PROFLOX

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PROFLOX 400MG/250ML SOL.INF
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • J01MA14
  • Δοσολογία:
  • 400MG/250ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PROFLOX 400MG/250ML SOL.INF
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΗΜ. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ SPC:11-01-2006

                                 ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

1.  ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Proflox 400mg/250ml διάλυμα για  έγχυση

2.  ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ 

Μoxifloxacin  1.6 mg/ml ( 400mg / 250ml (ως moxifloxacin hydrochloride)

Για τα έκδοχα, βλ. παρ.6.1.

3.  ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για  έγχυση

Διαφανές, κίτρινο διάλυμα

4.  ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

4.1  Θεραπευτικές ενδείξεις

Το διάλυμα για  έγχυση PROFLOX 400mg ενδείκνυνται για τη θεραπεία 

της πνευμονίας της κοινότητας 

Των   επιπλεγμένων   λοιμώξεων     του  δέρματος   και   των   δερματικών   σχηματισμών   (βλ. 

Παρ. 4.4)

οφειλόμενα σε  ευαίσθητα στη moxifloxacin βακτήρια σε ασθενείς στους οποίους απαιτείται 

εξ΄ αρχής παρεντερική θεραπεία.

Θα πρέπει να λαμβάνονται  υπόψη οι επίσημες   οδηγίες σχετικά με   την ορθή χρήση των 

αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία (ενήλικες)

400 mg moxifloxacin εγχυόμενα εφ‘άπαξ ημερησίως.

Για πνευμονία της κοινότητας η   θεραπεία μπορεί αρχικώς να είναι ενδοφλέβια χορήγηση 

ακολουθούμενη με από του στόματος χορήγηση δισκίων όταν αυτό ενδείκνυται κλινικά. 

Για   θεραπεία   των   επιπλεγμένων   λοιμώξεων   του   δέρματος   και   των   δερματικών 

σχηματισμών, που απαιτούν αρχικώς ενδοφλέβια χορήγηση ακολουθούμενη με από του 

στόματος χορήγηση δισκίων moxifloxacin 400mg.

Νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία:

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους ασθενείς,  ασθενείς με 

χαμηλό σωματικό βάρος ή ασθενείς  με ήπια ή μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (με 

κάθαρση   κρεατινίνης   μεγαλύτερη   από   30ml/min/1.73m 2 ).  (Bλ.παρ.5.2   για   περισσότερες 

λεπτομέρειες ).

Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση της  moxifloxacin   σε ασθενείς με 

κάθαρση   κρεατινίνης   κάτω   από   30ml/min/1.73m 2   ή   σε   ασθενείς   που   υποβάλλονται   σε 

αιμκάθαρση   και   τα   δεδομένα     σε   ασθενείς   με   επηρεασμένη   ηπατική   λειτουργία   είναι 

ανεπαρκή (βλ.παρ.4.3).

1

Παιδιά και έφηβοι:

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της moxifloxacin, σε παιδιά και εφήβους δεν  

έχει τεκμηριωθεί (βλ. Παρ. 4.3)

Τρόπος  χορήγησης

Για ενδοφλέβια χρήση,        συνεχής έγχυση για τουλάχιστον 60 λεπτά          (βλ. επίσης 

παρ.4.4)

Εάν ενδείκνυται ιατρικώς, το διάλυμα προς έγχυση μπορεί να χορηγηθεί μέσω ενός σωλήνα-

Τ, μαζί με συμβατά διαλύματα για  ενδοφλέβια έγχυση (βλ.6.6)

Διάρκεια της θεραπείας

Η   συνιστώμενη   συνολική   διάρκεια   θεραπείας   για   διαδοχική   χορήγηση   (ενδοφλέβια 

ακολουθούμενη   από   του   στόματος)   είναι    ανάλογη   με   την   ένδειξη,   τον   τύπο   και   τη 

σοβαρότητα της πάθησης και την κλινική ανταπόκριση:

Πνευμονία της κοινότητας: 7-14 ημέρες.

Σε   κλινικές   μελέτες   σε   νοσηλεύομενους   ασθενείς   με   πνευμονία   της   κοινότητας,   οι 

περισσότεροι ασθενείς μετέβησαν σε από του στόματος θεραπεία μέσα σε 4 ημέρες.

Eπιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος & 

                 των δερματικών σχηματισμών 7-21 ημέρες

Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των δερματικών 

σχηματισμών, η μέση διάρκεια ενδοφλέβιας θεραπείας ήταν περίπου 6 ημέρες με μία ολική 

μέση διάρκεια θεραπείας περίπου 13 ημέρες.

Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση   της συνιστώμενης δόσης (400mg  εφάπαξ ημερησίως) και 

της διάρκειας της θεραπείας για την ένδειξη που χορηγείται.

4.3  Αντενδείξεις

-Υπερευαισθησία στη moxifloxacin, σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

-Κύηση και γαλουχία (βλ.  παράγραφο 4.6).

-Παιδιά και έφηβοι σε ανάπτυξη.

-Ασθενείς με ιστορικό πάθησης ή διαταραχής των τενόντων, σχετιζόμενη με θεραπεία με 

κινολόνες.

Τόσο σε προκλινικές έρευνες όσο και στους ανθρώπους, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές 

στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία με τη μορφή επιμήκυνσης του διαστήματος QT, μετά από 

έκθεση στη  moxifloxacin.  Eπομένως, για λόγους ασφαλείας, το  Proflox  αντενδείκνεται σε 

ασθενείς με:

-Συγγενή ή τεκμηριωμένη επιμήκυνση του διαστήματος QT.

-Διαταραχές ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα σε μη αποκατασταθήσα υποκαλιαιμία

             -Κλινικά σημαντική βραδυκαρδία

-Κλινικά σημαντική καρδιακή ανεπάρκεια με ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής

 κοιλίας.

-Προηγούμενο ιστορικό συμπτωματικών αρρυθμιών.

Το  Proflox  δεν   πρέπει   να   χρησιμοποιείται   ταυτόχρονα   με   άλλα   φάρμακα   τα   οποία 

επιμηκύνουν το διάστημα QT, ( βλ. επίσης παρ. 4.5.)

2

Λόγω της έλλειψης δεδομένων, το  Proflox  αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς με ηπατική 

δυσλειτουργία (Child Pugh C) και σε ασθενείς με αύξηση τρανσαμινασών  > 5 φορές από την 

ανώτερη   φυσιολογική   τιμή  και   σε  ασθενείς   με   κάθαρση   κρεατινίνης   κάτω   από 

30ml/min/1.73m 2   (κρεατινίνη   ορού >   265   μmol/l)   ή   σε   ασθενείς   που   υπoβάλλονται   σε 

αιμοκάθαρση.

4.4  Ιδιαίτερες  προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες  προφυλάξεις κατά τη χρήση

  Οι κινολόνες είναι γνωστό, ότι εκλύουν σπασμούς. Η χρήση τους πρέπει να γίνεται με 

προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, που μπορεί να προδιαθέτουν σε σπασμούς ή 

μειώνουν την ουδό εμφάνισης σπασμών.

  Εάν επηρεασθεί η όραση ή παρουσιαστούν άλλες επιδράσεις στους οφθαλμούς, πρέπει 

αμέσως να γίνει οφθαλμολογικός έλεγχος.

  Φλεγμονή   ή/και   ρήξη   τένοντα   μπορεί   να   συμβεί   κατά   τη   θεραπεία   με   κινολόνες, 

συμπεριλαμβανομένης της Moxifloxacin , ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε εκείνους 

που   θεραπεύονται   ταυτόχρονα   με   κορτικοστεροειδή.   Με   τα   πρώτα   σημεία   πόνου   ή 

φλεγμονής, οι ασθενείς θα πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία με Proflox και να αναπαύσουν 

το προσβεβλημένο μέλος (-η).

Έχει δειχθεί, ότι η moxifloxacin, επιμηκύνει το διάστημα QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα 

ορισμένων ασθενών. Στην ανάλυση των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, που ελήφθησαν κατά το 

πρόγραμμα κλινικών δοκιμών η  επιμήκυνση του διαστήματος QTc σχετιζόμενη με 400 mg 

δόση   moxifloxacin   σε σταθεροποιημένη κατάσταση  που εμφανίστηκε την 3η ημέρα (βλ. 

παρ 5.2) ήταν στο  ίδιο εύρος μετά από ενδοφλέβια  χορήγηση όπως και με την από του 

στόματος χορήγηση (60 λεπτά έγχυση: 7 ± 30 msec, 1.6% συγκριτικά με τις αρχικές τιμές, 

δισκία: 6 ± 26 msec, 1.4% συγκριτικά με τις αρχικές τιμές).

Φαρμακευτική αγωγή που μπορεί να μειώσει τα επίπεδα καλίου, πρέπει να χρησιμοποιείται 

με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν moxifloxacin.

Λόγω   περιορισμένης   κλινικής   εμπειρίας,   η   moxifloxacin   πρέπει   να   χρησιμοποιείται   με 

προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν προαρρυθμικές καταστάσεις, όπως η οξεία ισχαιμία 

του μυοκαρδίου.

Η   επιμήκυνση   του  QT  μπορεί   να   οδηγήσει   σε   αυξημένο   κίνδυνο   κοιλιακών   αρρυθμιών, 

συμπεριλαμβανομένης της  δίκην  ριπιδίου κοιλιακής ταχυκαρδίας (torsade-de  pointes). To 

μέγεθος   της   επιμήκυνσης   του  QT  μπορεί   να   αυξηθεί   με   το   ρυθμό   έγχυσης   και   με   τις 

αυξανόμενες συγκεντρώσεις πλάσματος του φαρμάκου. Επομένως, η συνιστώμενη διάρκεια 

της έγχυσης (60 λεπτά) δεν πρέπει να ελαττώνεται και δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της 

συνιστώμενης δόσης.

Πρέπει   η   ενδοφλέβια   θεραπεία   να   ξεκινάει   με   προσοχή   και   οι   ασθενείς   πρέπει   να 

παρακολουθούνται προσεκτικά.

Αν εμφανιστούν σημεία καρδιακής αρρυθμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με   Proflox, η 

θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να ληφθεί  ηλεκτροκαρδιογράφημα.

  Έργαστηριακός   έλεγχος/   διερεύνηση   της   ηπατικής   λειτουργίας   πρέπει   να 

πραγματοποιούνται σε περιπτώσεις, όπου υπάρχουν ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας.

Το   διάλυμα  moxifloxacin  για   έγχυση   είναι   μόνο   για   ενδοφλέβια   χορήγηση.   Η 

ενδοαρτηριακή   χορήγηση   πρέπει   να   αποφεύγεται   αφού   προκλινικές   μελέτες   έδειξαν 

φλεγμονή των περιαρτηριακών ιστών μετά από έγχυση δι αυτής της οδού.

Έχει αναφερθεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα   σε σχέση με τη χρήση αντιβιοτικών ευρέος 

φάσματος  συμπεριλαμβανομένης   της  moxifloxacin.   Επομένως,   είναι   σημαντικό   να 

λαμβάνεται υπόψη η διάγνωση αυτή σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρή διάρροια 

3

κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση  Proflox.   Σε αυτή την   κατάσταση πρέπει να ξεκινήσει 

αμέσως  επαρκής θεραπευτική  αγωγή.  Φάρμακα  που  αναστέλλουν  τον  περισταλτισμό του 

εντέρου αντενδείκνυνται σε αυτή την περίπτωση.

  Ασθενείς   με   οικογενειακό   ιστορικό   ή   επιβεβαιωμένη   έλλειψη   γλυκόζης-6-φώσφορο 

αφυδρογονάσης   είναι   επιρρεπείς   σε   αιμολυτικές   αντιδράσεις,   όταν   θεραπεύονται   με 

κινολόνες. Επομένως, το Proflox θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ασθενείς 

αυτούς.

  Οι   κινολόνες,   έχουν   δείξει,   ότι   προκαλούν   αντιδράσεις   φωτοευαισθησίας   σε   ασθενείς. 

Εντούτοις,   κλινικές   μελέτες   έχουν   δείξει   ότι   η  moxifloxacin  έχει   μικρότερο   κίνδυνο   να 

προκαλέσει   φωτοευαισθησία.   Εντούτοις,   στους   ασθενείς   θα   πρέπει   να   συστήνεται   να 

αποφεύγουν την έκθεση στην ακτινοβολία  UV  (υπεριώδης ακτινοβολία) ή στο  υπερβολικό 

και/ ή  έντονο   ηλιακό φως  κατά τη διάρκεια της θεραπείας με moxifloxacin.

Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας και αλλεργικές αντιδράσεις 

συμπεριλαμβανομένης   και   της   πρώτης   χορήγησης.   Πολύ   σπάνια   οι   αναφυλακτικές 

αντιδράσεις,   προοδευτικά   μπορούν   να   εξελιχθούν   σε   απειλητικό   για   τη   ζωή   σόκ,   σε 

ορισμένες   περιπτώσεις   και   μετά   την   πρώτη   χορήγηση.   Σε   αυτές   τις   περιπτώσεις,   η 

moxifloxacin  πρέπει να διακόπτεται αμέσως και η κατάλληλη ανάλογη θεραπεία (π.χ. 

θεραπεία για το σόκ) πρέπει να εφαρμόζεται.

Η εμπειρία από τη χρήση διαδοχικής ενδοφλέβιας/ από του στόματος moxifloxacin στην 

θεραπεία σοβαρών πνευμονιών της κοινότητας (οριζόμενης  ως δείκτης σοβαρότητας της 

πνευμονίας πάνω από ΙΙΙ) είναι στην παρούσα φάση περιορισμένη περίπου στο 25% των 

ασθενών που θεραπεύθηκαν με moxifloxacin στις κλινικές μελέτες.

Η κλινική αποτελεσματικότητα της moxifloxacin στη θεραπεία των σοβαρών μολύνσεων 

των   εγκαυμάτων,   την   περιτονιϊτιδα,   τα   μείζοντα   αποστήματα,   και   τις   λοιμώξεις 

διαβητικού ποδιού με οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 787mg  περίπου34 mmol) νάτριο ανά δόση. Αυτό 

πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους ασθενείς που ακολουθούν    ελεγχόμενη για το 

νάτριο δίαιτα.

4.5  Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα

Επιπρόσθετη επίδραση στην επιμήκυνση του QT διαστήματος μεταξύ της moxifloxacin και 

των παρακάτω φαρμάκων δεν μπορεί να αποκλεισθεί:

αντιαρρυθμικά τύπου ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δυσοπυραμίδη) ή αντιαρρυθμικά τύπου 

ΙΙΙ   (π.χ   αμιοδαρόνη,   σοταλόλη,  dofetilide,  ibutilide)   νευροληπτικά   (π.χ   φαινοθιαζίνες, 

πιμοζίδη, sertindole, αλοπεριδόλη, sultopride), τρικυκλικούς αντικαταθλιπιτκούς παράγοντες, 

ορισμένα αντιμικροβιακά (σπαρφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη i.v., πενταμιδίνη, ανθελονοσιακά, 

ιδιαίτερα  halofantrine),   ορισμένα   αντιισταμινικά   (τερφεναδίνη,   αστεμιζόλη,   μιζολαστίνη), 

άλλα (σιζαπρίδη, vincamine iv., bepridil, diphemanil). Αυτή η επίδραση μπορεί να οδηγήσει 

σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, ιδιαίτερα δίκην ριπιδίου κοιλιακής ταχυκαρδίας 

(torsade de pointes). Επομένως η moxifloxacin αντενδύκνειται σε ασθενείς που θεραπεύονται 

με αυτά τα φάρμακα (βλ. επίσης παρ. 4.3.).

Ένα διάστημα περίπου 6 ωρών πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της χορήγησης παραγόντων, που 

περιέχουν δισθενή ή τρισθενή κατιόντα (π.χ. αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αλουμίνιο, 

δισκία διδανοσίνης, σουκραλφάτη και παράγοντες που περιέχουν σίδηρο ή ψευδάργυρο) και 

της χορήγησης επικαλλυμένων με λεπτό υμένιο δισκίων moxifloxacin.

Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση σε υγιείς εθελοντές η moxifloxacin αύξησε τη Cmax 

της διγοξίνης περίπου 30% χωρίς να επηρεάσει την AUC ή τα κατώτερα επίπεδα αυτής.  Δεν 

χρειάζεται προφύλαξη για τη χρήση διγοξίνης.

Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε διαβητικούς εθελοντές, ταυτόχρονη χορήγηση με από του 

4

στόματος   moxifloxacin  με  γλιβενκλαμίδη   είχε   ως   αποτέλεσμα   μείωση   περίπου   21%   στις 

μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος της γλιβενκλαμίδης. Ο συνδυασμός γλιβενκλαμίδης και 

moxifloxacin   θεωρητικά   θα   μπορούσε   να   οδηγήσει   σε,   ήπια   ή   παροδική   υπεργλυκαιμία. 

Εντούτοις,   οι   παρατηρούμενες   φαρμακοκινητικές   μεταβολές   για   τη   γλιβενκλαμίδη   δεν 

επέφεραν   αλλαγές   στις   φαρμακοδυναμικές   παραμέτρους   (σάκχαρο   αίματος,   ινσουλίνη). 

Επομένως δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετιζόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ της moxifloxacin 

και της γλιβενκλαμίδης.

Αλλαγές του   INR

Ένας   μεγάλος   αριθμός   περιπτώσεων,   που   δείχνει   αύξηση   στην   από   του   στόματος 

δραστικότητα   αντιπηκτικών,   έχει   αναφερθεί   σε   ασθενείς   που   λαμβάνουν   αντιβιοτικά, 

ιδιαίτερα   φθοροκινολόνες,   μακρολίδες,   τετρακυκλίνες,   κοτριμοξαζόλη   και   κάποιες 

κεφαλοσπορίνες.   Οι   λοιμώξεις   και   οι   φλεγμονώδεις   καταστάσεις,   η   ηλικία   και   η   γενική 

κατάσταση   του   ασθενούς,   εμφανίζονται   να   είναι   παράγοντες   κινδύνου.   Υπó  αυτές   τις 

συνθήκες, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εάν είναι η λοίμωξη ή η αντιβιοτική θεραπεία που 

προκαλούν τη διαταραχή του INR (Ιnternational Normalised Ratio). Ένα προληπτικό μέτρο 

θα ήταν να παρακολουθείται συχνότερα το INR. Εάν είναι απαραίτητο, η από του στόματος 

δοσολογία αντιπηκτικών θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.

Ακόμα   και   αν,   κατά   τη     διάρκεια   μελέτης   αλληλεπίδρασης   που   διενεργήθηκε   σε   υγιείς 

εθελοντές,   μεταξύ   της  Moxifloxacin  και   της   βαρφαρίνης,   παρατηρηθούν   αρνητικά 

αποτελέσματα,   τα   προαναφερόμενα   προληπτικά   μέτρα   θα   πρέπει   να   εφαρμοστούν   στη 

βαρφαρίνη όπως και σε άλλα αντιπηκτικά.

Δεν υπήρξαν αλληλεπιδράσεις μετά από ταυτόχρονη χορήγηση moxifloxacin με: ρανιτιδίνη, 

προβενεκίδη, από του στόματος αντισυλληπτικά, συμπληρώματα ασβεστίου, θεοφυλλίνη ή 

ιτρακοναζόλη. 

In vitro μελέτες με ανθρώπινα ένζυμα  P450, υποστηρίζουν αυτά τα στοιχεία. Λαμβάνοντας 

υπόψη   αυτά   τα   αποτελέσματα,   είναι   απίθανη   μια   μεταβολική   αλληλεπίδραση   μέσω   των 

ενζύμων P450.

Παρεντερική χορήγηση της μορφίνης με από τoυ στόματος moxifloxacin, είχε ως αποτέλεσμα 

ελαφρά μείωση στην   Cmax  (17%) της  moxifloxacin, η οποία θεωρείται ως μη   κλινικά 

σχετιζόμενη.

Αλληλεπίδραση με τη τροφή

Η  moxifloxacin  δεν   έχει   κλινικά   σημαντική   αλληλεπίδραση   με   τη   τροφή, 

συμπεριλαμβανομένων των γαλακτοκομικών προϊόντων.

4.6  Κύηση και γαλουχία

Kύηση:

Η ασφάλεια της χρήσης της  moxifloxacin, σε ανθρώπους κατά την κύηση δεν έχει 

διερευνηθεί. Αντιστρέψιμες βλάβες στους χόνδρους περιγράφονται σε παιδιά που λαμβάνουν 

ορισμένες   κινολόνες,   εντούτοις   αυτή   η   επίδραση   δεν   έχει   αναφερθεί   να   συμβαίνει   σε 

εκτεθιμένα έμβρυα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ.παρ. 5.3 

Προκλινικά   στοιχεία   για   την   ασφάλεια).   Ο   πιθανός   κίνδυνος   για   τους   ανθρώπους   είναι 

άγνωστος.

Συνεπώς η χρήση της moxifloxacin κατά την κύηση αντενδύκνειται.

Γαλουχία:

Οπως   με   τις   άλλες   κινολόνες,   η  Moxifloxacin  έχει   φανεί   ότι   προκαλεί   βλάβες   στους 

χόνδρους,   στις   αρθρώσεις,   που   φέρουν   το   βάρος   του   σώματος   σε   ζώα   που   δεν   έχει 

ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους.

Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια, δείχνουν ότι η moxifloxacin περνά στο γάλα.    Για το 

λόγο αυτό ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της χρήσης της moxifloxacin αντενδύκνειται.

5

4.7  Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Οι   φθοροκινολόνες   μπορεί   να   έχουν   ως   αποτέλεσμα   τον   επηρεασμό  της   ικανότητας   του 

ασθενούς να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανές, λόγω των αντιδράσεων από το ΚΝΣ (π.χ. ζάλη). 

Στους   ασθενείς   πρέπει   να   δίνεται   η   οδηγία,   να   διαπιστώνουν   την   αντίδρασή   τους   στο 

φάρμακο, προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανές.

4.8  Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι   ακόλουθες   ανεπιθύμητες   ενέργειες   έχουν   αναφερθεί   μετά   από   θεραπεία   με  Proflox 

(συνδυαστική ανάλυση των από του στόματος μόνο και  I.V./από του στόματος διαδοχικά 

θεραπευόμενους ασθενείς) :

Oι συχνότητες φαίνονται παρακάτω:

Συνήθεις ≥ 1 έως < 10 %

Aσυνήθεις:

Σπάνιες:

Πολύ σπάνιες: ≥ 0.1 έως<1 %

 0.01% έως  < 0.1%

< 0.01%

Γενικά : 

Συνήθεις:  Κοιλιακό   άλγος,   κεφαλαλγία,   τοπική   αντίδραση   στο   σημείο   της 

έγχυσης   (π.χ.   οίδημα,   υπερευαισθησία,   φλεγμονή,   άλγος   και   σε 

λιγότερο από 1% φλεβίτιδα) 

Ασυνήθεις: Καταβολή,   άλγος,   άλγος   στην   πλάτη,   κακουχία,   θωρακικό   άλγος, 

αλλεργική αντίδραση, άλγος στα πόδια.

Πολύ σπάνιες:  Υπερευαισθησία:   αναφυλακτική   αντίδραση,   αναφυλακτικό   σόκ 

(πιθανόν επικίνδυνο για τη ζωή)

Νευρικό σύστημα:

Συνήθεις:   Ζάλη

Ασυνήθεις: Αϋπνία, ίλιγγος, νευρικότητα, υπνηλία, άγχος, τρόμος, παραισθησία, 

σύγχυση, κατάθλιψη.

Σπάνιες:      Παραισθήσεις, αποπροσωποποίηση, ασυνέργεια, υπερκινητικότητα, 

διαταραχές ύπνου,  παράξενα όνειρα, σπασμοί.

Πολύ σπάνιες: Ψυχωσικές αντιδράσεις

Γαστρεντερικό σύστημα:

Συνήθεις:  Ναυτία, διάρροια, έμετος, δυσπεψία

Ασυνήθεις: Ξηροστομία,   ναυτία   και   έμετος,   μετεωρισμός,   δυσκοιλιότητα, 

στοματική μονιλίαση, ανορεξία, στοματίτιδα, γλωσσίτιδα.

Πολύ σπάνιες:  Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα,  ηπατίτιδα (κυρίως χολοστατική)

Καρδιαγγειακό σύστημα

Συνήθεις:             Σε ασθενείς με ταυτόχρονη υποκαλιαιμία, επιμήκυνση διαστήματος 

Ασυνήθεις: Ταχυκαρδία,   περιφερικό   οίδημα,   υπέρταση,   αίσθημα   παλμών, 

κολπική μαρμαρυγή,   στηθάγχη, σε ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα 

6

καλίου: επιμήκυνση του διαστήματος QT.

Σπάνιες:                          Αγγειοδιαστολή, υπόταση, συγκοπή.

Πολύ σπάνιες:                 Κοιλιακή αρρυθμία,  κοιλιακή ταχυκαρδία  δίκην ριπιδίου (torsade

                                       de pointes) (βλ. παρ. 4.4.)

Αναπνευστικό σύστημα

Ασυνήθεις;     Δύσπνοια

Μυοσκελετικό σύστημα:

Ασυνήθεις: Αρθραλγίες, μυαλγίες

Σπάνιες:                         Τενοντίτιδα

Πολύ σπάνιες:   Ρήξη τένοντα

Δέρμα:

Ασυνήθεις: Εξάνθημα, κνησμός, εφίδρωση, κνίδωση.

Σπάνιες:                         Ξηροδερμία

Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens- Johnson

Αισθητήρια όργανα:

Συνήθεις: Διαταραχές της γεύσης

Ασυνήθεις: Αμβλυωπία

Σπάνιες:               Εμβοές, ανωμαλίες στην όραση κατά τη διάρκεια διαταραχών του

                                       ΚΝΣ (π.χ. ζάλη ή σύγχυση), παροσμία (συμπεριλαμβανομένης

                                       της διαταραχής της όσφρησης, μειωμένη όσφρηση και σε

                                       σπάνιες περιπτώσεις απώλεια όσφρησης και / ή γεύσης) 

Ουροποιητικό σύστημα:

Ασυνήθεις: Κολπική μονιλίαση, κολπίτιδα

Εργαστηριακά ευρήματα:

Συνήθεις: Παθολογικές   δοκιμασίες   ηπατικής   λειτουργίας   (κυρίως   μέτριες 

αυξήσεις AST/ ALT καί/ή χολερυθρίνης).

Ασυνήθεις:     Αύξηση   γ-GT,   αύξηση   αμυλάσης,   λευκοπενία,   μείωση 

προθρομβίνης,   ηωσινοφιλία,   θρομβοκυττάρωση,   θρομβοπενία, 

αναιμία.

Σπάνιες:            Υπεργλυκαιμία,   υπερλιπιδαιμία,   αύξηση   προθρομβίνης,   ίκτερος, 

(κυρίως   χολοστατικός),   αύξηση   της  LDH  (σε   συνδυασμό   με 

παθολογική   ηπατική   λειτουργία),   αύξηση   της   κρεατινίνης   ή   της 

ουρίας

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν υψηλότερη συχνότητα στην υποομάδα των i.v/ 

p.o. διαδοχικά θεραπευόμενων ασθενών.

Συνήθεις:  εξάνθημα, αύξηση της γ-GT

Ασυνήθεις:  Παραισθήσεις,   υπερκινητικότητα,   σπασμοί,   αγγειοδιαστολή, 

υπόταση,   ψευδομεμβρανώδης   κολίτιδα,    κοιλιακές   αρρυθμίες, 

ανωμαλία στην όραση κατά τη διάρκεια αντιδράσεων από το ΚΝΣ 

(π.χ.   ζάλη   ή   σύγχυση),  αύξηση   της  LDH,  αύξηση   κρεατινίνης   ή 

ουρίας.

Υπήρξαν   μεμονωμένες   περιπτώσεις   των   παρακάτω   ανεπιθύμητων   ενεργειών   που 

αναφέρθηκαν   κατά   τη   θεραπεία   με   άλλες   φθοροκινολόνες   οι   οποίες   μπορεί   πιθανώς   να 

συμβούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Proflox: παροδική απώλεια οράσεως, διαταραχές 

ισορροπίας   συμπεριλαμβανομένης   και   της   αταξίας,   υπερνατριαιμία,   υπερασβεστιαιμία, 

ουδετεροπενία, αιμόλυση.

7

4.9  Υπερδοσολογία

Δεν συνιστώνται κάποια ειδικά μέτρα αντιμετώπισης για ακούσια υπερδοσολογία. Πρέπει να 

ξεκινήσει γενική συμπτωματική αγωγή.

Ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα με από του στόματος δόση 400mg moxifloxacin ή 

ενδοφλεβίως, θα μειώσει τη συστηματική διαθεσιμότητα του φαρμάκου περισσότερο από 

80% ή 20% αντίστοιχα. Η χρήση του ενεργού άνθρακα, νωρίς, κατά την απορρόφηση μπορεί 

να είναι χρήσιμη για την αποτροπή υπερβολικής αύξησης στην συστηματική έκθεση στη 

moxifloxacin σε περιπτώσεις από του στόματος υπερδοσολογίας.

5.  ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές Ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακή κινολόνη Κωδικός ATC J01MA14

Μηχανισμός δράσης

Η moxifloxacin, έχει in vitro δραστικότητα έναντι ενός ευρέος φάσματος θετικών κατά gram 

και αρνητικών κατά gram παθογόνων.

Η   βακτηριοκτόνος   δράση   της  moxifloxacin  είναι   αποτέλεσμα   της   αναστολής   της 

τοποϊσομεράσης II (γυράση του DNA) και της τοποϊσομεράσης IV  που απαιτούνται για την 

αναπαραγωγή  του   βακτηριακού  DNA,  την   αντιγραφή   την   επιδιόρθωση  και   τον 

ανασυνδυασμό.   Φαίνεται   ότι   η  C8-methoxy  ομάδα,   συμβάλλει   στην   ενισχυμένη 

δραστικότητα και τη μειωμένη επιλογή των ανθεκτικών μεταλλαγμένων, των θετικών κατά 

Gram βακτηρίων σε σύγκριση με την C8-H ομάδα. Η παρουσία του ογκώδους υποκαταστάτη 

bicycloamine στη θέση C7, εμποδίζει την ενεργό εκροή, που σχετίζεται με τα Nor A ή τα pmr 

A γονίδια που εμφανίζονται σε κάποια θετικά κατά Gram βακτήρια.  

Έρευνες  φαρμακοκινητικής,   έδειξαν   ότι   η  moxifloxacin  επιδεικνύει   ρυθμό   θανάτωσης 

ανάλογο της συγκέντρωσης. Ελάχιστες μικροβιοκτόνες συγκεντρώσεις (MBC) βρέθηκαν να 

είναι στο εύρος των ελάχιστων συγκεντρώσεων αναστολής (MIC).

Παρέμβαση σε δοκιμασία καλλιέργειεας

Η θεραπεία με moxifloxacin μπορεί να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα καλλιέργειας 

για τα είδη Mycobacterium, με καταστολή της μυκοβακτηριακής ανάπτυξης. 

Επίδραση στην ανθρώπινη εντερική χλωρίδα

Οι παρακάτω αλλαγές στην εντερική χλωρίδα παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές μετά από 

χορήγηση moxifloxacin.

Οι E.Coli, Bacillus spp., Enterococci   και Klebsiella sp. μειώθηκαν, όπως και τα αναερόβια 

Bacteroides vulgatus, Bifidobacterium, Eubacterium και Peptostreptococcus. Υπήρξε αύξηση 

για τα  B.fragilis.   Οι αλλαγές αυτές επανήλθαν στο φυσιολογικό εντός 2 εβδομάδων. Δε 

υπήρξε επιλογή του Clostridium difficile (MIC

 2mg/l) και της τοξίνης του, υπό τη χορήγηση 

moxifloxacin. H moxifloxacin δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία του Clostridium difficile.

            Αντοχή

Ο   μηχανισμός   δράσης   των   κινολονών,   συμπεριλαμβανομένης   της 

moxifloxacin,διαφέρει   από   αυτόν   των   μακρολίδων,   πενικιλλίνων,   κεφαλοσπορίνων, 

8

αμινογλυκοσίδων ή τετρακυκλίνων. Επομένως, οι μικροοργανισμοί που είναι ανθεκτικοί σε 

αυτές τις κατηγορίες φαρμάκων μπορεί να είναι ευαίσθητοι στη  moxifloxacin  και σε άλλες 

κινολόνες.   Δεν   υπάρχει   γνωστή   διασταυρούμενη   αντοχή   ανάμεσα   στη  moxifloxacin  και 

άλλες κατηγορίες αντιμικροβιακών.

Η  in  vitro  αντοχή   στη  moxifloxacin  αναπτύσσεται   αργά   μέσω   μεταλλάξεων   πολλαπλών 

βαθμίδων. Aντοχή στη moxifloxacin συμβαίνει in vitro σε μια γενική συχνότητα  10  –7  –10  –10 

για τα θετικά κατά Gram βακτήρια.

Διασταυρούμενη   αντοχή   έχει   παρατηρηθεί   ανάμεσα   στη  moxifloxacin    και   άλλες 

φθοροκινολόνες   έναντι   των   αρνητικών   κατά  Gram  βακτήριων.   Τα   θετικά   κατά  Gram 

βακτήρια   που   είναι   ανθεκτικά   σε   άλλες   φθοροκινολόνες,   μπορεί   παρ΄όλ΄αυτά   να   είναι 

ευαίσθητα στη moxifloxacin.

Ιn-vitro στοιχεία ευαισθησίας

EUCAST κλινικά όρια MIC για τη moxifloxacin (30 Aπριλίου 2004):

Οργανισμός Ευαισθησία Αντοχή

S.pneumoniae ≤0.5mg/l > 0.5mg/l

H. influenzae & M. Catarrhalis ≤0.5mg/l > 0.5mg/l

Enterobacteriaceae ≤0.5mg/l > 1mg/l

Όρια μη σχετιζόμενα με είδη* ≤0.5mg/l > 1mg/l

Tα   μη   σχετιζόμενα   με   είδη   όρια   έχουν   καθοριστεί   κυρίως   με   βάση   τα   φαρμακοκινητικά/φαρμακοδυναμικά 

δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές των MIC για συγκεκριμένα είδη. Είναι για χρήση μόνο για είδη  

που δεν τους έχει δοθεί ένα συγκεκριμένο για το είδος τους όριο και δεν είναι για χρήση με είδη όπου κριτήρια 

επεξηγήσεων   παραμένουν   υπό   καθορισμό   (staphylococcus,  Streptococcus  A,B,C,G  και   θετικά   κατά  Gram 

αναερόβια).

Τα όρια του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών  δεδομένων (Clinical and Laboratory 

Standards Institute, CLSI) προηγούμενα γνωστό ως NCCLS παρουσιάζονται στον παρακάτω 

πίνακα   για   έλεγχο  MIC  (mg/l)   ή   για   έλεγχο   διάχυσης   δίσκου   (διάμετρος   ζώνης   [mm]) 

χρησιμοποιώντας ένα δίσκο moxilfoxacin 5μg.

Τα όρια MIC και διάχυσης δίσκου του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών  δεδομένων 

(Clinical and Laboratory Standards Institute, CLSI) (Μ100-S15, 2005):

Οργανισμός Ευαισθησία Ενδιάμεσος 

ευαισθησία Αντοχή

S.pneumoniae ≤ 1 mg/l  a

≥ 18 mm  b 2 mg/l  a

15-17 mm  b ≥ 4 mg/l  a

≤ 14 mm  b

Haemophilus spp. ≤ 1 mg/l  c

≥ 18 mm  d -

Staphylococcus spp. ≤ 0.5 mg/l  e

≥ 24 mm  f 1 mg/l  e

21-23 mm  f ≥ 2 mg/l  e

≤ 20 mm  f

α  αυτό το ερμηνευτικό δεδομένο εφαρμόζεται μόνο σε έλεγχους ευαισθησίας με διάλυση ουσίας σε μέσο  

χρησιμοποιώντας   κατιονικά   ρυθμιζόμενο  Mueller-Hinton  μέσο   (CAMHB)   με   2-5%   λυομένο   αίμα 

αλόγου στους 35 C ± 2 βαθμούς για 20-24 ώρες

αυτό το ερμηνευτικό δεδομένο εφαρμόζεται μόνο σε ελέγχους διάχυσης δίσκου με χρήση  Mueller-

Hinton μέσο με επιπρόσθετο 5% αίμα προβάτου που επώαθηκε σε 5% CO

στους 35 C ± 2 βαθμούς για  

20-24 ώρες

9

αυτό   το   ερμηνευτικό   δεδομένο   εφαρμόζεται   μόνο   σε   μέσο   διάλυσης   ελέγχων   ευαισθησίας   με  

Haemophilus  influenzae  και  Haemophilus  parainfluenzae  χρησιμοποιώντας   μέσο   ελέγχου 

Haemophilus (HTM) που επωάθηκε σε ατμοσφαιρικό αέρα στους 35 C ± 2 βαθμούς για 20-24 ώρες

αυτό το ερμηνευτικό δεδομένο εφαρμόζεται μόνο σε μέσο διάχυσης ελέγχων με H. Influenzae και H. 

Parainfluenzae χρησιμοποιώντας HTM που επωάθηκε σε 5% CO

στους 35 C ± 2 βαθμούς για 16-18 

ώρες

e    αυτό   το   ερμηνευτικό   δεδομένο   εφαρμόζεται   μόνο   σε   μέσα   διάλυσης   ελέγχων   με  CAMHB  που 

επωάθηκε σε ατμοσφαιρικό αέρα στους 33 C- 35 C ( να μην υπερβεί τους 35 C) για 16-20 ώρες

αυτό το ερμηνευτικό δεδομένο εφαρμόζεται μόνο σε ελέγχους  διάχυσης δίσκου με χρήση  Mueller 

-Hinton μέσο που επωάθηκε σε ατμοσφαιρικό αέρα στους 33 C- 35 C ( να μην υπερβεί τους 35 C) για 

16-18 ώρες.

Η επίπτωση επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά, για επιλεγμένα 

είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για τη θεραπεία 

σοβαρών   λοιμώξεων.  Όπως   είναι   απαραίτητο,   συμβουλή   εμπειρογνώμονα   θα   πρέπει   να 

ζητηθεί όπου η τοπική  επίπτωση  αντοχής είναι  τέτοια, ώστε  η χρήση του  παράγοντα σε 

τουλάχιστον κάποιους τύπους μολύνσεων είναι υπό αμφισβήτηση.

Τα συνήθως ευαίσθητα είδη

Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί

Staphylococcus aureus  *

Streptococcus pneumoniae  *

Streptococcus agalactiae  (Group B)

Streptococcus pyogenes (Group A)*

Streptococcus milleri group (S.anginosus, S.constellatus & S.intermedius)*

Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί

Escherichia coli*

Enterobacter cloacae*

Μοraxella (Branhamella) catarrhalis

Haemophilus influenzae*

Klebsiella oxytoca

Klebsiella pneumoniae #

Proteus mirabilis*

Aναερόβιοι μικροοργανισμοί

Bacteroides fragilis

Prevotella spp*

"Άλλοι" μικροοργανισμοί

Chlamydia  pneumoniae*

Coxiella burnettii

Legionella pneumophila

Mycoplasma pneumoniae*

Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα

Enterococcus faecalis*

10

Pseudomonas aeruginosa +

Κληρονομικά ανθεκτικοί  οργανισμοί

Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί

Staphylococcus aureus (ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη)

Enterococcus faecalis (ανθεκτικοί στη gentamicin)

*Kλινική   αποτελεσματικότητα   έχει   δειχθεί   για   ευαίσθητα   απομονωθέντα   σε 

εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις

# στελέχη που παράγουν ESBL και είναι συνήθως ανθεκτικά στις φθοροκινολόνες

+ ρυθμός αντοχής  > 10% στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες

Σύγκριση   των   φαρμακοκινητικών/   φαρμακοδυναμικών   (  PK/  PD)   αναπληρωματικών 

παραμέτρων

Ορισμένες φαρμακοκινητικές / φαρμακοδυναμικές παράμετροι εμφανίζονται να προβλέπουν 

την κλινική αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών. Για τις κινολόνες και για ασθενείς για 

τους οποίους απαιτείται νοσοκομειακή περίθαλψη, η αναλογία ΑUC/  MIC

  (εμβαδόν υπό 

την καμπύλη/ ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις) μεγαλύτερη από 125 και αναλογία C 

max/ MIC

90  μεταξύ 8- 10 είναι προγνωστικό για κλινική ίαση.

Σε   ασθενείς   που   πάσχουν   από   εξωσονοκομειακές   λοιμώξεις   πνευμονιοκόκκου   αυτές   οι 

αναπληρωματικές παράμετροι είναι γενικά μικρότερες, δηλαδή  AUC/ MIC

90  μεγαλύτερη από 

30- 40 είναι προγνωστική για κλινική αποτελεσματικότητα.

Ο ακόλουθος πίνακας παρέχει τις αντίστοιχες  PK/  PD  αναπληρωματικών παραμέτρων για 

την ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση των 400mg moxifloxacin υπολογισμένη από 

στοιχεία εφάπαξ δόσης.

Τρόπος χορήγησης                           Ενδοφλέβια                                                Από του στόματος

Παράμετροι (μέσοι) AUC/ MIC

  (h)  Cmax/MIC

90   a) AUC/MIC

90    (h) Cmax/MIC

ΜΙC

90  0,125mg/L

90   0,25mg/L 313

32.5

16.2 279

23.6

11.8

1 ώρα έγχυσης

Για παράδειγμα, σε περίπτωση νοσοκομειακής λοίμωξης προκαλούμενης από Streptococcus 

pneumoniae με ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση 0.125mg/l, και υπό θεραπεία με 400mg 

moxifloxacin, οι  AUC/MIC  και  Cmax/  MIC  θα είναι τουλάχιστον δύο φορές μεγαλύτερες, 

από   τις   απαιτούμενες   τιμές   των   ουδών   που   είναι   προγνωστικές   κλινικής 

αποτελεσματικότητας, ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης.

5.2  Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση   και   βιοδιαθεσιμότητα:  Μετά   από   μία   εφάπαξ   δόση   400mg  ενδοφλεβίως, 

μίας   ώρας   έγχυσης,   οι   μέγιστες   συγκεντρώσεις   του   πλάσματος,   περίπου   4,1  mg/l, 

παρατηρήθηκαν στο τέλος της έγχυσης, ανταποκρινόμενες σε μέση άυξηση περίπου 26% σε 

σχέση με αυτές που παρατηρήθηκαν μετά από του στόματος χορήγηση ( 3.1mg/ml). Η τιμή 

της AUC που είναι περίπου 39mg.h /l μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μόνο ελαφρώς 

υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε μετά από του στόματος χορήγηση ( 35mg.h/l) σε 

11

συμφωνία με την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα, που είναι περίπου 91%.

Σε υγιή άτομα, η μέση μέγιστη και ελάχιστη συγκέντρωση πλάσματος σε σταθεροποιημένη 

κατάσταση μετά από δόση 400mg, έγχυση μίας ώρας, εφάπαξ ημερησίως ήταν 4.1- 5.9 και 

0.43- 0.84mg/l αντίστοιχα, έναντι 3.2 και 0.6mg/l αντίστοιχα, μετά από χορήγηση από  του 

στόματος.

Σε   ασθενείς   η   μέση   μέγιστη   συγκέντρωση   πλάσματος   είναι   περίπου   4.4mg/l  που 

παρατηρήθηκε σε σταθεροποιημένη κατάσταση. 

Σε μελέτες φάσης Ι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος παρατηρήθηκαν σε εθελοντές 

με χαμηλό βάρος σώματος (όπως οι γυναίκες) και σε ηλικιωμένους εθελοντές. Αυτό δεν 

επιβεβαιώθηκε σε κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ. Σε ασθενείς δεν υπάρχει ανάγκη για ρύθμιση 

δόσης ανάλογα με την ηλικία ή το γένος για την ενδοφλέβια moxifloxacin.

 Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική στο εύρος των 50- 1200mg, εφάπαξ από του στόματος 

δόσεως, μέχρι 600mg  εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσεως και μέχρι 600mg  μία φορά την ημέρα 

κατά τη διάρκεια 10 ημερών.

Υπάρχει γραμμική συσχέτιση μεταξύ της Moxifloxacin Cmax και επιμήκυνση του QTc 

η   οποία   χαρακτηρίζεται   από   μία   σχετικά   επίπεδη   καμπύλη.   Το  πιο   πιθανό   είναι   να 

υπάρχει   καθυστέρηση   του   χρόνου   μεταξύ   της  Cmax  και   της   μέγιστης   τιμής   της 

επιμύκηνσης του QTc.

Κατανομή:  Η   moxifloxacin   κατανέμεται   στους   εξωαγγειακούς   χώρους   ταχέως.  Ο   όγκος 

κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) είναι περίπου 2l/kg.  In  vitro  και  ex  vivo 

πειράματα   έδειξαν   δέσμευση   με   πρωτεϊνες   περίπου   40-42%,   ανεξάρτητα   από   τη 

συγκέντρωση του φαρμάκου. Η moxifloxacin δεσμεύεται κυρίως στη λευκωματίνη του ορού.

Οι παρακάτω μέγιστες συγκεντρώσεις (γεωμετρικός μέσος) που παρατηρούνται μετά από 

ενδοφλέβια ( άνω πίνακας) και από του στόματος (κάτω πίνακας) χορήγηση εφάπαξ δόσης 

400mg moxifloxacin:

Ιστός Συγκέντρωση 

(i.v)   Αναλογία θέσεως/    πλάσματος 

(i.v)

Πλάσμα 4.1     mg/L --

Σίαλος 5.0      mg/L 0.82- 1.37

Υγρό φλυκταινών 1.75 1     mg/L 1.7 1

Διάμεσο υγρό 1.0 2     mg/L 0.8-2.5 2,3

Ιστός Συγκέντρωση 

(p.o)   Αναλογία   θέσεως/   πλάσματος 

(p.o)

Πλάσμα 3.1      mg/L --

Σίαλος 3.6      mg/L 0.75-1.3

Υγρό φλυκταινών 1.6 1     mg/L 1.7 1

Βρογχικός βλεννογόνος 5.4      mg/kg 1.7-2.1

Κυψελιδικά μακροφάγα 56.7   mg/kg 18.6-70.0

Υγρό επικαλύπτον το επιθύλιο 20.7   mg/L 5-7

Διάμεσο υγρό 1.0 2      mg/L 0.8-1.4  2,3

 10h μετά τη χορήγηση  

 Αδέσμευτη συγκέντρωση

 Από 3 έως 36 h μετά τη δόση

Μεταβολισμός:  Η moxifloxacin υπόκειται σε βιομετατροπή Φάσης ΙΙ και αποβάλλεται δια 

της   νεφρικής   οδού   (περίπου   40%)   και   των   χοληφόρων/κοπράνων   (περίπου   60%)   ως 

αναλλοίωτο   φάρμακο   καθώς   και   στη   μορφή   μιας   θειικής   ένωσης   (Μ1)   και   ενός 

γλυκουρονιδίου (Μ2). Οι Μ1 και Μ2 είναι οι μόνοι μεταβολίτες, που έχουν κάποια σημασία 

για τον άνθρωπο και είναι και οι δύο μικροβιολογικά αδρανείς.

12

Σε   κλινικές   μελέτες   φάσης   Ι   και   σε  in  vitro  μελέτες   δεν   παρατηρήθηκαν   μεταβολικές 

φαρμακοκινητικές   αλληλεπιδράσεις   με   άλλα   φάρμακα,   που   υπόκεινται   σε   βιομετατροπή 

φάσης Ι, με συμμετοχή των ενζύμων του κυτοχρώματος P450. 

Δεν υπάρχει ένδειξη οξειδωτικού μεταβολισμού.

Αποβολή: Η moxifloxacin αποβάλλεται από το πλάσμα με μέση ημιπερίοδο ζωής περίπου 12 

ώρες. Η μέση φαινόμενη   ολική κάθαρση σώματος μετά από δόση 400mg κυμαίνεται από 

179   έως   246   ml/min.   Η   νεφρική   κάθαρση   ανέρχεται   σε   περίπου   24-53ml/min, 

υποδηλώνοντας μερική σωληναριακή επαναρόφηση του φαρμάκου από τα νεφρά. 

Μετά τη χορήγηση 400mg  moxifloxacin  η ανάκτηση της δόσης (αναλλοίωτο φάρμακο και 

μεταβολίτες)   είναι   συνολικά   περίπου   96-98%   ανεξάρτητα   από   την   οδό   χορήγησης.     Σε 

συνέχεια από 400mg ενδοφλέβιας έγχυσης η ανάκτηση αναλλοίωτου φαρμάκου από τα ούρα 

ήταν περίπου 22% και από τα κόπρανα περίπου 26%. Μετά από 400mg από του στόματος 

δόση η ανάκτηση του αναλλοίωτου φρμάκου από τα ούρα ήταν περίπου 19% και από τα 

κόπρανα περίπου 25%.

Ταυτόχρονη χορήγηση moxifloxacin με ρανιτιδίνη ή προβενεκίδη δε μετέβαλε τη νεφρική 

κάθαρση του μητρικού φαρμάκου.

Οι  φαρμακοκινητικές ιδιότητες της moxifloxacin δεν μεταβάλλονται σημαντικά σε ασθενείς 

με     νεφρική   δυσλειτουργία   (συμπεριλαμβανομένης   κάθαρσης   κρεατινίνης 

> 20ml/min/1.73m 2 ).   Όσο   ελαττώνεται   η   νεφρική   λειτουργία,   οι   συγκεντρώσεις   του 

μεταβολίτη Μ2 (γλυκουρονικό) αυξάνονται κατά αναλογία έως 2.5 (με κάθαρση κρεατινίνης 

< 30ml/min/1.73m 2 ). Δεν υπάρχoυν διαθέσιμες πληροφορίες για τη χρήση  moxifloxacin  σε 

ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης  <  30ml/min/1.73m 2  και σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση.

Βάσει των φαρμακοκινητικών μελετών που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής σε ασθενείς με 

ηπατική ανεπάρκεια (Child  Pugh  A,Β), δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εάν υπάρχουν 

διαφορές   συγκριτικά   με   τους   υγιείς   εθελοντές.   Επηρεασμένη   ηπατική   λειτουργία, 

συνοδεύτηκε με υψηλή έκθεση στο M1 στο πλάσμα, ενώ έκθεση στο μητρικό φάρμακο ήταν 

συγκρίσιμη με έκθεση σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για την κλινική 

χρήση της moxifloxacin σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

5.3  Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας

Eπιδράσεις   στο   αιμοποιητικό   σύστημα   (μικρή   μείωση   στον   αριθμό   των 

ερυθροκυτάρρων και των αιμοπεταλίων) παρατηρήθηκαν  σε αρουραίους και πιθήκους. Όπως 

και   με   άλλες   κινολόνες,   παρατηρήθηκε   σε   αρουραίους,   πιθήκους   και   σκύλους 

ηπατοτοξικότητα (αυξημένα ηπατικά ένζυμα και κενοτοποιώδης εκφύλιση). Τοξικότητα του 

ΚΝΣ   εμφανίστηκε   στους   πιθήκους(σπασμοί).   Αυτές   οι   επιδράσεις   παρατηρήθηκαν   μόνο 

κατόπιν θεραπείας με υψηλές δόσεις moxifloxacin ή κατόπιν παρατεταμένης θεραπείας.

Μετά   από   ενδοφλέβια   χορήγηση,   ενδεικτικά   ευρήματα   συστηματικής   τοξικότητας, 

περιορίστηκαν   σε   επιδράσεις   στο   ΚΝΣ   (   πίθηκοι   80mg/Kgr  50   λεπτά   έγχυση: 

υποδραστηριότητα, σπαστικές κινήσεις και έκκριση σίαλου). Αυτές οι επιδράσεις, ήταν πιο 

έντονες   όταν   η  moxifloxacin    χορηγούνταν     με  bolus  εγχύσεις   (   45mg/kg)   αλλά   δεν 

παρατηρήθηκαν όταν η Moxifloxacin (40mg/kg) χορηγούνταν με αργή έγχυση για 50 λεπτά.

Η moxifloxacin, όπως και άλλες κινολόνες ήταν γονοτοξική σε in vitro δοκιμασίες, 

χρησιμοποιώντας βακτήρια ή κύτταρα θηλαστικών. Επειδή αυτές οι επιδράσεις μπορούν να 

εξηγηθούν   από   την   αλληλεπίδραση   της   γυράσης   στα   βακτήρια   και   σε   -υψηλότερες 

συγκεντρώσεις- από μία αλληλεπίδραση με την τοποισομεράση ΙΙ η ουδός συγκέντρωσης για 

την   γονοτοξικότητα   μπορεί   να   προβλεφθεί   στα   κύτταρα   των   θηλαστικών.   Σε  in  vivo 

δοκιμασίες  δεν βρέθηκε απόδειξη γονοτοξικότητας παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν 

πολύ υψηλές δόσεις moxifloxacin. Έτσι ένα επαρκές όριο ασφάλειας της θεραπευτικής δόσης 

13

στον άνθρωπο μπορεί να δοθεί. Η  moxifloxacin, ήταν μή καρκινογενετική σε μία μελέτη 

έναρξης προώθησης σε αρουραίους.

Πολλές κινολόνες είναι φωτοδραστικές και μπορούν να προκαλέσουν  φωτοτοξικές, 

φωτομεταλλαξιογόνες και φωτοκαρκινογενετικές επιδράσεις. Σε αντίθεση, η  moxifloxacin, 

έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει φωτοτοξικές και φωτογονοτοξικές ιδιότητες όταν ερευνήθηκε σε 

περιεκτικά  προγράμματα in-vitro και in-vivo μελετών. Κάτω από τις ίδιες συνθήκες, άλλες 

κινολόνες προκάλεσαν επιδράσεις. 

  Σε   υψηλές   συγκεντρώσεις,   η  moxifloxacin  είναι   αναστολέας   του   καθυστερημένα 

ρυθμιζόμενου ρεύματος καλίου της καρδιάς και γι’αυτό μπορεί να προκαλέσει επιμυκήνσεις 

του διαστήματος  QT. Τοξικολογικές μελέτες που έγιναν σε σκύλους χρησιμοποιώντας από 

του   στόματος   δόσεις   ≥ 90  mg/kg,   που   οδήγησαν   σε   συγκεντρώσεις   πλάσματος   ≥   16mg/l 

προκάλεσαν επιμηκύνσεις του διαστήματος  QT, αλλά όχι αρρυθμίες. Μόνο κατόπιν   πολύ 

υψηλής αθροιστικής ενδοφλέβιας χορήγησης δόσεων μεγαλύτερων απο 50 φορές από την 

ανθρώπινη   δόση( > 300mg/kg),   που   οδηγούν   σε   συγκεντρώσεις   πλάσματος   ≥ 200mg/l 

(περισσότερο από 30 φορές από τα θεραπευτικά επίπεδα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση), 

εμφανίστηκαν αναστρέψιμες, μη-θανατηφόρες κοιλιακές αρρυθμίες.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της Moxifloxacin σε σκύλους (30mg/kg εγχυόμενα για πάνω 

από 15,30 ή 60 λέπτά) ο βαθμός της επιμήκυνσης του διαστήματος QT εξαρτώνταν  σαφώς 

από το ρυθμό έγχυσης, π.χ. όσο μικρότερη η διάρκεια έγχυσης τόσο πιο έντονη η επιμήκυνση 

του διαστήματος QT. Δεν παρατηρήθηκε επιμήκυνση του διαστήματος QT όταν η δόση των 

30mg/kg εγχυόταν για τουλάχιστον 60 λεπτά.

Οι   κινολόνες   είναι   γνωστό,   ότι   προκαλούν   βλάβες   στους   χόνδρους   των   κυριοτέρων 

διαρθρωτικών αρθρώσεων ζώων, που δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους. Η χαμηλότερη 

από του στόματος δόση moxifloxacin, που προκαλεί τοξικότητα στις αρθρώσεις σε μικρούς 

στην ηλικία σκύλους, ήταν τετραπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης θεραπευτικής δόσης των 

400mg  (υποθέτοντας   βάρος   σώματος   50kg)   σε   μια   βάση  mg/kg,   με   συγκεντρώσεις 

πλάσματος δύο ή τρεις φορές υψηλότερες από αυτή στη μέγιστη θεραπευτική δόση.

Δοκιμασίες τοξικότητας σε αρουραίους και πιθήκους(επαναλαμβανόμενη χορήγηση έως 6 

μήνες) δεν αποκάλυψε ένδειξη σχετική με οφθαλμοτοξικό κίνδυνο. Σε σκύλους, υψηλές από 

του  στόματος  δόσεις  ( ≥ 60mg/kg) που οδήγησαν  σε συγκεντρώσεις  πλάσματος   ≥   20mg/l, 

προκάλεσαν   μεταβολές   στο   ηλεκτροχοριοειδογράφημα   και   σε   μεμονωμένες   περιπτώσεις 

ατροφία του αμφιβληστροειδή χιτώνα.

Μελέτες αναπαραγωγής, που διενεργήθηκαν με αρουραίους, πιθήκους και κονίκλους έδειξαν, 

ότι η  moxifloxacin  διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες στους αρουραίους (p.o  &  i.v.) και 

πιθήκους (p.o), δεν έδειξαν ενδείξεις τερατογέννεσης ή διαταραχές της γονιμότητας μετά τη 

χορήγηση  moxifloxacin. Ένα ελαφρώς αυξημένο ενδεχόμενο δυσμορφιών των σπονδύλων 

και των πλευρών, παρατηρήθηκε σε έμβρυα κονίκλων αλλά μόνο σε δόση 20mg/kg  i.v., η 

οποία   ήταν σχετιζόμενη με σοβαρή μητρική τοξικότητα. Υπήρξε αύξηση στις αποβολές 

στους   πιθήκους   και   στους   κονίκλους,   σε   ανθρώπινες   θεραπευτικές   συγκεντρώσεις 

πλάσματος. Σε αρουραίους, μειωμένα βάρη σε έμβρυα, αυξημένες προ του τοκετού αποβολές 

και   ελαφρά   αυξημένη   διάρκεια   κύησης   και   αύξηση   στην   αυτοματική   δραστηριότητα 

ορισμένων αρσενικών και θηλυκών νεογνών παρατηρήθηκε σε δόσεις, που ήταν 63 φορές 

μεγαλύτερες   από   τη   μέγιστη   συνιστώμενη   δόση   σε   βάση  mg/kg,   με   συγκεντρώσεις 

πλάσματος στο εύρος των ανθρωπίνων θεραπευτικών δόσεων.

Σε μία μελέτη τοπικής ανεκτικότητας που διενεργήθηκε σε σκύλους, δεν παρατηρήθηκαν 

ενδείξεις τοπικής μη ανεκτικότητας, όταν η moxifloxacin χορηγήθηκε ενδοφλεβίως. Κατόπιν 

ενδαρτηριακής   χορήγησης,   παρατηρήθηκαν,     φλεγμονώδεις   αλλοιώσεις   αφορούσες   τους 

περιαρτηριακούς   μαλακούς   ιστούς,   υποδεικνύοντας   ότι   η   ενδαρτηριακή   χορήγηση   της 

14

Moxifoxacin πρέπει να αποφεύγεται.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1  Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο χλωριούχο,  υδροχλωρικό οξύ,  νατρίου  υδροξείδιο,  ύδωρ για  ενέσιμα.

Το διάλυμα για   έγχυση (250ml) περιέχει 34mmol sodium.

6.2  Ασυμβατότητες 

Tα ακόλουθα διαλύματα  ήταν μη συμβατά με το διάλυμα  moxifloxacin για  έγχυση:

Sodium chloride 10% και 20% διαλύματα.

Sodium bicarbonate 4.2%  και 8.4% διαλύματα

6.3  Διάρκεια ζωής

σάκος πολυολεφίνης 3   χρόνια

γυάλινο φιαλίδιο       5 χρόνια

Χρησιμοποιείστε αμέσως μετά το πρώτο άνοιγμα.

6.4 Ειδικές προφυλάξεις κατά τη φύλαξη

             Να μην ψύχεται ή καταψύχεται. Σε συνθήκες φύλαξης χαμηλής θερμοκρασίας μπορεί να

            δημιουργηθεί  ίζημα το οποίο θα επαναδιαλυθεί σε θερμοκρασία δωματίου. Να διατηρείται

           στον αρχικό περιέκτη. 

6.5 Φύση και συστατικά  του περιέκτη

Σάκκοι   πολυολεφίνης   με   στόμιο   από   πολυπροπυλένιο   σφραγισμένο   μέσα   σε   φύλλο 

αλουμινίου. Διαθέσιμη συσκευασία  των 250ml σε κουτιά των 5 και 12 σάκκων.

 Φιάλες από γυαλί (τύπου 2) με πώματα εισχωρήσεως από καουτσούκ.

Η φιάλη των 250ml είναι συσκευασμένη  σε κουτί. Το προϊόν είναι διαθέσιμο σε κουτιά των 

1 και 5 φιαλών.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν στην αγορά όλα τα μεγέθη.

6.6 Οδηγίες χρήσης / χειρισμού

Οι ακόλουθες ταυτόχρονες εγχύσεις βρέθηκε να είναι συμβατές με το Αvelox 400mg διάλυμα 

πρός έγχυση. Water for injections, sodium chloride 0.9%, sodium chloride 1 molar, glucose 

5%   /   10%   /   40%,   xylitol  20%,   Ringer´s   solution  &   Compound   sodium   lactate   solution 

(Hartmann´s solution, Ringer´s lactate solution)

Το διάλυμα για  έγχυση  Proflox δεν πρέπει να εγχύεται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα. Να 

μην   χρησιμοποιείται   εάν   υπάρχουν   ορατά   σωματίδια   ή   αν   το   διάλυμα   είναι   θολό.  Σε 

συνθήκες   φύλαξης   χαμηλής   θερμοκρασίας   μπορεί   να   δημιουργηθεί     ίζημα   το   οποίο   θα 

επαναδιαλυθεί σε θερμοκρασία δωματίου. Για το λόγο αυτό συνιστάται να μην αποθηκεύεται 

το διάλυμα προς έγχυση σε ψυγείο.

7. KΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Bayer Ελλάς ABEE,  Aκακιών 54Α, 151 21 Μαρούσι ,   τηλ. 0106841202

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 48485/23-12-2002

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ   ΤΗΣ   ΠΡΩΤΗΣ   ΑΔΕΙΑ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ   ΤΗΣ   ΑΔΕΙΑΣ 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 23-12-2002

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ       

15

16

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ

15-6-2018

Compounded Products Containing Triamcinolone-Moxifloxacin by Guardian Pharmacy Services (Dallas, Texas): Alert to Health Professionals - Adverse Events Reported After Receiving Eye Injections

Compounded Products Containing Triamcinolone-Moxifloxacin by Guardian Pharmacy Services (Dallas, Texas): Alert to Health Professionals - Adverse Events Reported After Receiving Eye Injections

At least 43 patient reported adverse event after receiving eye injections of Guardian’s Pharmacy Services compounded triamcinolone-moxifloxacin product during cataract surgery. The patients reportedly experienced various symptoms, including vision impairment, poor night vision, loss of color perception, and significant reductions in best-corrected visual acuity and visual fields. FDA identified multiple substances in Guardian’s product, including poloxamer 407 and poloxamer 407 degradants. FDA prepared i...

FDA - U.S. Food and Drug Administration

3-2-2014

Danish Pharmacovigilance Update 28 November 2013

Danish Pharmacovigilance Update 28 November 2013

In this issue of Danish Pharmacovigilance Update: Ciprofloxacin and the risk of tendon disorders, risk of blood clots from the use of the cancer medicine ponatinib and reporting of adverse reactions to the Danish Health and Medicines Authority.

Danish Medicines Agency