ZAVEDOS

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • ZAVEDOS 10MG/10ML VIAL INJ.SOL
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • L01DB06
  • Δοσολογία:
  • 10MG/10ML VIAL
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • ZAVEDOS 10MG/10ML VIAL INJ.SOL
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

ΖAVEDOS injection

1. ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΟΣ

ΖAVEDOS

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα : Idarubicin Hydrochloride 5 mg, 10 mg, 20 mg/VIAL

Ενέσιμο Διάλυμα : Idarubicin Hydrochloride 5mg/5ml, 10mg/10ml, 20mg/20ml VIAL

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα

Ενέσιμο διάλυμα

4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Αντιμιτωτικός και κυτταροστατικός παράγοντας.

Οξεία μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ANLL, AML) σε ενήλικες για την πρόκληση ύφεσης σαν πρώτης γραμμής 

θεραπεία ή και την πρόκληση ύφεσης σε υποτροπιάζοντες ή ανθεκτικούς ασθενείς.

Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΑLL) ως δεύτερης γραμμής θεραπεία σε ενήλικες και σε παιδιά.

Η idarubicin χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμένα χημειοθεραπευτικά σχήματα μαζί με άλλους κυτταροστατικούς 

παράγοντες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m 2 ). Η οδός χορήγησης είναι ενδοφλέβια.

Σε περιπτώσεις ΑΝLL σε ενήλικες, το δοσολογικό σχήμα που προτείνεται είναι 12mg/m 2 /ημέρα ενδοφλεβίως για 

διάστημα 3 ημερών σε συνδυασμό με cytarabine. Άλλο δοσολογικό σχήμα που έχει χρησιμοποιηθεί στην ANLL 

σαν μονοχημειοθεραπεία ή και σε συνδυασμό είναι 8 mg/m 2 /ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 5 ημερών.

Σαν   μονοχημειοθεραπεία   στην   ALL,   η   συνιστώμενη   δόση   είναι   12mg/m 2 /ημέρα   ενδοφλεβίως   για   διάστημα   3 

ημερών σε ενήλικες και 10mg/m 2 /ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 3 ημερών σε παιδιά.

Ωστόσο, όλα τα πιο πάνω δοσολογικά σχήματα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αιματολογική κατάσταση του 

ασθενούς καθώς και τις δόσεις των άλλων κυτταροστατικών φαρμάκων που λαμβάνονται όταν χρησιμοποιείται σε 

συνδυασμό.

Για τους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια βλ. Αντενδείξεις και Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις.

Για την ανασύσταση του προϊόντος βλ. Οδηγίες χρήσης/χειρισμού.

Η ενδοφλέβια χορήγηση της idarubicin πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται η χορήγηση της idarubicin στο 

σωλήνα συνεχούς ροής ενδοφλέβιας έγχυσης φυσιολογικού ορού σε διάστημα 5 μέχρι 10 λεπτών. Σκοπός της τεχνικής 

αυτής είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου θρόμβωσης ή φλεβικής εξαγγείωσης που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή 

κυτταρίτιδα,   φυσαλλιδοποίηση,   ακόμη  και  νέκρωση   των ιστών.  Δεν  συνιστάται  άμεση  ένεση  λόγω   του  κινδύνου 

εξαγγείωσης, που μπορεί να προκληθεί ακόμη και παρουσία επαρκούς ποσότητας αίματος από αναρρόφηση με τη 

βελόνα.

4.3 Αντενδείξεις

Δεν πρέπει να χορηγείται σε άτομα με υπερευαισθησία στην Idarubicin και/ή σε άλλες ανθρακυκλίνες.

Η θεραπεία με idarubicin δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική και ηπατική βλάβη καθώς και σε 

ασθενείς με μη ελεγχόμενες λοιμώξεις (Βλ. επίσης «Χρήση κατά την κύηση και τη γαλουχία»).

4.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις και Προειδοποιήσεις για τη Χρήση του Προϊόντος

Η idarubicin πρέπει  να χρησιμοποιείται  υπό την  επίβλεψη έμπειρων γιατρών στη χημειοθεραπεία  της  λευχαιμίας. 

Απαιτείται στενή παρακολούθηση για ενδείξεις τοξικότητας.

Απαιτείται   προσεκτική   παρακολούθηση   της   αιματολογικής   κατάστασης   λόγω   της   σοβαρής   μυελοκαταστολής   που 

προκαλείται  από  το   φάρμακο.  Θα   πρέπει   να  λαμβάνονται  τα   κατάλληλα  μέτρα  για   αποφυγή   κάθε  συστηματικής 

λοίμωξης πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η idarubicin δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα 

μυελοκαταστολή που προκλήθηκε από προηγούμενη φαρμακοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία εκτός εάν τα οφέλη είναι 

περισσότερα   από   τους   κινδύνους.   Θα   πρέπει   να   υπάρχουν   νοσοκομειακές   διευκολύνσεις,   με   την   έννοια   του 

εργαστηριακού  εξοπλισμού  και  των καταλλήλων  υποστηρικτικών μέσων για την παρακολούθηση  της  ανοχής  του 

φαρμάκου και για την προστασία του ασθενούς από την τοξικότητα του φαρμάκου. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα 

άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης σοβαρής αιμορραγικής κατάστασης και/ή σοβαρής λοίμωξης.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της μπορεί να εμφανισθεί τοξικότητα του 

μυοκαρδίου που εκδηλώνεται ενδεχομένως με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, οξείες αρρυθμίες που απειλούν τη 

ζωή ή άλλες καρδιομυοπάθειες. Ενδείκνυται θεραπεία με digitalis, διουρητικά, περιορισμός στη λήψη νατρίου και 

κατάκλιση.

Η   καρδιακή   λειτουργία   θα   πρέπει   να   αξιολογηθεί   πριν   αρχίσει   η   θεραπεία   με   idarubicin   και   θα   πρέπει   να 

παρακολουθείται   σε   όλη   τη   διάρκεια   της   θεραπείας   για   την   ελαχιστοποίηση   του   κινδύνου   πρόκλησης   σοβαρής 

καρδιακής βλάβης. Παρ΄ όλο που η βιοψία του ενδομυοκαρδίου θεωρείται ως το πλέον ενδεδειγμένο διαγνωστικό 

εργαλείο για την ανίχνευση της καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες, η επεμβατική αυτή εξέταση 

δεν μπορεί να διεξαχθεί με ευκολία σε βάση ρουτίνας. Η αξιολόγηση ρουτίνας της καρδιακής λειτουργίας κατά τη 

διάρκεια της θεραπείας  με idarubicin μπορεί να περιλαμβάνει  ηλεκτροκαρδιογράφημα  (ΗΚΓ) και αξιολόγηση  της 

μείωσης του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF). Οι αλλαγές στο ΗΚΓ αποτελούν σε γενικές γραμμές 

ένδειξη παροδικής τοξικότητας, ωστόσο η μείωση του ύψους του QRS συμπλέγματος ή η παράταση πέρα από τα 

φυσιολογικά όρια του μεσοσυστολικού διαστήματος μπορεί να θεωρηθούν ως ενδείξεις - όπως επίσης και η μείωση στο 

LVE - της χαρακτηριστικής καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες. Ο κίνδυνος για τοξικότητα του 

μυοκαρδίου μπορεί να είναι μεγαλύτερος μετά από ταυτόχρονη ή προηγούμενη ακτινοθεραπεία στην μεσοθωρακική-

περικαρδιακή περιοχή ή θεραπεία με άλλους δυνητικά καρδιοτοξικούς παράγοντες ,ή σε ασθενείς που βρίσκονται σε 

ειδική κλινική κατάσταση λόγω της νόσου από την οποία πάσχουν (αναιμία, μυελοκαταστολή, λοιμώξεις, λευχαιμική 

περικαρδίτις και/ή μυοκαρδίτις). Σε αυτούς τους ασθενείς η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι 

ιδιαίτερα αυστηρή και θα πρέπει να γίνεται προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου από τη συνεχιζόμενη 

θεραπεία με idarubicin σε καταστάσεις καρδιακής ανεπάρκειας.

Εφ΄   όσον   η   ανεπάρκεια   της   ηπατικής   και/ή   της   νεφρικής   λειτουργίας   μπορεί   να   επηρεάσει   την   κατανομή   της 

idarubicin,   θα   πρέπει   να   αξιολογείται   η   λειτουργία   του   ήπατος   και   των   νεφρών   με   καθιερωμένες   εργαστηριακές 

δοκιμασίες (χρησιμοποιώντας τη χολερυθρίνη και την κρεατινίνη του ορού σαν δείκτες) τόσο πριν, όσο και κατά τη 

διάρκεια της θεραπείας. Σε μερικές κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ, δε χορηγήθηκε η θεραπεία στην περίπτωση που τα 

επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης στον ορό υπερέβαιναν τα 2,0 mg%. Με άλλες ανθρακυκλίνες εφαρμόζεται 

γενικά μείωση της δόσης κατά 50% όταν τα επίπεδα της χολερυθρίνης βρίσκονται μεταξύ 1,2 - 3,0 mg%.

Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται και θα πρέπει να εφαρμοστεί η κατάλληλη 

αγωγή στην περίπτωση που αναπτυχθεί υπερουριχαιμία.

Η εξαγγείωση της idarubicin στην περιοχή της ενδοφλέβιας χορήγησής της μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νέκρωση 

των τοπικών ιστών. Ο κίνδυνος για πρόκληση θρομβοφλεβίτιδας στην περιοχή της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί 

αν  ακολουθηθεί   η  διαδικασία   χορήγησης  που   συνιστάται   στο Κεφάλαιο  6.6  (Οδηγίες   για  τη  χρήση/χειρισμό  του 

προϊόντος).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και ουσίες

Η   idarubicin   είναι   ισχυρός   μυελοκατασταλτικός   παράγοντας   και   τα   σχήματα   συνδυασμένης   χημειοθεραπείας   που 

περιλαμβάνουν άλλους παράγοντες οι οποίοι παρουσιάζουν όμοια δράση θα μπορούσαν να προκαλέσουν αθροιστική 

μυελοκατασταλτική ενέργεια.

4.6 Χορήγηση κατά την κύηση και τη γαλουχία

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το αν η idarubicin μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ανθρώπινη γονιμότητα ή αν 

προκαλεί  τερατογένεση.  Ωστόσο, σε αρουραίους (αλλά όχι σε κουνέλια) είναι τερατογόνος  και  εμβρυοτοξική. Οι 

γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν θα πρέπει να αποφύγουν την εγκυμοσύνη.

Στην περίπτωση που η idarubicin χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή στην περίπτωση που η ασθενής 

συλλάβει κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να γνωστοποιηθεί ο πιθανός κίνδυνος για το έμβρυο.

Οι μητέρες δεν πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας τους με το φάρμακο αυτό.

Λόγω της μεταλλαξιογόνου δυνατότητας της idarubicin, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει χρωματοσωματική βλάβη 

στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Κατά συνέπεια, οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με idarubicin θα πρέπει να 

εφαρμόζουν αντισυλληπτικά μέτρα.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η   idarubicin   προορίζεται   για   χορήγηση   σε   νοσοκομειακούς   ασθενείς   κάτω   από   στενή   ιατρική   παρακολούθηση. 

Επομένως, δεν προβλέπεται ότι οι ασθενείς θα οδηγούν ή θα χειρίζονται μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας 

τους.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική Τοξικότητα. H σοβαρή μυελοτοξικότητα είναι η κυριότερη τοξικότητα που σχετίζεται 

με   τη   θεραπεία   με   idarubicin,   ωστόσο   η   δράση   αυτή   απαιτείται   για   την   εξάλειψη   του   λευχαιμικού   κλώνου.   Η 

λευκοπενία   και   η   ουδετεροπενία   (κοκκιοκυτταροπενία)   είναι   συνήθως   σοβαρές.   Μπορεί   επίσης   να   παρατηρηθεί 

θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Οι χαμηλότερες τιμές λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων παρατηρούνται συνήθως 10 

μέχρι 14 ημέρες μετά τη χορήγηση, ωστόσο οι τιμές αυτές συνήθως επανέρχονται σε φυσιολογικά επίπεδα κατά τη 

διάρκεια της τρίτης εβδομάδας. Τα κλινικά επακόλουθα της μυελοτοξικότητας/ αιματολογικής τοξικότητας μπορεί να 

περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σήψη/σηψαιμία, σηπτικό σοκ, αιμορραγίες, υποξία στους ιστούς, θάνατο. Θα πρέπει 

να χορηγηθούν αντιβιοτικά ενδοφλεβίως σε περίπτωση εμπύρετης ουδετεροπενίας.

Καρδιοτοξικότητα. Η από ανθρακυκλίνες προκαλούμενη καρδιοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί με πρώιμες (ή οξείες) 

ή   καθυστερημένες   εκδηλώσεις.   Η   πρώιμη   καρδιοτοξικότητα   της   idarubicin   αποτελείται   κυρίως   από   κολπική 

ταχυκαρδία και/ή μη φυσιολογικά ευρήματα στο ΗΚΓ, π.χ. μη-συγκεκριμένες αλλαγές στα κύματα ST-T, ωστόσο 

έχουν αναφερθεί και άλλες ταχυαρρυθμίες. Με την εξαίρεση των κακοηθών καρδιακών δυσρυθμιών, οι επιδράσεις 

αυτές συνήθως δεν αποτελούν πρόβλεψη για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, σπάνια 

είναι κλινικής σημασίας και σε γενικές γραμμές δεν αποτελούν ένδειξη για τη διακοπή της θεραπείας με idarubicin. Η 

καθυστερημένη   καρδιοτοξικότητα   εμφανίζεται   με   χαρακτηριστική   καρδιομυοπάθεια   που   εκδηλώνεται   κλινικά   με 

συμπτώματα/ενδείξεις κοιλιακής δυσλειτουργίας/συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (όπως δύσπνοια, πνευμονικό 

οίδημα,   εξαρτώμενο   οίδημα   (π.χ.   στον   αστράγαλο),   ηπατομεγαλία,   ασκίτη,   έκχυση   στον   υπεζωκότα,   καλπαστικό 

ρυθμό. Κάθε επιπρόσθετος παράγοντας κινδύνου για καρδιοτοξικότητα (π.χ. ενεργός ή λανθάνουσα καρδιαγγειακή 

νόσος, προηγούμενη ακτινοθεραπεία στο μεσοθωράκιο, προηγούμενη/ ταυτόχρονη χορήγηση άλλων καρδιοτοξικών 

φαρμάκων)   μπορεί   να   επισπεύσει   την   πιθανή   εμφάνιση   καρδιοτοξικότητας   που   προκαλείται   από   idarubicin.   Η 

καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα αναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέχρι και δύο-τρεις μήνες 

αργότερα, ωστόσο μπορεί να παρατηρηθούν και καθυστερημένες εκδηλώσεις (αρκετοί μήνες μέχρι χρόνια μετά τη 

διακοπή της θεραπείας). Η σοβαρή καρδιακή βλάβη μπορεί να προληφθεί με τακτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια 

της   θεραπείας   (βλ.   επίσης   Κεφάλαιο   4.4).   Έχουν   επίσης   αναφερθεί   περιπτώσεις   υποξείας   τοξικότητας,   όπως 

περικαρδίτιδα / μυοκαρδίτιδα. 

Γαστρεντερική Τοξικότητα. Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) μπορεί να παρατηρηθεί 

σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με idarubicin. Οι κλινικές εκδηλώσεις της βλεννογονίτιδας περιλαμβάνουν 

πόνο   ή   αίσθημα   καύσου,   ερύθημα,   διαβρώσεις/εξελκώσεις,   αιμορραγία   ή   λοιμώξεις.   Η   στοματίτιδα   συνήθως 

εμφανίζεται σε σύντομο διάστημα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρή, μπορεί να 

οδηγήσει μέσα σε μερικές ημέρες σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Ωστόσο, η ανεπιθύμητη ενέργεια αυτή εξαφανίζεται 

στους περισσότερους ασθενείς πριν από την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ναυτία, 

έμετος και μερικές φορές διάρροια και κοιλιακός πόνος. Ο ανεξέλεγκτος έμετος και η διάρροια μπορεί να προκαλέσουν 

αφυδάτωση.   Η   ναυτία   και   ο   έμετος   μπορεί   να   αποφευχθούν   ή   να   μετριασθούν   με   τη   χορήγηση   κατάλληλης 

αντιεμετικής  θεραπείας.  Έχει  αναφερθεί  σοβαρή  εντεροκολίτιδα  (ουδετεροπενική  εντεροκολίτιδα)  με  διάτρηση.  Ο 

κίνδυνος για διάτρηση μπορεί να αυξηθεί από επέμβαση με εργαλεία. Το ενδεχόμενο διάτρησης θα πρέπει να ληφθεί 

υπόψη σε ασθενείς που εμφανίζουν έντονο κοιλιακό πόνο και θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για 

διάγνωση και αντιμετώπιση.

Επίδραση στο Σημείο της Ένεσης. Η ερυθηματώδης ράβδωση κατά μήκος της φλέβας στην οποία γίνεται η έγχυση δεν 

αποτελεί σπάνιο φαινόμενο και μπορεί να εμφανισθεί πριν από τοπική φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα. Ο κίνδυνος για 

πρόκληση φλεβίτιδας / θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της ένεσης, μπορεί να ελαχιστοποιηθεί όταν ακολουθείται η 

μέθοδος χορήγησης που συνιστάται στο Κεφάλαιο 6.6. Σε περίπτωση περιφλεβικής εξαγγείωσης του φαρμάκου, θα 

παρατηρηθεί τοπικός πόνος, σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση των ιστών.

Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες.  Αλωπεκία, που συμπεριλαμβάνει τη διακοπή της ανάπτυξης γενειάδας, παρατηρείται 

συχνά. Η ανεπιθύμητη ενέργεια αυτή είναι συνήθως αναστρέψιμη και η ανάπτυξη των τριχών εμφανίζεται και πάλι 

μέσα σε διάστημα δύο-τριών μηνών από τη διακοπή της θεραπείας. Έχει παρατηρηθεί επίσης αύξηση των ηπατικών 

ενζύμων και της χολερυθρίνης περίπου στο 20-30% των περιπτώσεων. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν 

αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα, σαν αποτέλεσμα του εκτεταμένου καταβολισμού της πουρίνης που συνοδεύει την 

ταχεία κυτταρική αποικοδόμηση η οποία προκαλείται από το φάρμακο ( σύνδρομο “λύσης του όγκου”). Η ενυδάτωση, 

η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλοπουρινόλης βοηθούν στην πρόληψη ή στην ελαχιστοποίηση των 

ανεπιθύμητων ενεργειών που οφείλονται στην αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα. Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν 

εξάψεις, δερματικό εξάνθημα και υπερευαισθησία σε ακτινοβολημένο δέρμα (radiation recall reaction).

Η idarubicin μπορεί να προσδώσει κόκκινη χροιά στα ούρα για διάστημα 1 - 2 ημερών μετά τη χορήγηση της και οι 

ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας.

4.9 Υπερδοσολογία

Οι πολύ υψηλές δόσεις της idarubicin αναμένεται να προκαλέσουν οξεία δυσλειτουργία του μυοκαρδίου μέσα σε 24 

ώρες καθώς και βαρεία μυελοκαταστολή μέσα σε μία ή δύο εβδομάδες. Στόχος της αγωγής θα πρέπει να είναι η 

υποστήριξη   των   ζωτικών   λειτουργιών   του   ασθενούς   κατά   τη   διάρκεια   της   περιόδου   αυτής   και   θα   πρέπει   να 

χρησιμοποιούνται   μέτρα   όπως   π.χ.   μεταγγίσεις   αίματος   και   ειδική   νοσηλεία.   Έχει   παρατηρηθεί   καθυστερημένη 

καρδιακή   ανεπάρκεια   πολλούς   μήνες   μετά   από   υπερδοσολογία   ανθρακυκλινών.   Οι   ασθενείς   θα   πρέπει   να 

παρακολουθούνται προσεκτικά και, αν εμφανισθούν ενδείξεις καρδιακής ανεπάρκειας, θα πρέπει να τους παρασχεθεί η 

κατάλληλη αγωγή.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η idarubicin είναι παράγοντας που παρεμβάλλεται στο DNA και που αντιδρά με την τοποϊσομεράση ΙΙ προκαλώντας 

ανασταλτική δράση στη σύνθεση των νουκλεϊκών οξέων. Η τροποποίηση στη θέση 4 της δομής της ανθρακυκλίνης 

παρέχει στο μόριο υψηλή λιποφιλικότητα η οποία επιφέρει αυξημένη ταχύτητα κυτταρικής πρόσληψης σε σύγκριση με 

τη doxorubicin ή τη daunorubicin. Έχει αποδειχθεί ότι η idarubicin είναι πιο ισχυρή από τη daunorubicin και ότι είναι 

αποτελεσματική κατά των λευχαιμιών και των λεμφωμάτων στα ποντίκια, τόσο σε ενδοφλέβια χορήγηση όσο και σε 

χορήγηση από το στόμα. Οι μελέτες in vitro σε ανθρώπινα κύτταρα καθώς και σε κύτταρα ποντικών, που εμφανίζουν 

αντίσταση   στις   ανθρακυκλίνες   επέδειξαν   χαμηλότερο   βαθμό   διασταυρούμενης   αντίστασης   στην   idarubicin   σε 

σύγκριση με doxorubicin και daunorubicin. Οι μελέτες καρδιοτοξικότητας σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η idarubicin 

εμφανίζει καλύτερο θεραπευτικό δείκτη σε σχέση με τη daunorubicin και τη doxorubicin. Ο κυριότερος μεταβολίτης, η 

idarubicinol, εμφάνισε ωστόσο in vitro όσο και in vivo, αντινεοπλασματική δραστικότητα σε πειραματικά μοντέλα. 

Στον  αρουραίο, η idarubicinol  που  χορηγήθηκε  στις  ίδιες  δόσεις  όπως  και  το αρχικό  φάρμακο,  εμφάνισε  σαφώς 

χαμηλότερη καρδιοτοξικότητα από την idarubicin.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά   την   ενδοφλέβια   χορήγηση   σε   ασθενείς   με   φυσιολογική   νεφρική   και   ηπατική   λειτουργία,   η   idarubicin 

απεκκρίνεται από την κυκλοφορία του αίματος με τελικό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που κυμαίνεται από 11 μέχρι 25 

ώρες και μεταβολίζεται εκτεταμένα στο δραστικό μεταβολίτη, την idarubicinol, η οποία απεκκρίνεται βραδύτερα με 

χρόνο ημιζωής που κυμαίνεται από 41 μέχρι 69 ώρες.

Το φάρμακο απεκκρίνεται από τη χολή και από τα νεφρά, κυρίως σε μορφή idarubicinol. Οι μελέτες αναφορικά με τη 

συγκέντρωση του φαρμάκου σε κύτταρα (εμπύρηνα κύτταρα αίματος και κύτταρα μυελού) σε ασθενείς με λευχαιμία 

έδειξαν ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις της idarubicin στα κύτταρα επιτυγχάνονται μερικά λεπτά μετά την ένεση του 

φαρμάκου. Οι συγκεντρώσεις της idarubicin και της idarubicinol στα εμπύρηνα κύτταρα του αίματος και κύτταρα του 

μυελού είναι περισσότερο από εκατονταπλάσιες των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Οι ταχύτητες απομάκρυνσης της 

idarubicin από το πλάσμα και από τα κύτταρα δείχνουν τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 15 ωρών. Ο τελικός χρόνος 

ημιζωής της idarubicinol στα κύτταρα βρέθηκε περίπου 72 ώρες.

5.3 Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας

H LD

 (μέσες τιμές) της ενδοφλέβιας idarubicin ήταν 4,4 mg/kg για ποντίκια, 2,9 mg/kg για αρουραίους και περίπου 

1,0 mg/kg για σκύλους. Οι κυριότεροι στόχοι μετά από εφ΄ άπαξ χορήγηση ήταν το αιμολεμφοποιητικό σύστημα και, 

ειδικά στους σκύλους, ο γαστρεντερικός σωλήνας.

Οι τοξικές επιδράσεις μετά από επανειλημμένη χορήγηση της idarubicin ερευνήθηκαν σε αρουραίους και σε σκύλους. 

Οι κυριότεροι στόχοι της ενδοφλέβιας idarubicin στα πιο πάνω πειραματόζωα ήταν το αιμολεμφοποιητικό σύστημα, ο 

γαστρεντερικός σωλήνας, τα όργανα αναπαραγωγής σε αρσενικά και σε θηλυκά πειραματόζωα.

Όσον   αφορά   την   καρδιά,   από   μελέτες   υποξείας   καρδιοτοξικότητας   φαίνεται   ότι   η   ενδοφλέβια   idarubicin   είναι 

καρδιοτοξική σε χαμηλό μέχρι μέτριο βαθμό μόνο σε θανατηφόρες δόσεις ενώ η doxorubicin και η daunorubicin 

προκάλεσαν σαφή βλάβη στο μυοκάρδιο ακόμα και σε μη θανατηφόρες δόσεις.

Η idarubicin ήταν  γενοτοξική στις περισσότερες  δοκιμασίες  in vitro και  in vivo που  διεξάχθηκαν.  Η ενδοφλέβια 

idarubicin   ήταν   τοξική   στα   όργανα   αναπαραγωγής   και   εμβρυοτοξική   και   τερατογόνος   σε   αρουραίους.   Καμία 

αξιοσημείωτη δράση στις μητέρες ή στα νεογνά δεν παρατηρήθηκε σε αρουραίους που έλαβαν ενδοφλέβια idarubicin 

κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν και μετά τη γέννα, μέχρι τη δόση των 0,2 mg/kg ημερησίως. Δεν είναι γνωστό αν η 

ουσία απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η ενδοφλέβια idarubicin, όμοια με άλλες ανθρακυκλίνες και κυτταροτοξικά 

φάρμακα, ήταν καρκινογόνος σε αρουραίους. Από μία μελέτη ασφάλειας σε σκύλους προέκυψε ότι η εξαγγείωση του 

φαρμάκου προκαλεί νέκρωση των ιστών.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

6.1 Έκδοχα

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα: Lactose

Ενέσιμο Διάλυμα: Glycerol, Hydrochloric acid, Water for injections.

6.2 Ασυμβατότητες

Η   παρατεταμένη   επαφή   με   οποιοδήποτε   διάλυμα   αλκαλικού   pΗ   θα  πρέπει   να   αποφεύγεται   επειδή   θα  προκληθεί 

αποικοδόμηση του φαρμάκου. Η idarubicin HCl  δεν πρέπει να αναμιχθεί με ηπαρίνη επειδή μπορεί να σχηματισθεί 

ίζημα και δε συνιστάται επίσης η ανάμιξή της με άλλα φάρμακα.

6.3 Χρόνος Ζωής

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα: 36 μήνες σε θερμοκρασία δωματίου.

Η   idarubicin   πρέπει   να   ανασυσταθεί   με   ενέσιμο   ύδωρ.   Το   διάλυμα   που   προκύπτει   είναι   σταθερό   για   διάστημα 

τουλάχιστον 48 ωρών σε ψυγείο (2 - 8 ο C) και 24 ωρών σε θερμοκρασία δωματίου (20 - 25 ο C). Συνιστάται ωστόσο, για 

αποφυγή μικροβιακής επιμόλυνσης, η χρήση του διαλύματος το ταχύτερο δυνατόν μετά την ανασύσταση.

Ενέσιμο Διάλυμα: 24 μήνες σε ψυγείο (2 ο  - 8 ο C).

6.4 Ειδικές προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα: Φυλάσσεται σε θερμοκρασία κάτω των 25 ο C.

Ενέσιμο Διάλυμα: Φυλάσσεται σε ψυγείο (2 ο  - 8 ο C).

6.5 Φύση και περιεχόμενο του περιέκτη

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα: To προϊόν διατίθεται σε άχρωμα γυάλινα φιαλίδια με ελαστικό πώμα, πώμα από αλουμίνιο 

και πώμα ασφαλείας.

Ενέσιμο Διάλυμα: To προϊόν διατίθεται σε άχρωμα γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι, με πώμα από χλωροβουτύλιο χρώματος 

γκρι,   επικαλυμμένο   με   teflon,   επισφραγισμένο   με   πώμα   από   αλουμίνιο   με   ενσωματωμένο   flip-off   δίσκο   από 

προπυλένιο.

6.6 Οδηγίες για τη χρήση/χειρισμό του προϊόντος

Παρασκευή του διαλύματος για τη μορφή κόνις για ενέσιμο διάλυμα    

Το περιεχόμενο του φιαλιδίου  Zavedos  5mg, 10mg και  20mg διαλύεται  μόνο σε   5, 10 και  20ml ενέσιμο ύδωρ, 

αντίστοιχα. Το διάλυμα που προκύπτει είναι υπότονο και θα πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία χορήγησης που συνιστάται 

μέσω σωλήνα ελεύθερης έγχυσης φυσιολογικού ορού.

Ενδοφλέβια χορήγηση    

Το   ενέσιμο  διάλυμα   και   το   ανασυσταμένο   διάλυμα   πρέπει   να   χορηγείται   μόνον   ενδοφλεβίως   (σε   διάστημα   5-10 

λεπτών) μέσω του σωλήνα μίας ελεύθερης ενδοφλέβιας έγχυσης φυσιολογικού ορού. Η τεχνική αυτή ελαχιστοποιεί τον 

κίνδυνο θρόμβωσης ή εξαγγείωσης που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλοιώσεις στους ιστούς ή και νέκρωση. Η 

ένεση σε μικρά αγγεία ή οι επανειλημμένες ενέσεις στην ίδια φλέβα μπορεί να οδηγήσουν σε σκλήρυνση της φλέβας.

Προστατευτικά μέτρα    

Θα πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες συστάσεις για προστασία, λόγω της τοξικής φύσης της ουσίας αυτής.

το προσωπικό θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένο όσον αφορά το σωστό τρόπο ανασύστασης και χειρισμού 

οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης πρέπει να αποκλείονται από τον οποιονδήποτε χειρισμό του φαρμάκου

το νοσηλευτικό προσωπικό που χειρίζεται το φάρμακο θα πρέπει να φορά προστατευτικά ρούχα : ειδικά γυαλιά, 

ρόμπα, γάντια μιας χρήσεως και μάσκα

θα πρέπει να υπάρχει ειδικός χώρος για την ανασύσταση του προϊόντος (κατά προτίμηση κάτω από σύστημα 

κάθετης γραμμικής ροής). Ο πάγκος εργασίας θα πρέπει να προστατεύεται με πλαστικοποιημένο απορροφητικό 

χαρτί μιας χρήσεως

όλα   τα   αντικείμενα   που   χρησιμοποιούνται   για   την   ανασύσταση,   τη   χορήγηση   ή   τον   καθαρισμό, 

συμπεριλαμβανομένων των γαντιών, θα πρέπει να τοποθετούνται σε πλαστικές σακούλες απορριμμάτων και να 

αποτεφρώνονται σε κλίβανο 

έκχυση   ή   διαρροή   (διαφυγή)   θα  πρέπει   να   αντιμετωπίζονται   με   αραιό   διάλυμα   υποχλωριώδους   νατρίου   (1% 

διαθέσιμο χλώριο), κατά προτίμηση με διαβροχή και απορρόφηση και στη συνέχεια ξέπλυμα με νερό. Όλα τα 

υλικά καθαρισμού θα πρέπει, μετά τη χρήση τους, να αποτεφρώνονται όπως περιγράφεται πιο πάνω

η τυχαία επαφή με το δέρμα ή με τα μάτια πρέπει να αντιμετωπίζεται αμέσως με πλύσιμο με άφθονο νερό, ή 

σαπούνι και νερό, ή διάλυμα διττανθρακικού νατρίου. Θα πρέπει να αναζητηθεί ιατρική περίθαλψη

το μη χρησιμοποιηθέν διάλυμα απορρίπτεται.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Pharmacia & Upjohn Hellas AE

Μαρίνου Αντύπα 62-66, 141 21 Ν. Ηράκλειο, Αθήνα, Τηλ.: 27 10 600

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα:   5 mg : 39186/97/25.5.98

10 mg :39187/97/25.5.98

20 mg :39189/97/25.5.98

Ενέσιμο Διάλυμα:

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΄ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΄ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ(ΜΕΡΙΚΗΣ) ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

ΕΟΦ / 01-2000 / ZavInSPC.doc

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ