ZAVEDOS

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • ZAVEDOS 5MG/CAP CAPS
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • L01DB06
  • Δοσολογία:
  • 5MG/CAP
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΚΑΨΑΚΙΟ, ΣΚΛΗΡΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • ZAVEDOS 5MG/CAP CAPS
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

     

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

    ΖAVEDOS  ®

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

    5 mg capsules: Καψάκια από σκληρή ζελατίνη, αδιαφανή,

χρώματος πορτοκαλί, ασφαλισμένα, μεγέθους

Νο 4, που περιέχουν πορτοκαλί σκόνη.

   10 mg capsules:  Καψάκια από σκληρή ζελατίνη, αδιαφανή,

χρώματος κόκκινο/άσπρο, ασφαλισμένα, μεγέθους

Νο 4, που περιέχουν πορτοκαλί σκόνη.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

    Καψάκιο, σκληρό

4.   ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1  Θεραπευτικές ενδείξεις

Η idarubicin είναι ένας αντιμιτωτικός και κυτταροτοξικός παράγοντας που 

χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυαστικά χημειοθεραπευτικά σχήματα μαζί με άλλους 

κυτταροτοξικούςπαράγοντες. Η idarubicin ενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Στην   οξεία   μυελοβλαστική   λευχαιμία   (AML)   η   ενδοφλέβια   χορήγηση   είναι   η 

θεραπεία πρώτης επιλογής, για πρόκληση ύφεσης στη νόσο. Τα καψάκια ZAVEDOS 

ενδείκνυνται   για   πρόκληση   ύφεσης,     ως   μέρος   μέτρια   ισχυρών   συνδυασμένων 

θεραπειών σε υπερήλικες, σε ασθενείς με AML, που δεν έχουν λάβει προηγουμένως 

θεραπεία, μόνον εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί (π.χ. για 

άλλους   ιατρικούς   λόγους,   όπως   δυσκολίες   στον   καθετηριασμό   ή   ψυχολογικούς 

λόγους, όπως άρνηση για ενδοφλέβια θεραπεία).

Τα καψάκια ZAVEDOS δεν πρέπει να χορηγούνται σαν ανακουφιστική θεραπεία σε 

ασθενείς με AML.

Τα   καψάκια    ZAVEDOS  προορίζονται   για   χρήση   κάτω   από   τις   οδηγίες   του 

θεράποντος ιατρού με εμπειρία στη χημειοθεραπεία των λευχαιμιών.

4.2  Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m 2 ).

Η idarubicin μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυαστικά σχήματα που περιλαμβάνουν 

και άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες.

Τα   καψάκια   πρέπει   να   καταπίνονται   ολόκληρα   με   λίγο   νερό   και   δεν   πρέπει   να 

λιώνουν   στο   στόμα,   να   δαγκώνονται   ή   να   μασώνται.   Τα   καψάκια  ZAVEDOS 

μπορούν να λαμβάνονται μαζί μεελαφρύ γεύμα.

- Σε περιπτώσεις ΑΝLL/AML σε ενήλικες, το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι 30 

mg/m 2 /ημέρα   από   του   στόματος   για   διάστημα   3   ημερών   σαν   μονοθεραπεία,   ή 

μεταξύ   15   και   30   mg/m 2 /ημέρα   από   του   στόματος   για   διάστημα   3   ημερών   σε 

συνδυασμό με άλλους αντιλευχαιμικούς παράγοντες. 

Τα   δοσολογικά   σχήματα   αυτά   θα   πρέπει   ωστόσο   να   λαμβάνουν   υπόψη   την 

αιματολογική κατάσταση του ασθενούς και τις δόσεις των άλλων κυτταροτοξικών 

παραγόντων όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό.

  

Τροποποιήσεις του δοσολογικού σχήματος

Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ενώ δεν μπορούν να γίνουν ειδικές συστάσεις 

επί του δοσολογικού σχήματος με βάση τις περιορισμένες πληροφορίες που 

υπάρχουν για ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, θα πρέπει να λαμβάνεται 

υπόψη μείωση της δόσης σε ασθενείς με επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης 

ορού μεγαλύτερα του 2,0-mg % (Βλ. παράγραφο 4.4).

Η idarubicin δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική και/ή νεφρική 

διαταραχή (Βλ. παράγραφο 4.3).

4.3 Αντενδείξεις

υπερευαισθησία στην idarubicin ή σε κάποιο από τα έκδοχα του προϊόντος, σε 

άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενεδιόνες.

 σοβαρή νεφρική διαταραχή 

σοβαρή ηπατική διαταραχή

μη ελεγχόμενες λοιμώξεις

σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου

πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου

σοβαρές αρρυθμίες

επίμονη μυελοκαταστολή 

προηγούμενη θεραπεία με μέγιστες αθροιστικές δόσεις idarubicin και/ή άλλες 

ανθρακυκλίνες και ανθρακενεδιόνες (Βλ. παράγραφο 4.4).

Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπεία με το φάρμακο 

(Βλ. παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση 

Γενικά.   Η  idarubicin  πρέπει   να   χορηγείται   μόνον   υπό   την   επίβλεψη   ιατρών   με 

εμπειρία   στη   χρήση   χημειοθεραπείας.   Αυτό   εξασφαλίζει   την   άμεση   και 

αποτελεσματική   θεραπεία   σοβαρών   επιπλοκών   της   νόσου   και/ή   της   αγωγής   (π.χ. 

αιμορραγία,   μαζικές   λοιμώξεις).   Απαιτείται   στενή   παρακολούθηση   για   ενδείξεις 

τοξικότητας.

Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξεία τοξικότητα προηγούμενης 

κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και 

γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με idarubicin. 

Καρδιακή Λειτουργία. Η καρδιοτοξικότητα αποτελεί έναν κίνδυνο από τη θεραπεία 

με ανθρακυκλίνες που μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλ. οξέα) ή όψιμα (δηλ. 

καθυστερημένα)  συμβάματα.

Πρώιμα (δηλ. Οξέα) Συμβάματα: Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της idarubicin 

συνίσταται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες του 

ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), όπως μη ειδικές μεταβολές του κύματος ST-T. 

Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, περιλαμβανομένων των έκτακτων 

του κολποκοιλιακού και σκελικού αποκλεισμού. Οι δράσεις αυτές συνήθως δεν 

οδηγούν σε εμφάνιση καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής 

σημασίας και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας με idarubicin.

Όψιμα (δηλ. Καθυστερημένα)  Συμβάματα: Καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα 

συνήθως εμφανίζεται αργά κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή εντός 2 έως 3 μηνών 

από το τέλος της θεραπείας. Ωστόσο ακόμη πιο καθυστερημένα συμβάματα έχουν 

αναφερθεί αρκετούς μήνες έως χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. 

Καθυστερημένη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται με μειωμένο κλάσμα εξώθησης 

αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής 

ανεπάρκειας (CHF) όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα,  οίδημα, καρδιομεγαλία, 

ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτη, υπερζωκοτική συλλογή και καλπαστικός ρυθμός. 

Έχουν επίσης αναφερθεί υποξείες δράσεις όπως περικαρδίτιδα/μυοκαρδίτιδα. Η 

απειλητική για τη ζωή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) είναι η πλέον 

σοβαρή μορφή επαγόμενης από ανθρακυκλίνες καρδιομυοπάθειας και 

αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου.

Δεν έχουν καθοριστεί τα όρια αθροιστικής δόσης για την ενδοφλέβια (IV) και την 

από στόματος χορηγούμενη idarubicin. Ωστόσο, έχει αναφερθεί καρδιομυοπάθεια 

σχετιζόμενη με την idarubicin στο 5% των ασθενών που έλαβαν αθροιστικά IV 

δόσεις της τάξεως των 150 έως 290 mg/m 2 . Διαθέσιμα στοιχεία από ασθενείς που 

έλαβαν από του στόματος αθροιστικές δόσεις συνολικά έως 400 mg/m 2 

υποδεικνύουν ότι υπάρχει μικρή πιθανότητα καρδιοτοξικότητας. 

Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογηθεί πριν οι ασθενείς υποβληθούν σε 

θεραπεία με idarubicin και πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια της 

θεραπείας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής καρδιακής 

δυσλειτουργίας.

Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με τακτική παρακολούθηση του κλάσματος εξώθησης 

αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άμεση διακοπή της 

idarubicin με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας. 

Η κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της καρδιακής 

λειτουργίας  (αξιολόγηση του LVEF) περιλαμβάνει Διερευνητικό σπινθιρογράφημα 

πολλαπλών θυρών (MUGA scan) ή ηχωκαρδιογράφημα (ECHO). Συνιστάται μία 

αρχική αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και είτε με Διερευνητικό 

σπινθιρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) είτε με ηχωκαρδιογράφημα 

(ECHO), ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη 

καρδιοτοξικότητα. Η αξιολόγηση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας 

(LVEF) πρέπει να επαναλαμβάνεται με Διερευνητικό σπινθιρογράφημα πολλαπλών 

θυρών (MUGA scan) ή με ηχωκαρδιογράφημα (ECHO) ιδίως σε ασθενείς που 

λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που 

χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση πρέπει να είναι ίδια καθόλη τη διάρκεια της 

παρακολούθησης. 

Οι ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένου του idarubicin  δεν πρέπει να χορηγούνται 

σε   συνδυασμό   με   άλλους   καρδιοτοξικούς   παράγοντες   εκτός   και   αν   η   καρδιακή 

λειτουργία παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά 

από   διακοπή   άλλων   καριδοτοξικών   παραγόντων,   ιδιαιτέρως   αυτών   με   μεγάλους 

χρόνους   ημιζωής   όπως   το  trastuzumab,   είναι   δυνατόν   να   βρίσκονται   σε   μεγάλο 

κίνδυνο να αναπτύξουν καρδιοτοξικότητα.Η χρόνος ημιζωής του  trastuzumab  είναι 

περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία έως 24 εβδομάδες. 

Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν την  θεραπεία με ανθρακυκλίνες 

για διάστημα μέχρι 24 εβδομάδες μετά την διακοπή αγωγής με trastuzumab, εφόσον 

αυτό   είναι   δυνατό.   Σε   περίπτωση   που   χρησιμοποιηθούν   ανθρακυκλίνες   πριν   το 

διάστημα   αυτό   συνιστάται   στενή   παρακολούθηση   της   καρδιακής   λειτουργίας   του 

ασθενούς.

Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε 

ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς που έχουν 

παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, μπορεί να παρουσιαστεί καρδιοτοξικότητα με τη 

λήψη idarubicin σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν 

παράγοντες κινδύνου ή όχι. 

Σε βρέφη και παιδιά φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία σε επαγόμενη από 

ανθρακυκλίνες καρδιοτοξικότητα και πρέπει να γίνεται αξιολόγηση της καρδιακής 

λειτουργίας ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε μακροχρόνια βάση. 

Είναι πιθανόν η τοξικότητα της idarubicin και των άλλων ανθρακυκλινών ή 

ανθρακενεδιονών να είναι αθροιστική.

Αιματολογική τοξικότητα. Η idarubicin είναι ένα ισχυρό κατασταλτικό του μυελού 

των οστών. Σοβαρή μυελοκαταστολή προκαλείται σε όλους τους ασθενείς στους 

οποίους χορηγείται μία θεραπευτική δόση αυτού του παράγοντα. Απαιτείται 

προσεκτική αξιολόγηση της αιματολογικής κατάστασης κατά τη διάρκεια κάθε 

κύκλου θεραπείας με idarubicin, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των λευκών 

αιμοσφαιρίων.

Μία δοσοεξαρτώμενη αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία 

(ουδετεροπενία) είναι η κυρίαρχη εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας της 

idarubicin και είναι η πλέον συχνή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα αυτού του 

φαρμάκου. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι συνήθως σοβαρές. Μπορεί 

ακόμη να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία.Τα ουδετερόφιλα και τα 

αιμοπετάλια φθάνουν συνήθως στο ναδίρ εντός 10 έως 14 ημερών μετά τη χορήγηση 

του φαρμάκου. Ωστόσο γενικά η αιματολογική κατάσταση επανέρχεται στα 

φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της 3 ης  εβδομάδας. Οι κλινικές επιπτώσεις της 

σοβαρής μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σηψαιμία, σηπτική 

καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών ή θάνατο. 

Δευτεροπαθής Λευχαιμία. Δευτεροπαθής λευχαιμία με ή χωρίς προλευχαιμική φάση 

έχει αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένης 

της idarubicin. Η δευτεροπαθής λευχαιμία είναι περισσότερο συχνή όταν αυτά τα 

φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που 

προκαλούν βλάβη στο DNA, όταν οι ασθενείς είναι βαρέως προθεραπευμένοι με 

κυτταροτοξικά φάρμακα ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν αυξηθεί 

κλιμακωτά. Αυτές οι λευχαιμίες μπορεί να έχουν λανθάνουσα περίοδο 1 έως 3 έτη.

Γαστρεντερικό. Η idarubicin προκαλεί έμετο. Βλεννογόνίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, 

λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) εμφανίζεται γενικά σύντομα μετά τη χορήγηση του 

φαρμάκου και αν είναι σοβαρή, μπορεί να εξελιχθεί εντός ολίγων ημερών σε 

εξελκώσεις βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν από αυτήν την 

ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. 

Περιστασιακά, έχουν παρατηρηθεί επεισόδια σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων 

(όπως διάτρηση ή αιμορραγία) σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin από του 

στόματος και είχαν οξεία λευχαιμία ή ιστορικό άλλων παθολογικών διαταραχών ή 

είχαν λάβει φάρμακα που είναι γνωστά ότι οδηγούν σε γαστρεντερικές επιπλοκές. Σε 

ασθενείς με ενεργή γαστρεντερική νόσο με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας και/ή 

διάτρησης, ο ιατρός πρέπει να σταθμίσει το όφελος της από του στόματος idarubicin 

Ηπατική και/ή Νεφρική Λειτουργία. Καθώς η επηρεασμένη ηπατική και/ή νεφρική 

λειτουργία μπορεί να επηρεάσει τη διάθεση της idarubicin, πρέπει να αξιολογείται η 

λειτουργία   του  ήπατος   και   των   νεφρών   με   καθιερωμένες   κλινικές   εργαστηριακές 

δοκιμασίες   (χρησιμοποιώντας   τη   χολερυθρίνη   και   την   κρεατινίνη   του   ορού   ως 

δείκτες) τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε μερικές κλινικές 

δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, η θεραπεία αντενδείκνυτο εάν τα επίπεδα χολερυθρίνης και/ή 

κρεατινίνης   στον   ορό   υπερέβαιναν   τα   2,0  mg%.   Με   άλλες   ανθρακυκλίνες 

εφαρμόζεται γενικά μείωση της δόσης κατά 50% εάν τα επίπεδα της χολερυθρίνης 

βρίσκονται μεταξύ 1,2 και 2,0 mg %. 

Επίδραση στη θέση της ένεσης. Μπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση από ένεση 

σε μικρό αγγείο ή από προηγούμενες ενέσεις στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος για 

φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στη θέση της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί αν 

ακολουθηθεί η διαδικασία χορήγησης που συνιστάται (Βλ. παράγραφο 4.2).

Εξαγγείωση. Η εξαγγείωση της idarubicin κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας ένεσης 

μπορεί να προκαλέσει τοπικό πόνο, σοβαρές  βλάβες των ιστών (σχηματισμό 

φυσαλίδων, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. 

Εάν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της 

ενδοφλέβιας χορήγησης της idarubicin, η έγχυση του φαρμάκου πρέπει να 

σταματήσει αμέσως.

Σύνδρομο λύσης όγκου. Η idarubicin μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία ως 

αποτέλεσμα του εκτεταμένου καταβολισμού της πουρίνης που συνοδεύει την ταχεία 

–επαγώμενη από το φάρμακο –λύση των νεοπλαστικών κυττάρων («σύνδρομο λύσης 

όγκου»). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος του καλίου, του φωσφορικού ασβεστίου και 

της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η 

αλκαλινοποίηση των ούρων καθώς και η προφύλαξη με αλοπουρινόλη προκειμένου 

να προληφθεί η υπερουριχαιμία μπορεί να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του 

συνδρόμου λύσης όγκου.

Ανοσοκατασταλτική Επίδραση/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις. Η χορήγηση 

ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων εμβολίων σε ανοσοκατεσταλμένους από 

χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ασθενείς περιλαμβανομένης της idarubicin, μπορεί 

να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια 

πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin. Νεκρά ή 

απενεργοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν ωστόσο, η ανταπόκριση σε 

τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.

Αναπαραγωγικό σύστημα. Συνιστάται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με 

idarubicin hydrochloride να λαμβάνουν αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της 

θεραπείας και, εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να 

αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος, εξαιτίας της 

πιθανότητα μη αναστρέψιμης στειρότητας οφειλόμενης στη θεραπεία.

Άλλα. Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, θρομβοφλεβίτιδα και 

θρομβοεμβολικά φαινόμενα περιλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής έχουν 

αναφερθεί κατά τη χρήση της idarubicin.

4.5  Αλληλεπιδράσεις   με   άλλα   φαρμακευτικά   προϊόντα   και   άλλες   μορφές 

αλληλεπίδρασης

Η idarubicin είναι ισχυρός μυελοκατασταλτικός παράγοντας  και τα σχήματα 

συνδυασμένης χημειοθεραπείας που περιλαμβάνουν άλλους παράγοντες με παρόμοια 

δράση μπορεί να προκαλέσουν αθροιστική τοξικότητα, επιδρώντας ιδιαίτερα στο 

μυελό των οστών/αιματολογικό και στο γαστρεντερικό σύστημα (Βλ. παράγραφο 

4.4). Η χρήση της idarubicin σε συνδυασμένη χημειοθεραπεία με άλλα δυνητικά 

καρδιοτοξικά φάρμακα, όπως και η ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγόντων με 

καρδιακή δράση (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου), απαιτεί παρακολούθηση της 

καρδιακής λειτουργίας καθ΄όλη τη διάρκεια της θεραπείας.

Μεταβολές της ηπατικής ή της νεφρικής λειτουργίας επαγόμενες από ταυτόχρονες 

θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό, τη φαρμακοκινητική και τη 

θεραπευτική αποτελεσματικότητα και/ή τοξικότητα της idarubicin (Βλ. παράγραφο 

4.4).

Μία αθροιστική μυελοκατασταλτική δράση μπορεί να παρουσιαστεί όταν η 

ακτινοθεραπεία γίνεται ταυτόχρονα ή εντός 2-3 εβδομάδων πριν από τη θεραπεία με 

idarubicin. 

4.6 Κύηση και γαλουχία

Επηρεασμένη γονιμότητα. . Η idarubicin μπορεί να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα 

ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Για αυτό το λόγο, άρρενες που υποβάλλονται σε θεραπεία 

με idarubicin πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές αντισυλληπτικές μεθόδους (Βλ. 

παράγραφο 4.4).

Κύηση.  Η εμβρυοτοξική δράση της idarubicin έχει δειχθεί σε μελέτες   in  vitro  και  in 

vivo. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. 

Πρέπει   να   δίδεται   συμβουλή   στις   γυναίκες   που   μπορούν   να   τεκνοποιήσουν   να 

αποφύγουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η idarubicin πρέπει να 

χρησιμοποιείται   κατά   τη   διάρκεια   της   εγκυμοσύνης   μόνον   εάν   το   πιθανό   όφελος 

δικαιολογεί   τον   πιθανό   κίνδυνο   για   το   κύημα/έμβρυο.   Η   ασθενής   πρέπει   να 

ενημερώνεται για τον πιθανό κίνδυνο για το κύημα/έμβρυο. Πρέπει να καθοδηγούνται οι 

γονείς που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, να 

ζητήσουν προηγουμένως τη συμβουλή γενετιστή εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει 

η δυνατότητα.

         Γαλουχία. Δεν είναι γνωστό εάν η idarubicin ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο 

ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να δίδεται συμβουλή στις μητέρες να μην θηλάζουν κατά τη 

διάρκεια της χημειοθεραπείας τους με το φάρμακο αυτό.

4.7  Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Η επίδραση της idarubicin στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών δεν έχει 

αξιολογηθεί συστηματικά.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (δεν καταγράφονατι με σειρά συχνότητας) έχουν 

αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με idarubicin (Βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: λοίμωξη, σηψαιμία

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα: δευτεροπαθείς λευχαιμίες (οξεία 

μυελογενής λευχαιμία και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο)

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: αναιμία, λευκοπενία, 

ουδετεροπενία, θρομβοπενία

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: ανορεξία, αφυδάτωση, υπερουριχαιμία

Καρδιακές διαταραχές: κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός, 

συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα, φλεβοκομβική 

ταχυκαρδία, ταχυαρρυθμίες, βραδυκαρδία, έμφραγμα μυοκαρδίου

Αγγειακές διαταραχές: αιμορραγία, εξάψεις, φλεβίτιδα, καταπληξία, θρομβοφλεβίτιδα, 

θρομβοεμβολή

Διαταραχές του γαστρεντερικού: κοιλιακό άλγος ή αίσθημα καύσου, κολίτιδα, 

(περιλαμβανομένης της εντεροκολίτιδας/ουδετεροπενικής εντεροκολίτιδας με 

διάτρηση), διάρροια, διαβρώσεις/εξελκώσεις, οισοφαγήτιδα, αιμορραγία του 

γαστρεντερικού σωλήνα, βλεννογονίτιδα/στοματίτιδα, ναυτία, έμετος

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: ερύθημα των άκρων, αλωπεκία, 

υπερευαισθησία ερεθισμένου δέρματος («αντίδραση από αναμνηστική ακτινοβολία»), 

τοπική τοξικότητα, εξάνθημα/κνησμός, μεταβολές του δέρματος, υπερμελάγχρωση 

δέρματος και ονύχων, κνίδωση

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: κόκκινη χρώση των ούρων για 1-2 

ημέρες μετά τη χορήγηση

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: πυρετός

Έρευνες:  ασυμπτωματικές   μειώσεις   του  κλάσματος   εξώθησης   αριστερής   κοιλίας,   μη 

φυσιολογικό   ηλεκτροκαρδιογράφημα,   αύξηση   των   ηπατικών   ενζύμων   και   της 

χολερυθρίνης

       Αιμοποιητικό Σύστημα

   Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που οφείλεται στην αγωγή με idarubicin είναι η 

έκδηλη μυεολοκαταστολή. Ωστόσο είναι απαραίτητη για την εξάλειψη των λευχαιμικών 

κυττάρων (βλέπε 4.4).

Ο αριθμός των λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων φθάνουν συνήθως στο ναδίρ εντός 10 

έως 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο αριθμός των κυττάρων επανέρχεται 

στα φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της 3 ης  εβδομάδας. Κατά την διάρκεια της 

φάσης σοβαρής μυελοκαταστολής έχουν αναφερθεί θάνατοι λόγω λοιμώξεων και/ή 

αιμορραγιών.

Οι κλινικές επιπτώσεις της μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, 

σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών και μπορούν να 

οδηγήσουν σε θάνατο. Σε περίπτωση εμφάνισης εμπύρετης ουδετεροπενίας συνιστάται 

ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή. 

Καρδιοτοξικότητα

Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) που απειλεί τη ζωή είναι η πιο σοβαρή 

μορφή της καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες και αντιπροσωπεύει 

την αθροιστική  δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου βλέπε 4.4).

4.9 Υπερδοσολογία

Οι πολύ υψηλές δόσεις της idarubicin μπορεί να προκαλέσουν  οξεία τοξικότητα του 

μυοκαρδίου μέσα σε 24 ώρες και σοβαρή μυελοκαταστολή μέσα σε 1 έως 2 εβδομάδες. 

΄Εχει παρατηρηθεί καθυστερημένη καρδιακή ανεπάρκεια για πολλούς μήνες μετά από 

υπερδοσολογία   ανθρακυκλινών.   Οι   ασθενείς   που   λαμβάνουν   από   του   στόματος 

idarubicin θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανή αιμορραγία του γαστρεντερικού 

και σοβαρή βλάβη του βλεννογόνου.

5.  ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1  Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η idarubicin είναι ένας παράγοντας που παρεμβάλλεται στο DNA και αλληλεπιδρά 

με   την   τοποϊσομεράση  II  προκαλώντας   ανασταλτική   δράση   στη   σύνθεση   των 

νουκλεϊκών   οξέων..   Η   απουσία   μεθόξυ   ομάδας   στη   θέση   4   της   δομής   της 

ανθρακυκλίνης παρέχει στο μόριο υψηλή λιποφιλικότητα, η οποία επιφέρει αυξημένη 

ταχύτητα   κυτταρικής   πρόσληψης,   σε   σύγκριση   με   την   doxorubicin   και   την 

daunorubicin.

Έχει αποδειχθεί ότι η idarubicin είναι πιο ισχυρή από την daunorubicin και ότι είναι 

αποτελεσματικός   παράγοντας   κατά   των   λευχαιμιών   και   των   λεμφωμάτων   στα 

ποντίκια, τόσο σε ενδοφλέβια χορήγηση, όσο και σε από του στόματος χορήγηση.

Οι   μελέτες   in  vitro σε  ανθρώπινα   κύτταρα   καθώς   και  σε  κύτταρα  ποντικών  που 

εμφανίζουν   αντίσταση   στις   ανθρακυκλίνες,   επέδειξαν   χαμηλότερο   βαθμό 

διασταυρούμενης αντίστασης   της idarubicin, σε σύγκριση με την doxorubicin και 

την  daunorubicin.  Οι  μελέτες  καρδιοτοξικότητας  σε πειραματόζωα,  έδειξαν  ότι  η 

idarubicin εμφανίζει καλύτερο θεραπευτικό δείκτη σε σχέση με την doxorubicin και 

την daunorubicin. 

O   κυριότερος   μεταβολίτης,   η   idarubicinol,   εμφάνισε   in   vitro,   και   in   vivo, 

αντινεοπλασματική   δραστικότητα   σε   πειραματικά   μοντέλα.   Στον   αρουραίο,   η 

idarubicinol που χορηγήθηκε στις ίδιες δόσεις όπως και το αρχικό φάρμακο εμφάνισε 

σαφώς χαμηλότερη καρδιοτοξικότητα από την idarubicin. 

5.2  Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Από του στόματος

Μετά  την  από  του στόματος  χορήγηση  σε  ασθενείς  με φυσιολογική  νεφρική  και 

ηπατική   λειτουργία,   η   idarubicin   απορροφάται   ταχέως,   με   χρόνο   για   επίτευξη 

μεγίστων   συγκεντρώσεων   στο   πλάσμα   μεταξύ   2-4  ωρών.   Απομακρύνεται   από  τη 

συστηματική   κυκλοφορία   με   τελικό   χρόνο   ημιζωής   στο   πλάσμα   που   κυμαίνεται 

μεταξύ 10-35 ωρών και μεταβολίζεται εκτεταμένα σε ένα δραστικό μεταβολίτη, την 

idarubicinol,   η   οποία   απομακρύνεται   βραδύτερα   με   χρόνο   ημιζωής   στο   πλάσμα 

μεταξύ 33 και 60 ωρών. Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως μέσω της χολής, βασικά 

υπό μορφή idarubicinol και μέσω του ουροποιητικού, που αναλογεί στο 1-2% της 

δόσης ως αμετάβλητο φάρμακο και μέχρι 4,6% ως idarubicinol.

Οι μέσες τιμές της απόλυτης βιοδιαθεσιμότητας έχει δειχθεί ότι κυμαίνονται μεταξύ 

18  και   39%   (έχουν   παρατηρηθεί   σε  μελέτες   μεμονωμένες   τιμές   που  κυμαίνονται 

μεταξύ 3 και 77%), ενώ οι μέσες τιμές που υπολογίζονται από τα δεδομένα για το 

δραστικό μεταβολίτη, την idarubicinol, είναι κάπως υψηλότερη (29-58%, ακραίες 

τιμές 12-153%).

Μελέτες στις συγκεντρώσεις του φαρμάκου στα κύτταρα (εμπύρηνα κύτταρα του 

αίματος   και   του   μυελού   των   οστών),   σε   ασθενείς   με   λευχαιμία,   έδειξαν   ότι   η 

πρόσληψη   του   φαρμάκου   είναι   ταχύτατη   και   περίπου   παραλληλίζεται   με   την 

εμφάνιση   του   φαρμάκου   στο   πλάσμα.   Οι   συγκεντρώσεις   της   idarubicin   και   της 

idarubicinol στα εμπύρηνα κύτταρα του αίματος και του μυελού των οστών είναι 

απομάκρυνσης της idarubicin και idarubicinol από το πλάσμα και τα κύτταρα είναι 

σχεδόν συγκρίσιμοι.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της idarubicin σε ασθενείς 

με ηπατική και/ή νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως. Αναμένεται 

ότι σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ο μεταβολισμός της 

idarubicin μπορεί να επηρεασθεί και να οδηγήσει σε υψηλότερα συστηματικά 

επίπεδα φαρμάκου. Η διάθεση της idarubicin μπορεί να επηρεασθεί επίσης από τη 

νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, πρέπει να εξετάζεται μείωση της δόσης σε 

ασθενείς με ηπατική και/ή νεφρική δυσλειτουργία (Βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4) και 

η idarubicin αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική και/ή νεφρική 

ανεπάρκεια (Βλ. παράγραφο 4.3).

5.3  Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η idarubicin ήταν γονιοδιοτοξική στις περισσότερες δοκιμασίες in vitro και in vivo 

που διεξάχθηκαν. Η ενδοφλέβια idarubicin  ήταν καρκινογόνος, τοξική στα όργανα 

αναπαραγωγής, και εμβρυοτοξική και τερατογόνος σε αρουραίους. Καμία 

αξιοσημείωτη επίδραση στις μητέρες ή στα νεογνά δεν παρατηρήθηκε σε αρουραίους 

που έλαβαν ενδοφλέβια idarubicin κατά τη διάρκεια της περιγεννητικής και της 

μεταγεννητικής περιόδου, μέχρι τη δόση των 0,2 mg/kg ημερησίως. Δεν είναι γνωστό 

αν η ουσία απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η ενδοφλέβια idarubicin, όμοια με άλλες 

ανθρακυκλίνες και κυτταροτοξικά φάρμακα, ήταν καρκινογόνος σε αρουραίους. Μία 

μελέτη ασφάλειας σε σκύλους έδειξε ότι η εξαγγείωση του φαρμάκου προκαλεί 

νέκρωση των ιστών.

H LD

 (μέσες τιμές) της ενδοφλέβιας idarubicin ήταν 4,4 mg/kg για ποντίκια, 2,9 

mg/kg για αρουραίους και περίπου 1,0  mg/kg για σκύλους. Οι κυριότεροι στόχοι 

μετά από εφ΄ άπαξ δόση ήταν το αιμολεμφοποιητικό σύστημα και, ειδικά στους 

σκύλους, ο γαστρεντερικός σωλήνας.

Οι τοξικές επιδράσεις μετά από επανειλημμένη χορήγηση ενδοφλέβιας idarubicin 

ερευνήθηκαν σε αρουραίους και σε σκύλους. Οι κυριότεροι στόχοι της ενδοφλέβιας 

idarubicin στα πιο πάνω πειραματόζωα ήταν το αιμολεμφοποιητικό σύστημα, ο 

γαστρεντερικός σωλήνας, ο νεφρός, το ήπαρ και τα όργανα αναπαραγωγής σε 

αρσενικά και σε θηλυκά πειραματόζωα.

Οσον   αφορά   την   καρδιά,   μελέτες   υποξείας   καρδιοτοξικότητας   δείχνουν   ότι   η 

ενδοφλέβια idarubicin είναι καρδιοτοξική σε χαμηλό μέχρι μέτριο βαθμό μόνο σε 

θανατηφόρες δόσεις ενώ η doxorubicin και η daunorubicin προκάλεσαν σαφή βλάβη 

στο μυοκάρδιο σε μη θανατηφόρες δόσεις.

6.   ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1  Κατάλογος εκδόχων

        Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη

       Γλυκερόλης παλμιτοστεατικός εστέρας

Σύνθεση κενής κάψουλας

Ζελατίνη

Τιτανίου διοξείδιο Ε172, CI 77492

Σιδήρου οξείδιο (κίτρινο) E172, CI 77492 

6.2  Ασυμβατότητες

Kαμία γνωστή. 

6.3  Διάρκεια Ζωής

36 μήνες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (< 25 ° C).

6.4  Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

        Να αποθηκεύεται σε ξηρό μέρος.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

       Τα καψάκια περιέχονται σε αμφιδέξια γυάλινα φιαλίδια, τύπου ΙΙΙ 

6.6  Οδηγίες για τη χρήση/χειρισμό του προϊόντος

        Πριν τη χορήγηση πρέπει να ελέγχεται ότι τα καψάκια ήταν ανέπαφα.

       Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται με τη βοήθεια μικρής ποσότητας

νερού και δεν πρέπει να αφήνονται να λιώνουν στο στόμα, να δαγκώνονται ή   να 

μασώνται.

        Σε περίπτωση που η σκόνη από το καψάκιο έρθει κατά λάθος σε επαφή

        με τα μάτια, το δέρμα ή το βλεννογόνο, το σημείο θα πρέπει να ξεπλυθεί

        αμέσως με άφθονο νερό και να αναζητηθεί η βοήθεια γιατρού.

7.  ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Pfizer Hellas A.E.

Λ. Μεσογείων 243

154 51 Ν. Ψυχικό

Τηλ.: 210 6785800

8.  ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

5 mg : 7559/28.6.95

10 mg :15095/4.10.94

9.  ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

   

      4.10.94

10.  ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ 

      

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ