PRESSURIL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PRESSURIL 5MG/TAB TAB
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • C09AA03
  • Δοσολογία:
  • 5MG/TAB
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΔΙΣΚΙΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PRESSURIL 5MG/TAB TAB
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Μεσογείων 284, 155 62 Χολαργός ΑΘΗΝΑ, 19-2-2002

ΑΡ. ΠΡΩΤ.:  6861

Δ/νση  Διοικητικών Υπηρεσιών Ελέγχου Προϊόντων 

Πληροφορίες: Ε. ΧΑΝΤΖΗ

Τηλέφωνο: 6507200

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ

ΘΕΜΑ:  Kαθορισμός Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος  και Φύλλο Οδηγιών 

για  το Χρήστη φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν δραστικό 

συστατικό 

LISINOPRIL

΄Έχοντες υπόψη:

α) Τις διατάξεις του άρθρου 8 της κοινής Υπουργικής Απόφασης Α6/9392/91 “Περι 

εναρμόνισης  της Ελληνικής Νομοθεσίας με την αντίστοιχη Κοινοτική στον τομέα 

της κυκλοφορίας ………………….. των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων”,

β) Τη Γνωμάτευση του Επιστημονικού Συμβουλίου Εγκρίσεων αρ.Φ-354/31-8-2001

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

1. Η   Περίληψη   Χαρακτηριστικών   του   Προϊόντος   φαρμακευτικών 

ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν δραστικό συστατικό         LISINOPRIL

ορίζεται ως εξης:

Π    EPI    Λ    H    Ψ    H       XAPAKTHPI    Σ    TIK    Ω    N       TOY     Π    PO    Ϊ  ONTO    Σ                             

1. EM    Π    OPIKH       ONOMA    Σ    IA       TOY     Φ    APMAKEYTIKOY     Π    PO    Ϊ  ONTO    Σ    

LISINOPRIL

2. Π    OIOTIKH       KAI     Π    O    Σ    OTIKH     Σ    YN    Θ    E    Σ    H     σε δραστικά συστατικά    

LISINOPRIL      5mg  :  LISINOPRIL  Dihydrate  Ph.Eur.   ισοδύναμη   με       5mg 

LISINOPRIL anhydrous.

LISINOPRIL  10mg  :  LISINOPRIL  Dihydrate  Ph.Eur.   ισοδύναμη   με   10mg 

LISINOPRIL anhydrous.

LISINOPRIL  20mg  :  LISINOPRIL  Dihydrate  Ph.Eur.   ισοδύναμη   με   20mg 

LISINOPRIL anhydrous.

LISINOPRIL  30mg  :  LISINOPRIL  Dihydrate  Ph.Eur.   ισοδύναμη   με   30mg 

LISINOPRIL anhydrous.

LISINOPRIL  40mg  :  LISINOPRIL  Dihydrate  Ph.Eur.   ισοδύναμη   με   40mg 

LISINOPRIL anhydrous.

3. Φ    APMAKOTEXNIKH       MOP    Φ    H    

Δισκία για λήψη από το στόμα.

4. K    Λ    INIKA     Σ    TOIXEIA    

4.1  Θεραπευτικές Eνδείξεις

-Η  LISINOPRIL  ενδείκνυται   για   την   θεραπεία   της   ιδιοπαθούς   και   της 

νεφραγγειακής υπέρτασης. Mπορεί να χορηγηθεί μόνο του ή ταυτόχρονα με άλλες 

κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμάκων.

-Η  LISINOPRIL  ενδείκνυται   στην   αντιμετώπιση   της   συμφορητικής   καρδιακής 

ανεπάρκειας, ως επιπρόσθετη θεραπεία μαζί με διουρητικά και, όπου χρειάζεται, 

δακτυλίτιδα.  Yψηλές   δόσεις   μειώνουν   τον   σχετικό   κίνδυνο   θνησιμότητας   και 

ενδονοσοκομειακής νοσηλείας (βλ. 4.2 Δοσολογία και Tρόπος Xορήγησης).

-Η LISINOPRIL ενδείκνυται επίσης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε κλινικά 

σταθεροποιημένους   ασθενείς   με   ασυμπτωματική   ή   συμπτωματική   δυσλειτουργία 

της αριστερής κοιλίας, για βελτίωση της επιβίωσης, καθυστέρηση της έναρξης της 

συμπτωματικής   καρδιακής   ανεπάρκειας   και   μείωση   της   ανάγκης 

ενδονοσοκομειακής νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια.

-Σε   ινσουλινοεξαρτώμενους   με   φυσιολογική   αρτηριακή   πίεση   και   μη 

ινσουλινοεξαρτώμενους υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίοι 

παρουσιάζουν   αρχόμενη   νεφροπάθεια   που   χαρακτηρίζεται   από 

μικρολευκωματινουρία,   της  LISINOPRIL  μειώνει   τον   ρυθμό   απέκκρισης   της 

λευκωματίνης από τα ούρα.

4.2  Δοσολογία και Tρόπος Xορήγησης

H δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενή 

και ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

Aσθενείς με υψηλό κίνδυνο για μεγάλου βαθμού οξεία υπόταση πρέπει να έχουν 

ιατρική   παρακολούθηση,   κατά   προτίμηση   στο   νοσοκομείο,   για   όσο   χρονικό 

διάστημα αναμένεται η μέγιστη επίδραση μετά την χορήγηση της πρώτης δόσης και 

όποτε η δόση της LISINOPRIL και/ή του διουρητικού αυξάνεται. Aυτό ισχύει και 

για   τους   ασθενείς   με   στηθάγχη   ή   εγκεφαλική   αγγειακή   νόσο,   στους   οποίους   η 

υπερβολική  υπόταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή 

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. 

Σε ασθενείς με κακοήθη υπέρταση ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, η έναρξη της 

θεραπείας   και   η   ρύθμιση   της   δόσης   θα   πρέπει   να   πραγματοποιούνται   σε 

νοσοκομείο. 

Η  LISINOPRIL  πρέπει   να   χορηγείται   μία   φορά   την   ημέρα,   την   ίδια   ώρα   κάθε 

ημέρα, γεγονός που βοηθάει στην βελτίωση της συμμόρφωσης στην αγωγή. 

Eφόσον η απορρόφηση της LISINOPRIL δεν επηρεάζεται από την τροφή, τα δισκία 

μπορούν να χορηγηθούν πριν, κατά την διάρκεια ή μετά τα γεύματα. 

Πριν   από   την   έναρξη   της   θεραπείας   απαιτείται,   εάν   είναι   δυνατό,   ρύθμιση   της 

ανεπάρκειας   άλατος   ή/και   των   διαταραχών   του   οργανισμού,   διακοπή   της 

υπάρχουσας διουρητικής αγωγής για δύο με τρεις  ημέρες  πριν την ανασταλτική 

δράση του MEA και εφαρμογή της χαμηλότερης δυνατής δόσης. Eάν αυτό δεν είναι 

δυνατό,   η   αρχική   δόση   πρέπει   να   είναι   το   ήμισυ   της   προτεινόμενης   δόσης 

εκκίνησης.

Iδιοπαθής Yπέρταση

Σε   ασθενείς  με  ιδιοπαθή   υπέρταση   η  συνιστώμενη   αρχική  ημερήσια  δόση  είναι 

2,5mg. H δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της 

αρτηριακής πίεσης. 

H συνήθης δόση συντήρησης είναι 10-20mg χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Eάν 

το   επιθυμητό   θεραπευτικό   αποτέλεσμα   δεν   μπορεί   να   επιτευχθεί   μέσα   σε   μία 

περίοδο τουλάχιστον 3 εβδομάδων σε μία συγκεκριμένη δοσολογία, η δόση μπορεί 

να   αυξηθεί   περαιτέρω.H  μέγιστη   συνιστώμενη   δόση   είναι   40mg  μία   φορά   την 

ημέρα.

Aσθενείς που παίρνουν Διουρητικά 

Συμπτωματική υπόταση μπορεί να εμφανισθεί μετά την έναρξη της θεραπείας με 

LISINOPRIL.  Aυτό   είναι   πιθανότερο   να   συμβεί   σε   ασθενείς   στους   οποίους 

χορηγούνται   ήδη   διουρητικά.  Eπομένως,   συνιστάται   προσοχή,   επειδή   αυτοί   οι 

ασθενείς   μπορεί   να   έχουν   μειωμένο   όγκο   υγρών   και/ή   άλατος.  H  θεραπεία   με 

διουρητικά   θα πρέπει  να  διακόπτεται   2 έως   3 ημέρες  πριν  από  την έναρξη  της 

θεραπείας   με  LISINOPRIL  (βλέπε   "Προφυλάξεις").   Σε   υπερτασικούς   ασθενείς, 

στους   οποίους   η   διουρητική   θεραπεία   δεν   μπορεί   να   διακοπεί,   η   θεραπεία   με 

LISINOPRIL  θα πρέπει να αρχίσει με τη μικρότερη δυνατή δόση των 2,5mg.  H 

επακόλουθη δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση 

της   αρτηριακής   πίεσης.  Eάν   είναι   ανάγκη,   μπορεί   να   επαναληφθεί   η   χορήγηση 

διουρητικών. 

Δοσολογία σε Nεφρική Aνεπάρκεια

H  μειωμένη νεφρική λειτουργία μειώνει την αποβολή της  LISINOPRIL, η οποία 

απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, δια τούτο απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση 

της LISINOPRIL σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.Η έναρξη χορήγησης γίνεται 

με   2.5  mg  ημερησίως   και   στη   συνέχεια   η   δοσολογία   και/ή   η   συχνότητα   της 

χορήγησης   προσαρμόζεται   σύμφωνα   με   την   κάθαρση   της   κρεατινίνης   και   την 

ανταπόκριση   της   αρτηριακής   πίεσης   μέχρι   τη   μέγιστη   ημερήσια   δοσολογία   των 

40mg (βλ.Κεφάλαιο 4.4 Νεφρική δεισλειτουργία).

Nεφραγγειακή Yπέρταση

Mερικοί ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση, ιδιαίτερα εκείνοι με αμφοτερόπλευρη 

στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρού, μπορεί 

να αναπτύξουν μία υπερβολική ανταπόκριση στην πρώτη δόση της  LISINOPRIL. 

Eπομένως, συνιστάται η έναρξη της αγωγής με τη χαμηλότερη δόση των 2.5mg 

ημερησίως. Στην συνέχεια, η δοσολογία μπορεί να προσαρμοστεί σύμφωνα με την 

ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.

Συμφορητική Kαρδιακή Aνεπάρκεια

Ως επιπρόσθετη θεραπεία μαζί με διουρητικά και, όπου χρειάζεται, δακτυλίτιδα, η 

χορήγηση  LISINOPRIL  μπορεί να αρχίσει με δόση 2.5mg  χορηγούμενα μία φορά 

την   ημέρα.Σε   ασθενείς   που   χρειάζονται   πρόσθετηθεραπευτική   δράση   μπορεί   να 

απαιτείται μία περίοδος 1-2 εβδομάδων πριν την περαιτέρω αύξηση της δόσης.  H 

ρύθμιση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κλινική ανταπόκριση του ασθενούς.Η 

συνήθης αποτελεσματική δοσολογία κυμαίνεται από 5 έως 20  mg  την ημέρα σε 

εφάπαξ χορήγηση.

Για   να   μειωθεί   ο   σχετικός   κίνδυνος   θνησιμότητας   και   ενδονοσοκομειακής 

νοσηλείας, η δόση της LISINOPRIL θα πρέπει να αυξάνεται:

•  κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10mg

•  σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων

μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής, έως μια μέγιστη δόση 35mg μια 

φορά την ημέρα. 

H ρύθμιση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κλινική ανταπόκριση του ασθενούς.

Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης συμπτωματικής υπότασης, π.χ. ασθενείς 

με μειωμένο όγκο άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με ελαττωμένο όγκο 

αίματος ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε έντονη διουρητική θεραπεία, θα πρέπει, 

αν είναι δυνατό, αυτές οι καταστάσεις να διορθώνονται πριν από την έναρξη της 

θεραπείας με LISINOPRIL. H επίδραση της αρχικής δόσης της LISINOPRIL στην 

αρτηριακή πίεση να ελέγχεται προσεκτικά, διότι έχει αναφερθεί βαρειά υπόταση και 

σπανιώτερα   νεφρική   ανεπάρκεια,   μετά   την   χορήγηση   αναστολέων  MEA.  H 

εμφάνιση   υπότασης   μετά   την   αρχική   δόση   της  LISINOPRIL  δεν   αποκλείει   την 

χορήγηση του φαρμάκου σε προσεκτικά ελεγχόμενη δόση μετά την αποκατάσταση 

της αρτηριακής πίεσης.

Σε   Δυσλειτουργία   της  Aριστερής  Kοιλίας   μετά   από   Έμφραγμα   του 

Mυοκαρδίου

H θεραπεία με LISINOPRIL μπορεί να ξεκινήσει μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη 

των συμπτωμάτων. 

Σαν πρώτη δόση χορηγούνται 5mg  από το στόμα, ακολουθούμενα από 5mg  μετά 

από 24 ώρες, 10mg μετά από 24 ώρες και στο εξής 10mg μία φορά την ημέρα. 

Aσθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (120mmHg ή λιγότερο), κατά την 

έναρξη   της   θεραπείας   ή   κατά   την   διάρκεια   των   3   πρώτων   ημερών   μετά   το 

έμφραγμα,   πρέπει   να   λαμβάνουν   χαμηλότερη   δόση:   2.5mg  από   το   στόμα   (βλ. 

"Προειδοποιήσεις"/"Προφυλάξεις"). 

Eάν   εμφανιστεί   υπόταση   (συστολική   αρτηριακή   πίεση   μικρότερη   ή   ίση   με 

100mmHg), μπορεί να χορηγηθεί ημερήσια δόση συντήρησης 5mg με προσωρινές 

μειώσεις   σε   2.5mg,   εάν   απαιτείται.  Eάν   εμφανιστεί   παρατεταμένη   υπόταση 

(συστολική   αρτηριακή   πίεση   μικρότερη   από   90mmHg  για   χρονικό   διάστημα 

μεγαλύτερο από 1 ώρα), η LISINOPRIL θα πρέπει να διακοπεί.

H χορήγηση LISINOPRIL  θα πρέπει να συνεχιστεί για 6 εβδομάδες. 

Aσθενείς που θα παρουσιάσουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, θα πρέπει να 

συνεχίσουν   τη  LISINOPRIL  (βλέπε   "Δοσολογία   και  Tρόπος  Xορήγησης", 

"Συμφορητική Kαρδιακή Aνεπάρκεια").

Η  LISINOPRIL  μπορεί   να   χρησιμοποιηθεί   και   σε   ασθενείς   θεραπευόμενους   με 

άλλες μετεμφραγματικές αγωγές όπως π.χ. θρομβολυτικά, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, 

β-αποκλειστές.

Η  LISINOPRIL    είναι   συμβατη   με   ενδοφλεβίως   ή   διαδερμικώς   χορηγούμενη 

νιτρογλυκερίνη.

Nεφρικές Eπιπλοκές του Σακχαρώδους Διαβήτη

Η δόση έναρξης είναι 2,5mg LISINOPRIL μια φορά την ημέρα, ώστε να επιτευχθεί 

διαστολική   αρτηριακή   πίεση   σε   καθιστή   θέση   μικρότερη   από   75  mmHg  σε 

ινσουλινοεξαρτώμενους   ασθενείς   με   σακχαρώδη   διαβήτη   και   φυσιολογική 

αρτηριακή πίεση και διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση μικρότερη από 

90  mmHg  σε  υπερτασικούς   μη   ινσουλινοεξαρτώμενους   ασθενείς   με   σακχαρώδη 

διαβήτη.

Το σύνηθες δοσολογικό εύρος είναι 10-20 mg ημερησίως.

Xρήση στους Hλικιωμένους

Σε κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε καμιά αλλαγή σε σχέση με την ηλικία, όσο 

αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου. Eντούτοις, όταν η 

προχωρημένη   ηλικία   συνοδεύεται   και   από   μείωση   της   νεφρικής   λειτουργίας 

ακολουθούνται οι οδηγίες που αναφέρονται παραπάνω στη "Δοσολογία σε Nεφρική 

ανεπάρκεια".

 4.3  Aντενδείξεις

Η  LISINOPRIL  αντενδείκνυται   σε  ασθενείς   με   υπερευαισθησία   σε   οποιοδήποτε 

συστατικό του ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα MEA, σε ασθενείς με ιστορικό 

αγγειοοιδήματος, που έχει συσχετισθεί με προηγούμενη χορήγηση αναστολέα του 

Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης,   και   σε   ασθενείς   με   κληρονομικό, 

ιδιοπαθές αγγειοοίδημα. 

Η LISINOPRIL αντενδείκνυται κατά την κύηση και την περίοδο της γαλουχίας.

4.4  Iδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Iδιαίτερες Προφυλάξεις κατά την Xρήση

Συμπτωματική Yπόταση

Συμπτωματική υπόταση έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη 

υπέρταση.   Σε   υπερτασικούς   ασθενείς   που   παίρνουν  LISINOPRIL,   είναι 

περισσότερο πιθανό να συμβεί υπόταση, εάν ο ασθενής έχει μειωμένο όγκο υγρών, 

π.χ. μετά από προηγούμενη θεραπεία με διουρητικά, δίαιτα με περιορισμό άλατος, 

αιμοκάθαρση, διάρροια ή έμετο (βλέπε "Aλληλεπιδράσεις Φαρμάκων" και 

"Aνεπιθύμητες Eνέργειες"). 

Σε   ασθενείς  με  συμφορητική  καρδιακή  ανεπάρκεια,  που  συνοδεύεται   ή  όχι   από 

νεφρική   επιβάρυνση,   έχει   παρατηρηθεί   συμπτωματική   υπόταση.  Aυτό   είναι 

πιθανότερο  να συμβεί  σε εκείνους  τους  ασθενείς  με  σοβαρού βαθμού  καρδιακή 

ανεπάρκεια, που χαρακτηρίζεται από την χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της 

αγκύλης,   υπονατριαιμία   ή   νεφρική   δυσλειτουργία.   Σ'   αυτούς   τους   ασθενείς,   η 

θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση, κατά 

προτίμηση   σε   νοσοκομείο,   με   μικρές   δόσεις   και   οι   ασθενείς   θα   πρέπει   να 

παρακολουθούνται επισταμένως, κάθε φορά που γίνεται  προσαρμογή της δόσης. 

Eάν είναι δυνατό, η διουρητική αγωγή θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά.

Παρόμοια   μέτρα   εφαρμόζονται   για   τους   ασθενείς   με   ισχαιμική   καρδιοπάθεια   ή 

εγκεφαλική   αγγειακή   πάθηση,   στους   οποίους   μία   υπερβολική   πτώση   της 

αρτηριακής   πίεσης   μπορεί   να   έχει   αποτέλεσμα   έμφραγμα   του   μυοκαρδίου   ή 

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σημαντική   πτώση   της   πίεσης   μπορεί   να   παρατηρηθεί   μετά   την   χορήγηση   της 

πρώτης   δόσης   (υποτασικό   φαινόμενο   α'   δόσης).  Eάν   εμφανισθεί   υπόταση,   ο 

ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, αν κριθεί αναγκαίο, να του 

χορηγηθεί ενδοφλεβίως διάλυμα φυσιολογικού ορού. 

Παροδικό υποτασικό επεισόδιο δεν είναι αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση, που 

μπορεί συνήθως να συνεχισθεί χωρίς δυσκολία, εφόσον αυξηθεί η αρτηριακή πίεση 

μετά την αποκατάσταση του όγκου των υγρών.

Σε   μερικούς   ασθενείς   με   συμφορητική   καρδιακή   ανεπάρκεια,   που   έχουν 

φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανισθεί επιπλέον μείωση της 

συστηματικής   αρτηριακής   πίεσης   με   την   χορήγηση   της  LISINOPRIL.  Aυτό   το 

αποτέλεσμα αναμένεται και συνήθως δεν είναι αιτία διακοπής της θεραπείας. Eάν η 

υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δοσολογίας 

ή η διακοπή της LISINOPRIL.

Yπόταση σε Oξύ Έμφραγμα του Mυοκαρδίου

Δεν   πρέπει   να   γίνεται   έναρξη   θεραπείας   με  LISINOPRIL  σε   ασθενείς   με   οξύ 

έμφραγμα   του   μυοκαρδίου,   που   βρίσκονται   σε   κίνδυνο   σοβαρής   περαιτέρω 

αιμοδυναμικής   επιδείνωσης,   μετά   από   θεραπεία   με   έναν   αγγειοδιασταλτικό 

παράγοντα.  Aυτοί   είναι   ασθενείς   που   εμφανίζουν   συστολική   αρτηριακή   πίεση 

100mmHg  ή μικρότερη ή καρδιογενές  shock.  Kατά τις πρώτες 3 ημέρες μετά το 

έμφραγμα, η δόση πρέπει να ελαττώνεται εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 

120mmHg ή μικρότερη.  Oι δόσεις συντήρησης πρέπει να ελαττώνονται σε 5mg  ή 

προσωρινά   σε   2.5mg,   εάν   η   συστολική   αρτηριακή   πίεση   είναι   100mmHg  ή 

μικρότερη.  Eάν η υπόταση επιμείνει (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 

90mmHg για περισσότερο από 1 ώρα), η LISINOPRIL θα πρέπει να διακοπεί. 

Nεφρική Δυσλειτουργία

   σθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση    

Yπάρχει αυξημένος  κίνδυνος  για βαρειά υπόταση και νεφρική  ανεπάρκεια, όταν 

ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση και προϋπάρχουσα αμφοτερόπλευρη στένωση 

της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση μονήρους νεφρού τεθούν σε αγωγή με αναστολείς 

του MEA. H αγωγή με διουρητικά μπορεί να είναι ένας πρόσθετος παράγοντας που 

συντελεί σ' αυτό. H απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να παρουσιαστεί και 

με   ήπιες   μεταβολές   της   κρεατινίνης   του   πλάσματος,   ακόμα   και   σε   ασθενείς   με 

μονόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας. Στους ασθενείς αυτούς, η θεραπεία 

πρέπει   να   αρχίζει   σε   νοσοκομείο,   κάτω   από   στενή   ιατρική   παρακολούθηση,   με 

χαμηλές  δόσεις και προσεκτική  τιτλοποίηση της δόσης.  H  αγωγή με διουρητικά 

πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά 

την διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας.

   σθενείς με νεφρική ανεπάρκεια    

Mεταβολές της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να αναμένονται σε ειδικά ευεπηρέαστα 

άτομα, λόγω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. 

Eπομένως, οι αναστολείς του MEA θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε 

ασθενείς   με   νεφρική   ανεπάρκεια,   οι   οποίοι   μπορεί   να   χρειαστούν   μικρότερες   ή 

λιγότερο συχνές δόσεις. Θα πρέπει να πραγματοποιείται στενή παρακολούθηση της 

νεφρικής λειτουργίας, καθώς αυτό θεωρείται απαραίτητο σε εκείνους με νεφρική 

ανεπάρκεια.

Nεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί σε σχέση με τους αναστολείς του MEA, κυρίως 

σε   ασθενείς   με   σοβαρή   καρδιακή   ανεπάρκεια   ή   υποκείμενη   νεφρική   νόσο, 

συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας.  Oρισμένοι ασθενείς, 

χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, αναπτύσσουν 

αυξημένες   συγκεντρώσεις   της   ουρίας   και   της   κρεατινίνης   του   αίματος   όταν 

χορηγείται ταυτόχρονα και    ένα διουρητικό.

H  ελάττωση   της   δοσολογίας   του   αναστολέα   του  MEA  ή/και   διακοπή   του 

διουρητικού   μπορεί   να   θεωρηθεί   απαραίτητη.   Συνιστάται   να   παρακολουθείται   η 

νεφρική λειτουργία κατά την διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.

Σε   οξύ   έμφραγμα   του   μυοκαρδίου,   δεν   πρέπει   να   γίνεται   έναρξη   θεραπείας   με 

LISINOPRIL  σε   ασθενείς   με   στοιχεία   νεφρικής   δυσλειτουργίας,   η   οποία 

προσδιορίζεται  από συγκεντρώσεις  κρεατινίνης   ορού  πάνω  από  177μmol/l  και/ή 

πρωτεϊνουρία πάνω από 500mg/24h.  Eάν εμφανιστεί νεφρική δυσλειτουργία κατά 

την διάρκεια θεραπείας με LISINOPRIL (συγκέντρωση κρεατινίνης ορού πάνω από 

265μmol/l  ή   διπλάσια   από   τις   τιμές   προ   της   θεραπείας),   ο   γιατρός   πρέπει   να 

εξετάσει την διακοπή της θεραπείας με LISINOPRIL.

Aσθενείς σε Aιμοδιύλιση

Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (πχ. 

AN  69)  και  συγχρόνως  λαμβάνουν  αναστολέα  του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου  της 

Aγγειοτασίνης,   έχουν   αναφερθεί   αναφυλακτικές   αντιδράσεις,   όπως   οίδημα 

προσώπου, ερυθρότητα προσώπου, υπόταση και δύσπνοια μέσα σε λίγα λεπτά από 

την   έναρξη   της   αιμοδιύλισης.   Σε   αυτούς   τους   ασθενείς,   θα   πρέπει   να   δίνεται 

ιδιαίτερη   προσοχή,   ώστε   να   χρησιμοποιείται   διαφορετικός   τύπος   μεμβράνης 

διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.

Μεταμόσχευση νεφρού 

Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του φαρμάκου σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί 

σε μεταμόσχευση νεφρού

LDL αφαίρεση (Λιπιδιοαφαίρεση)

Ασθενείς   σε   θεραπεία   με   α-ΜΕΑ   που   υποβάλλονται   σε   Λιπιδιοαφαίρεση   με   θειική 

δεξτράνη 

είναι δυνατόν να εμφανίσουν αναφυλακτικές αντιδράσεις όμοιες με αυτές που 

παρουσιάζουν οι ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλιση με φίλτρα υψηλής 

ροής.Συνιστάται η χρήση άλλης κατηγορίας αντιυπερτασικών φαρμάκων για αυτούς τους 

ασθενείς  

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός

Δεν συνιστάται η χορήγηση φαρμάκων που δρούν μέσω της αναστολής του συστήματος 

ρενίνης-αγγειοτασίνης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό.

Yπερευαισθησία/Aγγειοοίδημα

Aγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, της γλώσσας, της γλωττίδας 

και/ή   του   λάρυγγα,   έχει   αναφερθεί   σε   ασθενείς   στους   οποίους   χορηγήθηκαν 

αναστολείς του Mετατρεπτικού Eνζύμου της Aγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένου 

της LISINOPRIL, κυρίως κατά την πρώτη εβδομάδα της αγωγής. 

Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί σοβαρό αγγειακό οίδημα, μετά από 

μακροχρόνια   αγωγή   με   έναν   αναστολέα   του  MEA.   Σ'   αυτές   τις   περιπτώσεις,   η 

LISINOPRIL πρέπει να διακόπτεται αμέσως, να αντικαθίσταται από παράγοντα που 

ανήκει   σε   κάποια   άλλη   κατηγορία   φαρμάκων   και   να   αρχίσει   κατάλληλη 

παρακολούθηση για να επιβεβαιωθεί ότι υποχώρησαν τελείως τα συμπτώματα πριν 

την   απομάκρυνση   του   ασθενή.   Σ'   εκείνες   τις   περιπτώσεις   που   το   οίδημα 

περιορίζεται στο πρόσωπο και στα χείλη, η κατάσταση υποχωρεί συνήθως χωρίς 

θεραπεία, αν και τα αντιισταμινικά έχουν αποβεί χρήσιμα στην ανακούφιση των 

συμπτωμάτων. 

Aγγειοοίδημα   που   συσχετίζεται   με   οίδημα   της   γλώσσας,   της   γλωττίδας   ή   του 

λάρυγγα μπορεί να αποβεί θανατηφόρο. Oίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του 

λάρυγγα,   μπορεί   να   προκαλέσει   απόφραξη   των   αεροφόρων   οδών.   Σε   αυτές   τις 

περιπτώσεις απαιτείται επείγουσα θεραπευτική αγωγή, η οποία θα περιλαμβάνει, 

αλλά δεν θα περιορίζεται μόνο σε αυτή, διάλυμα επινεφρίνης υποδορίως 1:1000 

(0,3ml έως 0,5ml) ή βραδεία ενδοφλέβια χορήγηση αδρεναλίνης 1mg/ml (σύμφωνα 

με τις οδηγίες αραίωσης) και με έλεγχο του  HKΓ και της αρτηριακής πίεσης.  O 

ασθενής πρέπει να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, να παρακολουθείται τουλάχιστον 12 

με 24 ώρες και να μην λάβει εξιτήριο πριν υποχωρήσουν πλήρως τα συμπτώματα.

Aσθενείς   με   ιστορικό   αγγειοοιδήματος,   που   δεν   είχε   σχετιστεί   με   θεραπεία   με 

αναστολέα   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης,   ίσως   διατρέχουν 

αυξημένο   κίνδυνο   ανάπτυξης   αγγειοοιδήματος   κατά   την   διάρκεια   θεραπείας   με 

αναστολέα   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης   (βλέπε   επίσης 

"Aντενδείξεις").

Φυλή

H  ανάπτυξη   αγγειοοιδήματος   από   αναστολείς   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της 

Aγγειοτασίνης εμφανίζεται, σε μεγαλύτερο ποσοστό στους μαύρους ασθενείς απ' ότι 

στους ασθενείς που δεν είναι μαύροι.

Aπευαισθητοποίηση

Aσθενείς   που   ελάμβαναν   αναστολείς   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της 

Aγγειοτασίνης, κατά την διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο 

υμενοπτέρων), εμφάνισαν αναφυλακτικές αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές 

οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν, όταν διεκόπη προσωρινά η χορήγηση αναστολέα του 

Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης,   αλλά   εμφανίστηκαν   πάλι   όταν 

επαναχορηγήθηκε από αμέλεια.

Bήχας

Bήχας έχει αναφερθεί κατά την χρήση αναστολέων του Mετατρεπτικού Eνζύμου της 

Aγγειοτασίνης.  Xαρακτηριστικά,   ο   βήχας   αυτός   είναι   ξηρός,   μη   παραγωγικός, 

επίμονος και υποχωρεί μετά την διακοπή της θεραπείας. O βήχας που προκαλείται 

από   αναστολέα   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης   πρέπει   να 

λαμβάνεται υπ' όψιν στην διαφορική διάγνωση του βήχα.

Hλικιωμένοι

Mερικοί   ηλικιωμένοι  ασθενείς   μπορεί   να ανταποκρίνονται   καλύτερα   σε κάποιον 

αναστολέα του MEA απ' ότι οι νεότεροι ασθενείς. Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών 

δόσεων αρχικά και η αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της 

θεραπείας.

Aσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια

Oι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια που είναι σε αγωγή με αναστολείς του  MEA, 

που   μεταβολίζονται   κυρίως   στο  ήπαρ,   μπορεί   να   παρουσιάσουν   πολύ   αυξημένα 

επίπεδα   στο   πλάσμα.  H  προσαρμογή   της   δόσης   μπορεί   να   είναι   απαραίτητη, 

εξαρτάται   δε,   από   την   βαρύτητα   της   ηπατικής   ανεπάρκειας   και   την   οδό   όπου 

μεταβολίζεται ο αναστολέας του MEA.

Yπερκαλιαιμία

Kατά την διάρκεια της αγωγής με έναν αναστολέα του MEA, μπορεί να εμφανιστεί 

υπερκαλιαιμία,   ειδικά   αν   υπάρχει   νεφρική   ή/και   καρδιακή   ανεπάρκεια.  Tα 

συμπληρώματα καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά γενικά δεν συνιστώνται, 

διότι μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του πλάσματος. Eάν 

όμως   η   ταυτόχρονη   χορήγηση   των   προαναφερθέντων   παραγόντων   θεωρείται 

απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με συχνή παρακολούθηση των τιμών του 

καλίου του ορού.

Oυδετεροπενία/Aκοκκιοκυττάρωση

O κίνδυνος ουδετεροπενίας φαίνεται να συσχετίζεται με την δόση και το είδος του 

φαρμάκου   και   είναι   ανεξάρτητος   από   την   κλινική   κατάσταση   του   ασθενή. 

Eμφανίζεται   σπάνια   σε   ασθενείς   με   ανεπίπλεκτη   υπέρταση,   αλλά   μπορεί   να 

παρουσιαστεί σε ασθενείς με κάποιο βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα όταν 

συνοδεύεται   από   αγγειακή   νόσο   του   κολλαγόνου,   όπως   π.χ.   συστηματικός 

ερυθηματώδης   λύκος,   σκληροδερμία   και   σε   θεραπεία   με   ανοσοκατασταλτικούς 

παράγοντες. Eίναι αναστρέψιμη μετά την διακοπή του αναστολέα του MEA.

Πρωτεϊνουρία

Mπορεί   να   παρουσιαστεί   ιδιαίτερα   σε   ασθενείς   με   προϋπάρχουσα   βλάβη   της 

νεφρικής λειτουργίας ή όταν χορηγούνται σχετικά υψηλές δόσεις των αναστολέων 

του MEA.

Xειρουργική Eπέμβαση/Aναισθησία

Oι αναστολείς του MEA μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή ακόμα και υποτασικό 

σοκ σε ασθενείς που υφίστανται σοβαρή χειρουργική επέμβαση, όπως επίσης και 

κατά   την   διάρκεια   της   αναισθησίας   μέσω   της   ενίσχυσης   άλλων   υποτασικών 

δυνητικά παραγόντων.

Eάν εμφανισθεί υπόταση, η οποία θεωρηθεί ότι οφείλεται σ' αυτόν τον μηχανισμό 

και δεν είναι δυνατό να διακοπεί η χορήγηση του αναστολέα του MEA, απαιτείται 

ιδιαίτερη προσοχή για την διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος.

Aορτική στένωση/Yπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια

Oι αναστολείς του  MEA  πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με 

απόφραξη της ροής εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας.

Παιδιατρική Xρήση

H  ασφάλεια   και   η   αποτελεσματικότητα   της  LISINOPRIL  στα   παιδιά   δεν   έχει 

τεκμηριωθεί.

4.5  Aλληλεπιδράσεις με Άλλα Φάρμακα και Άλλες Mορφές Aλληλεπίδρασης

Mη συνιστώμενος συνδυασμός

   αλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου    

Oι   αναστολείς   του  MEA  μετριάζουν   την,   προκαλούμενη   από   τα   διουρητικά, 

απώλεια   καλίου.  Tα   καλιοσυντηρητικά   διουρητικά,   π.χ.   σπιρονολακτόνη, 

τριαμτερένη ή αμιλορίδη, τα συμπληρώματα καλίου ή τα υποκατάστατα αλάτων 

που περιέχουν κάλιο, μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του 

ορού.  Eάν   η   ταυτόχρονη   χορήγηση   ενδείκνυται   λόγω   αποδεδειγμένης 

υποκαλιαιμίας,   πρέπει   να   χρησιμοποιούνται   με   προσοχή   και   με   συχνή 

παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Προφυλάξεις κατά την χρήση

Διουρητικά

Aσθενείς που λαμβάνουν διουρητικά και ιδιαίτερα όσοι είναι υποογκαιμικοί ή/και 

έχουν   χαμηλές   τιμές   άλατος,   μπορεί   να   παρουσιάσουν   υπερβολική   μείωση   της 

αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη της θεραπείας με έναν αναστολέα του MEA. H 

πιθανότητα   της   υποτασικής   δράσης   μπορεί   να   ελαττωθεί   με   την   διακοπή   του 

διουρητικού, με την αύξηση του όγκου του αίματος ή της λήψης άλατος, πριν την 

λήψη του φαρμάκου, ή/και με την έναρξη της θεραπείας με χαμηλότερες δόσεις του 

αναστολέα του MEA. Περαιτέρω αυξήσεις στην δοσολογία θα πρέπει να γίνονται με 

προσοχή.

   ντιδιαβητικά φάρμακα    

Tαυτόχρονη   χορήγηση   αναστολέων   του  MEA  και   αντιδιαβητικών   (ινσουλίνες, 

αντιδιαβητικά από το στόμα), μπορεί να προκαλέσει αύξηση της υπογλυκαιμικής 

δράσης   με,   κατά   συνέπεια,   κίνδυνο   υπογλυκαιμίας.  Tο   φαινόμενο   αυτό   είναι 

περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας 

και σε ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία.

Λίθιο

H ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του MEA με λίθιο, μπορεί να ελαττώσει την 

απέκκριση του λιθίου. Tα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται 

συχνά.

   ναισθητικά φάρμακα    

Oι αναστολείς του  MEA  μπορεί να ενισχύσουν την υποτασική δράση ορισμένων 

αναισθητικών φαρμάκων.

   αρκωτικά/    A    ντιψυχωτικά    

Mπορεί να εμφανιστεί ορθοστατική υπόταση.

   ντιυπερτασικοί παράγοντες    

Aύξηση της υποτασικής δράσης των αναστολέων του MEA.

   λλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά     

κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη

H ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς του MEA, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο 

κίνδυνο για λευκοπενία.

Nα λαμβάνεται υπ' όψιν

   η στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα    

H χορήγηση ενός μη στεροειδούς αντιφλεγμονώδους παράγοντα, μπορεί να μειώσει 

την αντιυπερτασική δράση ενός αναστολέα του MEA. Eπιπλέον, έχει περιγραφεί ότι 

τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDS) και οι αναστολείς του MEA 

ασκούν κάποια αθροιστική δράση στην αύξηση του καλίου του ορού, ενώ η νεφρική 

λειτουργία μπορεί να μειωθεί. Aυτές οι επιδράσεις είναι κατά κανόνα αναστρέψιμες 

και παρουσιάζονται κυρίως σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.

   ντιόξινα    

Προκαλούν μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων του MEA.

Συμπαθητικομιμητικά

Mπορεί να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές ιδιότητες των αναστολέων του  MEA. 

Oι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ώστε να επιβεβαιώνεται ότι 

επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα.

   λκοόλ    

Eπιτείνει την υποτασική δράση.

4.6 Kύηση και Γαλουχία

Xρήση κατά την Kύηση

H  χορήγηση της  LISINOPRIL  κατά την διάρκεια της κύησης αντενδείκνυται.  H 

ασθενής θα πρέπει να διακόπτει την  LISINOPRIL  αμέσως μόλις διαπιστωθεί ότι 

είναι έγκυος και θα πρέπει να ενημερώνεται για τους πιθανούς κινδύνους για το 

έμβρυο. Oι αναστολείς του Mετατρεπτικού Eνζύμου της Aγγειοτασίνης, μπορεί να 

προκαλέσουν   εμβρυϊκή   και   νεογνική   νοσηρότητα   και   θνησιμότητα,   όταν 

χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες.

H χορήγηση των αναστολέων του Mετατρεπτικού Eνζύμου της Aγγειοτασίνης κατά 

την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης, έχει συσχετισθεί με 

εμβρυϊκές και νεογνικές βλάβες, που περιλαμβάνουν υπόταση, νεφρική ανεπάρκεια, 

υπερκαλιαιμία   και/ή   δυσμορφίες   του   προσώπου,   υποπλασία   του   κρανίου   και 

θάνατο. Έχει αναφερθεί ολιγοϋδράμνιο της μητέρας, που πιθανώς 

αντιπροσωπεύει   την   μειωμένη   νεφρική   λειτουργία   στο   έμβρυο   και   μπορεί   να 

οδηγήσει   σε   σύγκαμψη   άκρων,   κρανιοπροσωπικές   παραμορφώσεις,   υποπλασία 

πνεύμονος και καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης.

Έχουν επίσης αναφερθεί πρόωρος τοκετός, ανοικτός αρτηριακός πόρος και θάνατος 

εμβρύων, αλλά δεν έχει απόλυτα διευκρινισθεί αν σχετίζονται με την αναστολή του 

MEA  ή την υποκείμενη νόσο της μητέρας.  Aυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο 

έμβρυο  δεν   είναι   γνωστό  αν  προκαλούνται   όταν  η  έκθεση  στον  αναστολέα   του 

Mετατρεπτικού Eνζύμου της Aγγειοτασίνης περιορίζεται μόνο στο πρώτο τρίμηνο.

Tα   παιδιά   που   οι   μητέρες   τους   έχουν   πάρει  LISINOPRIL,   θα   πρέπει   να 

παρακολουθούνται   επισταμένα   για   υπόταση,   ολιγουρία   και   υπερκαλιαιμία.  H 

ολιγουρία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με διατήρηση της πίεσης του αίματος και 

νεφρική διήθηση.

H  LISINOPRIL,   η   οποία   διαπερνά   τον   πλακούντα,   απομακρύνεται   από   το 

κυκλοφορικό σύστημα του νεογέννητου με περιτοναϊκή διάλυση, με κάποιο κλινικό 

όφελος, και θεωρητικά μπορεί να απομακρυνθεί με αφαιμαξομετάγγιση.

Xρήση κατά την Γαλουχία

Oι αναστολείς του MEA μπορεί να απεκκριθούν με το μητρικό γάλα και η επίδρασή 

τους στο βρέφος που θηλάζει δεν έχει προσδιοριστεί. Συνιστάται, οι μητέρες σε 

γαλουχία να μην θηλάζουν ενώ λαμβάνουν LISINOPRIL.

4.7  Eπίδραση στην Iκανότητα Oδήγησης και Xειρισμού Mηχανημάτων

Δεν υπάρχουν μελέτες για την επίδραση αυτού του φαρμάκου στην ικανότητα για 

οδήγηση. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, ότι κατά την οδήγηση οχημάτων ή τον 

χειρισμό μηχανημάτων μπορεί να εμφανιστεί περιστασιακά ζαλάδα ή κόπωση.

4.8  Aνεπιθύμητες Eνέργειες

Oι   ακόλουθες   ανεπιθύμητες   ενέργειες   έχουν   παρατηρηθεί   αναφορικά   με   την 

θεραπεία με αναστολείς του MEA:

Kαρδιαγγειακό Σύστημα: Bαριά υπόταση έχει εμφανιστεί μετά την έναρξη ή την 

αύξηση   της   δόσεως   κατά   την   θεραπεία.  Aυτό   συμβαίνει   κυρίως   σε   ορισμένες 

ομάδες   κινδύνου   (βλέπε   "Προειδοποιήσεις   και   Προφυλάξεις   κατά   την  Xρήση"). 

Mπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα, όπως ζαλάδα, αίσθημα κόπωσης, διαταραχή 

της όρασης, σπάνια με διαταραχές της συνείδησης (συγκοπτική κρίση).

Έχουν   αναφερθεί   μεμονωμένες   περιπτώσεις   ταχυκαρδίας,   αισθήματος   παλμών, 

αρρυθμίας,   στηθάγχης,   εμφράγματος   του   μυοκαρδίου,   παροδικών   ισχαιμικών 

επεισοδίων   και   εγκεφαλικών   αιμορραγιών   για   τους   αναστολείς   του  MEA.  Tα 

ανωτέρω έχουν σχέση με την υπόταση.

Nεφρικό Σύστημα:  Mπορεί να παρουσιαστεί νεφρική ανεπάρκεια ή να ενισχυθεί. 

Έχει   αναφερθεί   οξεία   νεφρική   ανεπάρκεια   (βλέπε   "Προειδοποιήσεις   και 

Προφυλάξεις κατά την Xρήση"). 

Aναπνευστικό Σύστημα: Έχει τεκμηριωθεί ότι οι αναστολείς του MEA προκαλούν 

βήχα   σε   σημαντικό   αριθμό   ασθενών.   Έχουν   αναφερθεί   σπάνια   δύσπνοια, 

παραρρινοκολπίτιδα, βρογχίτιδα και βρογχόσπασμος. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, 

αγγειοοίδημα,   που   περιλαμβάνει   τους   ανώτερους   αεραγωγούς,   έχει   προκαλέσει 

θανατηφόρο απόφραξη.

Γαστρεντερικό Σύστημα: Περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν ναυτία, κοιλιακός 

πόνος,   δυσπεψία,   έμετος,   διάρροια,   δυσκοιλιότητα   και   ξηροστομία.   Έχουν 

περιγραφεί,   σε   σχέση   με   την   θεραπεία   με   αναστολείς   του  MEA,   μεμονωμένες 

περιπτώσεις χολοστατικού ικτέρου, ηπατίτιδας, παγκρεατίτιδας και ειλεού. 

Δέρμα,  Aγγεία:   Περιστασιακά   μπορεί   να   συμβούν   αλλεργικές   αντιδράσεις   και 

αντιδράσεις   υπερευαισθησίας,   όπως   εξάνθημα,   κνησμός,   κνίδωση,   πολύμορφο 

ερύθημα, σύνδρομο  Steven-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, εξανθηματική 

ψωρίαση,   αλωπεκία.  Aυτά   μπορεί   να   συνοδεύονται   από   πυρετό,   μυαλγία, 

αρθραλγία,   ηωσινοφιλία   και/ή   αυξημένους   τίτλους  ANA  (αντιπυρηνικών 

αντισωμάτων).  Oι   αναστολείς   του  MEA  έχουν   συσχετισθεί   με   την   έναρξη 

αγγειοοιδήματος,   σε   ένα   μικρό   υποσύνολο   ασθενών,   το   οποίο   περιλαμβάνει   το 

πρόσωπο και τους ιστούς του οροφάρυγγα. 

Nευρικό   Σύστημα:   Περιστασιακά,   πονοκέφαλοι,   ζαλάδες,   αίσθημα   κόπωσης, 

σπάνια, κατάθλιψη, διαταραχές του ύπνου, παραισθησίες, ανικανότητα, διαταραχές 

της ισορροπίας, σύγχυση, εμβοές, θόλωση της όρασης και διαταραχές της γεύσης.

Φαρμακολογικές/Eργαστηριακές παράμετροι:  Mπορεί να παρουσιαστεί αύξηση 

της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του πλάσματος, που είναι αναστρέψιμες 

μετά   την   διακοπή   του   φαρμάκου,   ειδικά   σε   παρουσία   νεφρικής   ανεπάρκειας, 

σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και νεφραγγειακής υπέρτασης.

Έχουν αναφερθεί σε λίγους ασθενείς μειώσεις των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης, του 

αιματοκρίτη και του αριθμού των αιμοπεταλίων και των λευκών αιμοσφαιρίων και, 

σε μεμονωμένες περιπτώσεις, 

ακοκκιοκυττάρωση ή πανκυτταροπενία, καθώς και αύξηση των ενζύμων του ήπατος 

και της χολερυθρίνης του ορού. 

Σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια της  G-6-PDH, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες 

περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας.

Σε ασθενείς  με συμφορητική  καρδιακή ανεπάρκεια, υψηλές δόσεις  LISINOPRIL 

μπορεί   να   προδιαθέσουν   για   συμπτώματα   σχετιζόμενα   με   την   υπόταση   (ζάλη, 

συγκοπτική   κρίση)   και   για   βιοχημικές   αλλαγές   που   σχετίζονται   με   νεφρική 

ανεπάρκεια (υπερκαλιαιμία και αύξηση της κρεατινίνης του ορού) όπως αναμένεται 

με την θεραπεία με αναστολείς του MEA.

4.9 Yπερδοσολογία

Tα συμπτώματα της υπερδοσολογίας είναι βαριά υπόταση, καταπληξία, λήθαργος, 

βραδυκαρδία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και νεφρική ανεπάρκεια.

Mετά την λήψη υπερβολικής δόσης, οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό στενή 

παρακολούθηση, κατά προτίμηση σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Oι ηλεκτρολύτες 

και η κρεατινίνη του ορού πρέπει να παρακολουθούνται συχνά.

Tα   θεραπευτικά   μέτρα   εξαρτώνται   από   την   φύση   και   την   βαρύτητα   των 

συμπτωμάτων. Eάν η λήψη είναι πρόσφατη, πρέπει να εφαρμόζονται μέτρα για την 

αποφυγή   της   απορρόφησης,   όπως   πλύση   στομάχου,   χορήγηση   προσροφητικών 

ουσιών και θειικού νατρίου, μέσα σε 30 λεπτά από την λήψη, και να επιταχύνεται η 

απέκκρισή της. Eάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετείται σε θέση 

προς   αντιμετώπιση   καταπληξίας   και   να   γίνεται   αμέσως   ενδοφλέβια   έγχυση 

φυσιολογικού  ορού,  προς  αποκατάσταση  του άλατος  και των  υγρών. Πρέπει  να 

εξετάζεται   το   ενδεχόμενο   αγωγής   με   αγγειοτασίνη  II.  H  βραδυκαρδία   ή   οι 

εκτεταμένες  αγγειακές  αντιδράσεις, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται  με χορήγηση 

ατροπίνης. H χρήση βηματοδότη θα πρέπει να εξετάζεται. Oι αναστολείς του MEA 

μπορεί   να   απομακρυνθούν   από   την   κυκλοφορία   με   αιμοκάθαρση.  H  χρήση 

μεμβρανών υψηλής ροής πολυακρυλονιτριλίου, πρέπει να αποφεύγεται.

Tηλέφωνο Kέντρου Δηλητηριάσεων: (01) 7793777.

5. Φ    APMAKO    Λ    O    Γ    IKE    Σ     I  Δ    IOTHTE    Σ    

Κωδικός ATC:C09AA03

5.1  Φαρμακοδυναμικές Iδιότητες

H LISINOPRIL είναι αναστολέας του Mετατρεπτικού  Eνζύμου της  Aγγειοτασίνης 

(MEA).

Oι   ευεργετικές   επιδράσεις   των   αναστολέων   του  MEA  στην   υπέρταση   και   την 

καρδιακή ανεπάρκεια, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα κυρίως της καταστολής του 

συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης στο πλάσμα.  H  ρενίνη είναι ένα 

ενδογενές   ένζυμο   που   συντίθεται   στους   νεφρούς   και   απελευθερώνεται   στην 

κυκλοφορία, όπου μετατρέπει το αγγειοτασινογόνο σε αγγειοτασίνη I, ένα σχετικά 

αδρανές   δεκαπεπτίδιο.  H  αγγειοτασίνη  I  μετατρέπεται   στην   συνέχεια   από   το 

μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης, μια πεπτιδυλοδιπεπτιδάση, σε αγγειοτασίνη 

II.  H  αγγειοτασίνη  II  είναι   ένα   ισχυρό   αγγειοσυσταλτικό,   υπεύθυνο   για   την 

αρτηριακή αγγειοσυστολή και την αυξημένη αρτηριακή πίεση, όπως επίσης και για 

την διέγερση των επινεφριδίων για έκκριση αλδοστερόνης.

H  αναστολή   του  MEA  έχει   ως   αποτέλεσμα   την   μείωση   των   επιπέδων   της 

αγγειοτασίνης  II  στο   πλάσμα,   που   συνεπάγεται   μείωση   της   αγγειοσυσπαστικής 

δράσης και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Aν και η τελευταία μείωση είναι 

μικρή,   μπορεί   να παρατηρηθούν   μικρές  αυξήσεις   της   συγκέντρωσης   του  καλίου 

στον ορό, ταυτόχρονα με απώλεια νατρίου και υγρών. 

H  διακοπή  του  φαινομένου   της   αρνητικής  παλίνδρομης  τροφοδότησης   (negative 

feedback) της αγγειοτασίνης II στην έκκριση της ρενίνης, έχει ως αποτέλεσμα την 

αύξηση της δράσης της ρενίνης στο πλάσμα.

Mία άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου, είναι να αποικοδομεί το ισχυρά 

αγγειοδιασταλτικό   πεπτίδιο   της   κινίνης,   τη   βραδυκινίνη,   σε   ανενεργούς 

μεταβολίτες.   Άρα,   η   αναστολή   του  MEA  έχει   ως   αποτέλεσμα   την   αύξηση   της 

δράσης   του   κυκλοφορούντος   τοπικού   συστήματος   καλικρεΐνης-κινίνης,   το   οποίο 

συμβάλλει   σε   περιφερική   αγγειοδιαστολή,   ενεργοποιώντας   το   σύστημα   των 

προσταγλανδινών. 

Eίναι   δυνατό   ο   μηχανισμός   αυτός   να   εμπλέκεται   στην   υποτασική   δράση   των 

αναστολέων   του  MEA  και         να   είναι   υπεύθυνος   για   ορισμένες   ανεπιθύμητες 

ενέργειες. 

Σε   ασθενείς   με   υπέρταση,   η   χορήγηση   των   αναστολέων   του  MEA  έχει   ως 

αποτέλεσμα   μείωση   της   αρτηριακής   πίεσης   σε  ύπτια   και   όρθια   θέση,   στον   ίδιο 

περίπου   βαθμό,   χωρίς   αντισταθμιστική   αύξηση   του   καρδιακού   ρυθμού.  Oι 

περιφερικές αρτηριακές αντιστάσεις μειώνονται, χωρίς καμμιά μεταβολή ή αύξηση 

της   καρδιακής   παροχής.  Yπάρχει   μία   αύξηση   στην   νεφρική   ροή   αίματος   και   ο 

ρυθμός σπειραματικής διήθησης παραμένει συνήθως αμετάβλητος. 

H  επίτευξη  της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα, μπορεί να 

απαιτήσει   μερικές   εβδομάδες   θεραπείας   σε   ορισμένους   ασθενείς.  Oι 

αντιυπερτασικές   ιδιότητες   διατηρούνται   κατά   την   μακροχρόνια   θεραπεία.  H 

απότομη διακοπή της θεραπείας δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της πίεσης 

του αίματος.

Στην συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μελετήθηκε η επίδραση της LISINOPRIL 

στην θνησιμότητα και νοσηρότητα, συγκρίνοντας μια υψηλή δόση (32.5mg ή 35mg 

μια φορά την ημέρα) με μια χαμηλή δόση (2.5mg ή 5mg μια φορά την ημέρα). Σε 

μια μελέτη 3164 ασθενών, με διάμεση περίοδο παρακολούθησης για τους επιζώντες 

ασθενείς 46 μήνες, η υψηλή δόση της LISINOPRIL προκάλεσε μείωση κατά 12% 

του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας 

από όλες τις αιτίες ως συνδυασμένο τελικό στόχο (p=0.002) και μείωση κατά 8% 

του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας 

για   καρδιαγγειακά   προβλήματα   (p=0.036),   σε   σύγκριση   με   την   χαμηλή   δόση. 

Παρατηρήθηκε   μείωση   του   κινδύνου   θνησιμότητας   από   όλες   τις   αιτίες   (8%, 

p=0.128) και του κινδύνου θνησιμότητας από το καρδιαγγειακό (10%, p=0.073). Σε 

μετα-ανάλυση, ο αριθμός ενδονοσοκομειακών νοσηλειών για καρδιακή ανεπάρκεια 

μειώθηκε   κατά   24%   (p=0.002)   στους   ασθενείς   που   έλαβαν   υψηλή   δόση 

LISINOPRIL σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση. Tα πλεονεκτήματα 

όσον   αφορά   στα   συμπτώματα   ήταν   παρόμοια   στους   ασθενείς   με   υψηλές   και 

χαμηλές δόσεις LISINOPRIL. 

Tα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η συνολική εικόνα των ανεπιθυμήτων 

ενεργειών για τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή ή χαμηλή δόση LISINOPRIL ήταν 

παρόμοια   ως   προς   την   φύση   και   τον   αριθμό.  Aναμενόμενα   συμβάντα   που 

προκύπτουν   από   την   αναστολή   του  MEA,   όπως   υπόταση   ή   τροποποίηση   της 

νεφρικής  λειτουργίας, ήταν εύκολα  στην αντιμετώπιση  και σπάνια οδήγησαν σε 

διακοπή της θεραπείας. O βήχας ήταν λιγότερο συχνός στους ασθενείς που έλαβαν 

υψηλή δόση LISINOPRIL σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση. 

Eίναι   γνωστό   ότι   το  Mετατρεπτικό  Eνζυμο   της  Aγγειοτασίνης   είναι   παρόν   στο 

ενδοθήλιο και η αυξημένη δράση αυτού του ενζύμου στους διαβητικούς ασθενείς, 

που έχει σαν αποτέλεσμα τον σχηματισμό αγγειοτασίνης II και την αποικοδόμηση 

βραδυκινίνης,   αυξάνει   την   βλάβη   που   προκαλείται   στο   ενδοθήλιο   από   την 

υπεργλυκαιμία.

Oι   αναστολείς   του  Mετατρεπτικού  Eνζύμου   της  Aγγειοτασίνης, 

συμπεριλαμβανομένης   της  LISINOPRIL,   αναστέλλουν   τον   σχηματισμό   της 

αγγειοτασίνης  II  και   την   αποικοδόμηση   της   βραδυκινίνης   και,   ως   εκ   τούτου, 

βελτιώνουν την δυσλειτουργία που προκαλείται στο ενδοθήλιο.

H δράση της LISINOPRIL στον ρυθμό απέκκρισης της λευκωματίνης από τα ούρα 

σε διαβητικούς ασθενείς, επιτυγχάνεται μέσω της μείωσης της αρτηριακής πίεσης 

και μέσω ενός άμεσου μηχανισμού δράσης στους νεφρικούς ιστούς.

H  θεραπεία   με  LISINOPRIL  δεν   σχετίζεται   με   αυξημένη   συχνότητα   εμφάνισης 

υπογλυκαιμικών   επεισοδίων   σε   διαβητικούς   ασθενείς   και   δεν   επηρεάζει   τον 

γλυκαιμικό έλεγχο, όπως έδειξε η έλλειψη στατιστικά σημαντικών επιδράσεων στα 

επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).

5.2  Φαρμακοκινητικές Iδιότητες

Mετά την χορήγηση  LISINOPRIL  από το στόμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον 

ορό επιτυγχάνονται μέσα σε περίπου 7 ώρες, παρ' όλο που υπήρξε μία τάση προς 

μικρή   καθυστέρηση   στον   χρόνο   που   απαιτείται   για   να   επιτευχθούν   οι   μέγιστες 

συγκεντρώσεις στον ορό, στους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Mετά 

από πολλαπλές δόσεις, η LISINOPRIL έχει χρόνο ημίσειας ζωής 12.6 ώρες.

Oι φθίνουσες  συγκεντώσεις στον ορό, παρουσιάζουν παρατεταμένη  τελική  φάση 

που δεν συμβάλλει στην συσσώρευση του φαρμάκου. Aυτή η τελική φάση πιθανώς 

αντιπροσωπεύει κορέσιμη σύνδεση με το MEA και δεν είναι ανάλογη της δόσης. H 

LISINOPRIL δεν φαίνεται να συνδέεται με άλλες πρωτεΐνες του ορού.

H ελαττωμένη νεφρική λειτουργία μειώνει την αποβολή της LISINOPRIL, η οποία 

απεκκρίνεται μέσω των νεφρών.  H  μείωση αυτή όμως, γίνεται κλινικά σημαντική 

μόνο όταν ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι μικρότερος από 30ml/min. 

Oι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα στο αίμα και μεγαλύτερες 

τιμές  για την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος/χρόνου, 

από ότι οι νεότεροι ασθενείς.

H LISINOPRIL μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.

Mε   βάση   την   ανάκτηση   από   τα   ούρα,   ο   μέσος   βαθμός   απορρόφησης   της 

LISINOPRIL είναι περίπου 25%, με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών (6-60%), 

σε όλες τις δόσεις που εξετάστηκαν (5-80mg).

H LISINOPRIL δεν μεταβολίζεται και το φάρμακο που απορροφήθηκε αποβάλλεται 

αναλλοίωτο   εξ'   ολοκλήρου   στα   ούρα.  H  απορρόφηση   της  LISINOPRIL  δεν 

επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στον γαστρεντερικό σωλήνα.

Mελέτες με αρουραίους δείχνουν ότι η LISINOPRIL διαπερνά σε μικρό βαθμό τον 

αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

5.3  Προκλινικά Στοιχεία για την Aσφάλεια

Mελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η  LISINOPRIL  περνά τον αιματοεγκεφαλικό 

φραγμό   σε   μικρό   βαθμό.  Xορήγηση   πολλαπλών   δόσεων  LISINOPRIL  σε 

αρουραίους, δεν οδηγεί σε συσσώρευση στους ιστούς. Σε θηλάζοντες αρουραίους, 

το γάλα εμφανίζει ραδιενέργεια μετά την χορήγηση  LISINOPRIL  επισημασμένης 

με 14 o C. Σε σπινθηρογράφημα ολοκλήρου του σώματος, ραδιενέργεια βρέθηκε στον 

πλακούντα   μετά   την   χορήγηση   ραδιοεπισημασμένου   φαρμάκου   σε   εγκύους 

αρουραίους, αλλά δεν βρέθηκε  καθόλου  στα έμβρυα.  Σε μελέτες  που έγιναν  σε 

εγκύους   αρουραίους,   ποντίκια   και   κουνέλια,   δεν   παρατηρήθηκαν   τερατογόνες 

επιδράσεις   με   την  LISINOPRIL.  Mετρούμενες   σε  mg/kg,   οι   δόσεις   που 

χρησιμοποιήθηκαν   ήταν   μέχρι   625   φορές   (στα   ποντίκια),   188   φορές   (στους 

αρουραίους) και 0,6 φορές (στα κουνέλια) η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση.

Φ    APMAKEYTIKA     Σ    TOIXEIA    

6.1  Kατάλογος Eκδόχων

6.2  Aσυμβατότητες

Kαμμία γνωστή.

6.3  Xρόνος Zωής 

6.4  Iδιαίτερες Προφυλάξεις κατά την Φύλαξη του Προϊόντος

6.5  Φύση και Συστατικά του Περιέκτη

6.6  Oδηγίες Xρήσης/Xειρισμού

Nα λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες που αναφέρονται στο λήμμα 4.2. .

7. KATOXO    Σ     TH    Σ     A    Δ    EIA    Σ     KYK    Λ    O    Φ    OPIA    Σ    

8. API    Θ    MO    Σ     A    Δ    EIA    Σ     KYK    Λ    O    Φ    OPIA    Σ    

9. HMEPOMHNIA       TH    Σ Π    P   Ω    TH    Σ     A    Δ    EIA    Σ     KYK    Λ    O    Φ    OPIA    Σ    

10. HMEPOMHNIA        TH    Σ   (    MEPIKH    Σ)      ANA    Θ    E    Ω    PH    Σ    H    Σ      TOY     

KEIMENOY

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ