: 2801784301028 02 ΒΤx20 (BLIST 2x10) 20.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 6.31
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (ΕΟΦ)
Αριθμό άδειας:
1784301

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον χρήστη

Ursofalk

250 mg καψάκια σκληρά / Ursofalk

250 mg/5 ml πόσιμο εναιώρημα

Ουρσοδεοξυχολικό οξύ

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να παίρνετε αυτό το

φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Η συνταγή γι’ αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να δώσετε το

φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμα και όταν τα συμπτώματα της

ασθένειάς τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό

σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν

φύλλο οδηγιών χρήσης. Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών:

Τι είναι το Ursofalk και ποια είναι η χρήση του

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Ursofalk

Πώς να πάρετε το Ursofalk

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Πώς να φυλάσσετε το

Ursofalk

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το Ursofalk και ποια είναι η χρήση του

Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ, η δραστική ουσία των σκληρών καψακίων και του πόσιμου εναιώρηματος

Ursofalk, είναι ένα φυσικό χολικό οξύ και μικρές ποσότητες αυτού εντοπίζονται στην ανθρώπινη

χολή.

Το Ursofalk χρησιμοποιείται για τη:

Θεραπεία επιλεγμένων περιπτώσεων χολολιθίασης (χοληστερινικοί λίθοι μικρής διαμέτρου,

ακτινοδιαπερατοί).

Συμπτωματική αντιμετώπιση χολοστατικών συνδρόμων ποικίλης αιτιολογίας, όπως της

πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης και της σκληρυντικής χολαγγειίτιδας.

Καψάκιο σκληρό:

Για μια ασθένεια του ήπατος που σχετίζεται με μία πάθηση που ονομάζεται

κυστική ίνωση (επίσης ονομάζεται Ινώδης Κυστική νόσος) σε παιδιά ηλικίας 6 ετών έως και

μικρότερα των 18 ετών.

Πόσιμο εναιώρημα:

Για μια ασθένεια του ήπατος που σχετίζεται με μία πάθηση που

ονομάζεται κυστική ίνωση (επίσης ονομάζεται Ινώδης Κυστική νόσος) σε παιδιά ηλικίας 1

μηνός έως και μικρότερα των 18 ετών.

2.

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Ursofalk

Μην πάρετε το Ursofalk

σε περίπτωση αλλεργίας στο ουρσοδεοξυχολικό οξύ, στα χολικά οξέα ή σε οποιοδήποτε άλλο

από τα συστατικά αυτού του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6),

εάν έχετε οξεία φλεγμονή στη χοληδόχο κύστη ή στη χοληφόρο οδό,

εάν έχετε απόφραξη του κοινού χοληδόχου πόρου ή του κυστικού χοληφόρου πόρου

(απόφραξη της χοληφόρου οδού),

εάν έχετε συχνούς πόνους που μοιάζουν με κράμπες στην άνω κοιλιακή χώρα (κωλικός της

χοληδόχου),

εάν ο γιατρός σας σας ενημέρωσε ότι έχετε ασβεστωμένους χολόλιθους,

εάν έχετε μειωμένη συσταλτικότητα της χοληδόχου κύστης,

εάν το παιδί σας έχει ατρησία των χοληφόρων και κακή ροή της χολής, ακόμη και μετά από

χειρουργική επέμβαση.

Παρακαλείσθε να ρωτήσετε τον γιατρό σας για τις παθήσεις που αναφέρονται πιo πάνω. Πρέπει

επίσης να ρωτήσετε τον γιατρό σας εάν είχατε στο παρελθόν κάποια από τις παθήσεις αυτές.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Απευθυνθείτε στον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας πριν πάρετε το Ursofalk.

Το Ursofalk πρέπει να λαμβάνεται υπό ιατρική επίβλεψη.

Ο γιατρός σας πρέπει να ελέγχει τακτικά τη λειτουργία του ήπατός σας, κάθε 4 εβδομάδες για τους 3

πρώτους μήνες της θεραπείας. Μετά από αυτή την περίοδο, θα πρέπει να ελέγχεται ανά διαστήματα 3

μηνών.

Όταν χρησιμοποιείται για τη διάλυση χολόλιθων, ο γιατρός σας πρέπει να προγραμματίσει ένα

υπερηχογράφημα της χοληδόχου κύστης σας (και αναλόγως τη θέση των χολόλιθων MRCP) μετά

τους πρώτους 6 μήνες της θεραπείας και κατά 6-μηνιαία διαστήματα μέχρι να διαλυθούν οι χολόλιθοι.

Αν είστε γυναίκα και λαμβάνετε Ursofalk για τη διάλυση των χολόλιθων πρέπει να χρησιμοποιείτε

μια αποτελεσματική μη ορμονική μέθοδο αντισύλληψης, καθώς τα ορμονικά αντισυλληπτικά μπορεί

να ευνοήσουν το σχηματισμό χολόλιθων.

Όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης, σε σπάνιες περιπτώσεις

τα συμπτώματα (π.χ. κνησμός) μπορεί να επιδεινωθούν κατά την έναρξη της θεραπείας. Αν συμβεί

αυτό, παρακαλείσθε να συζητήσετε με τον γιατρό σας το ενδεχόμενο να μειωθεί η αρχική σας δόση.

Ενημερώστε άμεσα τον γιατρό σας εάν παρουσιάσετε διάρροια, καθώς αυτό μπορεί να απαιτήσει

μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με Ursofalk.

Μακροχρόνια θεραπεία σε ασθενείς με πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα σε δόσεις υψηλότερες

της συνιστώμενης είχε ως αποτέλεσμα συχνότερες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Άλλα φάρμακα και Ursofalk

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παίρνετε/χρησιμοποιείτε, έχετε πρόσφατα πάρει/χρησιμοποιήσει ή

μπορεί να πάρετε/χρησιμοποιήσετε άλλα φάρμακα, τα οποία περιέχουν τις παρακάτω δραστικές

ουσίες. Η δράση των φαρμάκων αυτών μπορεί να διαφοροποιηθεί (αλληλεπιδράσεις):

Μείωση στη δράση

των παρακάτω φαρμάκων είναι πιθανό να συμβεί όταν λαμβάνετε ταυτόχρονα

Ursofalk:

χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη (για τη μείωση των λιπιδίων του αίματος) ή υδροξείδιο του

αργιλίου, σμεκτίτη (οξείδιο του αργιλίου) που περιέχει αντιόξινα (παράγοντες που

αναστέλλουν την έκκριση του γαστρικού οξέος). Εάν πρέπει να πάρετε φάρμακα τα οποία

περιέχουν κάποιο από αυτά τα συστατικά, η λήψη τους πρέπει να γίνει τουλάχιστον 2 ώρες

πριν ή μετά τη λήψη του Ursofalk.

σιπροφλοξασίνη, δαψόνη (αντιβιοτικά), νιτρενδιπίνη (χρησιμοποιε

ίται για τη θεραπεία της

υψηλής αρτηριακής πίεσης) και άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται με παρόμοιο τρόπο.

Μπορεί να είναι απαραίτητο ο γιατρός σας να αλλάξει τη δοσολογία των φαρμάκων αυτών.

Μεταβολή στη δράση

των παρακάτω φαρμάκων είναι πιθανό να συμβεί όταν λαμβάνετε ταυτόχρονα

Ursofalk:

κυκλοσπορίνη (ένα φάρμακο που αναστέλλει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος).

Εάν υποβάλλεστε σε θεραπεία με κυκλοσπορίνη, ο γιατρός σας πρέπει να ελέγξει την

ποσότητα της κυκλοσπορίνης στο αίμα σας. Ο γιατρός σας θα ρυθμίσει τη δόση της, εάν

κριθεί απαραίτητο.

ροσουβαστατίνη (ένα φάρμακο για την υψηλή χοληστερόλη στο αίμα).

Εάν παίρνετε Ursofalk για τη διάλυση των χολόλιθων, παρακαλείσθε να ενημερώσετε τον γιατρό σας,

στην περίπτωση που λαμβάνετε φάρμακα που περιέχουν οιστρογόνα ή παράγοντες για τη μείωση της

χοληστερόλης στο αίμα, όπως είναι η κλοφιβράτη. Τα φάρμακα αυτά μπορεί να προκαλέσουν το

σχηματισμό χολόλιθων, γεγονός που εξουδετερώνει τα αποτελέσματα της θεραπείας με Ursofalk.

Παρακαλείσθε να ενημερώσετε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν παίρνετε ή έχετε πρόσφατα

πάρει άλλα φάρμακα, ακόμα και αυτά που δεν σας έχουν χορηγηθεί με συνταγή. Η θεραπεία με

Ursofalk μπορεί να μην επιτρέπεται ακόμη και σε αυτή την περίπτωση. Ο γιατρός σας θα ξέρει τι είναι

σωστό για εσάς.

Κύηση, θηλασμός και γονιμότητα

Εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε, νομίζετε ότι μπορεί να είστε έγκυος ή σχεδιάζετε να αποκτήσετε παιδί,

ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας πριν πάρετε αυτό το φάρμακο.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν καμία επίδραση του φαρμάκου αυτού στη γονιμότητα. Δεν

διατίθενται δεδομένα για τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα μετά από θεραπεία με το

φάρμακο αυτό.

Εγκυμοσύνη

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος σε

έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η ανάπτυξη και εξέλιξη του μωρού μπορεί να

επηρεαστεί. Δεν πρέπει να παίρνετε το Ursofalk κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν ο

γιατρός σας κρίνει ότι είναι απολύτως απαραίτητο.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Ακόμα και αν δεν είστε έγκυος, πρέπει να συζητήσετε με τον γιατρό σας αυτήν την πιθανότητα,

καθώς οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία αυτή

μόνο στην περίπτωση που χρησιμοποιούν μια αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης. Συνιστώνται μη

ορμονικά μέτρα αντισύλληψης ή από στόματος αντισυλληπτικά με χαμηλή περιεκτικότητα σε

οιστρογόνα. Ωστόσο, εάν λαμβάνετε Ursofalk για τη διάλυση των χολόλιθων, πρέπει να

χρησιμοποιείτε μόνο μη ορμονικά μέτρα αντισύλληψης, γιατί τα από στόματος ορμονικά

αντισυλληπτικά μπορεί να ευνοήσουν το σχηματισμό χολόλιθων.

Ο γιατρός σας θα ελέγξει ότι δεν είστε έγκυος πριν την έναρξη της θεραπείας με Ursofalk.

Θηλασμός

Υπάρχουν μόνο λίγες τεκμηριωμένες περιπτώσεις από τη χρήση ουρσοδεοξυχολικού οξέος σε

γυναίκες που θηλάζουν. Τα επίπεδα του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στο γάλα είναι πολύ χαμηλά και

πιθανώς δεν αναμένεται καμία επίδραση στα θηλάζοντα βρέφη.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Το Ursofalk δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού

μηχανημάτων.

Το πόσιμο εναιώρημα Ursofalk

περιέχει:

Βενζοϊκό οξύ:

Αυτό το φάρμακο περιέχει 7,5 mg βενζοϊκού οξέος σε κάθε 5 ml πόσιμου εναιωρήματος.

Το βενζοϊκό οξύ μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κίτρινη χρώση του δέρματος και των ματιών) σε

νεογέννητα βρέφη (ηλικίας έως 4 εβδομάδων).

Προπυλενογλυκόλη:

Αυτό το φάρμακο περιέχει 50 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 5 ml πόσιμου εναιωρήματος. Εάν το

μωρό σας είναι ηλικίας μικρότερης των 4 εβδομάδων, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας

πριν του δώσετε αυτό το φάρμακο, ιδιαίτερα εάν στο μωρό χορηγούνται και άλλα φάρμακα που

περιέχουν προπυλενογλυκόλη ή αλκοόλη.

Νάτριο:

To φάρμακο αυτό περιέχει 11,39 mg νατρίου (κύριο συστατικό μαγειρικού/επιτραπέζιου άλατος) σε

κάθε 5 ml πόσιμου εναιωρήματος. Αυτό ισοδυναμεί με το 0,6% της συνιστώμενης μέγιστης

ημερήσιας πρόσληψης νατρίου με την διατροφή για έναν ενήλικα.

3.

Πώς να πάρετε το Ursofalk

Πάντοτε να παίρνετε το φάρμακο αυτό αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Εάν έχετε

αμφιβολίες, ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να προτείνουν μεταβολές στο δοσολογικό σχήμα του Ursofalk στους

ηλικιωμένους συγκριτικά με τους ενήλικες. Ωστόσο ο γιατρός σας θα πρέπει να λάβει υπόψη του την

ηλικία σας και την κατάσταση της υγείας σας.

Για τη διάλυση των χολόλιθων χοληστερόλης

Συνήθως χορηγούνται 500–750 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος (8–10 mg/kg) την ημέρα εφάπαξ

ή σε

διαιρεμένες δόσεις για διάστημα δύο τουλάχιστον ετών.

Στην πράξη χορηγούνται 2-3 (σπανιότερα μέχρι και 5) καψάκια ή δοσιμετρικά καπάκια πόσιμου

εναιωρήματος ανάλογα με το σωματικό βάρος.

Συνιστάται η τακτική εφάπαξ λήψη του Ursofalk το βράδυ πριν την κατάκλιση γιατί ευνοεί την

υψηλότερη αποτελεσματικότητα της αγωγής με Ursofalk. Όταν λαμβάνεται σε άνισα διαιρεμένες

δόσεις συνιστάται η βραδινή δόση να είναι η μεγαλύτερη και να λαμβάνεται με τροφή, που βοηθά στη

διατήρηση της ροής της χολής κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Τα σκληρά καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με μικρή ποσότητα υγρού.

Στη συσκευασία του πόσιμου εναιωρήματος περιέχεται ειδικά διαβαθμισμένο δοσιμετρικό καπάκι.

Ένα δοσιμετρικό καπάκι: 5 ml (250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος).

Tυχόν διαιρεμένες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα.

Σωματικό βάρος

Ημερήσια δόση Ursofalk

(10 mg/kg σωματικού βάρους)

Oυρσοδεοξυχολικό

οξύ

πρωί

βράδυ

50–60 kg

μέχρι 80 kg

μέχρι 100 kg

άνω των 100 kg

1 καψάκιο ή 1 καπάκι

1 καψάκιο ή 1 καπάκι

2 καψάκια ή 2 καπάκια

2 καψάκια ή 2 καπάκια

2 καψάκια ή 2 καπάκια

3 καψάκια ή 3 καπάκια

3 καψάκια ή 3 καπάκια

500 mg

750 mg

1000 mg

1250 mg

Ο χρόνος που απαιτείται για τη διάλυση χολόλιθων κυμαίνεται συνήθως από 6 έως 24 μήνες και

εξαρτάται από το μέγεθος και τη σύνθεση του χολόλιθου.

Πρέπει να γίνεται υπερηχογράφημα και αναλόγως τη θέση τους MRCP ή εξέταση με υπερήχους ανά

διαστήματα 6 μηνών έως ότου διαλυθούν οι χολόλιθοι. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ότου

2 διαδοχικές εξετάσεις, υπερηχογράφημα και αναλόγως τη θέση τους MRCP και/ή υπερηχογράφημα

απέχουσες μεταξύ τους 4-12 εβδομάδες, δείξουν την απουσία χολόλιθων. Αυτό εφαρμόζεται διότι οι

μέθοδοι αυτές δεν επιτρέπουν αξιόπιστη απεικόνιση των χολόλιθων διαμέτρου μικρότερης των 2 mm.

Μετά τη διάλυση των χολόλιθων το Ursofalk πρέπει να χορηγείται για μία περίοδο 3 μηνών επιπλέον,

διότι σε αρκετές περιπτώσεις η χολή έχει τάση να ξανασχηματίζει λίθους όταν διακοπεί η χορήγηση

του ουρσοδεοξυχολικού οξέος.

Για χολοστατικά σύνδρομα

10–15

mg/kg ημερησίως σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις.

Παιδιατρικός Πληθυσμός

Καψάκιο σκληρό

Χρήση σε παιδιά (6 έως και μικρότερα των 18 ετών) για τη θεραπεία μιας ασθένειας του ήπατος

που σχετίζεται με κυστική ίνωση

Δοσολογία

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 20 mg ανά kg σωματικού βάρους, διαιρεμένη σε 2-3 δόσεις. Ο

γιατρός σας μπορεί να θελήσει να αυξήσει τη δόση περαιτέρω σε 30 mg ανά kg σωματικού βάρους

ημερησίως εάν είναι απαραίτητο.

Σωματικό βάρος

(ΣΒ) [kg]

Ημερήσια δόση

[mg/kg ΣΒ]

Ursofalk 250 mg καψάκιο σκληρό

Πρωί

Μεσημέρι

Βράδυ

20–29

17-25

30–39

19-25

40–49

20-25

50–59

21-25

60–69

22-25

70–79

22-25

80–89

22-25

90–99

23-25

100 – 109

23-25

>110

Πόσιμο εναιώρημα

Χρήση σε παιδιά (1 μηνός έως και μικρότερα των 18 ετών) για τη θεραπεία μιας ασθένειας του

ήπατος που σχετίζεται με κυστική ίνωση

Δοσολογία

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 20 mg ανά kg σωματικού βάρους, διαιρεμένη σε 2-3 δόσεις. Ο

γιατρός σας μπορεί να θελήσει να αυξήσει τη δόση περαιτέρω σε 30 mg ανά kg σωματικού βάρους

ημερησίως εάν είναι απαραίτητο.

Εφάπαξ δόσεις για παιδιά με σωματικό βάρος έως 10 kg θα πρέπει να δίνονται με σύριγγα καθώς το

δοσιμετρικό καπάκι που παρέχεται δεν καλύπτει όγκους μικρότερους του 1,25 ml. Χρησιμοποιήστε

μια σύριγγα μίας χρήσης των 2 ml με βαθμονόμηση του 0,1 ml. Παρακαλείσθε να σημειώσετε:

Σύριγγες μιας χρήσης δεν περιλαμβάνονται στη συσκευασία, αλλά μπορείτε να τις προμηθευτείτε από

το φαρμακείο της περιοχής σας.

Για να χορηγήσετε την απαιτούμενη δόση με σύριγγα:

Ανακινήστε καλά τη φιάλη πριν το άνοιγμα.

Ρίξτε μια μικρή ποσότητα εναιωρήματος στο παρεχόμενο καπάκι.

Αναρροφήστε μια ποσότητα λίγο μεγαλύτερη από τον απαιτούμενο όγκο μέσα στη σύριγγα.

Παρακαλείστε να κτυπήσετε ελαφριά με τα δάκτυλά σας τη σύριγγα ώστε να απομακρυνθούν

οι φυσαλίδες αέρα από το αναρροφημένο εναιώρημα.

Ελέγξτε τον απαιτούμενο όγκο εναιωρήματος στη σύριγγα, και προσαρμόστε εάν απαιτείται.

Αδειάστε με προσοχή το περιεχόμενο της σύριγγας απευθείας μέσα στο στόμα του παιδιού.

Μην εισάγετε την σύριγγα μέσα στη φιάλη. Μην βάζετε τυχόν αχρησιμοποίητο εναιώρημα από τη

σύριγγα ή το καπάκι πίσω στη φιάλη.

Σωματικό βάρος έως και 10 kg: Δοσολογία 20 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος/kg/ημέρα

Συσκευή μέτρησης: σύριγγα μιας χρήσης

Σωματικό βάρος

(kg)

Ursofalk Πόσιμο Εναιώρημα (ml)

Πρωί

Βράδυ

4

4,5

5

5,5

6

6,5

7

7,5

8

8,5

9

9,5

10

Το παρεχόμενο δοσιμετρικό καπάκι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παιδιά σωματικού βάρους

μεγαλύτερου των 10 kg.

Σωματικό βάρος (ΣΒ) μεγαλύτερο από 10 kg: Δοσολογία 20-25 mg ουρσοδεοξυχολικού

οξέος/kg/ημέρα

Συσκευή μέτρησης: δοσιμετρικό καπάκι

Σωματικό βάρος

(kg)

Ημερήσια δόση

ουρσοδεοξυχολικού οξέος

(mg/kg ΣΒ)

*Καπάκια Πόσιμου Εναιωρήματος

Ursofalk 250mg/5ml

Πρωί

Βράδυ

11–12

21-23

13–15

21-24

16–18

21-23

19–21

21-23

22–23

22-23

24–26

22-23

27–29

22-23

30–32

21-23

33–35

21-23

36–38

21-23

39–41

21-22

42–47

20-22

48–56

20-23

57–68

20-24

69–81

20-24

82–100

20-24

>100

* Ένα καπάκι (ισοδύναμο με 5 ml πόσιμου εναιωρήματος) περιέχει 250 mg ουρσοδεοξυχολικού

οξέος.

* Πίνακας μετατροπής:

Εάν νιώθετε ότι η δράση του Ursofalk είναι πολύ ισχυρή ή πολύ αδύναμη, παρακαλείσθε να

ενημερώσετε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Εάν πάρετε μεγαλύτερη δόση Ursofalk από την κανονική

Ως αποτέλεσμα της υπερδοσολογίας μπορεί να εμφανιστεί διάρροια. Παρακαλείσθε να ενημερώσετε

τον γιατρό σας άμεσα εάν παρουσιάσετε επιμένουσα διάρροια. Εάν υποφέρετε από διάρροια,

βεβαιωθείτε ότι πίνετε αρκετά υγρά προκειμένου να αντικαταστήσετε τα υγρά σας και την ισορροπία

των ηλεκτρολυτών.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το Ursofalk

Μην πάρετε επιπλέον δόση του Ursofalk την επόμενη φορά, αλλά συνεχίστε τη θεραπεία με τη

συνταγογραφημένη δόση.

Εάν σταματήσετε να παίρνετε το Ursofalk

Πριν αποφασίσετε να διακόψετε τη θεραπεία με Ursofalk ή να σταματήσετε τη θεραπεία νωρίτερα, να

συμβουλεύεστε πάντα τον γιατρό σας.

Εάν έχετε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμάκου, ρωτήστε τον γιατρό ή

τον φαρμακοποιό σας.

4.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες αν

και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες

(εμφανίζονται σε λιγότερους από 1 στους 10 αλλά σε περισσότερους

από 1 στους 100 ασθενείς):

Μαλακά, χαλαρά κόπρανα ή διάρροια

Πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες

(εμφανίζονται σε λιγότερους από 1 στους 10.000 ασθενείς):

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης: σοβαρός πόνος στη

δεξιά άνω κοιλιακή χώρα, σοβαρή επιδείνωση (ανεπάρκεια) της κίρρωσης του ήπατος η οποία

υποχωρεί μερικώς μετά τη διακοπή της θεραπείας

Ασβέστωση των χολόλιθων

Κνιδωτικό εξάνθημα (κνίδωση)

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών

χρήσης. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό

Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337,

Φαξ: + 30 21 06549585, http://www.eof.gr. Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε

να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος

Πόσιμο εναιώρημα

Ουρσοδεοξυχολικό οξύ

1 καπάκι

= 5 ml

= 250 mg

¾ καπάκι

= 3,75 ml

= 187,5 mg

½ καπάκι

= 2,5 ml

= 125 mg

¼ καπάκι

= 1,25 ml

= 62,5 mg

φαρμάκου.

5.

Πώς να φυλάσσετε το Ursofalk

Το φάρμακο αυτό πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα παιδιά.

Το φάρμακο αυτό δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Να μην χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στο κουτί μετά

τη «ΛΗΞΗ». Η ημερομηνία λήξης είναι η τελευταία ημέρα του μήνα που αναφέρεται εκεί.

Οι ανοιγμένες φιάλες του πόσιμου εναιωρήματος πρέπει να χρησιμοποιούνται εντός 4 μηνών.

6.

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το Ursofalk

Η δραστική ουσία είναι το ουρσοδεοξυχολικό οξύ.

Ένα σκληρό καψάκιο περιέχει 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος.

Τα άλλα συστατικά του καψακίου είναι άμυλο αραβοσίτου, πυριτίου διοξείδιο, κολλοειδές, μαγνήσιο

στεατικό, ζελατίνη, τιτανίου διοξείδιο E 171.

5 ml πόσιμου εναιωρήματος (αντιστοιχεί σε 1 δοσιμετρικό καπάκι) περιέχουν 250 mg

ουρσοδεοξυχολικού οξέος.

Τα άλλα συστατικά του πόσιμου εναιωρήματος είναι βενζοϊκό οξύ, ξυλιτόλη, γλυκερόλη, κυτταρίνη

μικροκρυσταλλική, καρμελλόζη νατριούχος , προπυλενογλυκόλη, νάτριο κιτρικό, νάτριο κυκλαμικό,

κιτρικό οξύ άνυδρο, χλωριούχο νάτριο, βελτιωτικό γεύσης λεμόνι, κεκαθαρμένο ύδωρ.

Εμφάνιση του Ursofalk και περιεχόμενα της συσκευασίας

Καψάκιο σκληρό

Τα σκληρά καψάκια Ursofalk

είναι λευκά και αδιαφανή και περιέχουν λευκή σκόνη ή κοκκία.

Διατίθεται σε συσκευασίες των 30 καψακίων (3 κυψέλες με 10 καψάκια το καθένα).

Πόσιμο εναιώρημα

Το πόσιμο εναιώρημα Ursofalk

είναι ένα λευκό υγρό με φυσαλλίδες αέρα και οσμή λεμονιού.

Διατίθεται σε φιάλη των 100 ή 250 ml πόσιμου εναιωρήματος.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας και Παρασκευαστής

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας

GALENICA ΑΕ

Ελευθερίας 4, 145 64 Κηφισιά

Tηλ.: 210 52 81 700

Fax.: 210 52 45 939

Παρασκευαστής

Dr. Falk Pharma GmbH

Leinenweberstr. 5

79108 Freiburg

Γερμανία

Τηλ.: +49 (0)761/1514-0

Fax:

+49 (0)761/1514-321

Ε-mail:zentrale@drfalkpharma.de

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ursofalk 250 mg καψάκιo σκληρό

Ursofalk 250 mg/5 ml πόσιμο εναιώρημα

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε σκληρό καψάκιο περιέχει 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος (ursodeoxycholic acid, UDCA).

5 ml πόσιμου εναιωρήματος περιέχουν 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος (UDCA).

Πόσιμο εναιώρημα:

Έκδοχα με γνωστή δράση: βενζοϊκό οξύ, προπυλενογλυκόλη, και νάτριο (καρμελλόζη νατριούχος,

χλωριούχο νάτριο, κιτρικό νάτριο, κυκλαμικό νάτριο).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκιο σκληρό

Πόσιμο εναιώρημα

4.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ursofalk ενδείκνυται για τη:

θεραπεία επιλεγμένων περιπτώσεων χολολιθίασης (χοληστερινικοί λίθοι μικρής διαμέτρου,

ακτινοδιαπερατοί)

συμπτωματική αντιμετώπιση χολοστατικών συνδρόμων ποικίλης αιτιολογίας, όπως της

πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης και της σκληρυντικής χολαγγειίτιδας

Παιδιατρικός πληθυσμός

Καψάκιo, σκληρό

Διαταραχή του ήπατος και των χοληφόρων που σχετίζεται με κυστική ίνωση σε παιδιά ηλικίας 6 ετών

έως και μικρότερα των 18 ετών.

Πόσιμο εναιώρημα

Διαταραχή του ήπατος και των χοληφόρων που σχετίζεται με κυστική ίνωση σε παιδιά ηλικίας

1 μηνός έως και μικρότερα των 18 ετών.

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δεν υπάρχουν περιορισμοί σχετικοί με την ηλικία στη χρήση του Ursofalk στους ηλικιωμένους

συγκριτικά με τους ενηλίκες.

Δοσολογία

Οι ακόλουθες ημερήσιες δόσεις συνιστώνται για τις διάφορες ενδείξεις:

Διάλυση χολόλιθων

Συνήθως χορηγούνται 500-750 mg UDCA (8-10 mg/kg) την ημέρα εφάπαξ ή σε διαιρεμένες δόσεις

για διάστημα δύο τουλάχιστον ετών.

Στην πράξη χορηγούνται 2-3 (σπανιότερα μέχρι και 5) καψάκια ή δοσιμετρικά καπάκια πόσιμου

εναιωρήματος ανάλογα με το σωματικό βάρος.

Συνιστάται η τακτική εφάπαξ λήψη του Ursofalk το βράδυ πριν την κατάκλιση, γιατί ευνοεί την

υψηλότερη αποτελεσματικότητα της αγωγής με Ursofalk. Όταν λαμβάνεται σε άνισα διαιρεμένες

δόσεις συνιστάται η βραδινή δόση να είναι η μεγαλύτερη και να λαμβάνεται με τροφή, που βοηθά στη

διατήρηση της ροής της χολής κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με μικρή ποσότητα υγρού.

Στη συσκευασία του πόσιμου εναιωρήματος περιέχεται ειδικά διαβαθμισμένο δοσιμετρικό καπάκι.

Ένα δοσιμετρικό καπάκι: 5 ml (250 mg UDCA).

Tυχόν διαιρεμένες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα.

Σωματικό

Βάρος

Ημερήσια δόση

Ursofalk

(10 mg/kg σωματικού βάρους)

UDCA

Πρωί

Βράδυ

50–60 kg

μέχρι 80 kg

μέχρι 100 kg

άνω των 100 kg

1 καψάκιο ή 1 καπάκι

1 καψάκιο ή 1 καπάκι

2 καψάκια ή 2 καπάκια

2 καψάκια ή 2 καπάκια

2 καψάκια ή 2 καπάκια

3 καψάκια ή 3 καπάκια

3 καψάκια ή 3 καπάκια

500 mg

750 mg

1000 mg

1250 mg

Ο χρόνος που απαιτείται για τη διάλυση των χολόλιθων κυμαίνεται συνήθως από 6 έως 24 μήνες και

εξαρτάται από το μέγεθος και τη σύνθεση του χολόλιθου.

Πρέπει να γίνεται εξέταση με υπερήχους (και αναλόγως τη θέση των χολόλιθων MRCP) ανά

διαστήματα των 6 μηνών έως ότου διαλυθούν οι χολόλιθοι. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται μέχρις

ότου 2 διαδοχικές εξετάσεις, απέχουσες μεταξύ τους 4-12 εβδομάδες, δείξουν την απουσία

χολόλιθων. Αυτό εφαρμόζεται διότι οι μέθοδοι αυτές δεν επιτρέπουν αξιόπιστη απεικόνιση των

χολόλιθων διαμέτρου μικρότερης των 2 mm.

Μετά τη διάλυση των χολόλιθων το Ursofalk πρέπει να χορηγείται για μία περίοδο 3 μηνών επιπλέον,

διότι σε αρκετές περιπτώσεις η χολή έχει τάση να ξανασχηματίζει λίθους όταν διακοπεί η χορήγηση

του UDCA.

Χολοστατικά σύνδρομα

10-15 mg/kg ημερησίως σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις (βλ. παράγραφο 4.4)

Παιδιατρικός πληθυσμός

Καψάκιο, σκληρό

Παιδιά με κυστική ίνωση ηλικίας 6 ετών έως και μικρότερα των 18 ετών:

20 mg/kg/ημέρα σε 2-3 διαιρεμένες δόσεις, με περαιτέρω αύξηση σε 30 mg/kg/ημέρα εάν είναι

απαραίτητο.

Σωματικό βάρος

(ΣΒ) [kg]

Ημερήσια δόση

[mg/kg ΣΒ]

Ursofalk 250 mg σκληρό καψάκιο

Πρωί

Μεσημέρι

Βράδυ

20–29

17-25

30–39

19-25

40–49

20-25

50–59

21-25

60–69

22-25

70–79

22-25

80–89

22-25

90–99

23-25

100–109

23-25

>110

Πόσιμο εναιώρημα

Παιδιά με κυστική ίνωση ηλικίας 1 μηνός έως και μικρότερα των 18 ετών:

20 mg/kg/ημέρα σε 2-3 διαιρεμένες δόσεις, με περαιτέρω αύξηση σε 30 mg/kg/ημέρα εάν είναι

απαραίτητο.

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις εμφανίζουν τη νόσο παιδιά σωματικού βάρους μικρότερου των

10 kg. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιείται σύριγγα μιας χρήσης που διατίθεται

στο εμπόριο.

Σωματικό βάρος έως και 10 kg: Δοσολογία 20 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος/kg/ημέρα

Συσκευή μέτρησης: σύριγγα μιας χρήσης

Σωματικό βάρος

(kg)

Ursofalk Εναιώρημα (ml)

Πρωί

Βράδυ

4

4,5

5

5,5

6

6,5

7

7,5

8

8,5

9

9,5

10

Σωματικό βάρος (ΣΒ) μεγαλύτερο από 10 kg: Δοσολογία 20-25 mg ουρσοδεοξυχολικού

οξέος/kg/ημέρα

Συσκευή μέτρησης: δοσιμετρικό καπάκι

Σωματικό βάρος

(kg)

Ημερήσια δόση

ουρσοδεοξυχολικού οξέος

(mg/kg ΣΒ)

*Καπάκια Εναιωρήματος

Ursofalk 250mg/5ml

Πρωί

Βράδυ

11–12

21-23

13–15

21-24

16–18

21-23

19–21

21-23

22–23

22-23

24–26

22-23

27–29

22-23

30–32

21-23

33–35

21-23

36–38

21-23

39–41

21-22

42–47

20-22

48–56

20-23

57–68

20-24

69–81

20-24

82–100

20-24

>100

* Πίνακας μετατροπής:

Tρόπος χορήγησης

Από στόματος χρήση.

4.3

Αντενδείξεις

To Ursofalk δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με:

οξεία φλεγμονή της χοληδόχου κύστης ή των χοληφόρων

απόφραξη των χοληφόρων (απόφραξη του κοινού χοληφόρου πόρου ή του κυστικού χοληφόρου

πόρου)

συχνά επεισόδια κωλικού των χοληφόρων

ακτινοσκιερούς χολόλιθους

μειωμένη συσταλτικότητα της χοληδόχου κύστης

υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στα χολικά οξέα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που

αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Πυλαιοεντεροαναστόµωση ανεπιτυχής ή χωρίς ανάκτηση της καλής ροής της χολής σε παιδιά με

ατρησία των χοληφόρων.

4.4

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το Ursofalk πρέπει να λαμβάνεται υπό ιατρική παρακολούθηση.

Κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων μηνών της θεραπείας, συνιστάται έλεγχος από τον γιατρό των

παραμέτρων της ηπατικής λειτουργίας AST (SGOT), ALT (SGPT) και γ-GT κάθε 4 εβδομάδες και

αργότερα κάθε 3 μήνες. Πέραν της δυνατότητας διαχωρισμού των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία

για την πρωτοπαθή χολική κίρρωση σε αυτούς που ανταποκρίνονται και σε αυτούς που δεν

ανταποκρίνονται, η παρακολούθηση αυτή καθιστά δυνατή την έγκαιρη ανίχνευση πιθανής ηπατικής

επιδείνωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με πρωτοπαθή χολική κίρρωση προχωρημένου σταδίου.

Πόσιμο εναιώρημα

Ουρσοδεοξυχολικό οξύ

1 καπάκι

= 5 ml

= 250 mg

¾ καπάκι

= 3,75 ml

= 187,5 mg

½ καπάκι

= 2,5 ml

= 125 mg

¼ καπάκι

= 1,25 ml

= 62,5 mg

Όταν χρησιμοποιείται για τη διάλυση των χολόλιθων χοληστερόλης:

Προκειμένου να αξιολογηθεί η θεραπευτική πρόοδος και να επιτευχθεί έγκαιρη ανίχνευση

οποιουδήποτε βαθμού ασβέστωσης των χολόλιθων, ανάλογα με το μέγεθος του λίθου, η χοληδόχος

κύστη θα πρέπει να απεικονίζεται () με υπερηχογραφικό έλεγχο (και αναλόγως τη θέση των

χολόλιθων MRCP) 6 – 10 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Εάν η χοληδόχος κύστη δεν μπορεί να απεικονιστεί με ακτίνες Χ, ή σε περιπτώσεις χολόλιθων που

έχουν υποστεί ασβέστωση, ή σε περίπτωση μειωμένης συσταλτικότητας της χοληδόχου κύστης ή

συχνών επεισοδίων κωλικού των χοληφόρων, το Ursofalk δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.

Οι γυναίκες ασθενείς που λαμβάνουν Ursofalk για τη διάλυση των χολόλιθων πρέπει να

χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μη ορμονική μέθοδο αντισύλληψης, καθώς τα ορμονικά

αντισυλληπτικά μπορεί να προκαλέσουν χολολιθίαση (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.6).

Όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης προχωρημένου σταδίου:

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί επιδείνωση της ηπατικής κίρρωσης, η οποία

υποχώρησε μερικώς μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Σε ασθενείς με πρωτοπαθή χολική κίρρωση, σε σπάνιες περιπτώσεις τα κλινικά συμπτώματα μπορεί

να επιδεινωθούν κατά την έναρξη της θεραπείας, π.χ. ο κνησμός μπορεί να αυξηθεί. Στην περίπτωση

αυτή η δόση του Ursofalk πρέπει να μειωθεί σε 1 καψάκιο 250 mg ή ένα δοσιμετρικό καπάκι και

έπειτα σταδιακά να αυξηθεί και πάλι, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2.

Στη θεραπεία ασθενών με πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα:

Μακροχρόνια θεραπεία, με υψηλές δόσεις UDCA (28-30 mg/kg/ημέρα) σε ασθενείς με πρωτοπαθή

σκληρυντική χολαγγειίτιδα συσχετίστηκε με υψηλότερα ποσοστά σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Εάν παρουσιαστεί διάρροια, η δόση θα πρέπει να μειωθεί και σε περιπτώσεις επιμένουσας διάρροιας,

η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.

Πόσιμο εναιώρημα

Αυτό το φάρμακο περιέχει:

7,5 mg βενζοϊκού οξέος σε κάθε 5 ml πόσιμου εναιωρήματος. Αύξηση της χολερυθρίνης λόγω

της εκτόπισής της από την αλβουμίνη μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο των νεογνών που μπορεί να

εξελιχθεί σε πυρηνικό ίκτερο (μη συζευγμένη απόθεση χολερυθρίνης στον ιστό του εγκεφάλου).

50 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 5 ml πόσιμου εναιωρήματος. Συγχορήγηση με οποιοδήποτε

υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιαθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές

ανεπιθύμητες στα νεογνά.

11,39 mg νατρίου ανά 5 ml πόσιμου εναιωρήματος, που ισοδυναμεί με το 0,6% της

συνιστώμενης από το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g

νατρίου μέσω της διατροφής για έναν ενήλικα.

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Το Ursofalk δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη ή αντιόξινα που

περιέχουν υδροξείδιο του αργιλίου και/ή σμεκτίτη (οξείδιο του αργιλίου), διότι τα σκευάσματα αυτά

δεσμεύουν το UDCA στο έντερο με αποτέλεσμα να εμποδίζουν την απορρόφηση και την

αποτελεσματικότητά του. Εάν είναι απαραίτητη η χρήση ενός σκευάσματος που περιέχει κάποια από

αυτές τις ουσίες, θα πρέπει αυτό να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μετά το Ursofalk.

Το Ursofalk ενδέχεται να επηρεάσει την απορρόφηση της κυκλοσπορίνης από το έντερο. Σε ασθενείς

που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη, θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά από τον γιατρό οι

συγκεντρώσεις της ουσίας αυτής στο αίμα και η δόση της κυκλοσπορίνης να προσαρμόζεται, εάν

αυτό απαιτείται.

Σε μεμονωμένες περιπτώσεις το Ursofalk μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης.

Σε μια κλινική μελέτη σε υγιείς εθελοντές η ταυτόχρονη χρήση UDCA (500 mg/ημέρα) και

ροσουβαστατίνης (20 mg/ημέρα) είχε ως αποτέλεσμα ελαφρώς αυξημένα επίπεδα ροσουβαστατίνης

στο πλάσμα. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης σε σχέση και με άλλες στατίνες δεν είναι

γνωστή.

Το UDCA έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (C

) και το εμβαδόν

κάτω από την καμπύλη (AUC) του ανταγωνιστή ασβεστίου νιτρενδιπίνη σε υγιείς εθελοντές.

Συνιστάται στενή παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της ταυτόχρονης χρήσης νιτρενδιπίνης και

UDCA. Μπορεί να είναι απαραίτητη η αύξηση της δόσης της νιτρενδιπίνης. Έχει επίσης αναφερθεί

αλληλεπίδραση με μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος της δαψόνης. Οι παρατηρήσεις αυτές

μαζί με

in vitro

ευρήματα θα μπορούσαν να υποδεικνύουν ότι ενδεχομένως το UDCA επάγει τα

ένζυμα του κυτοχρώματος P450 3A. Ωστόσο, δεν έχει παρατηρηθεί επαγωγή σε μια καλά

σχεδιασμένη μελέτη αλληλεπίδρασης με βουδεσονίδη, η οποία είναι ένα γνωστό υπόστρωμα του

κυτοχρώματος Ρ450 3Α.

Τα οιστρογόνα και τα φάρμακα τα οποία μειώνουν τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα, όπως η

κλοφιβράτη, αυξάνουν την έκκριση ηπατικής χοληστερόλης και συνεπώς μπορεί να ενισχύουν τη

χολολιθίαση, εξουδετερώνοντας έτσι τη δράση του UDCA για τη διάλυση των χολόλιθων.

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση UDCA σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες

σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα κατά τη διάρκεια της πρώιμης φάσης της εγκυμοσύνης

(βλ. παράγραφο 5.3). Το Ursofalk δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης,

εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν

θεραπεία μόνο όταν χρησιμοποιούν αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης. Συνιστάται η χρήση μη

ορμονικής αντισύλληψης ή από στόματος αντισυλληπτικών με χαμηλή περιεκτικότητα σε οιστρογόνα.

Εντούτοις, σε ασθενείς που λαμβάνουν Ursofalk για τη διάλυση των χολόλιθων, θα πρέπει να

χρησιμοποιείται αποτελεσματική μη ορμονική αντισύλληψη, καθώς τα ορμονικά από στόματος

αντισυλληπτικά μπορεί να αυξήσουν τη χολολιθίαση. Η πιθανότητα εγκυμοσύνης θα πρέπει να

αποκλειστεί πριν την έναρξη της θεραπείας.

Θηλασμός

Σύμφωνα με λίγες τεκμηριωμένες περιπτώσεις τα επίπεδα του UDCA στο μητρικό γάλα γυναικών που

θηλάζουν είναι πολύ χαμηλά και πιθανώς δεν αναμένεται καμία καμία επίδραση στα θηλάζοντα

βρέφη.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν καμία επίδραση του UDCA στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν

διατίθενται δεδομένα για τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα μετά από θεραπεία με UDCA.

4.7

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Ursofalk δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού

μηχανημάτων.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών έχει βασιστεί στις ακόλουθες συνθήκες για τη

συχνότητα:

Πολύ συχνές (≥1/10)

Συχνές (≥1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)

Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)

Πολύ σπάνιες(<1/10.000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

Στις κλινικές δοκιμές, υπήρξαν συχνές αναφορές για μαλακά κόπρανα ή διάρροια κατά τη διάρκεια

της θεραπείας με UDCA.

Πολύ σπάνια, κατά τη θεραπεία της πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης παρατηρήθηκε έντονος πόνος

στο δεξί μέρος της άνω κοιλίας.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με UDCA, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να συμβεί

ασβέστωση των χολόλιθων.

Κατά τη θεραπεία της πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης προχωρημένου σταδίου, σε πολύ σπάνιες

περιπτώσεις παρατηρήθηκε επιδείνωση της ηπατικής κίρρωσης, η οποία υποχώρησε μερικώς μετά τη

διακοπή της θεραπείας.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Πολύ σπάνια μπορεί να παρουσιαστεί κνίδωση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης

οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να

αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό

Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337,

Φαξ: + 30 21 06549585, http://www.eof.gr.

4.9

Υπερδοσολογία

Διάρροια μπορεί να εμφανισθεί σε περίπτωση υπερδοσολογίας. Γενικώς, το ενδεχόμενο

υπερδοσολογίας είναι εξαιρετικά απίθανο επειδή η απορρόφηση του UDCA ελαττώνεται

αυξανομένης της δόσης και έτσι η ουσία αποβάλλεται σε μεγάλη ποσότητα με τα κόπρανα.

Μέτρα αντιμετώπισης της υπερδοσολογίας:

Σε περίπτωση διάρροιας συνιστάται ελάττωση της δόσης. Εάν η διάρροια δεν υποχωρεί, η θεραπεία

πρέπει να διακόπτεται.

Δεν απαιτούνται ειδικά μέτρα αντιμετώπισης και οι επιπτώσεις της διάρροιας πρέπει να

αντιμετωπίζονται συμπτωματικά με την αποκατάσταση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας να γίνει έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας.

Επιπρόσθετες πληροφορίες σε ειδικούς πληθυσμούς

Η θεραπεία μακράς διάρκειας με υψηλές δόσεις UDCA (28-30 mg/kg/ημέρα) σε ασθενείς με

πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα σοβαρών

ανεπιθύμητων ενεργειών.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θεραπεία παθήσεων χολής και ήπατος, προϊόντα χολικού οξέος,

κωδικός ATC: A05AA02 και Α05Β

Το UDCA είναι ένα ενδογενές τριτοταγές χολικό οξύ που ανευρίσκεται φυσιολογικά στον άνθρωπο.

Σε από στόματος χορήγηση, επιδρά στη δεξαμενή των χολικών οξέων, αναστέλλει την εντερική

απορρόφηση της χοληστερόλης και την απέκκρισή της στη χολή, με αποτέλεσμα τη σημαντική

ελάττωση της συγκέντρωσης της χοληστερόλης και του δείκτη κορεσμού της.

Σχηματίζει επίσης τους ονομαζόμενους υγρούς κρυστάλλους σε συνδυασμό με χοληστερόλη και

φωσφολιπίδια, ώστε να επιτυγχάνεται η διάλυση των χοληστερινικών χολόλιθων.

Ο μηχανισμός δράσης του UDCA στο ήπαρ σε ότι αφορά τα χολοστατικά σύνδρομα δεν έχει ακόμα

πλήρως εξηγηθεί. Πιθανόν να εμπλέκονται 3 βασικοί μηχανισμοί: η προφύλαξη από ηπατοτοξικότητα

προκαλούμενη από χολικά οξέα λόγω της σχετικής αύξησης της αναλογίας του UDCA σε σχέση με τα

άλλα χολικά οξέα, η κυτταροπροστατευτική δράση στα ηπατοκύτταρα και η ρύθμιση του

ανοσοποιητικού συστήματος.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Κυστική ίνωση

Από κλινικές αναφορές υπάρχει διαθέσιμη μακροχρόνια εμπειρία έως και 10 ετών και περισσότερο με

τη θεραπεία με UDCA σε παιδιατρικούς ασθενείς που πάσχουν από κυστική ίνωση που σχετίζεται με

διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία με UDCA μπορεί να

μειώσει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του χοληδόχου πόρου, να σταματήσει την εξέλιξη της

ιστολογικής βλάβης ακόμη και να αναστρέψει τις μεταβολές του ήπατος και των χοληφόρων εάν

δοθεί σε πρώιμο στάδιο της σχετιζόμενης με διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων κυστικής

ίνωσης. Η θεραπεία με UDCA πρέπει να ξεκινάει αμέσως μόλις γίνεται η διάγνωση της κυστικής

ίνωσης που σχετίζεται με διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων, προκειμένου να

βελτιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Το UDCA απορροφάται κυρίως μέσω μη - ιονικής παθητικής διάχυσης στο εγγύς τμήμα της νήστιδας

και μέσω ενεργητικής μεταφοράς στον ειλεό. Μετά την απορρόφηση, το UDCA συζεύγνυται στο

ήπαρ εκτενώς με γλυκίνη, ταυρίνη, Ν-ακετυλογλυκοζαμίνη, γλυκουρονικό οξύ και θειϊκά και στη

συνέχεια απεκκρίνεται με τη χολή. Το UDCA μεταβολίζεται επίσης από την εντερική χλωρίδα.

Αναφέρεται ότι 50 - 75 % της δόσης υφίσταται πρώτης διόδου βιομετασχηματισμό.

Το UDCA κατανέμεται μόνο στα εντεροηπατικά όργανα και το πλάσμα. Έπειτα από χορήγηση

ημερησίων δόσεων των 10 mg/kg σωματικού βάρους, η συγκέντρωση του UDCA στη χολή αυξάνεται

συναρτήσει της δόσης και της κατάστασης του ήπατος μέχρι ενός μεγίστου σταθερού επιπέδου. Σε

ασθενείς με χολόλιθους, μία μέγιστη συσσώρευση 40-60% UDCA αναμένεται στη χολή μετά από

ημερήσιες δόσεις των 10–14 mg/kg σωματικού βάρους. Μικρότερη συσσώρευση παρατηρήθηκε στη

χολή ασθενών με ηπατικές διαταραχές. Αυτό ίσως οφείλεται σε περιορισμένη απορρόφηση λόγω

απουσίας μυκηλίων ενδογενών χολικών οξέων από τη χολή του δωδεκαδακτύλου.

Ο χρόνος ημιζωής του UDCA είναι 3,5–5,8 ημέρες.

5.3

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οξεία τοξικότητα (LD

50

mg/kg)

Η LD

του UDCA μετά από στόματος χορήγηση ήταν

5.000 mg/kg σωματικού βάρους στους

επίμυς, >10.000 mg/kg σωματικού βάρους στους μυς, >1.800 mg/kg σωματικού βάρους σε τρωκτικά

τύπου χάμστερ και >10.000 mg/kg σωματικού βάρους σε σκύλους.

Στους μυς και επίμυς, παρατηρήθηκαν μόνο ήπια τοξικά συμπτώματα. Στα χάμστερς εμφανίσθηκαν

αταξία και δύσπνοια.

Σε επίμυς και μυς, η LD

μετά από υποδόρια, ενδοπεριτοναϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 2.000,

6.000 και 1.000, ή 2.000, 310 και 260 mg αντίστοιχα.

Υποχρόνια τοξικότητα

Ημερήσιες από στόματος δόσεις έως 4 g UDCA ανά kg σωματικού βάρους χορηγήθηκαν σε επίμυς

για διάστημα 5 εβδομάδων. Δεν αναφέρθηκε θάνατος. Οι αιματολογικές, βιοχημικές,

παθολογοανατομικές και ιστοπαθολογικές εξετάσεις δεν παρουσίασαν παθολογικά ευρήματα.

Χρόνια τοξικότητα

Ημερήσιες από του στόματος δόσεις των 100, 500 και 2.500 mg/kg σωματικού βάρους χορηγήθηκαν

σε επίμυς για διάστημα 6 μηνών. Η ομάδα που ελάμβανε 2.500 mg παρουσίασε ελάττωση του

σωματικού βάρους. Ιστοπαθολογοανατομικές εξετάσεις έδειξαν συσσώρευση βασεόφιλων στα

νεφρικά σωληνάρια.

Μία περαιτέρω μελέτη σε επίμυς (ημερήσιες δόσεις των 0,5, 1, 2, και 4 g UDCA) έδειξε επίσης

ελάττωση του σωματικού βάρους στην ομάδα στην οποία χορηγήθηκε η υψηλότερη δόση, ενώ ο

δείκτης θνησιμότητας στην ίδια ομάδα ήταν υψηλός. Έπειτα από ημερήσιες δόσεις

1 g/kg

σωματικού βάρους παρατηρήθηκαν ενδοηπατική χολαγγειίτιδα, υπερπλασία των χοληφόρων οδών και

μικρή εστιακή νέκρωση. Δεν υπήρχαν ιστοπαθολογοανατομικά ευρήματα στα νεφρά.

Πίθηκοι Ρέζους ελάμβαναν ημερήσιες δόσεις των 50, 100, 300 και 900 mg UDCA ανά kg σωματικού

βάρους για διάστημα 12 μηνών. Τρία ζώα πέθαναν στην ομάδα στην οποία χορηγήθηκε η υψηλότερη

δόση, 2 στην ομάδα των 300 mg, και 1 στην ομάδα των 100 mg. Κάθε ομάδα αποτελείτο από 10 ζώα

Ημερήσιες δόσεις άνω των 100 mg/kg σωματικού βάρους παρουσίασαν ηπατοτοξική δράση. Στα ζώα

όπου εμφανίσθηκε ηπατοτοξικότητα, υπήρξε θετική συσχέτιση των συγκεντρώσεων του μεταβολίτη

λιθοχολικού οξέος στη χολή και το πλάσμα. Στον πίθηκο σε αντίθεση με τον άνθρωπο, το λιθοχολικό

οξύ δεν υφίσταται εστεροποίηση με θειϊκό οξύ.

Συμπτώματα δηλητηρίασης:

Σε τρωκτικά τύπου χάμστερ, σε μελέτες οξείας τοξικότητας με UDCA παρατηρήθηκαν αταξία και

δύσπνοια.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα:

Σε μία μελέτη σε επίμυς, μετά από χορήγηση δόσεων

1.500 mg/kg σωματικού βάρους

παρατηρήθηκαν ήπιες τοξικές επιδράσεις στις μητέρες επίμυς. Δεν παρατηρήθηκαν διαμαρτίες από τα

σπλάχνα ή το σκελετό στα νεογέννητα. Το UDCA δεν παρουσίασε επίδραση στην ανάπτυξη κατά την

περι- και μετα-γεννητική περίοδο.

Ωστόσο, σε μία περαιτέρω μελέτη σε επίμυς, εμφανίσθηκαν διαμαρτίες περί την διάπλαση της ουράς

μετά από δόση 2000 mg/kg σωματικού βάρους.

Σε κουνέλι δεν παρατηρήθηκε τερατογόνος δράση μετά από χορήγηση δόσεων μέχρι 300 mg UDCA

ανά kg σωματικού βάρους.

Επίδραση στη γονιμότητα:

Σε επίμυς, δόσεις μέχρι 2.700 mg/kg σωματικού βάρους δεν είχαν καμία επίδραση στη γονιμότητα.

Μεταλλαξιογόνο δυναμικό:

Το UDCA δεν παρουσίασε μεταλλαξιογόνο δυνατότητα σε ποικίλες μελέτες μεταλλαξιογένεσης,

συμπεριλαμβανομένων των παρακάτω δοκιμασιών: ΑΜΕS, μικροπυρήνων, ανταλλαγών μεταξύ

αδελφών χρωματίδων (επιχιασμού) και χρωμοσωμικών δομικών ανωμαλιών.

Καρκινογένεση

Μακροχρόνιες μελέτες σε μύς και επίμυς δεν απεκάλυψαν δυνατότητα ογκογένεσης.

Σε επίμυς, η προκαλούμενη από 1,2-διμεθυλο-υδραζίνη καρκινογένεση στο παχύ έντερο δεν ευνοείται

με την παρουσία UDCA.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1

Κατάλογος εκδόχων

Καψάκια σκληρά

Άμυλο αραβοσίτου, πυριτίου διοξείδιο, κολλοειδές, μαγνήσιο στεατικό, ζελατίνη, τιτανίου διοξείδιο E

171.

Πόσιμο εναιώρημα

Βενζοϊκό οξύ, ξυλιτόλη, γλυκερόλη, κυτταρίνη μικροκρυσταλλική, καρμελλόζη νατριούχος ,

προπυλενογλυκόλη, νάτριο κιτρικό, νάτριο κυκλαμικό, κιτρικό οξύ άνυδρο, χλωριούχο νάτριο,

βελτιωτικό γεύσης λεμόνι, κεκαθαρμένο ύδωρ..

6.2

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3

Διάρκεια ζωής

Καψάκια σκληρά

: 3 χρόνια

Πόσιμο εναιώρημα

: 4 χρόνια

Μετά την αποσφράγιση του φιαλιδίου του ποσίμου εναιωρήματος: 4 μήνες (120 ημέρες).

6.4

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Καψάκια σκληρά

Διαφανές, άχρωμο λεπτό υμένιο από PVC/PVDC, σφραγισμένα με φύλλο αλουμινίου.

Κουτί που περιέχει 3 κυψέλες (blisters) με 10 καψάκια το καθένα.

Πόσιμο εναιώρημα

Καφέ γυάλινο φιαλίδιο με πλαστικό (από PP/PE) ειδικό πώμα προστασίας για τα παιδιά

Φιαλίδιο των 100 ή των 250 ml.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καψάκια σκληρά:

Καμία ειδική υποχρέωση.

Πόσιμο Εναιώρημα:

Για να ανοίξετε το ειδικό πώμα για τα παιδιά: πιέστε δυνατά προς τα κάτω το πώμα καθώς το γυρνάτε

προς τα αριστερά.

Ανακινήστε το φιαλίδιο ισχυρά πριν το ανοίξετε πρινο τη χρήση.

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

GALENICA A.E.

Ελευθερίας 4, 145 64 Κηφισιά

Τηλ.: 210 5281700

Fax: 210 5245939

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Καψάκια, σκληρά: 42754/07/23-4-2008

Πόσιμο διάλυμα: 42757/07/23-4-2008

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Καψάκια, σκληρά

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 27 Σεπτεμβρίου 1982

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23 Απριλίου 2008

Πόσιμο εναιώρημα

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 09 Μαΐου 2003

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23 Απριλίου 2008

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες