STASIVA 20MG/TAB ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Ελλάδα - Ελληνικά - Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Αγόρασέ το τώρα

Αρχείο Π.Χ.Π. Αρχείο Π.Χ.Π. (SPC)
09-03-2020
Δραστική ουσία:
SIMVASTATIN
Διαθέσιμο από:
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ-ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ-ΧΗΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΒΙΑΝ ΑΕ Δ.
Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
C10AA01
INN (Διεθνής Όνομα):
SIMVASTATIN
Δοσολογία:
20MG/TAB
Φαρμακοτεχνική μορφή:
ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
Σύνθεση:
0079902639 SIMVASTATIN 20.000000 MG
Οδός χορήγησης:
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Τρόπος διάθεσης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Θεραπευτική περιοχή:
SIMVASTATIN
Περίληψη προϊόντος:
Τύπος διαδικασίας: Εθνική; Νομικό καθεστώς: ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ; Συσκευασίες: 2802478602018 01 BTx10 (BLIST 1x10) 10.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802478602025 02 BTx30 (BLIST 3x10) 30.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY ; Συσκευασίες: 2802478602032 03 BTx60 (BLIST 6x10) 60.00 ΤΕΜΑΧΙΟ Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) ΦΑΡΜΑΚΕIOY 12.78
Καθεστώς αδειοδότησης:
Εγκεκριμένο (ΕΟΦ)
Αριθμό άδειας:
2478602

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

Φύλλο οδηγιών χρήσης: Πληροφορίες για τον ασθενή

STASIVA 20 mg Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

STASIVA 40 mg Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Σιμβαστατίνη

Διαβάστε προσεκτικά ολόκληρο το φύλλο οδηγιών χρήσης πριν αρχίσετε να παίρνετε αυτό το

φάρμακο, διότι περιλαμβάνει σημαντικές πληροφορίες για σας.

Φυλάξτε αυτό το φύλλο οδηγιών χρήσης. Ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε ξανά.

Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Η συνταγή για αυτό το φάρμακο χορηγήθηκε αποκλειστικά για σας. Δεν πρέπει να δώσετε το

φάρμακο σε άλλους. Μπορεί να τους προκαλέσει βλάβη, ακόμα και όταν τα σημεία της ασθένειάς

τους είναι ίδια με τα δικά σας.

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια παρακαλείσθε να ενημερώσετε τον γιατρό ή τον

φαρμακοποιό σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται

στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Βλέπε παράγραφο 4.

Τι περιέχει το παρόν φύλλο οδηγιών:

Τι είναι το STASIVA και ποιά είναι η χρήση του

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το STASIVA

Πώς να πάρετε το STASIVA

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Πώς να φυλάσσεται το STASIVA

Περιεχόμενο της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

1.

Τι είναι το STASIVA και ποιά είναι η χρήση του

Το STASIVA περιέχει τη δραστική ουσία σιμβαστατίνη. Το STASIVA είναι ένα φάρμακο που

χρησιμοποιείται για την μείωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης, της «κακής» χοληστερόλης (

LDL χοληστερόλης), και των λιπαρών ουσιών στο αίμα που ονομάζονται τριγλυκερίδια. Επιπλέον,

αυξάνει τα επίπεδα της «καλής» χοληστερόλης (HDL χοληστερόλη). Το STASIVA είναι μέλος μιας

κατηγορίας φαρμάκων που ονομάζονται στατίνες.

Η χοληστερόλη είναι μία από αρκετές λιπαρές ουσίες που βρίσκονται στην κυκλοφορία του αίματος. Η

ολική σας χοληστερόλη απαρτίζεται κυρίως από την LDL και HDL χοληστερόλη.

Η χοληστερόλη LDL συχνά ονομάζεται «κακή» χοληστερόλη διότι μπορεί να εναποτεθεί στα

τοιχώματα των αρτηριών σας δημιουργώντας πλάκα. Τελικά αυτή η πλάκα μπορεί να οδηγήσει σε

στένωση των αρτηριών. Αυτή η στένωση μπορεί να επιβραδύνει ή να εμποδίσει την ροή του αίματος σε

ζωτικά όργανα όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος. Αυτή η παρεμπόδιση της ροής του αίματος μπορεί να

οδηγήσει σε καρδιακή προσβολή ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η χοληστερόλη HDL συχνά ονομάζεται «καλή» χοληστερόλη διότι βοηθά στο να αποτρέπεται η

εναπόθεση της κακής χοληστερόλης στις αρτηρίες και προστατεύει από καρδιακή νόσο.

Τα τριγλυκερίδια είναι μία άλλη μορφή λιπαρής ένωσης στο αίμα σας που μπορεί να αυξήσουν τον

κίνδυνο σε σας για καρδιακή νόσο.

Πρέπει να συνεχίσετε τη δίαιτα μείωσης χοληστερόλης ενόσω λαμβάνετε αυτό το φάρμακο.

Tο STASIVA χρησιμοποιείται επιπρόσθετα στη δίαιτά σας για μείωση χοληστερόλης εάν έχετε:

αυξημένο επίπεδο χοληστερόλης στο αίμα σας (πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία) ή αυξημένα

επίπεδα λιπιδίων στο αίμα σας (μικτή υπερλιπιδαιμία)

κληρονομική νόσο (ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία) η οποία αυξάνει το επίπεδο της

χοληστερόλης στο αίμα σας. Μπορείτε επίσης να λαμβάνετε και άλλες θεραπείες.

στεφανιαία καρδιακή νόσο (ΣΚΝ) ή είστε σε μεγάλο κίνδυνο για ΣΚΝ (επειδή έχετε διαβήτη,

ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή άλλη νόσο των αιμοφόρων αγγείων). Το STASIVA μπορεί

να παρατείνει την ζωή σας μειώνοντας τον κίνδυνο προβλημάτων καρδιακής νόσου,

ανεξαρτήτως του επιπέδου χοληστερόλης στο αίμα σας.

Στους περισσότερους ανθρώπους δεν υπάρχουν άμεσα συμπτώματα της υψηλής χοληστερόλης. Ο

γιατρός σας μπορεί να μετρήσει τη χοληστερόλη σας με μία απλή εξέταση αίματος. Να επισκέπτεστε το

γιατρό σας τακτικά, να ελέγχετε τη χοληστερόλη σας και να συζητάτε τα αποτελέσματα σας με το

γιατρό σας.

2.

Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το STASIVA

Μην πάρετε το STASIVA

εάν είστε αλλεργικοί (υπερευαίσθητοι) στη σιμβαστατίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα

συστατικά αυτού του φαρμάκου (που αναφέρονται στην παράγραφο 6: Περιεχόμενο της

συσκευασίας και άλλες πληροφορίες).

εάν έχετε ηπατικά προβλήματα

εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε

εάν λαμβάνετε φάρμακο με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δραστικά συστατικά:

ιτρακοναζόλη κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη ή βορικοναζόλη (χρησιμοποιούνται

για τη θεραπεία μυκητιασικών λοιμώξεων)

ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη ή τελιθρομυκίνη (χρησιμοποιούνται για τη

θεραπεία λοιμώξεων)

αναστολείς πρωτεασών HIV, όπως ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και

σακουϊναβίρη (οι αναστολείς πρωτεασών HIV που χρησιμοποιούνται για

λοιμώξεις HIV)

μποσεπρεβίρη ή τελαπρεβίρη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοίμωξης από

τον ιό της ηπατίτιδας C)

νεφαζοδόνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της κατάθλιψης)

κομπισιστάτη

γεμφιβροζίλη (χρησιμοποιείται για την μείωση της χοληστερόλης)

κυκλοσπορίνη (χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μεταμόσχευση οργάνου)

δαναζόλη (μία τεχνητή ορμόνη που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της

ενδομητρίωσης, μία κατάσταση κατά την οποία το τοίχωμα της μήτρας

αναπτύσσεται εξωτερικά της μήτρας).

εάν λαμβάνετε τώρα ή έχετε λάβει κατά τις τελευταίες 7 ημέρες, ένα φάρμακο που

ονομάζεται φουσιδικό οξύ (ένα φάρμακο για τη θεραπεία βακτηριακής λοίμωξης)

χορηγούμενο από το στόμα ή μέσω ενέσιμης χορήγησης. Ο συνδυασμός του φουσιδικού

οξέος και STASIVA μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά μυοσκελετικά προβλήματα

(ραβδομυόλυση).

Μην πάρετε περισσότερο από 40 mg STASIVA εάν παίρνετε λομιταπίδη

(χρησιμοποιείται για την θεραπεία μίας σοβαρής και σπάνιας γενετικής κατάστασης

σχετικά με την χοληστερόλη).

Ρωτήστε τον γιατρό σας αν δεν είστε σίγουροι εάν το φάρμακό σας αναφέρεται παραπάνω.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Ενημερώστε τον γιατρό σας

για οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα έχετε συμπεριλαμβανομένων των αλλεργιών.

εάν πίνετε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ

εάν είχατε ηπατική νόσο. Μπορεί το STASIVA να μην είναι κατάλληλο για σας.

εάν πρόκειται να κάνετε μία χειρουργική επέμβαση. Μπορεί να χρειασθεί να σταματήσετε τα

δισκία STASIVA για ένα μικρό διάστημα.

εάν είστε Ασιάτης, διότι μπορεί να χρειασθεί μία διαφορετική δόση για εσάς.

Ο γιατρός σας πρέπει να σας κάνει εξετάσεις αίματος πριν αρχίσετε να παίρνετε το STASIVA και να

ελέγξει εάν έχετε οποιαδήποτε συμπτώματα ηπατικών προβλημάτων ενόσω λαμβάνετε το STASIVA.

Αυτό γίνεται για να ελεγχθεί το πόσο καλά λειτουργεί το ήπαρ σας.

Ο γιατρός σας μπορεί επίσης να θέλει να κάνετε εξετάσεις αίματος για να ελέγξει το πόσο καλά λειτουργεί

το ήπαρ σας μετά την λήψη του STASIVA.

Ενόσω είστε σε θεραπεία με αυτό το φάρμακο ο γιατρός σας θα σας παρακολουθεί στενά εάν έχετε

διαβήτη ή είστε σε κίνδυνο να εμφανίσετε διαβήτη. Είναι πιθανόν να είστε σε κίνδυνο να εμφανίσετε

διαβήτη εάν έχετε υψηλά επίπεδα σακχάρων και λιπιδίων στο αίμα σας, είστε υπέρβαροι και έχετε υψηλή

αρτηριακή πίεση.

Ενημερώστε το γιατρό σας εάν έχετε σοβαρή νόσο των πνευμόνων

Επικοινωνήστε με το γιατρό σας αμέσως εάν παρουσιασθεί ανεξήγητος μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή

αδυναμία. Αυτό συμβαίνει επειδή σε σπάνιες περιπτώσεις, τα μυϊκά προβλήματα μπορεί να είναι

σοβαρά, συμπεριλαμβανομένης της μυϊκής καταστροφής που οδηγεί σε νεφρική βλάβη και πολύ

σπάνια έχουν παρουσιασθεί θάνατοι.

Ο κίνδυνος της μυϊκής καταστροφής είναι μεγαλύτερος σε μεγαλύτερες δόσεις του STASIVA και

ειδικότερα με τη δόση των 80 mg. Ο κίνδυνος της μυϊκής καταστροφής είναι επίσης μεγαλύτερος σε

ορισμένους ασθενείς. Επικοινωνήστε με το γιατρό σας αν σας αφορά κάποιο από τα ακόλουθα:

καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ

έχετε νεφρικά προβλήματα

έχετε προβλήματα του θυρεοειδούς

είστε ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτεροι

είστε γυναίκα

εάν είχατε ποτέ μυϊκά προβλήματα κατά τη διάρκεια θεραπείας με φάρμακα που μειώνουν τη

χοληστερόλη, που ονομάζονται «'στατίνες» ή «φιβράτες».

έχετε εσείς ή ένα από τα μέλη της οικογένειάς σας μία κληρονομική μυϊκή διαταραχή.

Ενημερώστε επίσης τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν αισθάνεστε διαρκή μυϊκή αδυναμία. Για την

διάγνωση και θεραπεία της πάθησης αυτής ενδέχεται να απαιτούνται πρόσθετες εξετάσεις και φάρμακα.

Παιδιά και έφηβοι

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σιμβαστατίνης έχει μελετηθεί σε ηλικίας 10-17 ετών αγόρια και

σε κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή (έμμηνο ρύση) (βλέπε παράγραφο 3:

Πώς να πάρετε το STASIVA)

. Η σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με το γιατρό σας.

Άλλα φάρμακα και το STASIVA

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν παίρνετε, έχετε πρόσφατα πάρει ή μπορεί να πάρετε οποιοδήποτε άλλο

φάρμακο(α) με οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες δραστικές ουσίες. Η λήψη του STASIVA με

οποιοδήποτε από τα παρακάτω φάρμακα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μυϊκών προβλημάτων

(ορισμένα από τα οποία έχουν ήδη αναφερθεί στην παραπάνω παράγραφο

«Μην πάρετε το

STASIVA»).

Εάν απαιτείται να πάρετε από του στόματος χορηγούμενο φουσιδικό οξύ για την θεραπεία

μίας βακτηριακής λοίμωξης μπορεί να χρειασθεί να διακόψετε προσωρινά αυτό το

φάρμακο. Ο γιατρός σας θα σας ενημερώσει πότε θα ξαναπάρετε με ασφάλεια το STASIVA.

Η λήψη του STASIVA με φουσιδικό οξύ μπορεί να οδηγήσει σπάνια σε μυϊκή αδυναμία,

ευαισθησία ή πόνο (ραβδομυόλυση). Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την

ραβδομυόλυση στην παράγραφο 4.

κυκλοσπορίνη (συνήθως χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μεταμόσχευση οργάνου)

δαναζόλη (μία τεχνητή ορμόνη που χρησιμοποιείται για την θεραπεία ενδομητρίωσης, μία

κατάσταση κατά την οποία το τοίχωμα της μήτρας αναπτύσσεται εξωτερικά της μήτρας).

φάρμακα με δραστική ουσία όπως ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, φλουκοναζόλη, ποσακοναζόλη ή

βορικοναζόλη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία μυκητιασικών λοιμώξεων)

φιβράτες με δραστική ουσία όπως η γεμφιβροζίλη και βεζαφιβράτη (χρησιμοποιούνται για

μειώνουν τη χοληστερόλη)

ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη ή τελιθρομυκίνη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία βακτηριακών

λοιμώξεων).

αναστολείς πρωτεασών HIV όπως ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακουϊναβίρη

(χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS)

αντιϊκοί παράγοντες για την ηπατίτιδα C όπως μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ελμπασβίρη ή

γραζοπρεβίρη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας C)

νεφαζοδόνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της κατάθλιψης)

φάρμακα με το δραστικό συστατικό κομπισιστάτη

αμιωδαρόνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του μη φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού)

βεραπαμίλη, διλτιαζέμη ή αμλοδιπίνη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, πόνου

στo στήθος που σχετίζεται με καρδιακή νόσο ή άλλων καρδιακών παθήσεων)

λομιταπίδη (χρησιμοποιείται για την θεραπεία μίας σοβαρής και σπάνιας γενετικής κατάστασης

σχετικά με την χοληστερόλη)

κολχικίνη (χρησιμοποιείται για την θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας).

Όπως και για τα φάρμακα που αναφέρονται παραπάνω, ενημερώστε τον γιατρό σας ή τον φαρμακοποιό

σας εάν παίρνετε ή έχετε πάρει πρόσφατα οποιαδήποτε άλλα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων αυτών

που χορηγούνται χωρίς συνταγογράφηση. Ιδιαίτερα, ενημερώστε το γιατρό σας εάν λαμβάνετε

φάρμακο(α) με οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες δραστικές ουσίες:

φάρμακα με μία δραστική ουσία που προλαμβάνει θρόμβους αίματος, όπως βαρφαρίνη,

φενπροκουμόνη ή ασενοκουμαρόλη (αντιπηκτικά)

φαινοφιβράτη (χρησιμοποιείται επίσης για τη μείωση της χοληστερόλης)

νιασίνη (χρησιμοποιείται επίσης για τη μείωση της χοληστερόλης)

ριφαμπικίνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της φυματίωσης).

Επίσης θα πρέπει να ενημερώστε οποιοδήποτε γιατρό ο οποίος σας συνταγογραφεί ένα νέο φάρμακο ότι

λαμβάνετε το STASIVA.

STASIVA με τροφές και ποτά

Ο χυμός γκρέιπφρουτ περιέχει ένα ή περισσότερα συστατικά που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο το

σώμα χρησιμοποιεί ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του STASIVA. Η

κατανάλωση του χυμού γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται.

Κύηση και θηλασμός

Μην παίρνετε STASIVA εάν είστε έγκυος, προσπαθείτε να μείνετε έγκυος ή υποψιάζεσθε οτι είστε

έγκυος. Εάν μείνετε έγκυος ενώ λαμβάνετε STASIVA, σταματήστε αμέσως να το λαμβάνετε και

επικοινωνήστε με το γιατρό σας. Μην παίρνετε STASIVA εάν θηλάζετε, επειδή δεν είναι γνωστό εάν το

φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Ζητήστε τη συμβουλή του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας προτού πάρετε οποιοδήποτε φάρμακο.

Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων

Το STASIVA δεν αναμένεται να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σε ορισμένα άτομα έχει αναφερθεί ζάλη μετά τη λήψη του

STASIVA.

Το STASIVA περιέχει λακτόζη

Τα δισκία STASIVA περιέχουν ένα σάκχαρο που ονομάζεται λακτόζη. Εάν σας έχει ενημερώσει ο

γιατρός σας ότι έχετε δυσανεξία σε ορισμένα σάκχαρα, επικοινωνήστε με το γιατρό σας πριν πάρετε

αυτό φαρμακευτικό προϊόν.

3.

Πώς να πάρετε το STASIVA

Ο γιατρός σας θα καθορίσει την κατάλληλη περιεκτικότητα του δισκίου για σας, που εξαρτάται από την

κατάστασή σας, από τις θεραπείες που λαμβάνετε ήδη και την ατομική σας κατάσταση κινδύνου.

Να χρησιμοποιείτε πάντοτε αυτό το φάρμακο, ακριβώς όπως σας το συνταγογράφησε ο γιατρός σας.

Ελέγξτε με το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας εάν δεν είστε σίγουροι ότι πρέπει να το πάρετε.

Πρέπει να συνεχίσετε τη δίαιτα για την μείωση της χοληστερόλης ενόσω λαμβάνετε STASIVA.

Δοσολογία:

Η συνιστώμενη δοσολογία είναι σιμβαστατίνη 5mg, 10 mg, 20 mg, 40 mg ή 80 mg μία φορά

ημερησίως από το στόμα.

Ενήλικες:

Η συνήθης δοσολογία έναρξης είναι 10, 20 ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, 40 mg ημερησίως. Ο γιατρός

σας μπορεί να αναπροσαρμόσει τη δόση σας μετά από τουλάχιστον 4 εβδομάδες έως το μέγιστο των 80 mg

ημερησίως.

Μην παίρνετε περισσότερο από 80 mg ημερησίως

Ο γιατρός σας μπορεί να σας συνταγογραφήσει μικρότερες δόσεις, ιδιαίτερα εάν παίρνετε ορισμένα

φαρμακευτικά προϊόντα που αναφέρθηκαν παραπάνω ή έχετε ορισμένα προβλήματα των νεφρών.

Η δόση των 80 mg συνιστάται μόνον για ενήλικες ασθενείς με πολύ υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και

υψηλό κίνδυνο για καρδιακά προβλήματα, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει το στόχο τους ως προς την

χοληστερόλη με μικρότερες δόσεις.

Χρήση σε παιδιά και εφήβους:

Για παιδιά (ηλικίας 10-17 ετών), η συνιστώμενη συνήθης δόση έναρξης είναι 10 mg μια φορά ημερησίως

λαμβανόμενη κατά το βράδυ. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 40 mg ημερησίως.

Τρόπος χορήγησης

Να λαμβάνετε το STASIVA το βράδυ. Μπορείτε να το πάρετε με ή χωρίς τροφή.

Συνεχίστε να παίρνετε το STASIVA εκτός εάν ο γιατρός σας συνιστά να το σταματήσετε.

Εάν ο γιατρός σας σας έχει συνταγογραφήσει το STASIVA μαζί με άλλο φάρμακο για την μείωση της

χοληστερόλης, που περιέχει οποιοδήποτε άλλο σκεύασμα που δεσμεύει το χολικό οξύ, πρέπει να πάρετε

STASIVA τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά την λήψη του σκευάσματος που δεσμεύει το χολικό

οξύ.

Εάν πάρετε μεγαλύτερη δόση STASIVA από την κανονική

παρακαλείσθε να επικοινωνήσετε με το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Εάν ξεχάσετε να πάρετε το STASIVA

μην πάρετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε το δισκίο που ξεχάσατε, απλώς να πάρετε την

κανονική σας δόση του STASIVA κατά την συνήθη ώρα την επόμενη ημέρα.

Εάν σταματήσετε να παίρνετε STASIVA

μιλήστε με το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό επειδή η χοληστερόλη σας μπορεί πάλι να αυξηθεί.

Εάν έχετε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμάκου, ρωτήστε το γιατρό ή τον

φαρμακοποιό σας.

4.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, το STASIVA μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και δεν

παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί πόσο συχνά αναφέρονται οι ανεπιθύμητες

ενέργειες:

Σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στους 1.000 ανθρώπους).

Πολύ σπάνιες (μπορεί να επηρεάσουν έως 1 στους 10.000 ανθρώπους).

Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα

δεδομένα).

Οι ακόλουθες σπάνιες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί

Εάν παρατηρήσετε κάποια από αυτές τις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, σταματήστε να

παίρνετε το φάρμακο και επικοινωνήστε αμέσως με τον γιατρό σας ή πηγαίνετε στις πρώτες

βοήθειες του πλησιέστερου σε σας νοσοκομείου

μυϊκός πόνος, ευαισθησία, αδυναμία, ή κράμπες. Σε σπάνιες περιπτώσεις, αυτά τα μυϊκά

προβλήματα μπορεί να είναι σοβαρά, συμπεριλαμβανομένης της μυϊκής καταστροφής που

οδηγεί σε νεφρική βλάβη, και πολύ σπάνια έχουν παρουσιασθεί θάνατοι.

αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αλλεργικές) που συμπεριλαμβάνουν:

οίδημα του προσώπου, της γλώσσας και του λαιμού, που μπορεί να προκαλέσει

δυσκολία στην αναπνοή (αγγειοοίδημα)

σοβαρό μυϊκό πόνο συνήθως στους ώμους και το ισχίο

εξάνθημα με εξασθένιση των άκρων και των αυχενικών μυών

πόνος ή φλεγμονή των αρθρώσεων (ρευματική πολυμυαλγία)

φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων (αγγειίτιδα)

όχι συνήθεις μώλωπες, εξανθήματα του προσώπου και οίδημα (δερματομυοσίτιδα),

κνίδωση, ευαισθησία του δέρματος στον ήλιο, πυρετός, έξαψη.

δυσκολία στην αναπνοή (δύσπνοια) και αίσθημα κακής διάθεσης

εικόνα νόσου παρόμοια με αυτή του ερυθηματώδους λύκου (συμπεριλαμβανομένου του

εξανθήματος, διαταραχών στις αρθρώσεις και επιδράσεων στα κύτταρα του αίματος).

φλεγμονή του ήπατος με τα ακόλουθα συμπτώματα: κιτρίνισμα του δέρματος και των

οφθαλμών, κνησμός, σκουρόχρωμα ούρα ή ανοιχτόχρωμα κόπρανα, αίσθημα κούρασης ή

αδυναμίας, απώλεια όρεξης, ηπατική ανεπάρκεια (πολύ σπάνια)

φλεγμονή στο πάγκρεας συχνά με ισχυρό κοιλιακό πόνο.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν επίσης αναφερθεί σπάνια :

χαμηλός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων (αναιμία)

αίσθηση μουδιάσματος ή αδυναμία των χεριών και ποδιών

κεφαλαλγία, αίσθημα εμβοών, ζάλη

πεπτικές διαταραχές (κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, δυσπεψία, διάρροια, ναυτία,

έμετος)

εξάνθημα, κνησμός, απώλεια μαλλιών

εξασθένιση

προβλήματα στον ύπνο (πολύ σπάνια)

πτωχή μνήμη (πολύ σπάνια), απώλεια μνήμης, σύγχυση

Έχει αναφερθεί η ακόλουθη πολύ σπάνια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια:

μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση που προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή ή ζάλη (αναφυλαξία)

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν επίσης αναφερθεί αλλά η συχνότητα δεν μπορεί να

εκτιμηθεί από τις διαθέσιμες πληροφορίες (μη γνωστής συχνότητας):

στυτική δυσλειτουργία

κατάθλιψη

φλεγμονή στους πνεύμονες που προκαλεί προβλήματα αναπνοής συμπεριλαμβανομένου του

επίμονου βήχα και/ή δύσπνοιας ή πυρετού

προβλήματα στον τένοντα, μερικές φορές με επιπλοκή λόγω ρήξης του τένοντα.

Επιπρόσθετες πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με μερικές στατίνες:

διαταραχές κατά τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών

σεξουαλικές δυσκολίες

διαβήτης. Αυτό είναι πιο πιθανό να εμφανισθεί εάν έχετε υψηλά επίπεδα σακχάρων και λιπιδίων στο

αίμα σας, είστε υπέρβαροι και έχετε υψηλή αρτηριακή πίεση. Ο γιατρός σας θα σας παρακολουθεί

ενόσω λαμβάνετε αυτό το φάρμακο.

μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία η οποία είναι διαρκής η οποία μπορεί να μην υποχωρήσει και

μετά την διακοπή του STASIVA (μη γνωστής συχνότητας).

Εργαστηριακές τιμές

Έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους εργαστηριακούς ελέγχους αίματος αυξήσεις των δεικτών ηπατικής

λειτουργίας και ενός μυϊκού ενζύμου (κινάση της κρεατίνης).

Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών

Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών

χρήσης. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό

Φαρμάκων

(Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337Φαξ: + 30 21

06549585Ιστότοπος: http://www.eof.gr, www.eof.gr).

Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων

πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος φαρμάκου.

5.

Πώς να φυλάσσετε το STASIVA

Nα φυλάσσεται το φάρμακο αυτό σε μέρη που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα παιδιά.

Να μη χρησιμοποιείτε το φάρμακο αυτό μετά την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στον περιέκτη.

H ημερομηνία λήξης είναι η τελευταία ημέρα του μήνα που αναφέρεται εκεί.

Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25

Μην πετάτε φάρμακα στο νερό της αποχέτευσης ή στα οικιακά απορρίμματα. Ρωτήστε το φαρμακοποιό

σας για το πώς να πετάξετε τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιείτε πια. Αυτά τα μέτρα θα βοηθήσουν

στην προστασία του περιβάλλοντος.

6.

Περιεχόμενο της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες

Τι περιέχει το STASIVA

Η δραστική ουσία είναι: σιμβαστατίνη (20 mg, 40 mg)

STASIVA 20 mg/tab:

Τα άλλα συστατικά είναι βουτυλυδροξυανισόλη, ασκορβικό οξύ, μονοϋδρικό κιτρικό οξύ,

μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, προζελατινοποιημένο άμυλο, στεατικό μαγνήσιο, μονοϋδρική λακτόζη.

Η επικάλυψη του δισκίου περιέχει υπρομελλόζη, υδροξυπρόπυλο-κυτταρίνη, διοξείδιο του τιτανίου

(Ε171, CI77891), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172, CI77492), κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172,

CI77491).

STASIVA 40 mg/tab:

Τα άλλα συστατικά είναι βουτυλυδροξυανισόλη, ασκορβικό οξύ, μονοϋδρικό κιτρικό οξύ,

μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, προζελατινοποιημένο άμυλο, στεατικό μαγνήσιο, μονοϋδρική λακτόζη.

Η επικάλυψη του δισκίου περιέχει υπρομελλόζη, υδροξυπρόπυλο-κυτταρίνη, διοξείδιο του τιτανίου

(Ε171, CI77891), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172, CI77492), κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172,

CI77491).

Εμφάνιση του STASIVA και περιεχόμενο της συσκευασίας

Τα δισκία STASIVA 20 mg είναι κίτρινου χρώματος, στρογγυλά, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα με λεπτό

υμένιο.

Τα δισκία STASIVA 40 mg είναι κίτρινου χρώματος, στρογγυλά, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα με λεπτό

υμένιο.

STASIVA 20 mg/tab:

Τα δισκία STASIVA των 20 mg περιέχονται σε blister από PVC/PVDC-Aluminium foil. Κάθε κουτί

περιέχει:

1 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 10 (BLIST 1 x 10)

3 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 30 (BLIST 3 x 10).

6 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 60 (BLIST 6 x 10).

STASIVA 40 mg/tab:

Τα δισκία STASIVA των 40 mg περιέχονται σε blister από PVC/PVDC-Aluminium foil. Κάθε κουτί

περιέχει:

1 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 10 (BLIST 1 x 10)

2 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 20 (BLIST 2 x 10)

3 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 30 (BLIST 3 x 10).

6 blister από 10 δισκία,

ΒΤ x 60 (BLIST 6 x 10).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας

ΦΑΡΜΑΝΕΛ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε

Λεωφ. Μαραθώνος 106, 153 44 Γέρακας Αττικής

Τηλ. : 210 60 48 560 Fax: 210 66 13 013

Παραγωγός (Υπεύθυνος απελευθέρωσης παρτίδας)

ONE PHARMA Α.Ε.

60° χλμ. N.E.O. Αθηνών –Λαμίας, Τ.Κ. 32009

Σχηματάρι Βοιωτίας, Ελλάδα

Το παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις:

Διαβάστε το πλήρες έγγραφο

S T A S I V A

Σιμβαστατίνη

1.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

STASIVA 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

STASIVA 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 20 mg σιμβαστατίνη

Κάθε δισκίο περιέχει 40 mg σιμβαστατίνη

Έκδοχο(α) με γνωστή επίδραση:

Κάθε δισκίο 20 mg περιέχει 141,46 mg μονοϋδρική λακτόζη

Κάθε δισκίο 40 mg περιέχει 282,92 mg μονοϋδρική λακτόζη

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλέπε παράγραφο 6.1.

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Τα δισκία STASIVA 20 mg είναι κίτρινου χρώματος, στρογγυλά, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα

με λεπτό υμένιο.

Τα δισκία STASIVA 40 mg είναι κίτρινου χρώματος, στρογγυλά, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα

με λεπτό υμένιο.

4.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Υπερχοληστερολαιμία

Θεραπεία της πρωτοπαθούς υπερχοληστερολαιμίας ή μικτής δυσλιπιδαιμίας, ως

συμπληρωματικό της δίαιτας, όταν η ανταπόκριση στη δίαιτα και σε άλλα μη-

φαρμακολογικά μέσα (π.χ. άσκηση, μείωση του βάρους) είναι ανεπαρκής.

Θεραπεία της ομόζυγου οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας (HoFH) ως συμπληρωματικό της

δίαιτας, και άλλων θεραπειών, που μειώνουν τα λιπίδια (π.χ. LDL-αφαίρεση) ή εάν τέτοιου

είδους θεραπείες δεν είναι κατάλληλες.

Καρδιαγγειακή πρόληψη

Μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας σε ασθενείς με εμφανή

αθηροσκληρυντική καρδιαγγειακή νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη, είτε με φυσιολογικά ή αυξημένα

επίπεδα χοληστερόλης ως συμπληρωματικό στην διόρθωση άλλων παραγόντων κινδύνου και

άλλης καρδιοπροστατευτικής θεραπείας (βλέπε παράγραφο 5.1).

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

To εύρος του δοσολογικού σχήματος είναι 5-80 mgσιμβαστατίνης ημερησίως χορηγούμενη από

το στόμα ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Οι αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα

πρέπει να γίνονται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων μέχρι τη μέγιστη δόση των

80 mg/ημερησίως ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Η δόση των 80 mg συνίσταται μόνον σε ασθενείς

με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και οι οποίοι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο για

καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε

μικρότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλέπε

παραγράφους 4.4 και 5.1).

Υπερχοληστερολαιμία

Ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε μία καθιερωμένη διαιτητική αγωγή για τη μείωση της

χοληστερόλης και να συνεχίσει με αυτή τη δίαιτα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με

STASIVA. Η συνήθης δόση έναρξης είναι 10–20 mg/ημερησίως χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση

το βράδυ. Οι ασθενείς στους οποίους απαιτείται μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων LDL-C

(μεγαλύτερη από 45%) μπορούν να αρχίσουν την θεραπεία με 20–40 mg/ημερησίως

χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα

πρέπει να γίνονται όπως αναφέρθηκε ειδικά παραπάνω.

Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Βάσει των αποτελεσμάτων μίας ελεγχόμενης κλινικής μελέτης, η συνιστώμενη δοσολογία

έναρξης είναι σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως χορηγούμενη το βράδυ. Το STASIVA πρέπει να

χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς ως συμπληρωματικό σε άλλες υπολιπιδαιμικές

θεραπείες, που μειώνουν τα λιπίδια (π.χ. LDL αφαίρεση) ή εφόσον τέτοιες θεραπείες δεν είναι

διαθέσιμες.

Σε ασθενείς που λαμβάνουν λομιταπίδη ταυτόχρονα με STASIVA, η δόση του STASIVA δεν

πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg/ημερησίως (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.5).

Καρδιαγγειακή πρόληψη

Η συνήθης δόση σιμβαστατίνης είναι 20 έως 40 mg/ημερησίως χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση

το βράδυ σε ασθενείς σε μεγάλο κίνδυνο για στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD, με ή χωρίς

υπερλιπιδαιμία). Η θεραπεία με το φάρμακο μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα με την δίαιτα και

την άσκηση. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται όπως

αναφέρθηκε ειδικά παραπάνω.

Ταυτόχρονη θεραπεία

Το STASIVA είναι αποτελεσματικό ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ενώσεις που

απομακρύνουν το χολικό οξύ. Η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται είτε > 2 ώρες πριν ή > 4 ώρες

μετά την χορήγηση της ένωσης που απομακρύνει το χολικό οξύ.

Σε ασθενείς που λαμβάνουν STASIVA ταυτόχρονα με φιβράτες εκτός της γεμφιβροζίλης (βλέπε

παράγραφο 4.3) ή της φαινοφιβράτης, η δοσολογία του STASIVA δεν θα πρέπει να υπερβαίνει

10 mg/ημερησίως. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη,

βεραπαμίλη, διλτιαζέμη ή προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη ταυτόχρονα με

STASIVA, η δοσολογία του STASIVA δεν θα πρέπει να υπερβαίνει 20 mg/ημερησίως ( Βλέπε

παραγράφους 4.4 και 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δοσολογίας σε ασθενείς με μέτρια νεφρική

δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης

< 30 ml/min), δόσεις πάνω από 10 mg/ημερησίως θα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή και εάν

θεωρηθεί αναγκαίο, να χορηγούνται προσεκτικά.

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας

Παιδιατρικός πληθυσμός

Για παιδιά και εφήβους (αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που είναι τουλάχιστον

ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10-17 ετών) με ετερόζυγο οικογενή

υπερχοληστερολαιμία, η συνιστώμενη συνήθης αρχική δόση είναι 10 mg μια φορά ημερησίως

κατά το βράδυ. Τα παιδιά και οι έφηβοι πρέπει να τεθούν σε μια καθιερωμένη δίαιτα μείωσης

της χοληστερόλης πριν από την έναρξη της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Αυτή η δίαιτα πρέπει να

συνεχισθεί κατά την διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη.

Το συνιστώμενο δοσολογικό εύρος είναι 10-40 mg/ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση

είναι 40 mg/ημερησίως. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τον συνιστώμενο

στόχο της θεραπείας, όπως συνιστάται ,σύμφωνα με τις συστάσεις για την παιδιατρική θεραπεία

(βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1). Αναπροσαρμογές πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4

εβδομάδων ή περισσότερο.

Η εμπειρία με τη σιμβαστατίνη σε παιδιά πριν από την εφηβεία είναι περιορισμένη.

Τρόπος χορήγησης

Το STASIVA είναι για χορήγηση από το στόμα. Το STASIVA μπορεί να χορηγηθεί ως

εφάπαξ δόση κατά το βράδυ.

4.3

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που

αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητα επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του

ορού.

Κύηση και γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.6).

Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν

την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη,

ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη),

μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη,

νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη) (βλέπε

παραγράφους 4.4 και 4.5)

Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης, κυκλοσπορίνης ή δαναζόλης (βλέπε

παραγράφους 4.4. και 4.5).

Σε ασθενείς με HoFH (ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία), ταυτόχρονη

χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις > 40 mg STASIVA

(Βλέπε παραγράφους 4.2, 4.4 και 4.5).

4.4

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Mυοπάθεια/Ραβδομυόλυση

Η σιμβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, περιστασιακά

προκαλεί μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με επίπεδα

της κινάσης κρεατίνης (CK) δέκα φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Η

μυοπάθεια μερικές φορές εκδηλώνεται όπως η ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική

ανεπάρκεια, ως συνέπεια της μυοσφαιρινουρίας, και πολύ σπάνια έχουν εμφανισθεί θάνατοι.

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια αυξήθηκε με τα αυξημένα επίπεδα ανασταλτικής δραστικότητας

της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα (π.χ. αυξημένα επίπεδα σιμβαστατίνης και οξέος

σιμβαστατίνης στο πλάσμα), η οποία εν μέρει μπορεί να βασίζεται στην αλληλεπίδραση

φαρμάκων τα οποία παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της σιμβαστατίνης και/ή των

διαδικασιών μεταφοράς (βλέπε παράγραφο 4.5).

Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, ο κίνδυνος για

μυοπάθεια/ραβδομυόλυση σχετίζεται με τη δοσολογία. Στη βάση δεδομένων μίας κλινικής

μελέτης στην οποία 41.413 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη, από τους οποίους

24.747 (περίπου 60%) εντάχθηκαν σε μελέτες με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης

τουλάχιστον για 4 χρόνια, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,03%, 0,08%

και 0,61% για 20, 40 και 80 mg/ημερησίως, αντιστοίχως. Σ΄ αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς

παρακολουθήθηκαν προσεκτικά και ορισμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που είχαν

αλληλεπιδράσεις, είχαν αποκλεισθεί.

Σε μία κλινική μελέτη στην οποία οι ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου

έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 80 mg/ημερησίως (μέσος χρόνος παρακολούθησης 6,7

χρόνια), η συχνότητα μυοπάθειας ήταν περίπου 1,0% σε σύγκριση με 0,02% για τους

ασθενείς που ελάμβαναν 20 mg/ημερησίως. Περίπου το ήμισυ αυτών των περιστατικών

μυοπάθειας παρουσιάσθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου θεραπείας. Η συχνότητα

εμφάνισης μυοπάθειας σε κάθε ένα από τα επόμενα έτη θεραπείας ήταν περίπου 0,1% (βλέπε

παραγράφους 4.8 και 5.1).

Ο κίνδυνος μυοπάθειας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 80 mg σε

σύγκριση με άλλες θεραπείες βασιζόμενες σε στατίνη με παρόμοια αποτελεσματικότητα στη

μείωση της χαμηλής πυκνότητας χοληστερόλης (LDL-C). Επομένως η δόση 80 mg της

σιμβαστατίνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή

υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν

επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε χαμηλές δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να

υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 80 mg για τους

οποίους απαιτείται ένας παράγοντας με τον οποίο υπάρχει αλληλεπίδραση, θα πρέπει να

χρησιμοποιηθεί είτε μια χαμηλότερη δόση σιμβαστατίνης ή ένα εναλλακτικό σχήμα που

βασίζεται σε στατίνη με μικρότερο ενδεχόμενο αλληλεπιδράσεων φαρμάκου προς φάρμακο

(βλέπε παρακάτω

Μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μυοπάθειας που προκαλείται από τις

αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

και παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.5).

Σε μία κλινική μελέτη κατά την οποία οι ασθενείς που βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο για

καρδιαγγειακή νόσο έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 40 mg ημερησίως (μέσος χρόνος

παρακολούθησης 3,9 χρόνια), η συχνότητα μυοπάθειας ήταν περίπου 0,05% για τους μη–

Κινέζους ασθενείς (n=7.367) σε σύγκριση με 0,24% για Κινέζους ασθενείς (n=5.468).

Μολονότι ο μόνος Ασιατικός πληθυσμός που αξιολογήθηκε σ΄ αυτή την κλινική μελέτη ήταν

Κινέζοι, πρέπει να δοθεί προσοχή όταν συνταγογραφείται η σιμβαστατίνη σε Ασιάτες

ασθενείς και πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αναγκαία δόση.

Μειωμένη λειτουργία των πρωτεϊνών μεταφοράς

Μειωμένη λειτουργία των ηπατικών πρωτεϊνών μεταφοράς (OATP) μπορεί να αυξήσει την

συστηματική έκθεση του οξέος της σιμβαστατίνης και να αυξήσει τον κίνδυνο για μυοπάθεια

και ραβδομυόλυση.

Μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη λειτουργία ως το αποτέλεσμα της αναστολής μέσω

αλληλεπίδρασης με φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη) ή σε ασθενείς οι οποίοι είναι φορείς του

γονότυπου SLCO1B1 c.521T>C.

Ασθενείς που είναι φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου SLCO1B1 (c.521T>C) που

κωδικοποιεί μία λιγότερο ενεργό πρωτεΐνη OATP1B1 έχουν αυξημένη συστηματική έκθεση

του οξέος σιμβαστατίνης και αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια

που σχετίζεται με μεγάλη δόση σιμβαστατίνης (80 mg) είναι περίπου 1% γενικά, χωρίς

γονιδιακό έλεγχο. Βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης SEARCH, οι φορείς του

ομοζυγωτικού C αλληλόμορφου (ονομάζεται επίσης CC) που έλαβαν θεραπεία με 80 mg

έχουν 15% κίνδυνο για μυοπάθεια μέσα σε ένα χρόνο, ενώ ο κίνδυνος για τους φορείς του

ετεροζυγωτικού C αλληλόμορφου (ονομάζεται επίσης CT) είναι 1,5%. Ο κίνδυνος που

αντιστοιχεί είναι 0,3% σε ασθενείς που έχουν τον πιο συχνό γονότυπο (TT) (Βλέπε

παράγραφο 5.2). Όπου είναι διαθέσιμη, η γονιδιακή κωδικοποίηση σχετικά με την παρουσία

του C αλληλόμορφου πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως τμήμα της αξιολόγησης οφέλους/κινδύνου

πριν από την συνταγογράφηση σιμβαστατίνης 80 mg για εξατομικευμένους ασθενείς και να

αποφεύγονται μεγάλες δόσεις σ’ αυτούς που βρέθηκε ότι είναι φορείς του γονότυπου CC.

Ωστόσο, η απουσία αυτού του γονιδίου κατά την κωδικοποίηση δεν αποκλείει το ότι μπορεί

ακόμα να παρουσιασθεί μυοπάθεια.

Μέτρηση της κινάσης της κρεατίνης

Η μέτρηση της κινάσης της κρεατίνης (CK) δεν θα πρέπει να γίνεται μετά από κουραστική

άσκηση ή όταν υπάρχει οποιαδήποτε προφανής διαφορετική αιτία για την αύξηση της CK

επειδή αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της τιμής της. Εάν τα επίπεδα της CK έχουν

σημαντικά αυξηθεί από την έναρξη της θεραπείας (> 5 x ULN), θα πρέπει να μετρώνται και

πάλι τα επίπεδα 5 ως 7 ημέρες αργότερα, προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.

Πριν από την θεραπεία

Σ' όλους τους ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με σιμβαστατίνη ή σε αυτούς των οποίων η

δόση της σιμβαστατίνης έχει αυξηθεί, πρέπει να εφιστάται η προσοχή για τον κίνδυνο

μυοπάθειας και να ενημερωθούν ώστε να αναφέρουν αμέσως οποιοδήποτε ανεξήγητο μυϊκό

πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση.

Προκειμένου να καθιερωθεί μία αρχική τιμή αναφοράς, θα πρέπει να γίνει μέτρηση της CK

πριν από την έναρξη της θεραπείας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Ηλικιωμένοι (ηλικίας ≥65 ετών)

Άτομα γένους θηλυκού

Νεφρική δυσλειτουργία

Μη ελεγχόμενος υποθυρεοειδισμός

Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών

Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης

Κατάχρηση αλκοόλ.

Σ’ αυτές τις καταστάσεις ο κίνδυνος της θεραπείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το

πιθανό όφελος και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν κάποιος ασθενής είχε παρουσιάσει

προηγουμένως κάποια μυϊκή διαταραχή σε μία φιβράτη ή σε μία στατίνη, η έναρξη της

θεραπείας με ένα διαφορετικό φάρμακο της κατηγορίας, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν

τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα πριν την έναρξη ( > 5 x ULN) η θεραπεία δεν θα

πρέπει να αρχίσει.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Εάν παρουσιασθεί μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες ενόσω κάποιος ασθενής λαμβάνει

θεραπεία με μία στατίνη, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν αυτά τα επίπεδα

έχουν βρεθεί κατά την απουσία έντονης άσκησης, σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN), η

θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν

καθημερινά δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα CK είναι < 5 x ULN, θα πρέπει να εξετασθεί

το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία για μυοπάθεια για οποιοδήποτε

λόγο, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί..

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν

πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας

(ΑΔΝΜ). Η ΑΔΝΜ χαρακτηρίζεται κλινικά από επίμονη αδυναμία του εγγύς μυός και από

αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά

την διακοπή της αγωγής με στατίνη (βλέπε παράγραφο 4.8).

Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επιστρέψουν στα φυσιολογικά

επίπεδα, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με μία στατίνη ή

έναρξη της αγωγής με μία εναλλακτική στατίνη στη μικρότερη δυνατή δόση και με στενή

παρακολούθηση.

Ένα μεγαλύτερο ποσοστό μυοπάθειας παρατηρήθηκε σε ασθενείς που τιτλοποιήθηκαν με την

δόση των 80 mg (βλέπε παράγραφο 5.1). Συνιστώνται περιοδικές μετρήσεις της CK, επειδή

μπορεί να είναι χρήσιμες για την ταυτοποίηση υποκλινικών περιπτώσεων μυοπάθειας.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτός ο έλεγχος θα προλαμβάνει τη μυοπάθεια.

Η θεραπεία με σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μερικές ημέρες πριν από

προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση μείζονος σημασίας και όποτε επέρχεται

οποιαδήποτε ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας.

Μέτρα για την μείωση του κινδύνου για μυοπάθεια που προκαλείται από τις αλληλεπιδράσεις με

άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλέπε επίσης παράγραφο 4.5).

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε σημαντικά με την ταυτόχρονη λήψη

σιμβαστατίνης με ισχυρούς αναστολείς του συστήματος CYP3A4 (όπως ιτρακοναζόλη,

κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη,

τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη,

νεφαζοδόνη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη), καθώς και με

γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη και δαναζόλη. Η χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων

αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε επίσης με την ταυτόχρονη χρήση

αμιωδαρόνης, αμλοδιπίνης, βεραπαμίλης ή διλτιαζέμης με ορισμένες δόσεις σιμβαστατίνης

(βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5). Ο κίνδυνος για μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της

ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση φουσιδικού οξέος με

στατίνες (βλέπε παράγραφο 4.5). Για ασθενείς με HoFH, αυτός ο κίνδυνος μπορεί να είναι

αυξημένος με την ταυτόχρονη χρήση λομιταπίδης με σιμβαστατίνη.

Συνεπώς, σχετικά με τους αναστολείς του CYP3A4, η χορήγηση της σιμβαστατίνης

ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς

πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη,

κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν

κομπισιστάτη αντενδείκνυται (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.5). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς

αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή

περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί (και

να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά τη διάρκεια αυτής

της θεραπείας. Επιπλέον, θα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση

σιμβαστατίνης και ορισμένων λιγότερο ισχυρών αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη,

βεραπαμίλη, διλτιαζέμη (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5). Ταυτόχρονη λήψη χυμού γκρέϊπ

φρουτ και σιμβαστατίνης πρέπει να αποφεύγεται.

Η χορήγηση της σιμβαστατίνης με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).

Λόγω του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση, η δόση της σιμβαστατίνης

δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη

με άλλες φιβράτες, εκτός της φαινοφιβράτης (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται φαινοφιβράτη με σιμβαστατίνη, καθώς και τα

δύο φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται ως μονοθεραπεία.

Η σιμβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με σκευάσματα συστηματικής χορήγησης

φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών μετά το τέλος της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε

ασθενείς στους οποίους η συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος θεωρείται αναγκαία, η

θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη την διάρκεια της θεραπείας με

φουσιδικό οξύ.

Έχουν γίνει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων μερικών θανάτων) σε

ασθενείς που ελάμβαναν φουσιδικό οξύ και στατίνες σε συνδυασμό (βλέπε παράγραφο 4.5).

Ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να αναζητά άμεσα ιατρική βοήθεια εάν παρουσιάσει

οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνο ή ευαισθησία. Η θεραπεία με στατίνη

μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε

εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χρήση φουσιδικού

οξέος, π.χ. για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, το ενδεχόμενο της ανάγκης συγχορήγησης

σιμβαστατίνης και φουσιδικού οξέος πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και κάτω από

στενή ιατρική παρακολούθηση.

Η συνδυασμένη χορήγηση της σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 20 mg ημερησίως

με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, ή διλτιαζέμη πρέπει να αποφεύγεται. Σε ασθενείς

με HoFH, η συνδυασμένη χρήση της σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg

ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται. (Βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.5).

Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική

επίδραση στο CYP3A4 ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη, ιδιαίτερα με μεγαλύτερες δόσεις

σιμβαστατίνης, ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Όταν

συγχορηγείται σιμβαστατίνη με ένα μέτριο αναστολέα του CYP3A4 (παράγοντες που

αυξάνουν την AUC περίπου κατά 2-5 φορές), μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή

της δοσολογίας της σιμβαστατίνης. Για ορισμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4 π.χ.

διλτιαζέμη, συνιστάται μία μέγιστη δόση των 20 mg σιμβαστατίνης (βλέπε παράγραφο 4.2).

Η σιμβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της Ανθεκτικής στον Καρκίνο

του Μαστού Πρωτεϊνης (BCRP). Η ταυτόχρονη χορήγηση προϊόντων που είναι αναστολείς

της BCRP (π.χ. ελμπασβίρη και γραζοπρεβίρη) μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες

συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης στο πλάσμα και σε αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Γι’ αυτό,

θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν μία αναπροσαρμογή της δόσης της σιμβαστατίνης εξαρτώμενη από

την συνταγογραφούμενη δόση. Η συγχορήγηση ελμπασβίρης και γραζοπρεβίρης ταυτόχρονα

με σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο

, η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να

υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με

προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη

(βλέπε παράγραφο 4.5).

Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την ταυτόχρονη

χορήγηση αναστολέων της αναγωγάσης HMG-CoA και νιασίνης (νικοτινικού οξέος), σε

δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (

1 g/ημερησίως), καθένα από τα οποία μπορεί να

προκαλέσει μυοπάθεια εάν χορηγηθεί ως μονοθεραπεία.

Σε μία κλινική μελέτη (μέσος χρόνος παρακολούθησης 3,9 χρόνια) η οποία συμπεριέλαβε

ασθενείς που βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο και με καλά ελεγχόμενα

επίπεδα LDL-C που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως με ή χωρίς

εζετιμίμπη 10 mg δεν υπήρξε ουσιαστικό όφελος σχετικά με καρδιαγγειακά αποτελέσματα με

την προσθήκη νιασίνης (νικοτινικό οξύ) σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (

1g/ημερησίως). Ως εκ τούτου, οι γιατροί που σκοπεύουν να χορηγήσουν την συνδυασμένη

θεραπεία με σιμβαστατίνη και νιασίνη (νικοτινικό οξύ), σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα

λιπίδια (

1g/ημερησίως) ή προϊόντα που περιέχουν νιασίνη, πρέπει προσεκτικά να

εκτιμήσουν τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν προσεκτικά τους

ασθενείς για οποιαδήποτε σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας,

ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και όταν αυξηθεί η δοσολογία οποιουδήποτε

από τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα.

Επιπρόσθετα, σ΄ αυτή τη μελέτη, η συχνότητα της μυοπάθειας ήταν περίπου 0,24% για

Κινέζους ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 40 mg ή εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη

10/40 mg σε σύγκριση με 1,24% για Κινέζους ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 40 mg

ή εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10/40 mg συγχορηγούμενη με ελεγχόμενης αποδέσμευσης

νικοτινικό οξύ/λαροπιπράντη 2.000 mg/40 mg. Μολονότι ο μόνος Ασιατικός πληθυσμός που

αξιολογήθηκε σ΄αυτή την κλινική μελέτη ήταν Κινέζοι, επειδή η συχνότητα της μυοπάθειας

είναι μεγαλύτερη σε Κινέζους από ότι σε μη Κινέζους ασθενείς, η συγχορήγηση

σιμβαστατίνης με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (

1 g/ημερησίως) δεν συνιστάται σε Ασιάτες ασθενείς.

Η ασιπιμόξη είναι δομικά συναφής με την νιασίνη. Παρόλο που η ασιπιμόξη δεν έχει

μελετηθεί, ο κίνδυνος για τοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με τους μύες μπορεί να είναι

παρόμοιος με αυτόν της νιασίνης.

Ηπατικές επιδράσεις

Σε κλινικές μελέτες, επιμένουσες αυξήσεις (έως > 3 x ULN) των τρανσαμινασών του ορού

παρουσιάσθηκαν σε μερικούς ενήλικες ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη. Όταν η

σιμβαστατίνη διεκόπη προσωρινά ή τελείως σ’ αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των

τρανσαμινασών επανήλθαν αργά στα επίπεδα πριν την έναρξη της θεραπείας.

Συνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά

στη συνέχεια, εάν ενδείκνυται κλινικά. Ασθενείς που τιτλοποιούνται στη δόση των 80 mg θα

πρέπει να κάνουν έναν επιπλέον έλεγχο πριν από την τιτλοποίηση, 3 μήνες μετά την

τιτλοποίηση στην δοσολογία των 80 mg και περιοδικά για το επόμενο διάστημα (π.χ. κάθε

εξάμηνο) για τον πρώτο χρόνο της θεραπείας.

Οι ασθενείς που αναπτύσσουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών πρέπει να παρακολουθούνται

με ιδιαίτερη προσοχή και σ’ αυτούς τους ασθενείς πρέπει να επαναλαμβάνονται οι μετρήσεις

αμέσως και στη συνέχεια να επαναλαμβάνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών

δείχνουν αύξηση, και ιδιαίτερα αν αυξηθούν 3 x ULN και η αύξηση αυτή επιμένει, η

σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί. Να σημειωθεί ότι η ALT μπορεί να προέρχεται από τους

μύες, επομένως αύξηση της ALT μαζί με τη CK μπορεί να υποδηλώνει μυοπάθεια (βλέπε

παραπάνω

Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση

Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για θανατηφόρα και μη-

θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες

συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Εάν παρουσιασθεί σοβαρή ηπατική βλάβη με

κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερο κατά τη διάρκεια της θεραπείας με

STASIVA, διακόψτε αμέσως την θεραπεία. Μην ξεκινήσετε ξανά τη λήψη του STASIVA

εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική αιτιολογία.

Το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές

ποσότητες αλκοόλ.

Όπως και με άλλους παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια, έχει αναφερθεί μέτρια (< 3 x ULN)

αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μετά από θεραπεία με σιμβαστατίνη. Αυτές οι μεταβολές

που εμφανίστηκαν αμέσως μετά την έναρξη της θεραπείας με σιμβαστατίνη ήταν συνήθως

παροδικές, δεν συνοδεύτηκαν από κάποιο σύμπτωμα και δεν απαιτήθηκε διακοπή της θεραπείας.

Σακχαρώδης διαβήτης

Κάποια αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν ότι οι στατίνες ως μία φαρμακευτική κατηγορία

αυξάνουν την γλυκόζη στο αίμα και σε ορισμένους ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονται σε αυξημένο

κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον, μπορεί να προκαλέσουν επίπεδο υπεργλυκαιμίας το

οποίο αντιμετωπίζεται κατάλληλα με τυπική αγωγή για διαβήτη. Ο κίνδυνος, ωστόσο,

αντισταθμίζεται με την μείωση του αγγειακού κινδύνου με στατίνες και γι' αυτό δεν πρέπει να

είναι η αιτία για την διακοπή της θεραπείας με στατίνη. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο

(γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, BMI>30 kg/m

, αυξημένος αριθμός τριγλυκεριδίων,

υπέρταση) πρέπει να παρακολουθούνται τόσο από κλινικής πλευράς όσο και βιοχημικών

ελέγχων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Διάμεση πνευμονική νόσος

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διάμεσης πνευμονικής νόσου με ορισμένες στατίνες,

συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης, ιδιαίτερα με μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε

παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα που εμφανίζονται μπορεί να συμπεριλαμβάνουν δύσπνοια, μη

παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός).

Εάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο, η θεραπεία

με στατίνη πρέπει να διακοπεί.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σιμβαστατίνης σε ασθενείς ηλικίας 10-17 ετών με

ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, έχει αξιολογηθεί σε μια ελεγχόμενη κλινική μελέτη

σε εφήβους, αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο

μετά την εμμηναρχή. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη είχαν προφίλ

ανεπιθύμητων ενεργειών γενικά παρόμοιο με αυτό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με

εικονικό φάρμακο.

Δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg δεν έχουν μελετηθεί σε αυτό τον

πληθυσμό

. Σ' αυτή την περιορισμένη ελεγχόμενη μελέτη, δεν είχε παρουσιασθεί καμία

επίδραση στην ανάπτυξη ή την σεξουαλική ωρίμανση στους εφήβους αγόρια ή κορίτσια ή

οποιαδήποτε επίδραση στη διάρκεια του κύκλου της εμμήνου ρύσης στα κορίτσια (βλέπε

παραγράφους 4.2, 4.8, και 5.1). Τα κορίτσια έφηβοι πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με

κατάλληλες μεθόδους αντισύλληψης ενόσω βρίσκονται σε θεραπεία με σιμβαστατίνη (βλέπε

παραγράφους 4.3 και 4.6). Σε ασθενείς ηλικίας

<

18 ετών, δεν έχει μελετηθεί η

αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια για διαστήματα θεραπείας διάρκειας

>

48 εβδομάδων και

οι επιδράσεις μακράς διάρκειας στη σωματική, νοητική και σεξουαλική ωρίμανση δεν είναι

γνωστές. Η σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 10 ετών ούτε

σε παιδιά προ-εφηβείας και κορίτσια που βρίσκονται σε προ-εμμηναρχή.

Έκδοχο

Το προϊόν αυτό περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας

γαλακτόζης, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να

πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης

Πολλαπλοί μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν σε πιθανές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς

της HMG Co-A αναγωγάσης. Φάρμακα ή φυτικά σκευάσματα τα οποία αναστέλλουν

ορισμένα ένζυμα (π.χ. CYP3A4) και/ή διαδικασίες μεταφοράς (π.χ. OATP1B) μπορεί να

αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης και του οξέος σιμβαστατίνης στο πλάσμα και

μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια/ραβδομυόλυση.

Συμβουλευτείτε τις συνταγογραφούμενες πληροφορίες όλων των φαρμάκων που

χρησιμοποιείτε ταυτόχρονα για να έχετε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές

αλληλεπιδράσεις τους με την σιμβαστατίνη και/ή την πιθανότητα ενζυμικών αλλαγών ή

αλλαγών μεταφορέων και πιθανών αναπροσαρμογών στη δόση και το δοσολογικό

σχήμα.

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διεξαχθεί μόνον σε ενήλικες.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τα λιπίδια που μπορεί να

προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους.

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, αυξήθηκε με την

ταυτόχρονη χορήγηση φιβρατών. Επιπλέον, υπάρχει μία αλληλεπίδραση φαρμακοκινητικής

με γεμφιβροζίλη που οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα σιμβαστατίνης στο πλάσμα (βλέπε

παρακάτω

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

και παραγράφους 4.3 και 4.4). Όταν χορηγείται

ταυτόχρονα η σιμβαστατίνη και η φαινοφιβράτη, δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο κίνδυνος για

μυοπάθεια υπερβαίνει το σύνολο των κινδύνων του κάθε φαρμάκου μεμονωμένα. Δεν είναι

διαθέσιμα επαρκή στοιχεία φαρμακοεπαγρύπνισης και φαρμακοκινητικής για άλλες φιβράτες.

Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας /ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την συγχορήγηση

σιμβαστατίνης με νιασίνη, σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (

1 g/ημερησίως)

(βλέπε παράγραφο 4.4).

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Συστάσεις κατά την συνταγογράφηση παραγόντων που αλληλεπιδρούν συνοψίζονται στον

παρακάτω πίνακα (περαιτέρω λεπτομέρειες παρέχονται στο κείμενο, βλέπε επίσης

παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4 ).

Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων που σχετίζονται με

Αυξημένο Κίνδυνο για Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση

Παράγοντες που αλληλεπιδρούν

Συστάσεις κατά την συνταγογράφηση

Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, π.χ.:

Ιτρακοναζόλη

Κετοκοναζόλη

Ποσακοναζόλη

Βορικοναζόλη

Ερυθρομυκίνη

Κλαριθρομυκίνη

Τελιθρομυκίνη

Αναστολείς πρωτεασών HIV

(π.χ.νελφιναβίρη)

Μποσεπρεβίρη

Τελαπρεβίρη

Νεφαζοδόνη

Κομπισιστάτη

Κυκλοσπορίνη

Δαναζόλη

Γεμφιβροζίλη

Αντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη

Αλλες φιβράτες (εκτός της φαινοφιβράτης)

Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10 mg

σιμβαστατίνης ημερησίως.

Φουσιδικό οξύ

Δεν συνιστάται με σιμβαστατίνη.

Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (

1g/ημερησίως)

Για Ασιάτες ασθενείς, δεν συνιστάται με

σιμβαστατίνη

Αμιωδαρόνη

Αμλοδιπίνη

Βεραπαμίλη

Διλτιαζέμη

Να μην υπερβαίνεται η δόση των 20 mg

σιμβαστατίνης ημερησίως.

Παράγοντες που αλληλεπιδρούν

Συστάσεις κατά την συνταγογράφηση

Ελμπασβίρη

Γραζοπρεβίρη

Λομιταπίδη

Για ασθενείς με HoFH, να μην υπερβαίνεται

η δόση των 40 mg σιμβαστατίνης ημερησίως.

Χυμός γκρέιπφρουτ

Να αποφεύγεται ο χυμός γκρέιπφρουτ όταν

λαμβάνεται σιμβαστατίνη.

Αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σιμβαστατίνη

Αλληλεπιδράσεις που συμπεριλαμβάνουν αναστολείς του CYP3A4

Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του κυτοχρώματος P450 3A4. Ισχυροί αναστολείς του

κυτοχρώματος P450 3A4 αυξάνουν τον κίνδυνο της μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης

αυξάνοντας τη συγκέντρωση της ανασταλτικής δραστικότητας της αναγωγάσης HMG-CoA

στο πλάσμα κατά τη διάρκεια θεραπείας με σιμβαστατίνη. Σ’ αυτούς τους αναστολείς

συμπεριλαμβάνονται η ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη,

ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ.

νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που

περιέχουν κομπισιστάτη. Η ταυτόχρονη χορήγηση ιτρακοναζόλης οδήγησε σε μία

περισσότερο από 10-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης (ο ενεργός

βήτα-υδροξυοξύ μεταβολίτης). Η τελιθρομυκίνη προκάλεσε 11-πλάσια αύξηση στην έκθεση

στο οξύ της σιμβαστατίνης.

Ο συνδυασμός με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς

πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη,

κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν

κομπισιστάτη αντενδείκνυται καθώς επίσης γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη και δαναζόλη

(βλέπε παράγραφο 4.3). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες

που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η

θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί (και να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης

μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά την διάρκεια αυτής της θεραπείας. Θα πρέπει να εφιστάται

προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και ορισμένων λιγότερο ισχυρών

αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη (βλέπε παραγράφους

4.2 και 4.4).

Φλουκοναζόλη

Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης που σχετίζονται με την ταυτόχρονη

χορήγηση σιμβαστατίνης και φλουκοναζόλης (βλέπε παράγραφο 4.4).

Κυκλοσπορίνη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια/ραβδομυόλυση αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση

κυκλοσπορίνης με σιμβαστατίνη . Γι' αυτό, η συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη αντενδείκνυται

(βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4). Παρόλο που ο μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός, η

κυκλοσπορίνη έδειξε ότι αυξάνει την AUC των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης. Η

αύξηση της AUC του οξέος της σιμβαστατίνης, προκύπτει προφανώς εν μέρει από την

αναστολή του CYP3A4 και/ή OATP1B1.

Δαναζόλη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χορήγηση

της δαναζόλης με σιμβαστατίνη. Γι' αυτό, η συγχορήγηση με δαναζόλη αντενδείκνυται

(βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).

Γεμφιβροζίλη

Η γεμφιβροζίλη αυξάνει την AUC του οξέος της σιμβαστατίνης κατά 1,9-φορές, πιθανόν

λόγω της αναστολής της διαδικασίας γλυκουρονιδίωσης και/ή OATP1B1 (βλέπε

παραγράφους 4.3 και 4.4). Ταυτόχρονη χορήγηση με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται.

Φουσιδικό οξύ

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με

την ταυτόχρονη χορήγηση συστηματικού φουσιδικού οξέος με στατίνες. Ο μηχανισμός αυτής

της αλληλεπίδρασης (είτε είναι φαρμακοδυναμική ή φαρμακοκινητική, ή και τα δύο) είναι

μέχρι τώρα άγνωστος. Έχουν γίνει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων

μερικών θανάτων) σε ασθενείς που έλαβαν αυτό τον συνδυασμό. Η συγχορήγηση αυτού του

συνδυασμού μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και των δύο

παραγόντων. Εάν η συστηματική θεραπεία με φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με

σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί κατά την διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.

Επίσης

βλέπε παράγραφο 4.4

Αμιωδαρόνη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χορήγηση

αμιωδαρόνης με σιμβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.4). Σε μία κλινική μελέτη αναφέρθηκε

μυοπάθεια στο 6% των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 80 mg και αμιωδαρόνη. Γι' αυτό η

δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς οι

οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμιωδαρόνη.

Αποκλειστές διαύλων Ασβεστίου

Βεραπαμίλη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξάνει με την ταυτόχρονη χορήγηση

βεραπαμίλης με σιμβαστατίνη 40 mg ή 80 mg (βλ. παράγραφο 4.4). Σε μία μελέτη

φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση με βεραπαμίλη οδήγησε σε αύξηση κατά

2,3 –φορές στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης, προφανώς εν μέρει λόγω της

αναστολής του CYP3A4. Γι αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει

τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με βεραπαμίλη.

Διλτιαζέμη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση

διλτιαζέμης με σιμβαστατίνη 80 mg (βλ. παράγραφο 4.4). Σε μία μελέτη

φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση διλτιαζέμης προκάλεσε αύξηση κατά 2,7-

φορές στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης, προφανώς λόγω της αναστολής του

CYP3A4. Γι’ αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg

ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διλτιαζέμη.

Αμλοδιπίνη

Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμλοδιπίνη ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη

βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής η

ταυτόχρονη χορήγηση αμλοδιπίνης οδήγησε σε αύξηση κατά 1,6 φορές στην έκθεση στο οξύ

της σιμβαστατίνης. Γι’ αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα

20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμλοδιπίνη.

Λομιταπίδη

Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη

χορήγηση λομιταπίδης με σιμβαστατίνη (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4 ). Ως εκ τούτου, σε

ασθενείς με HoFH, η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως

σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με λομιταπίδη.

Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4

Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα, που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική

επίδραση στο CYP3A4, ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη, ιδιαίτερα με μεγαλύτερες δόσεις

σιμβαστατίνης, μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναστολείς της Πρωτεΐνης Μεταφοράς OATP1B1

Το οξύ της σιμβαστατίνης είναι υπόστρωμα της πρωτεΐνης μεταφοράς OATP1B1. Η

ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς της πρωτεΐνης

μεταφοράς OATP1B1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του

οξέος σιμβαστατίνης και σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια (βλέπε παραγράφους 4.3 και

4.4).

Αναστολείς της Ανθεκτικής στον Καρκίνο του Μαστού Πρωτεϊνης (BCRP)

Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς της BCRP

συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη, μπορεί να

οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα και σε αυξημένο κίνδυνο για

μυοπάθεια (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Νιασίνη (νικοτινικό οξύ)

Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την ταυτόχρονη

χορήγηση σιμβαστατίνης με νιασίνη (νικοτινικό οξύ), σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα

λιπίδια (

1g/ημερησίως). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης

νικοτινικού οξέος 2 g παρατεταμένης αποδέσμευσης με σιμβαστατίνη 20 mg οδήγησε σε

μέτρια αύξηση της AUC της σιμβαστατίνης και του οξέος σιμβαστατίνης και των

συγκεντρώσεων C

του οξέος σιμβαστατίνης στο πλάσμα.

Χυμός γκρέιπφρουτ

Ο χυμός γκρέιπφρουτ αναστέλλει το κυτόχρωμα P450 3A4. Η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων

ποσοτήτων (πάνω από 1 λίτρο ημερησίως) χυμού γκρέιπφρουτ και σιμβαστατίνης οδήγησε σε

7-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης. Η λήψη 240 ml χυμού γκρέϊπ

φρούτ κατά το πρωί και σιμβαστατίνης κατά το βράδυ οδήγησε επίσης σε μία 1,9-πλάσια

αύξηση. Η λήψη χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη θα

πρέπει, συνεπώς, να αποφεύγεται.

Κολχικίνη

Έχουν γίνει αναφορές για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση με την ταυτόχρονη χορήγηση

κολχικίνης και σιμβαστατίνης, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή

παρακολούθηση τέτοιων ασθενών που λαμβάνουν αυτό το συνδυασμό.

Ριφαμπικίνη

Επειδή η ριφαμπικίνη είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4, οι ασθενείς που λαμβάνουν

μακράς διάρκειας θεραπεία με ριφαμπικίνη (π.χ. θεραπεία για φυματίωση) μπορεί να

παρουσιάσουν έλλειψη αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης. Σε μία μελέτη

φαρμακοκινητικής σε υγιείς εθελοντές, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης

(AUC) στο πλάσμα του οξέος της σιμβαστατίνης μειώθηκε κατά 93% με ταυτόχρονη

χορήγηση της ριφαμπικίνης.

Επιδράσεις της σιμβαστατίνης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Η σιμβαστατίνη δεν έχει ανασταλτική επίδραση στο κυτόχρωμα P450 3A4. Γι’ αυτό, δεν

αναμένεται να επηρεάσει τα επίπεδα στο πλάσμα άλλων φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω

του κυτοχρώματος P450 3A4.

Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα

Σε δύο κλινικές μελέτες, η μία σε υγιείς εθελοντές και η άλλη σε υπερχοληστερολαιμικούς

ασθενείς, η σιμβαστατίνη σε δόσεις 20-40 mg/ημέρα ενίσχυσε μετρίως την επίδραση των

κουμαρινικών αντιπηκτικών: o χρόνος προθρομβίνης, που χαρακτηρίζεται ως International

Normalized Ratio (INR), αυξήθηκε σε σχέση με τις αρχικές τιμές από 1,7 σε 1,8 και από 2,6 σε

3,4 στους υγιείς εθελοντές και στους ασθενείς της μελέτης αντιστοίχως. Έχουν αναφερθεί πολύ

σπάνιες περιπτώσεις αυξημένου INR. Σε ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά,

πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη της θεραπείας με

σιμβαστατίνη και αρκετά συχνά κατά την διάρκεια του πρώτου καιρού της θεραπείας, ώστε να

διασφαλισθεί ότι δεν έχει εμφανισθεί σημαντική μεταβολή στο χρόνο προθρομβίνης. Μόλις

επιβεβαιωθεί η σταθεροποίηση του χρόνου προθρομβίνης μπορεί στη συνέχεια οι χρόνοι

προθρομβίνης να ελέγχονται στα διαστήματα που συνήθως συνιστώνται για τους ασθενείς που

λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά. Εάν η δόση της σιμβαστατίνης αλλάξει, ή διακοπεί, θα

πρέπει να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία. Η θεραπεία με σιμβαστατίνη δεν έχει σχετισθεί με

αιμορραγία ή με αλλαγές στο χρόνο προθρομβίνης στους ασθενείς που δεν λαμβάνουν

αντιπηκτικά.

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Το STASIVA αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλέπε παράγραφο 4.3).

Η ασφάλεια στις εγκυμονούσες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες

κλινικές μελέτες με σιμβαστατίνη σε εγκυμονούσες γυναίκες. Έχουν γίνει σπάνια αναφορές για

συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομήτριας έκθεσης σε αναστολείς της ΗΜG-CoA αναγωγάσης.

Ωστόσο, σε μία ανάλυση περίπου 200 εγκυμοσυνών που παρακολουθήθηκαν προοπτικά και

εκτέθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο στη σιμβαστατίνη ή σε άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της

ΗΜG-CoA αναγωγάσης, η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτή που

παρουσιάσθηκε στον γενικό πληθυσμό. Αυτός ο αριθμός των εγκυμοσυνών ήταν στατιστικά

επαρκής ώστε να αποκλεισθεί μία αύξηση κατά 2,5-φορές ή μεγαλύτερη συγγενών ανωμαλιών

πάνω από την αρχική συχνότητα.

Αν και δεν υπάρχει ένδειξη ότι η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών σε απογόνους των

οποίων οι γονείς λαμβάνουν σιμβαστατίνη ή άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της ΗΜG-CoA

αναγωγάσης διαφέρει από αυτή που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό, η θεραπεία της

μητέρας με σιμβαστατίνη μπορεί να μειώσει τα εμβρυϊκά επίπεδα των μεβαλονικών ενώσεων,

τα οποία είναι πρόδρομες ενώσεις της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Η αθηροσκλήρωση είναι

μία χρόνια διαδικασία, και για το λόγο αυτό η διακοπή της θεραπείας με παράγοντες μείωσης

των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα πρέπει να έχει μικρή επίπτωση στον

μακροπρόθεσμο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία. Γι’ αυτό το

STASIVA δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που εγκυμονούν, που προσπαθούν να

συλλάβουν ή υποπτεύονται ότι εγκυμονούν. Η θεραπεία με STASIVA θα πρέπει να διακόπτεται

κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή έως ότου διαγνωσθεί ότι δεν υπάρχει εγκυμοσύνη (βλέπε

παραγράφους 4.3 και 5.3).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Επειδή πολλά φαρμακευτικά προϊόντα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και εξαιτίας της

πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που παίρνουν STASIVA δεν πρέπει

να θηλάζουν τα παιδιά τους (βλέπε παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα μελετών σχετικά με τις επιδράσεις της σιμβαστατίνης

στην ανθρώπινη γονιμότητα. Η σιμβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στην γονιμότητα

αρσενικών και θηλυκών αρουραίων (βλέπε παράγραφο 5.3)

4.7

Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το STASIVA δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και

χειρισμού

μηχανημάτων.

Ωστόσο, κατά την οδήγηση ή το χειρισμό

μηχανημάτων

, θα

πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι έχει αναφερθεί σπάνια ζάλη από την εμπειρία του φαρμάκου

μετά την κυκλοφορία.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η συχνότητα των ακόλουθων ανεπιθύμητων ενεργειών, που αναφέρθηκαν κατά την διάρκεια

κλινικών μελετών και/ή με την εμπειρία του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία,

κατηγοριοποιούνται βάσει της αξιολόγησης του ποσοστού εμφάνισής τους σε μεγάλες,

μακράς διάρκειας, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες που περιλαμβάνουν

την μελέτη HPS και την 4S με 20.536 και 4.444 ασθενείς, αντιστοίχως (βλέπε παράγραφο

5.1). Κατά την HPS έχουν καταγραφεί μόνο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες καθώς και

μυαλγία, αύξηση των τρανσαμινασών του ορού και της CK. Κατά την 4S έχουν καταγραφεί

όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω. Εάν το ποσοστό εμφάνισης με

την σιμβαστατίνη ήταν μικρότερο ή παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου σ’ αυτές τις

μελέτες, και υπήρχαν σχετικές αυθόρμητες αναφορές παρόμοιας αιτιολογίας, αυτές οι

ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιήθηκαν ως «σπάνιες».

Στη μελέτη καρδιακής προστασίας, HPS, (βλέπε παράγραφο 5.1) που συμπεριέλαβε

20.536 ασθενείς, που έλαβαν θεραπεία με 40 mg/ημερησίως σιμβαστατίνη (n = 10.269) ή

εικονικό φάρμακο (n = 10.267), τα προφίλ ασφάλειας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των ασθενών

που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg και των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο κατά τη

διάρκεια των κατά μέσο όρο 5 ετών της μελέτης. Το ποσοστό της διακοπής λόγω

ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμο (4,8% σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη

40 mg, σε σύγκριση με 5,1% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο). Η συχνότητα

εμφάνισης μυοπάθειας ήταν < 0,1% σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg. Αυξημένα

επίπεδα των τρανσαμινασών (> 3 x ULN διαπιστώθηκαν με επαναλαμβανόμενο έλεγχο),

εμφανίσθηκαν στο 0,21% (n = 21) των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg σε

σύγκριση με 0,09% (n = 9) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν κατηγοριοποιηθεί ως προς τη συχνότητα, σύμφωνα με τα

ακόλουθα:

Πολύ συχνές(> 1/10), Συχνές (≥ 1/100, < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), Σπάνιες

(≥ 1/10.000, < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν

να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος:

Σπάνιες

: αναιμία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Πολύ σπάνιες:

αναφυλαξία

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ σπάνιες:

αϋπνία

Μη γνωστές:

κατάθλιψη

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Σπάνιες

: κεφαλαλγία, παραισθησία, ζάλη, περιφερική νευροπάθεια

Πολύ σπάνιες

: επηρεασμένη μνήμη

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα, και του μεσοθωράκιου:

Μη γνωστής συχνότητας:

διάμεση πνευμονική νόσος (βλέπε παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

Σπάνιες

: δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, δυσπεψία, διάρροια, ναυτία, έμετος,

παγκρεατίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

Σπάνιες

: ηπατίτιδα/ίκτερος

Πολύ σπάνιες

: θανατηφόρος και μη θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια.

Διαταραχές του δέρματος του υποδόριου ιστού:

Σπάνιες:

εξάνθημα, κνίδωση, αλωπεκία.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:

Σπάνιες

: μυοπάθεια

(συμπεριλαμβανομένης της μυοσίτιδας), ραβδομυόλυση με ή χωρίς

οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4), μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί.

Σε μία κλινική μελέτη, εμφανίσθηκε μυοπάθεια συνήθως σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

με σιμβαστατίνη 80 mg/ημερησίως σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με

σιμβαστατίνη 20 mg/ημερησίως (1,0% έναντι 0,02% αντιστοίχως) (βλέπε παραγράφους 4.4

και 4.5).

Μη γνωστής συχνότητας

τενοντοπάθεια, μερικές φορές επιπλεγμένη με ρήξη του τένοντα,

ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΑΔΝΜ) **.

** Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωσή της,

υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής

μυοπάθειας (ΑΔΝΜ), μία αυτοάνοση μυοπάθεια. Η ΑΔΝΜ χαρακτηρίζεται κλινικά από:

επίμονη αδυναμία του εγγύς μυός και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον

ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά την διακοπή της αγωγής με στατίνη. Η βιοψία

μυός δείχνει νεκρωτική μυοπάθεια χωρίς σημαντική φλεγμονή. Βελτίωση με

ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (βλέπε παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:

Μη γνωστής συχνότητας

στυτική δυσλειτουργία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:

Σπάνιες

: εξασθένιση.

Σπανίως έχει αναφερθεί σύνδρομο υπερευαισθησίας που περιλαμβάνει ορισμένα από τα

ακόλουθα χαρακτηριστικά: αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον στον ερυθηματώδη λύκο,

ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία,

αυξημένη ταχύτητα καθίζησης (ΤΚΕ), αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνησμό, φωτοευαισθησία,

πυρετό, έξαψη, δύσπνοια και αίσθημα κακουχίας.

Παρακλινικές εξετάσεις:

Σπάνιες

: αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης,

ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμινική τρανσπεπτιδάση) (βλέπε παράγραφο 4.4

Ηπατικές επιδράσεις

), αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση των επιπέδων της

CK στον ορό (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αυξήσεις των επιπέδων HbA1c και της γλυκόζης ορού νηστείας έχουν αναφερθεί με

στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης.

Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για επηρεασμένη νοητική

κατάσταση (π.χ. απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, αμνησία, επηρεασμένη μνήμη, σύγχυση) που

σχετίζονται με την χρήση στατίνης, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Οι αναφορές

είναι γενικά όχι σοβαρές και αναστρέψιμες με την διακοπή της στατίνης, με κυμαινόμενους

χρόνους έναρξης των συμπτωμάτων (1 ημέρα έως χρόνια) και υποχώρηση των συμπτωμάτων

(διάμεση τιμή 3 εβδομάδων).

Οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες:

Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών

Σεξουαλική δυσλειτουργία.

Σακχαρώδη διαβήτη: Η συχνότητα εμφάνισης θα εξαρτάται από την παρουσία ή

απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη νηστείας ≥ 5,6 mmol/l, BMI>30 kg/m

αυξημένος αριθμός τριγλυκεριδίων, ιστορικό υπέρτασης)

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μια μελέτη 48-εβδομάδων που περιελάμβανε παιδιά και έφηβους (αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ

και άνω και κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή), ηλικίας 10-17 ετών

με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (n=175), το προφίλ ασφάλειας και η

ανεκτικότητας της

ομάδας που έλαβε θεραπεία με σιμβαστατίνη ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό της ομάδας που

έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Οι επιδράσεις μακράς διάρκειας στην σωματική, νοητική,

και σεξουαλική ωρίμανση δεν είναι γνωστές. Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα μέχρι

στιγμής μετά από ένα χρόνο θεραπείας (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας

κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή

παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από

τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες

ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα,

Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9

Υπερδοσολογία

Ως τώρα, έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις υπερδοσολογίας. Η μέγιστη δόση που

χορηγήθηκε ήταν 3,6 g. Όλοι οι ασθενείς ανέκαμψαν χωρίς συνέπειες. Δεν υπάρχει ειδική

θεραπεία σε περίπτωση υπερδοσολογίας. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα

συμπτωματικής θεραπείας και υποστηρικτικά μέτρα.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία : Αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης

Κωδικός ATC: C10A A01

Μηχανισμός δράσης

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μία αδρανής λακτόνη,

υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη ενεργό μορφή β-υδροξυοξύ, που έχει ισχυρή

ενεργότητα στην αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης (3 υδροξυ-3 μεθυλογλουταρυλο

CoA αναγωγάση). Αυτό το ένζυμο καταλύει την μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό

παράγωγο, ένα πρώιμο και περιοριστικό του ρυθμού βήμα κατά τη βιοσύνθεση της

χοληστερόλης.

Η σιμβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει τόσο τις φυσιολογικές όσο και για τις αυξημένες

συγκεντρώσεις της LDL-χοληστερόλης. H LDL σχηματίζεται από πολύ χαμηλής πυκνότητας

λιποπρωτεΐνη (VLDL) και καταβολίζεται κυρίως από υψηλής συγγένειας LDL υποδοχέα. Ο

μηχανισμός με τον οποίο επιτυγχάνεται μείωση της LDL με τη σιμβαστατίνη, μπορεί να

περιλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL χοληστερόλης (VLDL-C) και την

επαγωγή των LDL υποδοχέων, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή και τον αυξημένο

καταβολισμό της LDL χοληστερόλης. Η αποπολιπρωτεΐνη Β επίσης μειώνεται ουσιαστικά κατά

τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Επιπρόσθετα, η σιμβαστατίνη αυξάνει μέτρια την

HDL χοληστερόλη και μειώνει τα τριγλυκερίδια (TG) του πλάσματος. Ως αποτέλεσμα αυτών

των αλλαγών ο λόγος της ολικής χοληστερόλης προς την HDL-χοληστερόλη και της LDL- προς

την HDL-χοληστερόλη μειώνεται.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Υψηλός κίνδυνος για Στεφανιαία Καρδιακή Νόσο (ΣΚΝ) ή Προϋπάρχουσα Στεφανιαία Καρδιακή

Νόσος.

Στη μελέτη καρδιακής προστασίας (ΗPS), αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα της θεραπείας με

σιμβαστατίνη σε 20.536 ασθενείς (ηλικίας 40-80 ετών), με ή χωρίς υπερλιπιδαιμία, και με

στεφανιαία καρδιακή νόσο, άλλη αποφρακτική αρτηριακή νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη. Σε

αυτή την μελέτη 10.269 ασθενείς έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως και

10.267 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο για ένα διάστημα κατά μέσο όρο 5 ετών. Κατά

την έναρξη 6.793 ασθενείς (33%) είχαν επίπεδα LDL-C κάτω από 116 mg/dl, 5.063 ασθενείς

(25%), είχαν επίπεδα μεταξύ 116 mg/dl και 135 mg/dl και 8.680 ασθενείς (42%) είχαν

επίπεδα μεγαλύτερα από 135 mg/dl.

Η θεραπεία με σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως όταν συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο

μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο της θνησιμότητας οποιασδήποτε αιτιολογίας κατά (1.328

[12,9%] για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη έναντι 1.507 [ 14,7%], για

τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (p = 0,0003), λόγω της μείωσης θανάτων κατά

18% από στεφανιαία καρδιακή νόσο (587 [ 5,7%] έναντι 707 [ 6,9%], (p = 0,0005), απόλυτη

μείωση του κινδύνου στο 1,2%). Η μείωση θανάτων που δεν σχετίζονται με αγγειακά

συμβάματα δεν έφθασε στα επίπεδα στατιστικής σημαντικότητας. Η σιμβαστατίνη μείωσε,

επίσης, τον κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων μείζονος σημασίας κατά 27% (συνδυασμένο

τελικό σημείο, που περιελάμβανε μη θανατηφόρα εμφράγματα (ΕΜ) ή θάνατο από ΣΚΝ

(p < 0,0001)). Η σιμβαστατίνη μείωσε την ανάγκη για τη διεξαγωγή επαναγγείωσης

στεφανιαίων αγγείων (συμπεριλαμβανομένης της παράκαμψης με μόσχευμα στεφανιαίας

αρτηρίας ή διαδερμικής, διαυλικής στεφανιαίας αγγειοπλαστικής) και περιφερικών και άλλων

διαδικασιών μη στεφανιαίας επαναγγείωσης κατά 30% (p < 0,0001) και 16% (p = 0,006),

αντιστοίχως. Η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο κατά 25%

(p < 0,0001), που αποδίδεται σε μείωση κατά 30% σε ισχαιμικό επεισόδιο (p < 0,0001).

Επιπλέον, στην υποομάδα των ασθενών με διαβήτη, η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο

εμφάνισης μακροαγγειακών επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών

επαναγγείωσης περιφερικών αγγείων (χειρουργείο ή αγγειοπλαστική), ακρωτηριασμός των

κάτω άκρων ή έλκη των ποδιών, κατά 21% (p = 0,0293).Η αντίστοιχη μείωση του ποσοστού

των επεισοδίων ήταν παρόμοια σε κάθε υποομάδα ασθενών που μελετήθηκε,

συμπεριλαμβανομένων εκείνων χωρίς στεφανιαία καρδιακή νόσο αλλά οι οποίοι είχαν

αγγειοεγκεφαλική νόσο ή περιφερική αρτηριακή νόσο, άνδρες και γυναίκες, αυτών που η

ηλικία τους είναι είτε κάτω ή πάνω από 70 ετών όταν εισήχθησαν στη μελέτη, με ή χωρίς

υπέρταση, και κυρίως αυτών με LDL χοληστερόλη κάτω από 3,0 mmol/l κατά την εισαγωγή.

Στη Σκανδιναβική Μελέτη Επιβίωσης με Σιμβαστατίνη 4S το αποτέλεσμα της θεραπείας με

σιμβαστατίνη στην ολική θνησιμότητα αξιολογήθηκε σε 4.444 ασθενείς με ΣΚΝ και αρχική

ολική χοληστερόλη 212-309 mg/dl (5,5-8,0 mmol/l). Σ’ αυτή την πολυκεντρική,

τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, ασθενείς με στηθάγχη

ή με προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΕΜ) έλαβαν θεραπεία με δίαιτα, τη συνήθη

αγωγή, και είτε σιμβαστατίνη 20-40 mg/ημερησίως (n = 2.221) ή εικονικό φάρμακο (n = 2.223)

για μία διάρκεια κατά μέσο όρο 5,4 έτη. Η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτων κατά

30% (απόλυτη μείωση του κινδύνου στο 3,3%). Ο κίνδυνος θανάτων από ΣΚΝ μειώθηκε κατά

42% (απόλυτη μείωση του κινδύνου στο 3,5%). Η σιμβαστατίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο

στεφανιαίων επεισοδίων μείζονος σημασίας (θανάτων από ΣΚΝ καθώς και έμφραγμα που

διαπιστώθηκε στο νοσοκομείο και σιωπηλό μη θανατηφόρο ΕΜ) κατά 34%. Επιπλέον, η

σιμβαστατίνη μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο θανατηφόρων και μη αγγειοεγκεφαλικών

επεισοδίων (εγκεφαλικό επεισόδιο και παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο) κατά 28%. Δεν υπήρξε

καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων σχετικά με την μη καρδιαγγειακή

θνησιμότητα.

Κατά την Μελέτη Αποτελεσματικότητας Επιπλέον Μειώσεων της Χοληστερόλης και

Ομοκυστεΐνης (SEARCH

) αξιολογήθηκε το αποτέλεσμα της θεραπείας με σιμβαστατίνη 80 mg

έναντι 20 mg (μέσος χρόνος παρακολούθησης 6,7 χρόνια) σχετικά με αγγειακά επεισόδια

μείζονος σημασίας (ΑΕΜΣ, ορίζεται ως θανατηφόρος ΣΚΝ, μη-θανατηφόρο ΕΜ, διαδικασία

στεφανιαίας επαναγγείωσης, μη-θανατηφόρο ή θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο ή διαδικασία

περιφερικής επαναγγείωσης) σε 12.064 ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου. Δεν

υπήρξε σημαντική διαφορά στη συχνότητα των ΑΕΜΣ μεταξύ των 2 ομάδων. Σιμβαστατίνη

mg (n = 1.553

25,7%) έναντι σιμβαστατίνης 80 mg (n = 1.477

24,5%)

RR 0,94, 95% CI:

0,88 έως 1,01. Η απόλυτη διαφορά σχετικά με την LDL-C μεταξύ των δύο ομάδων κατά την

διάρκεια της μελέτης ήταν 0,35 ± 0,01 mmol/L.

Τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια μεταξύ των 2 ομάδων θεραπείας εκτός του ότι η

συχνότητα μυοπάθειας ήταν περίπου 1,0% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη

80 mg σε σύγκριση με 0,02% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 20 mg.

Περίπου το ήμισυ αυτών των περιστατικών μυοπάθειας παρουσιάσθηκε κατά τον πρώτο

χρόνο θεραπείας. Η συχνότητα μυοπάθειας κατά την διάρκεια κάθε επόμενου χρόνου

θεραπείας ήταν περίπου 0,1%.

Πρωτοπαθής Υπερχοληστερολαιμία και Συνδυασμένη Υπερλιπιδαιμία

Σε μελέτες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της σιμβαστατίνης 10, 20,

40 και 80 mg ημερησίως σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία, οι μέσες μειώσεις της LDL-

χοληστερόλης ήταν 30, 38, 41, και 47%, αντιστοίχως. Σε μελέτες σε ασθενείς με συνδυασμένη

(μικτή) υπερλιπιδαιμία με σιμβαστατίνη 40 mg και 80 mg, οι μέσες μειώσεις των τριγλυκεριδίων

ήταν 28 και 33% (εικονικό φάρμακο: 2%), αντιστοίχως, και οι μέσες αυξήσεις της HDL-

χοληστερόλης ήταν 13 και 16% (εικονικό φάρμακο: 3%), αντιστοίχως.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μια διπλή–τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, 175 ασθενείς (99 αγόρια σταδίου

Tanner ΙΙ και άνω και 76 κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή),

ηλικίας 10-17 ετών ( μέση ηλικία 14,1 ετών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία

(heFH) τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν θεραπεία με σιμβαστατίνη ή εικονικό φάρμακο για

24 εβδομάδες (βασική μελέτη). Για να συμπεριληφθούν στη μελέτη απαιτήθηκε να έχουν αρχικό

επίπεδο LDL-C μεταξύ 160 και 400 mg/dL και τουλάχιστον έναν από τους γονείς με επίπεδο

LDL-C

>

189 mg/dL. Η δόση της σιμβαστατίνης (μία φορά ημερησίως κατά το βράδυ) ήταν

10 mg για τις πρώτες 8 εβδομάδες, 20 mg για τις επόμενες 8 εβδομάδες και 40 mg στη

συνέχεια. Σε μία επέκταση 24 εβδομάδων, 144 ασθενείς επιλέχθηκαν να συνεχίσουν τη θεραπεία

και έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg ή εικονικό φάρμακο.

Η σιμβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα στο πλάσμα των LDL-C, TG και Apo B. Τα

αποτελέσματα της επέκτασης σε 48 εβδομάδες ήταν συγκρίσιμα με αυτά που παρατηρήθηκαν

στη βασική μελέτη. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η μέση τιμή της LDL-C που είχε

ληφθεί ήταν 124,9 mg/dL (εύρος 64,0-289,0 mg/dL) στην ομάδα με σιμβαστατίνη 40 mg σε

σύγκριση με την τιμή 207,8 mg/dL (εύρος 128,0-334,0 mg/dL) στην ομάδα με εικονικό

φάρμακο.

Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας με σιμβαστατίνη (με δόσεις που αυξήθηκαν από 10, 20

και έως 40 mg ημερησίως κατά διαστήματα 8 εβδομάδων), η σιμβαστατίνη μείωσε την μέση

LDL-C κατά 36,8% (εικονικό φάρμακο: 1,1% αύξηση από την αρχική τιμή), Apo B κατά 32,4%

(εικονικό φάρμακο: 0,5%), και μέση τιμή των επιπέδων TG κατά 7,9% (εικονικό φάρμακο:

3,2%) και αύξησε τη μέση τιμή των επιπέδων της HDL-C κατά 8,3% (εικονικό φάρμακο: 3,6%).

Οι ευεργετικές επιδράσεις της χρήσης μακράς διάρκειας της σιμβαστατίνης σε καρδιαγγειακά

συμβάματα στα παιδιά με heFH δεν είναι γνωστές.

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δόσεων πάνω από 40 mg ημερησίως δεν έχει μελετηθεί σε

παιδιά με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Η μακράς διάρκειας αποτελεσματικότητα

θεραπείας με σιμβαστατίνη κατά την παιδική ηλικία στη μείωση της νοσηρότητας και

θνησιμότητας κατά την ενήλικη ζωή, δεν έχει τεκμηριωθεί.

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η σιμβαστατίνη είναι μία ανενεργός λακτόνη, που υδρολύεται γρήγορα

in vivo

στο αντίστοιχο

βήτα-υδρόξυ οξύ, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης. Η υδρόλυση λαμβάνει

χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η έκταση της υδρόλυσης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι πολύ αργή.

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες έχουν εκτιμηθεί σε ενήλικες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα

φαρμακοκινητικής σε παιδιά και έφηβους.

Απορρόφηση

Στον άνθρωπο η σιμβαστατίνη απορροφάται καλά και υφίσταται εκτενή απέκκριση πρώτης

διόδου στο ήπαρ. Η απέκκριση στο ήπαρ εξαρτάται από την ηπατική ροή του αίματος. Το ήπαρ

είναι ο πρωταρχικός χώρος δράσης της ενεργού μορφής. Η διαθεσιμότητα του β-υδρόξυ οξέος

στην συστηματική κυκλοφορία, μετά από μία από του στόματος χορήγηση σιμβαστατίνης,

βρέθηκε ότι είναι λιγότερο από 5% της δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση των ενεργών

αναστολέων στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση της σιμβαστατίνης.

Ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρέασε την απορρόφηση.

Η φαρμακοκινητική των απλών και πολλαπλών δόσεων της σιμβαστατίνης έδειξε ότι δεν

παρουσιάζεται συσσώρευση του φαρμακευτικού προϊόντος μετά από πολλαπλή δοσολογία.

Κατανομή

Η δέσμευση της σιμβαστατίνης και του ενεργού μεταβολίτη της με πρωτεΐνες είναι > 95%.

Αποβολή

Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του συστήματος CYP3A4 (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.5).

Οι κύριοι μεταβολίτες της σιμβαστατίνης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδρόξυ οξύ και

τέσσερις επιπλέον ενεργοί μεταβολίτες. Κατόπιν χορήγησης από του στόματος ραδιενεργού

σιμβαστατίνης στον άνθρωπο, 13% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα και 60% στα

κόπρανα εντός 96 ωρών. Το ποσοστό που ανακτήθηκε στα κόπρανα αποτελεί το απορροφημένο

φαρμακευτικό προϊόν ισοδύναμο με αυτό που απεκκρίθηκε στη χολή καθώς επίσης μη

απορροφημένο φαρμακευτικό προϊόν. Κατόπιν ενδοφλέβιας ένεσης του μεταβολίτη βήτα-

υδρόξυ οξύ, ο χρόνος ημίσειας ζωής ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ώρες. Κατά μέσο όρο μόνο 0,3%

της ενδοφλέβιας δόσης, IV, απεκκρίθηκε στα ούρα με μορφή αναστολέων.

Το οξύ της σιμβαστατίνης εισέρχεται ενεργητικά στα ηπατοκύτταρα μέσω του μεταφορέα

OATP1B1.

Η σιμβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της Ανθεκτικής στον Καρκίνο

του Μαστού Πρωτεϊνης (BCRP).

Ειδικοί πληθυσμοί

SLCO1B1 πολυμορφισμός

Οι φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου SLCO1B1 c.521T>C έχουν μικρότερη δραστηριότητα

της OATP1B1. Η μέση έκθεση (AUC) του βασικού ενεργού μεταβολίτη, το οξύ της

σιμβαστατίνης είναι 120% σε φορείς του ετεροζυγωτικού (CT) του C αλληλόμορφου και

221% σε φορείς του ομοζυγωτικού (CC) σε σχέση με αυτό των ασθενών που έχουν τον πιο

συχνό γονότυπο (TT). Το αλληλόμορφο γονίδιο C έχει συχνότητα 18% στον Ευρωπαϊκό

πληθυσμό. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης

του οξέος σιμβαστατίνης, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για ραβδομυόλυση

(βλέπε παράγραφο 4.4).

5.3

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Βάσει συμβατικών μελετών σε ζώα σχετικά με την φαρμακοδυναμική, τοξικότητα

επαναλαμβανόμενων δόσεων, γενοτοξικότητα και καρκινογένεση, δεν υπάρχουν άλλοι

κίνδυνοι για τον ασθενή από ό,τι αναμένεται βάσει του φαρμακολογικού μηχανισμού. Με τις

μέγιστες ανεκτές δόσεις τόσο στους αρουραίους όσο και στα κουνέλια, η σιμβαστατίνη δεν

προκάλεσε καμία εμβρυϊκή δυσμορφία και δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα, στην

αναπαραγωγική λειτουργία ή την ανάπτυξη του εμβρύου.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1

Κατάλογος των εκδόχων

STASIVA 20 mg/tab

Έκδοχα: βουτυλυδροξυανισόλη, ασκορβικό οξύ, μονοϋδρικό κιτρικό οξύ, μικροκρυσταλλική

κυτταρίνη, προζελατινοποιημένο άμυλο, στεατικό μαγνήσιο, μονοϋδρική λακτόζη.

Eπικάλυψη: υπρομελλόζη, υδροξυπρόπυλο-κυτταρίνη, διοξείδιο του τιτανίου (Ε171,

CI77891), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172, CI77492), κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172,

CI77491).

STASIVA 40 mg/tab

Έκδοχα: βουτυλυδροξυανισόλη, ασκορβικό οξύ, μονοϋδρικό κιτρικό οξύ, μικροκρυσταλλική

κυτταρίνη, προζελατινοποιημένο άμυλο, στεατικό μαγνήσιο, μονοϋδρική λακτόζη.

Eπικάλυψη: υπρομελλόζη, υδροξυπρόπυλο-κυτταρίνη, διοξείδιο του τιτανίου (Ε171,

CI77891), κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172, CI77492), κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172,

CI77491).

6.2

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3

Διάρκεια ζωής

36 μήνες

6.4

Iδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος μικρότερη των 25°C.

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

STASIVA 20 mg/tab

Τα δισκία STASIVA των 20 mg περιέχονται σε blister από PVC/PVDC-Aluminium foil.

Κάθε κουτί περιέχει:

1 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 10 (BLIST 1 x 10).

3 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 30 (BLIST 3 x 10).

6 Blister από 10 δισκία, ΒΤ x 60 (BLIST 6 x 10).

STASIVA 40 mg/tab

Τα δισκία STASIVA των 40 mg περιέχονται σε blister από PVC/PVDC-Aluminium foil.

Κάθε κουτί περιέχει:

1 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 10 (BLIST 1 x 10).

2 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 20 (BLIST 2 x 10).

3 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 30 (BLIST 3 x 10).

6 blister από 10 δισκία, ΒΤ x 60 (BLIST 6 x 10).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση

7.

ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΝΕΛ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε

Λεωφ. Μαραθώνος 106, 153 44 Γέρακας Αττικής

Τηλ.: 210 60 48 560 Fax: 210 66 13 013

8.

ΑΡΙΘΜΟΣ

(ΟΙ)

ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

STASIVA 20 mg/tab: 69102/12/31-03-2015

STASIVA 40 mg/tab: 22386/31-03-2015

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ /ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

STASIVA 20 mg/tab: 02-05-2007/21-05-2012

STASIVA 40 mg/tab: 02-05-2007/21-05-2012

10.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

12-2018

Παρόμοια προϊόντα

Αναζήτηση ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτό το προϊόν

Προβολή ιστορικού εγγράφων

Μοιραστείτε αυτές τις πληροφορίες