TORVACARD 20MG/TAB ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
31-12-2021
Δραστική ουσία:
ATORVASTATIN CALCIUM TRIHYDRATE
Διαθέσιμο από:
ZENTIVA K.S., PRAGUE, CZECH REPUBLIC (0000009038) U Kabelovny 130,, 102 37, Prague 10
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
C10AA05
INN (Διεθνής Όνομα):
ATORVASTATIN CALCIUM TRIHYDRATE
Δοσολογία:
20MG/TAB
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
Σύνθεση:
INEOF01062 ATORVASTATIN CALCIUM TRIHYDRATE 20.680000 MG
Οδός χορήγησης:
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Θεραπευτική περιοχή:
ATORVASTATIN
Περίληψη προϊόντος:
Τύπος διαδικασίας: Αποκεντρωμένη; Αρ. διαδικασίας: EL/H/0195/002/DC; Νομικό καθεστώς: ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ; Συσκευασίες: 2802921302014 01 BTx14 14.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 4.55; Συσκευασίες: 2802921302021 02 BTx28 28.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 9.96; Συσκευασίες: 2802921302038 03 BTx30 30.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 8.59; Συσκευασίες: 2802921302045 04 BTx50 50.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802921302052 05 BTx56 56.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802921302069 06 BTx90 90.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802921302076 07 BTx98 98.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802921302083 08 BTx100 100.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη) ΦΑΡΜΑΚΕIOY
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (Αποκεντρωμένη)
Αριθμό άδειας:
2921302

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

Orig/2020, orig 01/2021

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον ασθενή

Torvacard 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

ατορβαστατίνη

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να παίρνετε αυτό το

φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

Η συνταγή γι’ αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να δώσετε το

φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμη και όταν τα συμπτώματα της

ασθένειάς τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό

σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν

φύλλο οδηγιών χρήσης. Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών:

1. Τι είναι το Torvacard και ποια είναι η χρήση του

2. Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Torvacard

3. Πώς να πάρετε το Torvacard

4. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

5. Πώς να φυλάσσετε το Torvacard

6. Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το Torvacard και ποια είναι η χρήση του

Το Torvacard ανήκει σε μια ομάδα φαρμάκων γνωστή ως στατίνες, που είναι φάρμακα

ρυθμιστικά των λιπιδίων (λιπαρά).

Το Torvacard χρησιμοποιείται για τη μείωση των λιπιδίων στο αίμα, γνωστών ως

χοληστερόλη και τριγλυκερίδια, όταν έχει αποτύχει μια χαμηλή σε λιπαρά διατροφή, καθώς

και αλλαγές στον τρόπο ζωής. Εάν βρίσκεστε σε αυξημένο κίνδυνο καρδιοπάθειας, το

Torvacard μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του εν λόγω κινδύνου, ακόμη και

αν τα επίπεδα της χοληστερόλης σας είναι φυσιολογικά. Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής

αγωγής θα πρέπει να διατηρήσετε μια δίαιτα για τη μείωση της χοληστερόλης.

2.

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το Torvacard

Μην πάρετε το Torvacard

σε περίπτωση αλλεργίας στην ατορβαστατίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα συστατικά αυτού

του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6).

εάν έχετε ή είχατε στο παρελθόν κάποια νόσο που επηρεάζει το ήπαρ.

εάν είχατε ανεξήγητα μη φυσιολογικές εξετάσεις αίματος για τη λειτουργία του ήπατος.

εάν χρησιμοποιείτε τον συνδυασμό γκλεκαπρεβίρης/πιμπρεντασβίρης στη θεραπεία της

ηπατίτιδας C.

εάν είστε γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία και δεν χρησιμοποιείτε αξιόπιστη αντισύλληψη.

εάν είστε έγκυος ή προσπαθείτε να μείνετε έγκυος.

εάν θηλάζετε.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Απευθυνθείτε στον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας πριν πάρετε το Torvacard. Τα ακόλουθα

αποτελούν αιτίες για τις οποίες μπορεί να μην είναι κατάλληλο για εσάς το Torvacard:

εάν έχετε σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια

εάν παίρνετε ή έχετε πάρει τις τελευταίες 7 ημέρες ένα φάρμακο που ονομάζεται φουσιδικό

οξύ (ένα φάρμακο για τη λοίμωξη από βακτήρια) από το στόμα ή με ένεση. Ο συνδυασμός

του φουσιδικού οξέος και του Torvacard μπορεί να προκαλέσει σοβαρά μυϊκά προβλήματα

(ραβδομυόλυση)

εάν είχατε στο παρελθόν κάποιο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο με αιμορραγία στον

εγκέφαλο ή έχετε μικρούς θύλακες υγρού στον εγκέφαλο από προηγούμενα εγκεφαλικά

επεισόδια

εάν έχετε προβλήματα με τους νεφρούς

εάν έχετε υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα (υποθυρεοειδισμός)

εάν είχατε επανειλημμένα ή ανεξήγητα μυϊκά άλγη ή πόνους, κάποιο προσωπικό ή

οικογενειακό ιστορικό μυϊκών προβλημάτων

εάν είχατε στο παρελθόν μυϊκά προβλήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλα

αντιλιπιδαιμικά φάρμακα (π.χ. άλλα φάρμακα της κατηγορίας των «στατινών» ή των

«φιβρατών»)

εάν καταναλώνετε συστηματικά μεγάλη ποσότητα οινοπνευματωδών

σε περίπτωση που έχετε ιστορικό ασθένειας του ήπατος

εάν είστε πάνω από 70 ετών.

Εφόσον κάποια από αυτά σας αφορούν, ο γιατρός σας θα χρειαστεί να σας συστήσει να κάνετε μια

εξέταση αίματος πριν από τη θεραπευτική αγωγή σας με το Torvacard και πιθανόν κατά τη διάρκεια

αυτής, για να προβλέψει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τους μυς. Ο

κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τους μυς, π.χ. η ραβδομυόλυση είναι γνωστό

ότι αυξάνεται, όταν ορισμένα φάρμακα λαμβάνονται ταυτόχρονα (βλέπε παράγραφο 2 «Άλλα

φάρμακα και Torvacard»).

Εάν έχετε συνεχή μυϊκή αδυναμία, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας. Μπορεί να

χρειάζονται επιπλέον εξετάσεις και φάρμακα για τη διάγνωση και τη θεραπεία της.

Ενώ λαμβάνετε αυτό το φάρμακο, ο γιατρός σας θα σας παρακολουθεί στενά στην περίπτωση που

έχετε διαβήτη ή υπάρχει κίνδυνος να εκδηλώσετε διαβήτη. Είναι πιθανό να διατρέχετε κίνδυνο να

εμφανίσετε διαβήτη, εφόσον έχετε υψηλά επίπεδα σακχάρου και λιπιδίων στο αίμα σας, είστε

υπέρβαρος(η) και έχετε υψηλή αρτηριακή πίεση.

Άλλα φάρμακα και Torvacard

Eνημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν παίρνετε, έχετε πρόσφατα πάρει ή μπορεί να

πάρετε άλλα φάρμακα.

Υπάρχουν κάποια φάρμακα που μπορεί να τροποποιήσουν τη δράση το

υ Torvacard ή η δράση τους

πιθανόν να αλλάξει από το Torvacard. Ο συγκεκριμένος τύπος αλληλεπίδρασης θα μπορούσε να

καταστήσει το ένα ή και τα δύο φάρμακα λιγότερο αποτελεσματικά. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να

αυξηθεί ο κίνδυνος ή η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της

σημαντικής πάθησης που αφορά στην απώλεια μυϊκής μάζας, γνωστή ως ραβδομυόλυση, η οποία

περιγράφεται στην παράγραφο 4:

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να μεταβάλλουν τον τρόπο λειτουργίας του

ανοσοποιητικού σας συστήματος, π.χ. κυκλοσπορίνη.

Ορισμένα αντιβιοτικά ή αντιμυκητιασικά φάρμακα, π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη,

τελιθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, φλουκοναζόλη, ποσακοναζόλη,

ριφαμπικίνη, φουσιδικό οξύ.

Άλλα φάρμακα που ρυθμίζουν τα επίπεδα των λιπιδίων, π.χ. γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες,

κολεστιπόλη.

Κάποιοι αναστολείς διαύλων ασβεστίου που χρησιμοποιούνται για τη στηθάγχη ή την υψηλή

πίεση του αίματος π.χ. αμλοδιπίνη, διλτιαζέμη, φάρμακα για τη ρύθμιση του καρδιακού σας

ρυθμού π.χ. διγοξίνη, βεραπαμίλη, αμιωδαρόνη.

Λετερμοβίρη, ένα φάρμακο που βοηθά να μην αρρωστήσετε από κυτταρομεγαλοϊό.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική αγωγή του HIV, π.χ. ριτοναβίρη,

λοπιναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, δαρουναβίρη, συνδυασμός τιπραναβίρης/ριτοναβίρης

κ.λπ.

Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική αγωγή της ηπατίτιδας C, π.χ.

τελαπρεβίρη, μποσεπρεβίρη και ο συνδυασμός ελμπασβίρης/γκραζοπρεβίρης,

ledipasvir/sofosbuvir.

Άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με το Torvacard περιλαμβάνουν την

εζετιμίμπη (που μειώνει τη χοληστερόλη), τη βαρφαρίνη (μειώνει το ενδεχόμενο δημιουργίας

θρόμβων στο αίμα), τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά, τη στιριπεντόλη

(αντισπασμωδικό φάρμακο για την επιληψία), τη σιμετιδίνη (χρησιμοποιείται για το

στομαχικό καύσο και τα πεπτικά έλκη), τη φαιναζόνη (ένα αναλγητικό), την κολχικίνη

(χρησιμοποιείται για τη θεραπευτική αγωγή της ουρικής αρθρίτιδας) και τα αντιόξινα

(προϊόντα για τη δυσπεψία που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο).

Φάρμακα που διατίθενται χωρίς συνταγή γιατρού: St. John’s Wort/βαλσαμόχορτο.

Εάν είναι αναγκαίο να πάρετε από το στόμα φουσιδικό οξύ, για να αντιμετωπίσετε μια

λοίμωξη από βακτήρια, θα πρέπει να σταματήσετε προσωρινά τη χρήση αυτού του φαρμάκου.

Ο γιατρός σας θα σας πει πότε είναι ασφαλές να ξεκινήσετε ξανά το Torvacard. Η λήψη του

Torvacard μαζί με φουσιδικό οξύ μπορεί σπάνια να προκαλέσει μυϊκή αδυναμία, ευαισθησία

ή πόνο (ραβδομυόλυση). Βλέπε παράγραφο 4 για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη

ραβδομυόλυση.

Το Torvacard με τροφή, ποτό και οινοπνευματώδη

Βλέπε παράγραφο 3 αναφορικά με οδηγίες ως προς τον τρόπο λήψης του Torvacard. Παρακαλούμε,

σημειώστε τα ακόλουθα:

Χυμός γκρέιπφρουτ

Μην καταναλώνετε περισσότερο από ένα ή δύο μικρά ποτήρια χυμού γκρέιπφρουτ την ημέρα, επειδή

οι μεγάλες ποσότητες γκρέιπφρουτ μπορεί να αλλοιώσουν τη δράση του Torvacard.

Οινοπνευματώδη

Αποφύγετε την υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών, ενώ λαμβάνετε αυτό το φάρμακο. Βλέπε

παράγραφο 2 «Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις» για λεπτομέρειες.

Κύηση, θηλασμός και γονιμότητα

Εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε, νομίζετε ότι μπορεί να είστε έγκυος ή σχεδιάζετε να αποκτήσετε παιδί,

ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας πριν πάρετε αυτό το φάρμακο.

Μην πάρετε το Torvacard, εάν είστε έγκυος ή προσπαθείτε να μείνετε έγκυος.

Μην πάρετε το Torvacard, εάν βρίσκεστε σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός εάν χρησιμοποιείτε

αξιόπιστα μέτρα αντισύλληψης.

Μην πάρετε το Torvacard, εάν θηλάζετε.

Η ασφάλεια του Torvacard κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού δεν έχει ακόμη

αποδειχθεί.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Κανονικά, αυτό το φάρμακο δεν επηρεάζει την ικανότητά σας για οδήγηση ή χειρισμό μηχανημάτων.

Ωστόσο, μην οδηγείτε, εάν αυτό το φάρμακο επηρεάζει την ικανότητά σας για οδήγηση. Μην

χρησιμοποιείτε εργαλεία ή μηχανήματα, εάν η ικανότητά σας να τα χρησιμοποιήσετε επηρεάζεται από

αυτό το φάρμακο.

Το Torvacard περιέχει λακτόζη μονοϋδρική και νάτριο.

Αυτό το φάρμακο περιέχει λακτόζη μονοϋδρική. Αν ο γιατρός σας σάς ενημέρωσε ότι έχετε

δυσανεξία σε ορισμένα σάκχαρα, επικοινωνήστε με το γιατρό σας, πριν πάρετε αυτό το φαρμακευτικό

προϊόν. Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό

υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

3.

Πώς να πάρετε το Torvacard

Πάντοτε να παίρνετε το φάρμακο αυτό αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού ή του

φαρμακοποιού σας. Εάν έχετε αμφιβολίες, ρωτήστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

Πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής, ο γιατρός σας θα σας καθορίσει μια χαμηλή σε

χοληστερόλη διατροφή, την οποία πρέπει επίσης να διατηρήσετε κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής

αγωγής με το Torvacard.

Η συνήθης δόση έναρξης του Torvacard είναι 10 mg μία φορά την ημέρα σε ενήλικες και παιδιά,

ηλικίας 10 ετών ή μεγαλύτερα. Ο γιατρός σας μπορεί να αυξήσει τη δόση αυτή, αν είναι αναγκαίο,

μέχρις ότου λαμβάνετε την ποσότητα που χρειάζεστε. Ο γιατρός σας θα προσαρμόζει τη δόση ανά

διαστήματα 4 εβδομάδων ή και περισσότερο. Η μέγιστη δόση του Torvacard είναι 80 mg μία φορά

την ημέρα.

Τα δισκία Torvacard πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με τη βοήθεια νερού, ενώ μπορούν να

λαμβάνονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς λήψη τροφής. Ωστόσο, προσπαθήστε να

παίρνετε το δισκίο σας την ίδια ώρα κάθε μέρα.

Η διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με το Torvacard καθορίζεται από το γιατρό σας.

Παρακαλείστε να ρωτήσετε το γιατρό σας εάν πιστεύετε ότι η δράση του Torvacard είναι είτε πολύ

δυνατή είτε πολύ αδύναμη.

Εάν πάρετε μεγαλύτερη δόση Torvacard από την κανονική

Εάν από λάθος πάρετε πάρα πολλά δισκία από το Torvacard (περισσότερα από τη συνήθη ημερήσια

δόση), επικοινωνήστε με το γιατρό σας ή το πλησιέστερο νοσοκομείο.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το Torvacard

Εάν ξεχάσετε να πάρετε μία δόση, απλά πάρτε την επόμενη προγραμματισμένη σας δόση στη σωστή

ώρα.

Μην πάρετε διπλή δόση, για να αναπληρώσετε τη δόση που ξεχάσατε.

Εάν σταματήσετε να παίρνετε το Torvacard

Εάν έχετε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμάκου ή επιθυμείτε να

διακόψετε την αγωγή σας, ρωτήστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

4.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες αν

και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Εάν παρατηρήσετε κάποια από τις ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ή συμπτώματα,

διακόψτε τη λήψη των δισκίων σας και ενημερώστε άμεσα το γιατρό σας ή πηγαίνετε στο

πλησιέστερο νοσοκομείο επειγόντων περιστατικών.

Σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 1.000 άτομα):

Σοβαρή αλλεργική αντίδραση που προκαλεί πρήξιμο του προσώπου, της γλώσσας και του

φάρυγγα που μπορεί να προκαλέσει μεγάλη δυσκολία στην αναπνοή.

Σοβαρή νόσος με βαριάς μορφής απολέπιση και πρήξιμο του δέρματος, φλύκταινες στο

δέρμα, στο στόμα, στα μάτια, στα γεννητικά όργανα και πυρετό. Δερματικό εξάνθημα με ροζ-

κόκκινες κηλίδες, ιδίως στις παλάμες των χεριών ή στα πέλματα των ποδιών που μπορεί να

γίνουν φουσκάλες.

Μυϊκή αδυναμία, ευαισθησία, άλγος, ρήξη ή δυσχρωματισμός των ούρων σε κόκκινο-καφέ

χρώμα και ειδικότερα εάν, συγχρόνως, αισθάνεστε αδιαθεσία ή έχετε

υψηλή θερμοκρασία

μπορεί να

προκαλείται

από

μη φυσιολογική

μυϊκή λύση (ραβδομυόλυση). Η μη

φυσιολογική μυϊκή λύση δεν υποχωρεί πάντα ακόμα και μετά τη διακοπή της λήψης

ατορβαστατίνης και μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή και να οδηγήσει σε προβλήματα

των νεφρών.

Πολύ σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 10.000 άτομα):

Σύνδρομο που μοιάζει με τη νόσο Λύκος (περιλαμβάνει εξάνθημα, διαταραχές στις αρθρώσεις

και επιδράσεις στα κύτταρα του αίματος).

Εάν αντιμετωπίζετε προβλήματα με μη αναμενόμενες ή ασυνήθεις αιμορραγίες ή μώλωπες,

αυτά μπορεί να είναι ενδεικτικά σημεία ενόχλησης από το ήπαρ. Πρέπει να συμβουλευτείτε το

συντομότερο δυνατό το γιατρό σας.

Άλλες πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες με το Torvacard:

Συχνές (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 10 άτομα):

φλεγμονή των ρινικών οδών, πόνος στο λαιμό, αιμορραγία της μύτης

αλλεργικές αντιδράσεις

αυξήσεις των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα (εφόσον έχετε διαβήτη, συνεχίστε την

προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα σας), αύξηση κινάσης της

κρεατίνης αίματος

κεφαλαλγία

ναυτία, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, δυσπεψία, διάρροια

πόνος στις αρθρώσεις, οίδημα στην άρθρωση, πόνος στους μυς, μυϊκοί σπασμοί, πόνος στους

βραχίονες και στα κάτω άκρα και στην πλάτη

αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων που δείχνουν ότι μπορεί να διαταραχθεί η

λειτουργία του ήπατός σας

Όχι συχνές (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 100 άτομα):

ανορεξία, αύξηση βάρους σώματος, μειώσεις στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος

(εφόσον έχετε διαβήτη, πρέπει να συνεχίσετε την προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων

σακχάρου στο αίμα σας)

εφιάλτες, αϋπνία

ζάλη, μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών, μείωση της

αίσθησης του πόνου ή της αφής, μεταβολή στην αίσθηση της γεύσης, απώλεια μνήμης

θαμπή όραση

βουητό στα αυτιά και/ή στο κεφάλι

έμετος, ρέψιμο, πόνος στο άνω και στο κάτω μέρος της κοιλιάς, παγκρεατίτιδα (φλεγμονή

στο πάγκρεας που προκαλεί στομαχικό πόνο)

ηπατίτιδα (φλεγμονή του ήπατος)

εξάνθημα, δερματικό εξάνθημα και κνησμός, κνίδωση, απώλεια μαλλιών

πόνος στον αυχένα, μυϊκή κόπωση

κόπωση, αδιαθεσία, αδυναμία, πόνος στο θώρακα, πρήξιμο κυρίως στους αστραγάλους

(οίδημα), αυξημένη θερμοκρασία

οι εξετάσεις των ούρων είναι θετικές για λευκά αιμοσφαίρια

Σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 1.000 άτομα):

διαταραχές της όρασης

μη αναμενόμενη αιμορραγία ή μώλωπες

χολόσταση (κιτρίνισμα του δέρματος και του λευκού τμήματος των οφθαλμών)

τραυματισμός τένοντα

Πολύ σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν μέχρι 1 στα 10.000 άτομα):

μια αλλεργική αντίδραση – τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αιφνίδιο σφύριγμα

στην αναπνοή και πόνο ή σφίξιμο στο στήθος, πρήξιμο των βλεφάρων, του προσώπου, των

χειλιών, του στόματος, της γλώσσας ή του φάρυγγα, δυσκολία στην αναπνοή, κατάρρευση

απώλεια ακοής

γυναικομαστία (μεγέθυνση στήθους σε άνδρες)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα):

συνεχής μυϊκή αδυναμία.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με ορισμένες στατίνες (φάρμακα του ίδιου τύπου):

σεξουαλική δυσκολία

κατάθλιψη

αναπνευστικά προβλήματα, περιλαμβανομένου του επίμονου βήχα και/ή λαχάνιασμα ή

πυρετός

διαβήτης. Είναι πιθανότερο στην περίπτωση που έχετε υψηλά επίπεδα σακχάρου και

λιπιδίων στο αίμα σας, είστε υπέρβαρος(η) και έχετε υψηλή αρτηριακή πίεση. Ο γιατρός σας

θα σας παρακολουθεί, ενώ παίρνετε αυτό το φάρμακο.

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών:

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών

χρήσης. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος

αναφοράς:

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Κύπρος

Φαρμακευτικές υπηρεσίες

Υπουργείο Υγείας

CY-1475 Λευκωσία

Φαξ: + 357 22608649

Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων

πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος φαρμάκου.

5.

Πώς να φυλάσσετε το Torvacard

Το φάρμακο αυτό πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα παιδιά.

Να μην χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στην εξωτερική

συσκευασία μετά τη «ΛΗΞΗ». Η ημερομηνία λήξης είναι η τελευταία ημέρα του μήνα που

αναφέρεται εκεί.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία.

Να μην χρησιμοποιείτε αυτό το φάρμακο εάν παρατηρήσετε ορατά σημεία αλλοίωσης.

Μην πετάτε φάρμακα στο νερό της αποχέτευσης ή στα οικιακά απορρίμματα. Ρωτήστε το

φαρμακοποιό σας για το πώς να πετάξετε τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιείτε πια. Αυτά τα μέτρα θα

βοηθήσουν στην προστασία του περιβάλλοντος.

6.

Περιεχόμενα της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το Torvacard

Η δραστική ουσία του Torvacard είναι η ατορβαστατίνη.

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 20 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 40 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 80 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Τα άλλα συστατικά είναι:

Πυρήνας: Μεγλουμίνη, κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (E 460), λακτόζη μονοϋδρική,

καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E 468), υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής

υποκατάστασης, πυριτίου οξείδιο κολλοειδές άνυδρο, μαγνήσιο στεατικό (E 572).

Επικάλυψη: Υπρομελλόζη (E 464), πολυαιθυλενογλυκόλη 6000, τιτανίου διοξείδιο (E 171),

τάλκης και σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172).

Εμφάνιση του Torvacard και περιεχόμενα της συσκευασίας

Το Torvacard 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι ελαφρώς κιτρινωπά έως κιτρινωπά

επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Το Torvacard 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι κιτρινωπά έως πορτοκαλί-κίτρινα

επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Το Torvacard 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι πορτοκαλί-κίτρινα έως κίτρινα-

πορτοκαλί επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Το Torvacard 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι κίτρινα-πορτοκαλί επικαλυμμένα με

λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Μεγέθη συσκευασιών: 14, 28, 30, 50, 56, 90, 98, 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας και Παρασκευαστής

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας

Zentiva, k.s.

U kabelovny 130

Dolní Měcholupy, 102 37, Prague 10

Τσεχική Δημοκρατία

Τηλεφωνικό Κέντρο Ελλάδας:

Τηλ: +30 211 198 7510

e-mail: PV-Greece@zentiva.com

Παρασκευαστής

Zentiva, k.s., Πράγα, Τσεχική Δημοκρατία

Saneca Pharmaceuticals, a.s., Hlohovec, Σλοβακία

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί στα Κράτη Μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού

Χώρου (ΕΟΧ) με τις ακόλουθες ονομασίες:

Κύπρος – Torvacard

Ελλάδα – Torvacard

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί στα Κράτη Μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού

Χώρου (ΕΟΧ) με τις ακόλουθες ονομασίες:

Κύπρος – Torvacard

Ελλάδα – Torvacard

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί στα Κράτη Μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού

Χώρου (ΕΟΧ) με τις ακόλουθες ονομασίες:

Κύπρος – Torvacard

Ελλάδα – Torvacard

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί στα Κράτη Μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού

Χώρου (ΕΟΧ) με τις ακόλουθες ονομασίες:

Κύπρος – Torvacard

Ελλάδα – Torvacard

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

Orig/2020, orig 01/2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Torvacard 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Torvacard 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Torvacard 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Έκδοχo με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 35,760 mg λακτόζης μονοϋδρικής.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

Torvacard 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 20 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Έκδοχo με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 71,520 mg λακτόζης μονοϋδρικής.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

Torvacard 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 40 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Έκδοχo με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 143,040 mg λακτόζης μονοϋδρικής.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

Torvacard 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 80 mg ατορβαστατίνης (ως ατορβαστατίνη

ασβεστιούχο).

Έκδοχo με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 286,080 mg λακτόζης μονοϋδρικής

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο

Torvacard 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Ελαφρώς κιτρινωπά έως κιτρινωπά

επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Torvacard 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Κιτρινωπά έως πορτοκαλί-κίτρινα

επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Torvacard 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Πορτοκαλί-κίτρινα έως κίτρινα-πορτοκαλί

επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

Torvacard 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Κίτρινα-πορτοκαλί επικαλυμμένα με λεπτό

υμένιο, οβάλ αμφίκυρτα δισκία.

4.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Υπερχοληστερολαιμία

Το Torvacard ενδείκνυται ως συμπλήρωμα της δίαιτας για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων της

ολικής χοληστερόλης (total-C), της LDL-χοληστερόλης (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης B και των

τριγλυκεριδίων σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω, με πρωτοπαθή

υπερχοληστερολαιμία, περιλαμβανομένης της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας (ετερόζυγη) ή της

συνδυασμένης (μικτή) υπερλιπιδαιμίας (αντιστοιχούν στους Τύπους ΙΙα και ΙΙβ της κατά Fredrickson

ταξινόμησης), όταν δεν επαρκούν η δίαιτα και τα άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα.

Το Torvacard ενδείκνυται επίσης για τη μείωση της ολικής χοληστερόλης και της LDL-χοληστερόλης

σε ενήλικες με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές

θεραπευτικές αγωγές (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν τέτοιου τύπου θεραπευτικές αγωγές δεν είναι

διαθέσιμες.

Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου

Πρόληψη των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ενήλικες ασθενείς για τους οποίους εκτιμάται ότι

έχουν υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν ένα πρώτο καρδιαγγειακό σύμβαμα (βλέπε παράγραφο 5.1), ως

συμπλήρωμα στη ρύθμιση άλλων παραγόντων κινδύνου.

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Ο ασθενής πριν από τη λήψη του Torvacard πρέπει να τεθεί σε μια καθιερωμένη υπολιπιδαιμική

δίαιτα, την οποία θα συνεχίσει κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με το Torvacard.

Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με τα αρχικά επίπεδα της LDL-χοληστερόλης, τους

στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.

Η συνήθης δόση έναρξης είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Προσαρμογή της δόσης πρέπει να

εφαρμόζεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Η μέγιστη δόση είναι 80 mg άπαξ

ημερησίως.

Συγχορήγηση με άλλα φάρμακα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν τους αντιιικούς παράγοντες κατά της ηπατίτιδας C

ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη ή λετερμοβίρη για προφύλαξη έναντι λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό,

ταυτόχρονα με την ατορβαστατίνη, η δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα

20 mg/ημέρα (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5).

Η χρήση ατορβαστατίνης δεν συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν λετερμοβίρη συγχορηγούμενη

με κυκλοσπορίνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμία

Η πλειονότητα των ασθενών ελέγχεται με 10 mg Torvacard άπαξ ημερησίως. Η θεραπευτική

ανταπόκριση είναι εμφανής εντός 2 εβδομάδων, ενώ η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση

επιτυγχάνεται συνήθως μετά την πάροδο 4 εβδομάδων. Η ανταπόκριση διατηρείται κατά τη χρόνια

θεραπεία.

Ετερόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Οι ασθενείς πρέπει να αρχίζουν με 10 mg Torvacard την ημέρα. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται

και να προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, είτε η δόση δύναται

να αυξηθεί έως τη μέγιστη των 80 mg ημερησίως είτε τα 40 mg ατορβαστατίνης ημερησίως δύνανται

να συνδυαστούν με κάποια ρητίνη δέσμευσης χολικών οξέων.

Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Μόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα (βλέπε παράγραφο 5.1).

Η δόση της ατορβαστατίνης σε ασθενείς με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία είναι 10 έως

80 mg την ημέρα (βλέπε παράγραφο 5.1). Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους

ασθενείς ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπευτικές αγωγές (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν

τέτοιου τύπου θεραπευτικές αγωγές δεν είναι διαθέσιμες.

Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου

Στις μελέτες πρωτογενούς πρόληψης, η δόση ήταν 10 mg την ημέρα. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να

είναι αναγκαίες, προκειμένου να επιτευχθούν επίπεδα LDL-χοληστερόλης σύμφωνα με τις τρέχουσες

κατευθυντήριες οδηγίες.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ηπατική δυσλειτουργία

Το Torvacard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε

παραγράφους 4.4 και 5.2). Το Torvacard αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατική νόσο (βλέπε

παράγραφο 4.3).

Hλικιωμένοι

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών, όταν

χρησιμοποιούνται οι συνιστώμενες δόσεις, είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο γενικό

πληθυσμό.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Υπερχοληστερολαιμία:

Η παιδιατρική χρήση πρέπει να εφαρμόζεται μόνο από ιατρούς που είναι ειδικευμένοι στη

θεραπευτική αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας των παιδιών και οι ασθενείς πρέπει να επανεκτιμώνται

σε τακτική βάση για αξιολόγηση της προόδου.

Για ασθενείς με Ετερόζυγη Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 10 ετών και άνω η συνιστώμενη

δόση έναρξης της ατορβαστατίνης είναι 10 mg την ημέρα (βλ. παράγραφο 5.1). Η δόση ενδέχεται να

αυξηθεί έως 80 mg την ημέρα, σύμφωνα με την ανταπόκριση και την ανοχή. Οι δόσεις θα πρέπει να

εξατομικεύονται σύμφωνα με το συνιστώμενο θεραπευτικό στόχο. Προσαρμογές θα πρέπει να

γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Η τιτλοποίηση της δόσης στα 80 mg την ημέρα

υποστηρίζεται από δεδομένα μελετών σε ενηλίκους και από περιορισμένα κλινικά δεδομένα από

μελέτες σε παιδιά με Ετερόζυγη Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (βλέπε παραγράφους 4.8 και 5.1).

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε παιδιά με

Ετερόζυγη Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 6 έως 10 ετών, που προέρχονται από μελέτες

ανοικτού τύπου. Η ατορβαστατίνη δεν ενδείκνυται στη θεραπεία ασθενών ηλικίας μικρότερης των 10

ετών. Τα ισχύοντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2, αλλά δεν

μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες ενδέχεται να είναι περισσότερο κατάλληλες για

αυτόν τον πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Το Torvacard προορίζεται για από του στόματος χορήγηση. Κάθε ημερήσια δόση ατορβαστατίνης

πρέπει να χορηγείται άπαξ και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς

φαγητό.

4.3

Αντενδείξεις

Το Torvacard αντενδείκνυται σε ασθενείς:

με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην

παράγραφο 6.1.

με ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη εμμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού,

μεγαλύτερη από το τριπλάσιο των ανώτερων φυσιολογικών ορίων.

κατά τη διάρκεια της κύησης, της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν

χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα (βλέπε παράγραφο 4.6).

που έλαβαν θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη.

4.4

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Επίδραση στο ήπαρ

Οι ηπατικές δοκιμασίες πρέπει να διενεργούνται πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής και

στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που εκδηλώνουν σημεία ή συμπτώματα ενδεικτικά ηπατικής

βλάβης πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς που έχουν

αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών πρέπει να παρακολουθούνται, μέχρις ότου αποκατασταθούν οι μη

φυσιολογικές τιμές. Στην περίπτωση που εμμένει αύξηση των τρανσαμινασών μεγαλύτερη από το

τριπλάσιο των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή του

Torvacard (βλέπε παράγραφο 4.8).

Το Torvacard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές

ποσότητες οινοπνευματωδών και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.

Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου με Επιθετική Μείωση των Επιπέδων Χοληστερόλης

(Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL)

Σε μια post-hoc ανάλυση υποκατηγοριών αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς χωρίς

στεφανιαία νόσο, οι οποίοι είχαν υποστεί πρόσφατα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό

ισχαιμικό επεισόδιο, υπήρξε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού

επεισοδίου σε ασθενείς οι οποίοι άρχισαν θεραπεία με 80 mg ατορβαστατίνης συγκριτικά με το

εικονικό φάρμακο (placebo). Ο αυξημένος κίνδυνος ήταν ιδιαίτερα εμφανής σε ασθενείς με

προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή

στη μελέτη. Στους ασθενείς με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό

έμφρακτο, η αναλογία μεταξύ των κινδύνων και των οφελών από τα 80 mg ατορβαστατίνης είναι

αβέβαιη και πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη, πριν από την έναρξη της θεραπείας, ο δυνητικός

κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (βλέπε παράγραφο 5.1).

Επίδραση στους σκελετικούς μυς

Η ατορβαστατίνη, όπως και οι άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, σε σπάνιες περιπτώσεις

μπορεί να επιδράσει στους σκελετικούς μυς και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια,

που ενδέχεται να εξελιχθούν σε ραβδομυόλυση, μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση, η

οποία χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK) (> 10 φορές

των ανώτερων φυσιολογικών ορίων), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία που μπορεί να

οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια.

Έχουν σημειωθεί σπάνιες αναφορές επαγόμενης από το ανοσοποιητικό νεκρωτικής μυοπάθειας

(IMNM) κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπευτική αγωγή με ορισμένες στατίνες. Η IMNM

χαρακτηρίζεται κλινικά από εμμένουσα εγγύς μυϊκή αδυναμία και αυξημένα επίπεδα κινάσης της

κρεατινίνης ορού, τα οποία εμμένουν παρά τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής με στατίνη.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας

Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για

εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις ακόλουθες καταστάσεις πρέπει να προσδιορίζεται το επίπεδο της CK

πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με στατίνες:

νεφρική δυσλειτουργία

υποθυρεοειδισμός

ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών

προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιμπράτη

προηγούμενο ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή σε περίπτωση κατανάλωσης μεγάλων

ποσοτήτων οινοπνευματωδών

σε ηλικιωμένους (ηλικία > 70 ετών) η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης πρέπει να

εξετάζεται με βάση την ύπαρξη άλλων παραγόντων που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση

καταστάσεις όπου μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση των επιπέδων του πλάσματος, όπως είναι

οι αλληλεπιδράσεις (βλέπε παράγραφο 4.5) και οι ειδικοί πληθυσμοί περιλαμβανομένων των

γενετικών υποπληθυσμών (βλέπε παράγραφο 5.2)

Σε αυτές τις καταστάσεις, πρέπει να σταθμίζεται ο κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της

θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.

Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια) πριν

από την έναρξη της θεραπείας, δεν πρέπει να αρχίζει η θεραπευτική αγωγή.

Προσδιορισμός της κινάσης της κρεατίνης

Η κινάση της κρεατίνης (CK) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία

οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας για αύξηση της CK, επειδή αυτό δυσχεραίνει την ερμηνεία των

αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα πριν από την έναρξη της

θεραπείας (> 5 φορές από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), αυτά πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5-

7 ημέρες αργότερα για επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν άμεσα μυϊκό άλγος, μυϊκές συσπάσεις ή

αδυναμία, ειδικότερα εάν συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό.

Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα ενώ ο ασθενής βρίσκεται υπό θεραπευτική αγωγή με

ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CK. Εάν διαπιστωθεί ότι τα

επίπεδα είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια), πρέπει να

διακοπεί η θεραπευτική αγωγή.

Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν

τα επίπεδα CK είναι αυξημένα κατά ≤ 5 φορές από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια, πρέπει να

ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπευτικής αγωγής.

Εάν υποχωρήσουν τα συμπτώματα και τα επίπεδα της CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε

μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας

εναλλακτικής στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενή παρακολούθηση.

Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί, εάν παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αυξήσεις των

επιπέδων CK (> 10 φορές από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα) ή εάν διαγνωστεί ή υπάρχει

υπόνοια ραβδομυόλυσης.

Ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Ο κίνδυνος εµφάνισης ραβδοµυόλυσης είναι αυξημένος, όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται

ταυτόχρονα µε συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία ενδέχεται να αυξήσουν τα επίπεδα

της ατορβαστατίνης στο πλάσµα, όπως είναι οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 ή πρωτε

νες

μεταφοράς (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθροµυκίνη, δελαβιρδίνη, στιριπεντόλη,

κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, λετερμοβίρη και αναστολείς

πρωτεασών HIV, στους οποίους περιλαμβάνεται η ριτοναβίρη, η λοπιναβίρη, η αταζαναβίρη, η

ινδιναβίρη, η δαρουναβίρη η τιπραναβίρη/ριτοναβίρη κ.λπ.). Ο κίνδυνος µυοπάθειας µπορεί επίσης να

αυξηθεί µε την ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης και άλλων παραγώγων του ινικού οξέος,

αντιιικών για τη θεραπεία της ηπατίτιδας C (HCV) (π.χ. μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη,

ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη, ledipasvir/sofosbuvir) ερυθρομυκίνης, νιασίνης ή εζετιμίμπης. Εάν είναι

δυνατό, θα πρέπει να εξεταστούν εναλλακτικές θεραπείες (χωρίς αλληλεπίδραση) αντί αυτών των

φαρμακευτικών προϊόντων.

Σε περιπτώσεις όπου η συγχορήγηση αυτών των φαρµακευτικών προϊόντων µε ατορβαστατίνη είναι

αναγκαία, πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά τα οφέλη σε σχέση µε τους κινδύνους από την

ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή. Όταν οι ασθενείς λαµβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία

αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσµα, συνιστάται χαµηλότερη μέγιστη δόση

ατορβαστατίνης. Επιπλέον, στην περίπτωση των ισχυρών αναστολέων του CYP3A4, θα πρέπει να

εξετάζεται η χαµηλότερη δόση έναρξης της ατορβαστατίνης, ενώ συνιστάται κατάλληλη κλινική

παρακολούθηση των συγκεκριμένων ασθενών (βλέπε παράγραφο 4.5).

Η ατορβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστημικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ, ούτε

εντός 7 ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση

συστημικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος είναι απαραίτητη, η αγωγή με στατίνη θα πρέπει να

διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια αγωγής του φουσιδικού οξέος. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις

ραβδομυόλυσης (περιλαμβανομένων και θανάτων) σε ασθενείς που έλαβαν φουσιδικό οξύ και

στατίνες σε συνδυασμό (βλ. παράγραφο 4.5.). Ο ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται, ώστε να αναζητά

αμέσως ιατρική βοήθεια σε περίπτωση που εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, άλγους ή

ευαισθησίας.

Η θεραπευτική αγωγή με στατίνη μπορεί να επανεκκινηθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση

χορήγησης φουσιδικού οξέος.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου είναι απαραίτητη η μακροχρόνια συστημική χορήγηση φουσιδικού

οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης Torvacard και φουσιδικού

οξέος πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και να διεξάγεται υπό στενή ιατρική

παρακολούθηση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανση σε

μία 3ετή μελέτη βασισμένη στην αξιολόγηση της συνολικής ωρίμανσης και ανάπτυξης, την

αξιολόγηση των σταδίων εφηβικής ανάπτυξης (Tanner Stages) και τη μέτρηση ύψους και βάρους

(βλέπε παράγραφο 4.8).

Διάμεση πνευμονοπάθεια

Με ορισμένες στατίνες έχουν αναφερθεί κατ’εξαίρεση, περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας,

ειδικά κατά τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε παράγραφο 4.8). Παρουσιάζεται με χαρακτηριστικά που

μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας

(κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία ότι κάποιος ασθενής ανέπτυξε διάμεση

πνευμονοπάθεια, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με στατίνη.

Σακχαρώδης διαβήτης

Ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι στατίνες, ως κατηγορία φαρμάκων, αυξάνουν τη γλυκόζη του

αίματος και σε ορισμένους ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στο μέλλον

μπορεί να προκαλέσουν επίπεδα υπεργλυκαιμίας όπου ενδείκνυται κατάλληλη φροντίδα για το

διαβήτη. Ωστόσο, ο εν λόγω κίνδυνος αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου μέσω

των στατινών, οπότε δεν συντρέχει λόγος για διακοπή της θεραπευτικής αγωγής με στατίνες. Οι

ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας: 5,6-6,9 mmol/l, ΔΜΣ (δείκτης μάζας

σώματος) > 30 kg/m

, αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων, υπέρταση) πρέπει να παρακολουθούνται

τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες που εφαρμόζονται σε εθνικό

επίπεδο.

Έκδοχα

Το Torvacard περιέχει λακτόζη μονοϋδρική. Οι ασθενείς µε σπάνια κληρονοµικά προβλήµατα

δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης,

δεν πρέπει να λαµβάνουν αυτό το φάρµακο. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από

1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε

«ελεύθερο νατρίου».

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στην ατορβαστατίνη

Η ατορβαστατίνη µεταβολίζεται από το κυτόχρωµα Ρ450 3Α4 (CYP3A4) και αποτελεί υπόστρωμα

για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και

το μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του

OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα της πολυανθεκτικής πρωτεΐνης 1

(multi-drug resistance protein 1, MDR1) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (breast

cancer resistance protein, BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την

κάθαρση της ατορβαστατίνης μέσω της χολής (βλέπε παράγραφο 5.2). Η ταυτόχρονη χορήγηση

φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς του CYP3A4 ή των πρωτεϊνών μεταφοράς μπορεί να

οδηγήσει σε αυξηµένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσµα και σε αυξημένο κίνδυνο

εμφάνισης μυοπάθειας. Ο κίνδυνος ενδέχεται να είναι επίσης αυξημένος κατά τη συγχορήγηση

ατορβαστατίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δυνητικά μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια,

όπως είναι τα παράγωγα του ινικού οξέος και η εζετιμίμπη (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).

Αναστολείς του CYP3A4

Έχει δειχθεί ότι οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 οδηγούν σε σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις

της ατορβαστατίνης (βλέπε πίνακα 1 και τις ειδικές πληροφορίες παρακάτω). Η συγχορήγηση των

ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, δελαβιρδίνη,

στιριπεντόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, ορισμένα αντιιικά που

χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του HCV (π.χ. ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη) και αναστολείς

πρωτεασών HIV, στους οποίους περιλαμβάνεται η ριτοναβίρη, η λοπιναβίρη, η αταζαναβίρη, η

ινδιναβίρη, η δαρουναβίρη κ.λπ.), εφόσον είναι δυνατό, πρέπει να αποφεύγεται. Σε περιπτώσεις όπου

η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων με ατορβαστατίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί,

θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης χαμηλότερης δόσης έναρξης και μέγιστης δόσης

ατορβαστατίνης, ενώ συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση του ασθενούς (βλέπε Πίνακα 1).

Οι μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη και φλουκοναζόλη)

μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα (βλέπε πίνακα 1). Έχει

παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος για μυοπάθεια με τη χρήση της ερυθρομυκίνης σε συνδυασμό με τις

στατίνες. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης αναφορικά με την αξιολόγηση της επίδρασης

της αμιωδαρόνης ή της βεραπαμίλης στην ατορβαστατίνη. Είναι γνωστό ότι τόσο η αμιωδαρόνη όσο

και η βεραπαμίλη αναστέλλουν τη δραστικότητα του CYP3A4, ενώ η συγχορήγηση με ατορβαστατίνη

μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη. Συνεπώς, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η

χαμηλότερη μέγιστη δόση της ατορβαστατίνης, ενώ συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση

του ασθενούς, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα μέτριοι αναστολείς του CYP3A4. Συνιστάται

κατάλληλη κλινική παρακολούθηση μετά από την έναρξη ή ύστερα από τροποποίηση της δόσης του

αναστολέα.

Επαγωγείς του CYP3A4

Η ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης µε επαγωγείς του κυτοχρώµατος P450 3A (π.χ. εφαβιρένζη,

ριφαµπικίνη, St. John’s wort/βαλσαμόχορτο) µπορεί να οδηγήσει σε ποικίλες µειώσεις των

συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσµα. Λόγω του διπλού µηχανισµού αλληλεπίδρασης της

ριφαµπικίνης (επαγωγή του κυτοχρώµατος P450 3A και αναστολή του ηπατοκυτταρικού μεταφορέα

πρόσληψης OATP1B1), συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης µε ριφαµπικίνη, καθώς

η καθυστέρηση χορήγησης της ατορβαστατίνης µετά από τη χορήγηση της ριφαµπικίνης έχει

συσχετιστεί µε σηµαντική µείωση των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσµα. Ωστόσο, η

επίδραση της ριφαμπικίνης στις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στα κύτταρα του ήπατος είναι

άγνωστη και στην περίπτωση που δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, οι ασθενείς

πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την αποτελεσματικότητα.

Αναστολείς μεταφορέων

Οι αναστολείς των πρωτεϊνών μεταφορέων μπορούν να αυξήσουν τη συστηματική έκθεση στην

ατορβαστατίνη. Η κυκλοσπορίνη και η λετερμοβίρη είναι και οι δύο αναστολείς μεταφορέων που

εμπλέκονται στη διάθεση της ατορβαστατίνης, δηλαδή των OATP1B1/1B3, P-gp, και BCRP, γεγονός

που οδηγεί σε αυξημένη συστηματική έκθεση στην ατορβαστατίνη (βλέπε Πίνακα 1). Η επίδραση της

αναστολής των ηπατικών μεταφορέων πρόσληψης στην έκθεση στην ατορβαστατίνη, στα

ηπατοκύτταρα, είναι άγνωστη. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται

μείωση της δόσης και κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα (βλέπε Πίνακα 1).

Η χρήση ατορβαστατίνης δεν συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν λετερμοβίρη συγχορηγούμενη

με κυκλοσπορίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Γεμφιβροζίλη/παράγωγα ινικού οξέος

Η χρήση φιβρατών ως μονοθεραπεία συνδέεται περιστασιακά µε συμβάματα που έχουν σχέση με τους

μυς, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης. Ο κίνδυνος εµφάνισης τέτοιων συμβαμάτων µπορεί να

αυξηθεί κατά την ταυτόχρονη χρήση παραγώγων ινικού οξέος και ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση

που δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δόση

ατορβαστατίνης για την επίτευξη του θεραπευτικού αποτελέσματος και οι ασθενείς πρέπει να

παρακολουθούνται ανάλογα (βλέπε παράγραφο 4.4).

Εζετιμίμπη

Η χρήση εζετιμίμπης ως μονοθεραπεία συνδέεται με συμβάματα που έχουν σχέση με τους μυς,

περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης. Γι’ αυτό, ο κίνδυνος εμφάνισης τέτοιων συμβαμάτων μπορεί

να είναι αυξημένος κατά τη συγχορήγηση εζετιμίμπης με ατορβαστατίνη. Συνιστάται η κατάλληλη

κλινική παρακολούθηση αυτών των ασθενών.

Κολεστιπόλη

Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στο πλάσµα ήταν

χαµηλότερες (αναλογία συγκέντρωσης ατορβαστατίνης: 0,74), όταν η κολεστιπόλη συγχορηγήθηκε

με ατορβαστατίνη. Ωστόσο, κατά τη συγχορήγηση της ατορβαστατίνης με την κολεστιπόλη, η

επίδραση στα λιπίδια ήταν µεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν όταν κάθε φαρµακευτικό προϊόν χορηγήθηκε

ξεχωριστά.

Φουσιδικό οξύ

Ο κίνδυνος μυοπάθειας, περιλαμβανομένης και της ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί από την

ταυτόχρονη συστημική χορήγηση φουσιδικού οξέος με στατίνες. Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης

αυτής (είτε βασίζεται στη φαρμακοκινητική είτε στη φαρμακοδυναμική ή και στις δύο) είναι

άγνωστος ακόμα. Υπάρχουν αναφορές ραβδομυόλυσης (περιλαμβανομένων και θανάτων) σε ασθενείς

που έχουν λάβει αυτόν τον συνδυασμό.

Εάν είναι απαραίτητη η συστημική χορήγηση φουσιδικού οξέος, η θεραπεία με ατορβαστατίνη θα

πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια χορήγησης του φουσιδικού οξέος (βλ. παράγραφο 4.4).

Κολχικίνη

Παρόλο που δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με ατορβαστατίνη και κολχικίνη, έχουν

αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας κατά τη συγχορήγηση ατορβαστατίνης και κολχικίνης και θα

πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση ατορβαστατίνης με κολχικίνη.

Επίδραση της ατορβαστατίνης στα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα

Διγοξίνη

Όταν συγχορηγήθηκαν πολλαπλές δόσεις διγοξίνης µε 10 mg ατορβαστατίνης, οι συγκεντρώσεις της

διγοξίνης σε σταθεροποιηµένη κατάσταση αυξήθηκαν ελαφρά. Aσθενείς που λαµβάνουν διγοξίνη

πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.

Από του στόματος αντισυλληπτικά

Η συγχορήγηση της ατορβαστατίνης µε ένα από του στόµατος χορηγούµενο αντισυλληπτικό

προκαλεί αύξηση των συγκεντρώσεων της νοραιθινδρόνης και της αιθινυλοιστραδιόλης στο πλάσµα.

Βαρφαρίνη

Σε μια κλινική μελέτη, σε ασθενείς που λάμβαναν χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η συγχορήγηση

80 mg ατορβαστατίνης ημερησίως με βαρφαρίνη προκάλεσε μικρή μείωση, 1,7 δευτερόλεπτα περίπου

στο χρόνο προθρομβίνης κατά τη διάρκεια των 4 πρώτων ημερών της δοσολογίας, ο οποίος επανήλθε

στα φυσιολογικά επίπεδα εντός 15 ημερών από τη θεραπευτική αγωγή με ατορβαστατίνη. Παρά το

γεγονός ότι έχουν αναφερθεί μόνο πολύ σπάνιες περιπτώσεις κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων

με αντιπηκτικά, ο χρόνος προθρομβίνης πρέπει να καθορίζεται πριν από την έναρξη της

ατορβαστατίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά τύπου κουμαρίνης και αρκετά συχνά κατά

τα αρχικά στάδια της θεραπείας, για να διασφαλίζεται ότι δεν παρουσιάζεται σημαντική μεταβολή του

χρόνου προθρομβίνης. Μόλις τεκμηριωθεί σταθερός χρόνος προθρομβίνης, αυτός μπορεί πλέον να

παρακολουθείται κατά τα διαστήματα που συνήθως συνιστώνται για τους ασθενείς, οι οποίοι

λαμβάνουν αντιπηκτικά τύπου κουμαρίνης. Εάν η δόση της ατορβαστατίνης μεταβάλλεται ή

διακόπτεται, πρέπει να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία. Η θεραπεία με ατορβαστατίνη δεν έχει

συσχετιστεί με αιμορραγία ή με αλλαγές στο χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν

αντιπηκτικά.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων έχουν διεξαχθεί μόνο σε ενήλικες. Η έκταση των

αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν είναι γνωστή. Οι αλληλεπιδράσεις που

αναφέρθηκαν παραπάνω για τους ενήλικες, καθώς και οι προειδοποιήσεις στην παράγραφο 4.4,

πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον παιδιατρικό πληθυσμό.

Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις

Πίνακας 1.

Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της

ατορβαστατίνης

Συγχορηγούμενο

φαρμακευτικό προϊόν και

δοσολογικό σχήμα

Ατορβαστατίνη

Δόση (mg)

Αναλογία

&

Κλινικές συστάσεις

Γκλεκαπρεβίρη 400 mg μία

φορά την ημέρα

/Πιμπρεντασβίρη 120 mg μία

φορά την ημέρα, 7 ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 7

ημέρες

Αντενδείκνυται η

συγχορήγηση

με προϊόντα που περιέχουν

γκλεκαπρεβίρη ή

πιμπρεντασβίρη (βλέπε

παράγραφο 4.3).

Ελμπασβίρη 50 mg μία φορά

την ημέρα /Γκραζοπρεβίρη

200 mg μία φορά την ημέρα,

13 ημέρες

10 mg μονή δόση

1,95

Η δόση της ατορβαστατίνης

δεν θα πρέπει να υπερβαίνει

την ημερήσια δόση των 20

mg κατά τη διάρκεια της

συγχορήγησης με προϊόντα

που περιέχουν ελμπασβίρη ή

γκραζοπρεβίρη.

Λετερμοβίρη 480 mg μία φορά

την ημέρα, 10 ημέρες

20 mg μονή δόση

3,29

Η δόση της ατορβαστατίνης

δεν θα πρέπει να υπερβαίνει

την ημερήσια δόση των

20 mg κατά τη διάρκεια της

συγχορήγησης με προϊόντα

που περιέχουν λετερμοβίρη.

Τιπραναβίρη 500 mg δύο

φορές την ημέρα/

Ριτοναβίρη 200 mg δύο φορές

την ημέρα, 8 ημέρες (14η−21η

ημέρα)

40 mg την 1η

ημέρα, 10 mg την

20η ημέρα

Σε περίπτωση που είναι

αναγκαία η συγχορήγηση με

ατορβαστατίνη, δεν

επιτρέπεται υπέρβαση της

δόσης των 10 mg

ατορβαστατίνης ημερησίως.

Συνιστάται κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Τελαπρεβίρη 750 mg ανά 8

ώρες, 10 ημέρες

20 mg, μονή δόση

Κυκλοσπορίνη 5,2

mg/kg/ημέρα, σταθερή δόση

10 mg μία φορά

την ημέρα για 28

ημέρες

Λοπιναβίρη 400 mg δύο φορές

την ημέρα/

Ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές

την ημέρα, 14 ημέρες

20 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Σε περίπτωση όπου είναι

αναγκαία η συγχορήγηση με

ατορβαστατίνη, συνιστώνται

οι χαμηλότερες δόσεις

συντήρησης. Σε δόσεις

ατορβαστατίνης

μεγαλύτερες των 20 mg,

συνιστάται κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Κλαριθρομυκίνη 500 mg δύο

φορές την ημέρα, 9 ημέρες

80 mg μία φορά

την ημέρα για 8

ημέρες

Σακιναβίρη 400 mg δύο φορές

την ημέρα/

Ριτοναβίρη (300 mg δύο φορές

την ημέρα από την 5η−7η

ημέρα, αυξανόμενη στα 400

mg δύο φορές την ημέρα κατά

την 8η ημέρα), κατά την

4η−18η, 30 λεπτά μετά τη

δόση της ατορβαστατίνης

40 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Σε περίπτωση όπου είναι

αναγκαία η συγχορήγηση με

ατορβαστατίνη, συνιστώνται

οι χαμηλότερες δόσεις

συντήρησης. Σε δόσεις

ατορβαστατίνης

μεγαλύτερες των 40 mg,

συνιστάται κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Δαρουναβίρη 300 mg δύο

φορές την ημέρα/

Ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές

την ημέρα, 9 ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Ιτρακοναζόλη 200 mg μία

φορά την ημέρα, 4 ημέρες

40 mg μονή δόση

Φοσαμπρεναβίρη 700 mg δύο

φορές την ημέρα/ Ριτοναβίρη

100 mg δύο φορές την ημέρα,

14 ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Φοσαμπρεναβίρη 1.400 mg

δύο φορές την ημέρα, 14

ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Νελφιναβίρη 1.250 mg δύο

φορές την ημέρα, 14 ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 28

ημέρες

1,74

Καμιά ειδική σύσταση.

Χυμός γκρέιπφρουτ, 240 ml

μία φορά την ημέρα*

40 mg, μονή δόση

1,37

Δεν συνιστάται η

ταυτόχρονη λήψη μεγάλης

ποσότητας χυμού

γκρέιπφρουτ και

ατορβαστατίνης

Διλτιαζέμη 240 mg μία φορά

την ημέρα, 28 ημέρες

40 mg, μονή δόση

1,51

Μετά από την έναρξη ή την

τροποποίηση της δόσης της

διλτιαζέμης, συνιστάται

κατάλληλη κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Ερυθρομυκίνη 500 mg 4 φορές

την ημέρα, 7 ημέρες

10 mg, μονή δόση

1,33

Συνιστάται η χαμηλότερη

μέγιστη δόση και κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Aμλοδιπίνη 10 mg, μονή δόση

80 mg, μονή δόση

1,18

Καμιά ειδική σύσταση.

Σιμετιδίνη 300 mg 4 φορές την

ημέρα, 2 εβδομάδες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 2

εβδομάδες

1,00

Καμιά ειδική σύσταση.

Κολεστιπόλη 10 g δύο φορές

την ημέρα, 24 εβδομάδες

40 mg μία φορά

την ημέρα για 8

εβδομάδες

0,74**

Καμιά ειδική σύσταση.

Αντιόξινο εναιώρημα

υδροξειδίου του μαγνησίου

και του αργιλίου, 30 ml 4

φορές την ημέρα, 17 ημέρες

10 mg μία φορά

την ημέρα για 15

ημέρες

0,66

Καμιά ειδική σύσταση.

Εφαβιρένζη 600 mg μία φορά

την ημέρα, 14 ημέρες

10 mg για 3

ημέρες

0,59

Καμιά ειδική σύσταση.

Ριφαμπικίνη 600 mg μία φορά

την ημέρα, 7 ημέρες (σε

συγχορήγηση)

40 mg μονή δόση

1,12

Εάν δεν μπορεί να

αποφευχθεί η συγχορήγηση,

συνιστάται η ταυτόχρονη

χορήγηση ατορβαστατίνης

με ριφαμπικίνη, υπό κλινική

παρακολούθηση.

Ριφαμπικίνη 600 mg μία φορά

την ημέρα, 5 ημέρες

(διαχωρισμός δόσεων)

40 mg μονή δόση

0,20

Γεμφιβροζίλη 600 mg δύο

φορές την ημέρα, 7 ημέρες

40 mg μονή δόση 1,35

Συνιστάται η χαμηλότερη

δόση έναρξης και κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Φαινοφιβράτη 160 mg μία

φορά την ημέρα, 7 ημέρες

40 mg μονή δόση

1,03

Συνιστάται η χαμηλότερη

δόση έναρξης και κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών.

Μποσεπρεβίρη 800 mg 3

φορές την ημέρα, 7 ημέρες

40 mg μονή δόση

Συνιστάται η χαμηλότερη

δόση έναρξης και κλινική

παρακολούθηση αυτών των

ασθενών. Η δόση της

ατορβαστατίνης δεν πρέπει

να υπερβαίνει την ημερήσια

δόση των 20 mg κατά τη

συγχορήγηση με

μποσεπρεβίρη.

&

Αντικατοπτρίζει αναλογία θεραπειών (συγχορηγούμενο φάρμακο και ατορβαστατίνη έναντι

ατορβαστατίνης ως μονοθεραπεία).

Βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5 σχετικά με την κλινική σημασία.

Περιέχει ένα ή δύο συστατικά που αναστέλλουν το CYP3A4 και μπορεί να αυξάνει τις συγκεντρώσεις

στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP3A4. Μετά από λήψη

ενός ποτηριού χυμού γκρέιπφρουτ των 240 ml επίσης προέκυψε μειωμένη AUC (20,4%) για τον ενεργό

ορθοϋδρόξυ μεταβολίτη. Μεγάλες ποσότητες χυμού γκρέιπφρουτ (περισσότερο από 1,2 λίτρα

ημερησίως για 5 ημέρες) προκάλεσαν αύξηση της AUC της ατορβαστατίνης κατά 2,5 φορές και της

AUC των δραστικών μορφών (της ατορβαστατίνης και των μεταβολιτών) των αναστολέων της HMG-

CoA αναγωγάσης κατά 1,3 φορές.

Η αναλογία βασίζεται σε ένα μονό δείγμα λαμβανόμενο 8-16 ώρες μετά τη δόση.

Πίνακας 2. Επίδραση της ατορβαστατίνης στις φαρμακοκινητικές των συγχορηγούμενων

φαρμακευτικών προϊόντων

Ατορβαστατίνη και

δοσολογικό σχήμα

Συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν

Φαρμακευτικό προϊόν/Δόση

(mg)

Αναλογία

&

Κλινική σύσταση

80 mg μία φορά

την ημέρα για 10

ημέρες

Διγοξίνη 0,25 mg μία φορά την

ημέρα, 20 ημέρες

1,15

Ασθενείς που λαμβάνουν

διγοξίνη πρέπει να

παρακολουθούνται

κατάλληλα.

40 mg μία φορά

την ημέρα για 22

ημέρες

Από του στόματος

χορηγούμενο αντισυλληπτικό

μία φορά την ημέρα, 2 μήνες

- νορεθινδρόνη 1 mg

- αιθινυλοιστραδιόλη 35 µg

1,28

1,19

Καμιά ειδική σύσταση.

80 mg μία φορά

την ημέρα για 15

ημέρες

* Φαιναζόνη, 600 mg μονή

δόση

1,03

Καμιά ειδική σύσταση.

10 mg, μονή δόση

Τιπραναβίρη 500 mg δύο

φορές την ημέρα /

ριτοναβίρη 200 mg δύο φορές

την ημέρα, 7 ημέρες

1,08

Καμιά ειδική σύσταση.

10 mg, μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Φοσαμπρεναβίρη 1.400 mg

δύο φορές την ημέρα, 14

ημέρες

0,73

Καμιά ειδική σύσταση.

10 mg μία φορά

την ημέρα για 4

ημέρες

Φοσαμπρεναβίρη 700 mg δύο

φορές την ημέρα /ριτοναβίρη

100 mg δύο φορές την ημέρα,

14 ημέρες

0,99

Καμιά ειδική σύσταση.

&

Αντικατοπτρίζει αναλογία θεραπειών (συγχορηγούμενο φάρμακο και ατορβαστατίνη έναντι

ατορβαστατίνης ως μονοθεραπείας).

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων ατορβαστατίνης και φαιναζόνης έδειξε ελάχιστη ή μη ανιχνεύσιμη

επίδραση στην κάθαρση της φαιναζόνης.

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα

αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής (βλέπε παράγραφο 4.3).

Κύηση

Το Torvacard αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη (βλέπε παράγραφο 4.3). Η ασφάλεια σε έγκυες

γυναίκες δεν έχει αποδειχθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με την ατορβαστατίνη

σε έγκυες γυναίκες. Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές συγγενών ανωμαλιών μετά από έκθεση του

εμβρύου ενδομητρίως, στους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει

τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλέπε παράγραφο 5.3).

Η θεραπευτική αγωγή της μητέρας με ατορβαστατίνη μπορεί να μειώσει τα εμβρυικά επίπεδα του

μεβαλονικού οξέος, πρόδρομο συστατικό της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Η αρτηριοσκλήρυνση

είναι μια χρόνια διαδικασία και συνήθως η διακοπή των υπολιπιδαιμικών φαρμάκων κατά τη διάρκεια

της εγκυμοσύνης θα πρέπει να έχει μικρό αντίκτυπο στο μακροχρόνιο κίνδυνο που συνδέεται με

πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία.

Για τους λόγους αυτούς, το Torvacard δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που είναι έγκυες, που

προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υπάρχει υποψία ότι είναι έγκυες. Η θεραπευτική αγωγή με το

Torvacard πρέπει να ανασταλεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή έως ότου διαπιστωθεί ότι η

γυναίκα δεν είναι έγκυος (βλέπε παράγραφο 4.3.).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.

Στους αρουραίους, οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στο

πλάσµα είναι ίδιες µε αυτές στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3). Λόγω της πιθανότητας σοβαρών

ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που λαμβάνουν το Torvacard δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη

τους (βλέπε παράγραφο 4.3). Η ατορβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού

(βλέπε παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Σε μελέτες στα ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε κάποια επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των

θηλυκών ζώων (βλέπε παράγραφο 5.3).

4.7

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Torvacard έχει ασήµαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού μηχανημάτων.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Στη βάση δεδομένων των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικών μελετών της

ατορβαστατίνης, όπου συμμετείχαν 16.066 (8.755 με την ατορβαστατίνη έναντι 7.311 υπό εικονικό

φάρμακο) ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά για ένα μέσο διάστημα 53 εβδομάδων,

ποσοστό 5,2% των ασθενών υπό ατορβαστατίνη διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών σε

σύγκριση με το 4% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Με βάση τα δεδομένα κλινικών μελετών και την εκτεταμένη εμπειρία μετά τη κυκλοφορία του

προϊόντος, ο πίνακας που ακολουθεί, παραθέτει το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που

παρουσιάστηκαν με την ατορβαστατίνη.

Η εκτιμώμενη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών κατατάσσεται ανάλογα με την ακόλουθη

συχνότητα εμφάνισής τους: συχνές (≥ 1/100, έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, έως < 1/100),

σπάνιες (≥ 1/10.000, έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να

εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Συχνές: ρινοφαρυγγίτιδα.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Σπάνιες: θρομβοπενία.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Συχνές: αλλεργικές αντιδράσεις.

Πολύ σπάνιες: αναφυλαξία.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Συχνές: υπεργλυκαιμία.

Όχι συχνές: υπογλυκαιμία, αύξηση σωματικού βάρους, ανορεξία.

Ψυχιατρικές διαταραχές

Όχι συχνές: εφιάλτης, αϋπνία.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Συχνές: κεφαλαλγία.

Όχι συχνές: ζάλη, παραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία, αμνησία.

Σπάνιες: περιφερική νευροπάθεια.

Οφθαλμικές διαταραχές

Όχι συχνές:

θαμπή όραση.

Σπάνιες: οπτικές διαταραχές.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

Όχι συχνές: εμβοές.

Πολύ σπάνιες: απώλεια ακοής.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

Συχνές: φαρυγγολαρυγγικό άλγος, επίσταξη.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Συχνές: δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, δυσπεψία, ναυτία, διάρροια.

Όχι συχνές: έμετος, άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας, ερυγή, παγκρεατίτιδα.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Όχι συχνές: ηπατίτιδα.

Σπάνιες: χολόσταση.

Πολύ σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Όχι συχνές: κνίδωση, δερματικό εξάνθημα, κνησμός, αλωπεκία.

Σπάνιες: αγγειονευρωτικό οίδημα, πομφολυγώδης δερματίτιδα περιλαμβανομένου του πολύμορφου

ερυθήματος, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Συχνές: μυαλγία, αρθραλγία, άλγος στα άκρα, μυϊκοί σπασμοί, οίδημα αρθρώσεων, οσφυαλγία.

Όχι συχνές: αυχεναλγία, μυϊκή κόπωση.

Σπάνιες: μυοπάθεια, μυοσίτιδα, ραβδομυόλυση, ρήξη μυός, τενοντοπάθεια, ορισμένες φορές

επιπλεγμένη με ρήξη.

Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο.

Μη γνωστές: επαγόμενη από το ανοσοποιητικό νεκρωτική μυοπάθεια (βλέπε παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

Πολύ σπάνιες: γυναικομαστία.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Όχι συχνές: αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, κόπωση, πυρετός.

Παρακλινικές εξετάσεις

Συχνές: μη φυσιολογικός έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας, αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης

στο αίμα.

Όχι συχνές: εξέταση θετική για λευκά αιμοσφαίρια στα ούρα.

Σε ασθενείς που λάμβαναν ατορβαστατίνη έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων των τρανσαµινασών

στον ορό, γεγονός που συµβαίνει και µε άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης. Οι εν λόγω

αλλαγές συνήθως ήταν ήπιες, παροδικές και δεν απαιτήθηκε διακοπή της θεραπευτικής αγωγής. Σε

ασθενείς που λάμβαναν ατορβαστατίνη, παρατηρήθηκε σε ποσοστό 0,8% κλινικά σηµαντική αύξηση

των τρανσαµινασών του ορού (> 3 φορές από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια). Η συγκεκριμένη

αύξηση ήταν δοσοεξαρτώµενη, ενώ σε όλους τους ασθενείς ήταν αναστρέψιµη.

Αυξημένα επίπεδα CK στον ορό, µεγαλύτερα του τριπλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών ορίων,

παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη, ποσοστό που είναι

παρόµοιο µε εκείνο που εντοπίστηκε σε κλινικές δοκιμές µε άλλους αναστολείς της HMG-CoA

αναγωγάσης. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια παρουσιάστηκαν σε ποσοστό

0,4% των ασθενών υπό θεραπευτική αγωγή µε ατορβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 10 έως 17 ετών που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη είχαν

προφίλ ανεπιθύµητων ενεργειών παρόμοιο γενικά με εκείνο των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με

εικονικό φάρμακο και οι πιο συχνές ανεπιθύµητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν και στις δύο ομάδες,

ανεξάρτητα από την εκτίμηση της αιτιότητας, ήταν οι λοιμώξεις. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά

σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανση σε μία 3ετή μελέτη βασισμένη

στην αξιολόγηση της συνολικής ωρίμανσης και ανάπτυξης, την αξιολόγηση των σταδίων εφηβικής

ανάπτυξης (Tanner Stages) και τη μέτρηση ύψους και βάρους. Το προφίλ ασφάλειας και

ανεκτικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της

ατορβαστατίνης σε ενήλικους ασθενείς.

Η κλινική βάση δεδομένων ως προς την ασφάλεια περιλαμβάνει στοιχεία για την ασφάλεια από 520

παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν ατορβαστατίνη, μεταξύ των οποίων 7 ασθενείς ήταν ηλικίας < 6

ετών, 121 ασθενείς ανήκαν στην ηλικιακή ομάδα των 6 έως 9 ετών και 392 ασθενείς ανήκαν στην

ηλικιακή ομάδα 10 έως 17 ετών.

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων

ενεργειών στα παιδιά είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με κάποιες από τις στατίνες:

Σεξουαλική δυσλειτουργία.

Κατάθλιψη.

Σπάνιες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ειδικότερα μετά από μακροχρόνια θεραπεία

(βλ. παράγραφο 4.4).

Σακχαρώδης διαβήτης: Η συχνότητα εξαρτάται από την παρουσία ή την απουσία παραγόντων

κινδύνου (γλυκόζη αίματος νηστείας ≥ 5,6 mmol/l, ΔΜΣ (δείκτης μάζας σώματος)

> 30 kg/m

, τριγλυκερίδια αίματος αυξημένα, ιστορικό υπέρτασης).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης

οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να

αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος

αναφοράς:

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Κύπρος

Φαρμακευτικές υπηρεσίες

Υπουργείο Υγείας

CY-1475 Λευκωσία

Φαξ: + 357 22608649

Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9

Υπερδοσολογία

Για τις περιπτώσεις υπερδοσολογίας από το Torvacard, δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή. Αν

εμφανιστεί υπερδοσολογία, ο ασθενής πρέπει να αντιµετωπιστεί συµπτωµατικά και να εφαρµοστούν

τα κατάλληλα υποστηρικτικά µέτρα, όπως απαιτείται κατά περίπτωση. Θα πρέπει να παρακολουθείται

η ηπατική λειτουργία και τα επίπεδα της CK στον ορό. Λόγω της εκτεταµένης δέσµευσης της

ατορβαστατίνης µε τις πρωτεΐνες του πλάσµατος, η αιµοκάθαρση δεν αναµένεται να βελτιώσει

σηµαντικά την κάθαρση της ατορβαστατίνης.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες τροποποίησης των λιπιδίων, αναστολείς της HMG-

CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05

H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης,

του ενζύµου που είναι υπεύθυνο για τη µετατροπή του 3-υδροξυ-3-µεθυλγλουταρυλ-συνενζύµου Α σε

µεβαλονικό οξύ, πρόδροµη ουσία των στερολών, περιλαµβανομένης και της χοληστερόλης. Τα

τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωµατώνονται στις πολύ χαµηλής πυκνότητας

λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσµα, προκειμένου να µεταφερθούν στους

περιφερικούς ιστούς. Η χαµηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηµατίζεται από τη VLDL και

καταβολίζεται κυρίως µέσω του υποδοχέα υψηλής χηµικής συγγένειας προς την LDL (LDL

υποδοχέας).

Η ατορβαστατίνη µειώνει τη χοληστερόλη και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στο πλάσµα

αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και κατά συνέπεια τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο

ήπαρ και αυξάνει τον αριθµό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία

ενισχύουν την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL.

Η ατορβαστατίνη μειώνει την παραγωγή LDL και τον αριθµό των σωµατιδίων LDL. H

ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταµένη αύξηση της δραστικότητας των LDL-υποδοχέων,

σε συνδυασµό µε µια ευεργετική µεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωµατιδίων της

LDL. Η ατορβαστατίνη μειώνει αποτελεσµατικά την LDL-C σε ασθενείς µε οµόζυγη οικογενή

υπερχοληστερολαιµία, µια οµάδα ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιµικά

φαρμακευτικά προϊόντα.

Η ατορβαστατίνη, σε µια µελέτη δόσης-αποτελέσµατος, αποδείχθηκε ότι μειώνει τις συγκεντρώσεις

της ολικής χοληστερόλης (30−46%), της LDL-χοληστερόλης (41−61%), της απολιποπρωτεΐνης Β

(34−50%) και των τριγλυκεριδίων (14−33%), ενώ προκαλεί ποικίλες αυξήσεις των επιπέδων της

HDL-χοληστερόλης και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα συγκεκριμένα αποτελέσµατα είναι σταθερά σε

ασθενείς µε ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιµία, σε µη οικογενείς µορφές

υπερχοληστερολαιµίας και σε µικτή υπερλιπιδαιµία, περιλαµβανομένων και των ασθενών µε µη

ινσουλινοεξαρτώµενο σακχαρώδη διαβήτη.

Έχει διαπιστωθεί ότι οι μειώσεις των τιµών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-χοληστερόλης και της

απολιποπρωτεΐνης Β ελαττώνουν τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και την

καρδιαγγειακή θνησιµότητα.

Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Σε μια πολυκεντρική, ανοικτή, παρηγορητικής χρήσης μελέτη, διάρκειας 8 εβδομάδων με μια

προαιρετική φάση επέκτασης μεταβλητού μήκους, συμμετείχαν 335 ασθενείς από τους οποίους οι 89

αναγνωρίστηκαν ως ασθενείς με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Από αυτούς τους 89

ασθενείς, η μέση εκατοστιαία μείωση των επιπέδων της LDL-C ήταν 20% περίπου. Η ατορβαστατίνη

χορηγήθηκε σε δόσεις μέχρι και 80 mg την ημέρα.

Αρτηριοσκλήρυνση

Στη µελέτη “Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering” (REVERSAL),

αξιολογήθηκε µε ενδοαγγειακό υπερηχογράφηµα (IVUS), κατά τη διάρκεια στεφανιογραφίας, η

επίδραση της εντατικής υπολιπιδαιµικής αγωγής µε 80 mg ατορβαστατίνης και της συνήθους

υπολιπιδαιµικής αγωγής µε πραβαστατίνη 40 mg στη στεφανιαία αρτηριοσκλήρυνση, σε ασθενείς µε

στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιηµένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόµενη κλινική

µελέτη, το IVUS διενεργήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 µήνες σε 502 ασθενείς. Στην

οµάδα της ατορβαστατίνης (n=253) δεν παρουσιάστηκε εξέλιξη της αρτηριοσκλήρυνσης.

Η µέση εκατοστιαία µεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στον ολικό αθηρωµατικό όγκο (το

πρωτεύον κριτήριο της µελέτης) ήταν -0,4% (p=0,98) για την οµάδα της ατορβαστατίνης και +2,7%

(p=0,001) για την οµάδα της πραβαστατίνης (n=249). Συγκρινόµενη µε την πραβαστατίνη, τα

αποτελέσµατα της ατορβαστατίνης ήταν στατιστικώς σηµαντικά (p=0,02). Το αποτέλεσµα της

εντατικής υπολιπιδαιµικής αγωγής σε καρδιαγγειακά καταληκτικά σηµεία (π.χ. αναγκαιότητα

επαναγγείωσης, µη θανατηφόρο έµφραγµα του µυοκαρδίου, θάνατος στεφανιαίας αιτιολογίας) δεν

διερευνήθηκε στην παρούσα µελέτη.

Στην οµάδα της ατορβαστατίνης η LDL-C μειώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,04 mmol/l ± 0,8

(78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην οµάδα της

πραβαστατίνης η LDL-C ελαττώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,85 mmol/l ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από

την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Επίσης, η ατορβαστατίνη μείωσε

σηµαντικά τη µέση τιµή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη

µέση τιµή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη µέση

τιµή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22,0%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη

αύξησε τη µέση τιµή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=µη σηµαντικό). Υπήρξε µια

µέση µείωση της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) κατά 36,4% στην οµάδα της ατορβαστατίνης σε

σύγκριση µε την ελάττωση κατά 5,2% στην οµάδα της πραβαστατίνης (p<0,0001).

Τα αποτελέσµατα της µελέτης επιτεύχθηκαν µε τη δόση των 80 mg. Συνεπώς, δεν µπορούν να

επεκταθούν στις περιεκτικότητες με τη χαμηλότερη δόση.

Το προφίλ ασφάλειας και ανοχής των δύο ομάδων θεραπείας ήταν συγκρίσιμο.

Σε αυτή τη μελέτη δεν διερευνήθηκε η επίδραση της εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε μείζονα

καρδιαγγειακά καταληκτικά σημεία. Γι’ αυτό, η κλινική σημασία αυτών των αποτελεσμάτων

απεικόνισης όσον αφορά στην πρωτοπαθή και στη δευτεροπαθή πρόληψη των καρδιαγγειακών

συμβαμάτων είναι άγνωστη.

Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο

Στη µελέτη MIRACL, η ατορβαστατίνη 80 mg έχει αξιολογηθεί σε 3.086 ασθενείς (ατορβαστατίνη

n=1.538, εικονικό φάρµακο n=1.548) µε οξύ στεφανιαίο σύνδροµο (έµφραγµα του µυοκαρδίου χωρίς

κύµα Q ή ασταθής στηθάγχη). Η θεραπευτική αγωγή άρχισε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης µετά

από την εισαγωγή σε νοσοκοµείο και διήρκεσε για µια περίοδο 16 εβδοµάδων. Η θεραπευτική αγωγή

µε ατορβαστατίνη 80 mg την ηµέρα αύξησε το χρόνο εµφάνισης του συνδυασµένου πρωτεύοντος

καταληκτικού σηµείου, που ορίστηκε ως ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, µη θανατηφόρο

έµφραγµα του µυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή µε ανάνηψη ή στηθάγχη µε αντικειµενικά στοιχεία

ισχαιµίας του µυοκαρδίου όπου απαιτείται η εισαγωγή σε νοσοκοµείο, υποδεικνύοντας µια µείωση

κινδύνου κατά 16% (p=0,048). Αυτό οφειλόταν κυρίως στη µείωση, κατά 26%, της επανεισαγωγής

στο νοσοκοµείο για στηθάγχη µε αντικειµενικά δεδομένα ισχαιµίας του µυοκαρδίου (p=0,018). Τα

άλλα δευτερεύοντα τελικά σηµεία δεν ήταν στατιστικώς σηµαντικά από µόνα τους (συνολικά:

εικονικό φάρμακο: 22,2%, ατορβαστατίνη: 22,4%).

Το προφίλ ασφάλειας της ατορβαστατίνης στη µελέτη MIRACL ήταν σύµφωνο µε αυτό που

περιγράφεται στην παράγραφο 4.8.

Πρόληψη Καρδιαγγειακής Νόσου

Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και µη θανατηφόρο στεφανιαία νόσο, αξιολογήθηκε

στην τυχαιοποιηµένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόµενη µε εικονικό φάρµακο µελέτη “Anglo-Scandinavian

Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm” (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί, ηλικίας

40−79 ετών, χωρίς προηγούµενο ιστορικό εµφράγµατος του µυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη και

µε επίπεδα ολικής χοληστερόλης ≤ 6,5 mmol/l (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις

από τους προκαθορισµένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥ 55 ετών,

κάπνισµα, σακχαρώδη διαβήτη, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθµού, ολική

χοληστερόλη/HDL-χοληστερόλη > 6, περιφερική αγγειακή νόσος, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας,

προηγούµενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωµαλία,

πρωτεϊνουρία/λευκωματινουρία. Από τους ασθενείς που συµπεριλήφθησαν στη µελέτη, δεν είχαν

εκτιµηθεί όλοι ως υψηλού κινδύνου για εµφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συµβάµατος.

Οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν με αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήµα βασιζόµενο είτε στην

αµλοδιπίνη ή στην ατενολόλη) και είτε με ατορβαστατίνη 10 mg ηµερησίως (n=5.168) είτε με

εικονικό φάρμακο (n=5.137).

Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και την απόλυτη µείωση του κινδύνου ήταν η

ακόλουθη:

Σύμβαμα

Σχετική Μείωση

Κινδύνου

Αριθμός

Συμβαμάτων

(Ατορβαστατίνη

έναντι Εικονικού

Φαρμάκου)

Απόλυτη Μείωση

Κινδύνου

Τιμή p

Θανατηφόρος

στεφανιαία νόσος

και μη

θανατηφόρο

έμφραγμα

μυοκαρδίου

100 έναντι 154

1,1%

0,0005

Σύνολο

καρδιαγγειακών

συμβαμάτων και

διαδικασίες

επαναγγείωσης

389 έναντι 483

1,9%

0,0008

Σύνολο

στεφανιαίων

συμβαμάτων

178 έναντι 247

1,4%

0,0006

Με βάση τη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται

σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών.

H ολική θνησιµότητα και η θνησιµότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν µειώθηκαν σηµαντικά (185

έναντι 212 συμβαμάτων, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51, αντίστοιχα). Στις αναλύσεις

των υποοµάδων ανάλογα µε το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της

ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άνδρες, αλλά δεν µπόρεσε να τεκµηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανόν

λόγω της µικρής συχνότητας συµβαµάτων στην υποοµάδα των γυναικών. H ολική και η

καρδιαγγειακή θνησιµότητα αριθµητικά ήταν υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17

έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σηµαντικό. Υπήρξε σηµαντική αλληλεπίδραση µε τη

θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον καταληκτικό σηµείο

(θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και µη θανατηφόρο έµφραγµα του µυοκαρδίου) µειώθηκε

σηµαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που λάµβαναν αµλοδιπίνη [λόγος κινδύνου

HR 0,47 (0,32−0,69), p=0,00008], αλλά όχι σε εκείνους που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με

ατενολόλη [HR 0,83 (0,59−1,17), p= 0,287].

Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και τη µη θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο

εκτιµήθηκε επίσης σε µια τυχαιοποιηµένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόµενη µε εικονικό

φάρμακο µελέτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study, CARDS), σε ασθενείς µε διαβήτη τύπου

2, ηλικίας 40−75 ετών, χωρίς προηγούµενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και µε επίπεδα LDL-

χοληστερόλης ≤ 4,14 mmol/l (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/l (600 mg/dl). Όλοι οι

ασθενείς είχαν τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισµα

επί του παρόντος, αµφιβληστροειδοπάθεια, µικρολευκωµατινουρία ή µακρολευκωµατινουρία.

Οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά είτε με 10 mg ατορβαστατίνης ηµερησίως (n=1.428) είτε

με εικονικό φάρµακο (n=1.410) για µια διάµεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών.

Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη µείωση του απόλυτου και του σχετικού κινδύνου είναι η

ακόλουθη:

Σύμβαμα

Σχετική Μείωση

Κινδύνου

Αριθμός

Συμβαμάτων

(Ατορβαστατίνη

έναντι Εικονικού

Φαρμάκου)

Απόλυτη

Μείωση

Κινδύνου

Τιμή p

Μείζονα καρδιαγγειακά

συμβάματα (θανατηφόρο και

μη θανατηφόρο οξύ έμφραγμα

του μυοκαρδίου, σιωπηλό

έμφραγμα του μυοκαρδίου,

αιφνίδιος θάνατος από νόσο

των στεφανιαίων, ασταθής

στηθάγχη, CABG, PTCA,

επαναγγείωση, αγγειακό

εγκεφαλικό επεισόδιο)

83 έναντι 127

3,2%

0,0010

Έμφραγμα μυοκαρδίου

(θανατηφόρο και μη

θανατηφόρο οξύ έμφραγμα

μυοκαρδίου, σιωπηλό

έμφραγμα μυοκαρδίου)

38 έναντι 64

1,9%

0,0070

Αγγειακά εγκεφαλικά

επεισόδια (θανατηφόρα και μη

θανατηφόρα)

21 έναντι 39

1,3%

0,0163

Με βάση τη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια

διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών.

CABG= Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίου αγγείου (coronary artery bypass graft), PTCA= Διαδερμική

διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων (percutaneous transluminal coronary angioplasty).

∆εν υπήρξαν στοιχεία που να υποστηρίζουν διαφορά στην επίδραση της θεραπευτικής αγωγής,

ανάλογα µε το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-χοληστερόλης των ασθενών.

Παρατηρήθηκε ευνοϊκή τάση όσον αφορά στο ποσοστό της θνησιµότητας (82 θάνατοι στην οµάδα

του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά µε τους 61 θανάτους στην οµάδα της ατορβαστατίνης,

p=0,0592).

Υποτροπή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου

Στη µελέτη Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels (SPARCL)

αξιολογήθηκε η επίδραση των 80 mg ατορβαστατίνης ηµερησίως ή του εικονικού φαρµάκου στο

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο σε 4.731 ασθενείς που είχαν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή

παροδικό ισχαιµικό επεισόδιο (ΤΙΑ) µέσα στους προηγούµενους 6 µήνες και δεν είχαν ιστορικό

στεφανιαίας νόσου (ΣΝ). Οι ασθενείς ήταν 60% άνδρες, ηλικίας 21−92 ετών (µέση ηλικία ήταν τα 63

έτη) και στην αρχική επίσκεψη είχαν µέση αρχική τιµή LDL 133 mg/dl (3,4 mmol/l). Η µέση τιµή της

LDL-χοληστερόλης ήταν 73 mg/dl (1,9 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής µε

ατορβαστατίνη και 129 mg/dl (3,3 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής µε εικονικό

φάρμακο. Η διάµεση παρακολούθηση ήταν τα 4,9 έτη.

Η ατορβαστατίνη 80 mg µείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος καταληκτικού σηµείου, που ήταν το

θανατηφόρο και το µη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά 15% (HR 0,85, 95% CI

[95% διάστημα εμπιστοσύνης] 0,72−1,00, p=0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71−0,99, p=0,03 µετά από

διόρθωση ως προς τις τιµές των παραγόντων στην αρχική επίσκεψη) συγκριτικά µε το εικονικό

φάρµακο. Η θνησιµότητα από κάθε αίτιο ήταν 9,1% (216/2.365) για την ατορβαστατίνη έναντι 8,9%

(211/2.366) για το εικονικό φάρμακο.

Σε μια post-hoc ανάλυση, η ατορβαστατίνη στη δόση των 80 mg µείωσε τη συχνότητα εµφάνισης

ισχαιµικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (218/2.365, 9,2% έναντι 274/2.366, 11,6%, p=0,01)

και αύξησε τη συχνότητα εµφάνισης αιµορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2.365,

2,3% έναντι 33/2.366, 1,4%, p=0,02) συγκριτικά µε το εικονικό φάρµακο.

Ο κίνδυνος αιµορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που

εισήχθησαν στη µελέτη µε προηγούµενο αιµορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για

την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρµακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84−19,57) και ο

κίνδυνος για ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν παρόµοιος µεταξύ των οµάδων (3/45

για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27−9,82).

Ο κίνδυνος αιµορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που

εισήχθησαν στη µελέτη µε προηγούµενο βοθριωτό έµφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη

έναντι 4/701 για το εικονικό φάρµακο, HR 4,99, 95% CI, 1,71−14,61), ενώ ο κίνδυνος για

ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν επίσης µειωµένος σε αυτούς τους ασθενείς

(79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρµακο, HR 0,76, 95% CI,

0,57−1,02). Είναι πιθανό ο καθαρός κίνδυνος για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο να είναι

αυξηµένος σε ασθενείς µε προηγούµενο βοθριωτό έµφρακτο που λαµβάνουν 80 mg

ατορβαστατίνη την ηµέρα.

Η θνησιµότητα από κάθε αίτιο ήταν 15,6% (7/45) για την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην

υποοµάδα των ασθενών µε προηγούµενο αιµορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η

θνησιµότητα από κάθε αίτιο ήταν 10,9% (77/708) για την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για το

εικονικό φάρµακο στην υποοµάδα των ασθενών µε προηγούµενο βοθριωτό έµφρακτο.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ετερόζυγη Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς, ηλικίας 6-17 ετών

Διεξήχθη μια ανοικτή μελέτη, διάρκειας 8 εβδομάδων, για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, της

φαρμακοδυναμικής, καθώς και της ασφάλειας και της ανοχής της ατορβαστατίνης σε παιδιά και

εφήβους με γενετικά επιβεβαιωμένη ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχική τιμή LDL-

χοληστερόλης ≥ 4 mmol/l. Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 39 παιδιά και έφηβοι, ηλικίας από 6−17

ετών. Η ομάδα Α περιλάμβανε 15 παιδιά, ηλικίας 6−12 ετών που ανήκαν στο στάδιο 1 κατά Tanner.

Στην ομάδα Β περιλαμβάνονταν 24 παιδιά, ηλικίας 10−17 ετών που ανήκαν στο στάδιο ≥ 2 κατά

Tanner.

Η αρχική δόση της ατορβαστατίνης ήταν 5 mg ημερησίως με μασώμενα δισκία στην ομάδα Α, ενώ

στην ομάδα Β ήταν υπό μορφή δισκίου των 10 mg την ημέρα. Επιτράπηκε να διπλασιαστεί η δόση της

ατορβαστατίνης στην περίπτωση που κάποιο άτομο δεν είχε φθάσει στο επίπεδο-στόχο της LDL-

χοληστερόλης, < 3,35 mmol/l κατά την 4η εβδομάδα και εφόσον η ατορβαστατίνη ήταν καλά ανεκτή.

Οι μέσες τιμές για την LDL-χοληστερόλη, την ολική χοληστερόλη, τη χοληστερόλη πολύ χαμηλής

πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (VLDL-C) και την απολιποπρωτεΐνη B μειώθηκαν κατά τη 2η εβδομάδα

σε όλα τα άτομα. Στα άτομα, η δόση των οποίων διπλασιάστηκε, παρατηρήθηκαν επιπλέον μειώσεις

ήδη κατά τις δύο εβδομάδες, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση, μετά από αύξηση της δόσης. Η μέση

εκατοστιαία μείωση στις παραμέτρους των λιπιδίων ήταν παρόμοια και για τις δύο ομάδες,

ανεξάρτητα από το αν τα άτομα παρέμειναν στην αρχική δόση τους ή διπλασιάστηκε η αρχική τους

δόση. Κατά μέσον όρο, την 8η εβδομάδα η εκατοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή της LDL-

χοληστερόλης και της ολικής χοληστερόλης ήταν περίπου 40% και 30%, αντίστοιχα, πάνω από το

εύρος των εκθέσεων.

Σε μία δεύτερη μελέτη ανοικτού τύπου, μονού σκέλους, 271 άρρενα και θήλεα παιδιά με Ετερόζυγη

Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 6-15 ετών συμπεριλήφθηκαν και έλαβαν αγωγή με

ατορβαστατίνη για έως και τρία χρόνια. Η ένταξη στη μελέτη απαιτούσε επιβεβαιωμένη Ετερόζυγη

Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία και επίπεδο αναφοράς LDL-C ≥ 4 mmol/l (περίπου 152 mg/dl). Η

μελέτη συμπεριέλαβε 139 παιδιά σε στάδιο εφηβικής ανάπτυξης 1 κατά Tanner (με γενικό εύρος

ηλικίας 6-10 ετών). Η δοσολογία ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ξεκίνησε με 5 mg (μασώμενο

δισκίο) σε παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών. Παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ξεκίνησαν με 10 mg

ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως). Όλα τα παιδιά μπορούσαν να τιτλοποιηθούν σε υψηλότερες

δόσεις, ώστε να επιτευχθεί στόχος LDL-C < 3,35 mmol/l. Η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά

ηλικίας 6 έως 9 ετών ήταν 19,6 mg και η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω

ήταν 23,9 mg.

Η μέση (+/- SD) τιμή επιπέδου αναφοράς LDL-C ήταν 6,12 (1,26) mmol/l η οποία ήταν περίπου 233

(48) mg/dl. Για τα τελικά αποτελέσματα βλέπε τον πίνακα 3 παρακάτω.

Τα δεδομένα ήταν σύμφωνα με την απουσία φαρμακευτικής επίδρασης σε οποιαδήποτε από τις

παραμέτρους ανάπτυξης (δηλ. ύψος, βάρος, BMI, Tanner stage, εκτίμηση του Ερευνητή για τη

Συνολική Ωρίμανση και Ανάπτυξη) σε παιδιατρικά και εφηβικά άτομα με Ετερόζυγη Οικογενή

Υπερχοληστερολαιμία που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη κατά τη διάρκεια της 3ετούς μελέτης.

Δεν σημειώθηκε καμία εκτιμώμενη από τον Ερευνητή επίδραση του φαρμάκου στο ύψος, το βάρος,

το BMI ανά ηλικία ή ανά φύλο, ανά επίσκεψη.

Πίνακας 3 Επιδράσεις της Ατορβαστατίνης στη μείωση των επιπέδων των Λιπιδίων σε

Ενήλικα Αγόρια και Κορίτσια με Ετερόζυγη Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (mmol/l)

Χρονικό

σημείο

TC (S.D.)

LDL-C

(S.D.)

HDL-C (S.D.)

TG (S.D.)

Apo B (S.D.)#

Επίπεδο

αναφοράς

7,86 (1,30)

6,12 (1,26)

1,314 (0,2663)

0,93 (0,47)

1,42 (0,28)**

Μήνας 30

4,95 (0,77)*

3,25 (0,67)

1,327 (0,2796)

0,79 (0,38)*

0,90 (0,17)*

Μήνας 36/ET

5,12 (0,86)

3,45 (0,81)

1,308 (0,2739)

0,78 (0,41)

0,93 (0,20)***

TC= ολική χοληστερόλη, LDL-C = χοληστερόλη-C λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας, HDL-C

= χοληστερόλη-C λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας, TG = τριγλυκερίδια, Apo B =

Απολιποπρωτεΐνη B, Ο «Μήνας 36/ET» περιλαμβάνει τα δεδομένα από την τελική επίσκεψη για

άτομα που έληξε η συμμετοχή τους πριν από το προγραμματισμένο χρονικό σημείο των 36 μηνών,

καθώς και πλήρη δεδομένα 36 μηνών για άτομα που συμπλήρωσαν τη συμμετοχή των 36 μηνών,

«*»= Ο Μήνας 30 N για αυτήν την παράμετρο ήταν 207, «**»= Το Επίπεδο αναφοράς N για

αυτήν την παράμετρο ήταν 270, «***» = Ο Μήνας 36/ET N για αυτήν την παράμετρο ήταν 243,

“#”=g/l για Apo B.

Ετερόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία σε παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 10-17 ετών

Σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την οποία ακολούθησε μια ανοικτή

φάση, 187 αγόρια και κορίτσια μετά από την έναρξη της έμμηνης ρύσης, ηλικίας 10−17 ετών (μέση

ηλικία 14,1 έτη) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία ή σοβαρή υπερχοληστερολαιμία

τυχαιοποιήθηκαν σε ατορβαστατίνη (n=140) ή εικονικό φάρμακο (n=47) για 26 εβδομάδες και στη

συνέχεια έλαβαν όλοι ατορβαστατίνη για 26 εβδομάδες. Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ

ημερησίως) ήταν 10 mg για τις πρώτες 4 εβδομάδες και κατόπιν τιτλοποιήθηκε σε 20 mg, εφόσον τα

επίπεδα της LDL-χοληστερόλης ήταν > 3,36 mmol/l. Η ατορβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα

της ολικής χοληστερόλης, της LDL-χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της απολιποπρωτεΐνης Β

στο πλάσμα κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων της διπλά τυφλής φάσης. Η μέση τιμή της LDL-

χοληστερόλης που επιτεύχθηκε ήταν 3,38 mmol/l (εύρος: 1,81−6,26 mmol/l) στην ομάδα της

ατορβαστατίνης σε σύγκριση με τα 5,91 mmol/l (εύρος: 3,93−9,96 mmol/l) στην ομάδα του εικονικού

φαρμάκου κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων της διπλά τυφλής φάσης.

Μια επιπρόσθετη παιδιατρική μελέτη της ατορβαστατίνης έναντι της κολεστιπόλης σε ασθενείς με

υπερχοληστερολαιμία, ηλικίας 10−18 ετών έδειξε ότι η ατορβαστατίνη (n=25) προκάλεσε σημαντική

μείωση της LDL-χοληστερόλης κατά την 26η εβδομάδα (p<0,05) σε σύγκριση με την κολεστιπόλη

(n=31).

Μια μελέτη παρηγορητικής χρήσης σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία (περιλαμβανομένης

της ομόζυγης υπερχοληστερολαιμίας), η οποία περιλάμβανε 46 παιδιατρικούς ασθενείς που

αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με ατορβαστατίνη, τιτλοποιούμενη σύμφωνα με την ανταπόκριση

(μερικά άτομα έλαβαν 80 mg ατορβαστατίνης την ημέρα). Η μελέτη διήρκεσε 3 χρόνια: Η LDL-

χοληστερόλη μειώθηκε κατά 36%.

Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα από τη θεραπεία με ατορβαστατίνη κατά την παιδική ηλικία δεν

έχει τεκμηριωθεί όσον αφορά στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) έχει αποποιηθεί από την υποχρέωση υποβολής των

αποτελεσμάτων των μελετών σχετικά με την ατορβαστατίνη σε παιδιά, ηλικίας 0 έως < 6 ετών για τη

θεραπευτική αντιμετώπιση της ετερόζυγης υπερχοληστερολαιμίας και σε παιδιά ηλικίας 0 έως < 18

ετών για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, της

συνδυασμένης (μικτή) υπερχοληστερολαιμίας, της πρωτοπαθούς υπερχοληστερολαιμίας και της

πρόληψης των καρδιαγγειακών συμβαμάτων (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την

παιδιατρική χρήση).

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως µετά την από του στόµατος χορήγηση. Οι µέγιστες

συγκεντρώσεις της στο πλάσµα (C

) επιτυγχάνονται εντός 1−2 ωρών. Ο βαθµός απορρόφησης

αυξάνει ανάλογα µε τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από του στόµατος χορήγηση, τα

επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιµότητα 95−99%

συγκρινόμενα με το πόσιμο διάλυμα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιµότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου

12%, ενώ στη συστηµατική η διαθεσιµότητα της ανασταλτικής δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση

είναι 30% περίπου. Η χαµηλή συστηματική διαθεσιµότητά της αποδίδεται στην προσυστηματική

κάθαρση στο γαστρεντερικό βλεννογόνο και/ή στον ηπατικό µεταβολισµό πρώτης διόδου.

Κατανομή

Ο µέσος όγκος κατανοµής της ατορβαστατίνης είναι 381 λίτρα περίπου. Η ατορβαστατίνη δεσμεύεται

με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό ≥ 98%.

Βιομετασχηματισμός

Η ατορβαστατίνη µεταβολίζεται από το κυτόχρωµα P450 3A4 σε ορθο- και παραϋδροξυλιωµένα

παράγωγα και σε διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων οδών, τα συγκεκριμένα προϊόντα

µεταβολίζονται επιπλέον µέσω γλυκουρονιδίωσης.

In vitro

, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης

από τους ορθο- και τους παραϋδροξυλιωµένους µεταβολίτες είναι ισοδύναµη µε εκείνη της

ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της κυκλοφορούσας ανασταλτικής δράσης στην HMG-CoA

αναγωγάση αποδίδεται στους ενεργούς µεταβολίτες.

Αποβολή

Η ατορβαστατίνη, µετά τον ηπατικό και/ή τον εξωηπατικό µεταβολισµό της, αποβάλλεται κυρίως στη

χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν υπóκειται σε σηµαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο

µέσος χρόνος ηµιζωής της αποβολής της ατορβαστατίνης από το πλάσµα στους ανθρώπους είναι

περίπου 14 ώρες. Ο χρόνος ηµιζωής της ανασταλτικής δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι

περίπου 20−30 ώρες λόγω της συμβολής των δραστικών μεταβολιτών.

Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς

οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και το μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της

ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως

υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp) και πρωτεΐνη αντοχής στον καρκίνο του

μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση της

ατορβαστατίνης μέσω της χολής.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι:

Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στο πλάσµα είναι

υψηλότερες σε υγιή ηλικιωµένα άτοµα απ’ ό,τι σε νεαρούς ενήλικες, ενώ οι επιδράσεις της στα

λιπίδια είναι συγκρίσιµες µε εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσµούς πιο νέων ασθενών.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Σε μια ανοικτή μελέτη, διάρκειας 8 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6−17 ετών)

σταδίου 1 κατά Tanner (n=15) και σταδίου ≥ 2 κατά Tanner (n=24) με ετερόζυγη οικογενή

υπερχοληστερολαιμία και αρχική τιμή LDL-χοληστερόλης που ανερχόταν σε ≥ 4 mmol/l έλαβαν 5 ή

10 mg μασώμενα δισκία ή 10 ή 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ατορβαστατίνης μία

φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μόνη σημαντική μεταβλητή στον πληθυσμό

του μοντέλου φαρμακοκινητικής της ατορβαστατίνης. Η εμφανής κάθαρση της ατορβαστατίνης

χορηγούμενης από το στόμα σε παιδιατρικούς ασθενείς φαίνεται ότι είναι ίδια με εκείνη των

ενηλίκων, όταν ανάγεται στην κλίμακα σωματικού βάρους. Σταθερές μειώσεις της LDL-

χοληστερόλης και της ολικής χοληστερόλης παρατηρήθηκαν σε όλο το εύρος εκθέσεων στην

ατορβαστατίνη και στην o-υδροξυατορβαστατίνη.

Φύλο:

Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στις γυναίκες διαφέρουν

(περίπου 20% υψηλότερη η C

και 10% περίπου χαµηλότερη η AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι

εν λόγω διαφορές δεν είχαν κλινική σηµασία και, συνεπώς, µεταξύ ανδρών και γυναικών δεν

παρατηρήθηκαν κλινικά σηµαντικές διαφορές στην επίδραση στα λιπίδια.

Νεφρική δυσλειτουργία:

Η νεφρική νόσος δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσµατος ή την επίδραση της

ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στα λιπίδια.

Ηπατική δυσλειτουργία:

Σε ασθενείς µε χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (στάδιο Β κατά Childs-Pugh), οι συγκεντρώσεις της

ατορβαστατίνης και των δραστικών µεταβολιτών της στο πλάσµα αυξάνονται σηµαντικά (16 φορές

περίπου η C

και περίπου 11 φορές η AUC).

Πολυμορφισμός SLCO1B1:

Η ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, περιλαμβανομένης της

ατορβαστατίνης, εμπλέκει το μεταφορέα OATP1B1. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1,

υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο

κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλέπε παράγραφο 4.4). Ο πολυμορφισμός του γονιδίου που κωδικοποιεί το

OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) σχετίζεται με 2,4 φορές υψηλότερη έκθεση (AUC) στην

ατορβαστατίνη σε σύγκριση με άτομα χωρίς παραλλαγή αυτού του γονότυπου (c.521TT). Σε αυτούς

τους ασθενείς είναι, επίσης, δυνατή μια γενετικά καθορισμένη έκπτωση της ηπατικής πρόσληψης της

ατορβαστατίνης. Οι πιθανές συνέπειες αναφορικά με την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.

5.3

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η ατορβαστατίνη δεν παρουσίασε µεταλλαξιογόνο και µιτωτικό δυναµικό σε 4 δοκιμασίες

in vitro

και σε 1 ανάλυση

in vivo

. Η ατορβαστατίνη δεν παρουσίασε καρκινογόνο δράση σε αρουραίους, αλλά

υψηλές δόσεις σε ποντικούς (δηλαδή 6-11 φορές της AUC

0-24ώρες

που

επιτυγχάνεται στον άνθρωπο με

την υψηλότερη συνιστώμενη

δόση) έδειξαν ηπατοκυτταρικά αδενώματα στα άρρενα και

ηπατοκυτταρικά καρκινώματα στα θήλεα ζώα.

Υπάρχουν στοιχεία από μελέτες σε πειραματόζωα ότι η χορήγηση των αναστολέων της HMG-CoA

αναγωγάσης μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου. Σε αρουραίους, κουνέλια και σκύλους

η ατορβαστατίνη δεν είχε κάποια επίδραση στη γονιμότητα και δεν ήταν τερατογόνος, ωστόσο σε

δόσεις τοξικές για τη μητέρα παρατηρήθηκε εμβρυϊκή τοξικότητα σε αρουραίους και κουνέλια. Σε

αρουραίους παρατηρήθηκε καθυστέρηση της ανάπτυξης των απογόνων, ενώ μετά από έκθεση των

μητέρων των ζώων σε υψηλές δόσεις ατορβαστατίνης μειώθηκε η μεταγεννητική επιβίωση. Στους

αρουραίους, υπάρχουν ενδείξεις για μεταφορά διαμέσου του πλακούντα. Στους αρουραίους, οι

συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα είναι ίδιες με εκείνες στο γάλα. Δεν είναι γνωστό

κατά πόσο η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας

Μεγλουμίνη

Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E 460)

Λακτόζη μονοϋδρική

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E 468)

Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής υποκατάστασης

Πυριτίου οξειδίου κολλοειδές, άνυδρο

Μαγνήσιο στεατικό (E 572)

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη (E 464)

Πολυαιθυλενογλυκόλη 6000

Τιτανίου διοξείδιο (E 171)

Τάλκης

Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172)

6.2

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια

6.4

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία.

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλη αλουμινίου/αλουμινίου, χάρτινο κουτί

Μεγέθη συσκευασιών: 14, 28, 30, 50, 56, 90, 98, 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμιά ειδική υποχρέωση.

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Zentiva, k.s.

U kabelovny 130

Dolní Měcholupy, 102 37, Prague 10

Τσεχική Δημοκρατία

Τηλεφωνικό Κέντρο Ελλάδας:

Τηλ: +30 211 198 7510

e-mail: PV-Greece@zentiva.com

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Δισκία των 10 mg:

18872/20-12-2018

Δισκία των 20 mg:

18870/20-12-2018

Δισκία των 40 mg:

18875/20-12-2018

Δισκία των 80 mg:

18876/20-12-2018

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 01.11.2011

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 24.05.2016

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες