PORUXIN

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PORUXIN 5MG/TAB F.C.TAB
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • G04CB01
  • Δοσολογία:
  • 5MG/TAB
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΕΠΙΚΑΛΥΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PORUXIN 5MG/TAB F.C.TAB
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

PORUXIN

(finasteride, MSD)

1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

PORUXIN

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 Δισκίο επικαλυμμένο με υμένιο περιέχει

            Finasteride 5mg

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο

4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτου (ΚΥΠ) σε 

ασθενείς με διογκωμένο προστάτη για τη μείωση του όγκου του προστάτου,τη βελτίωση της ροής 

των ούρων και των συμπτωμάτων της ΚΥΠ, τη μείωση της συχνότητας της οξείας επίσχεσης 

ούρων και της ανάγκης χειρουργικής επεμβάσεως για διουρηθρική εκτομή του προστάτου και 

προστατεκτομή .

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η συνιστώμενη δόση είναι 5mg την ημέρα, με ή χωρίς τροφή. Παρά το γεγονός ότι βελτίωση 

μπορεί να εμφανιστεί από νωρίς, τουλάχιστον 6 μήνες θεραπείας με PORUXIN είναι απαραίτητοι 

για να εκτιμηθεί αν έχει επιτευχθεί ωφέλιμη ανταπόκριση. Περιοδικές εκτιμήσεις της κλινικής 

απόκρισης, πρέπει να γίνονται προκειμένου να αξιολογηθεί εάν έχει επιτευχθεί κλινική 

ανταπόκριση.

Δοσολογία σε νεφρική ανεπάρκεια

Δεν απαιτείται κάποια δοσολογική αναπροσαρμογή σε ασθενείς με οποιοδήποτε βαθμό νεφρικής 

ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης τόσο χαμηλή όσο 9ml/min), καθώς από μελέτες 

φαρμακοκινητικής δεν παρουσιάστηκε κάποια αλλαγή στην διάθεση της φιναστερίδης.

Δοσολογία σε ηλικιωμένους

Δεν απαιτείται κάποια αναπροσαρμογή της δόσης, αν και μελέτες φαρμακοκινητικής δείχνουν ότι 

η απέκκριση της φιναστερίδης είναι ελάχιστα πιο μειωμένη σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών.

            Δοσολογία σε ηπατική ανεπάρκεια

            Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χορήγηση της φιναστερίδης σε ασθενείς με 

            ηπατική ανεπάρκεια.

4.3. Αντενδείξεις

Το PORUXIN δεν ενδείκνυται στις γυναίκες ή στα παιδιά.

Το PORUXIN αντενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:

Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου.

Εγκυμοσύνη. Η φιναστερίδη αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι ή μπορεί να μείνουν 

έγκυες (βλέπε 4.4. Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση. 

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, Εγκυμοσύνη και Έκθεση σε φιναστερίδη-κίνδυνος για άρρεν έμβρυο).

4.4. Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις κατά τη Χρήση

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Το PORUXIN δεν ενδείκνυται για χρήση στα παιδιά (βλέπε ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ παιδιατρική 

χρήση), ή γυναίκες ( βλέπε ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΦΙΝΑΣΤΕΡΙΔΗ-ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΑΡΡΕΝ ΕΜΒΡΥΟ 

και 4.6. Κύηση και Γαλουχία).

ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΦΙΝΑΣΤΕΡΙΔΗ-ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΑΡΡΕΝ ΕΜΒΡΥΟ

Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή μπορεί να μείνουν έγκυες δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με 

θρυμματισμένα ή σπασμένα δισκία PORUXIN εξαιτίας της πιθανότητας αποβολής λόγω της 

φιναστερίδης και τον επακόλουθο κίνδυνο για το άρρεν έμβρυο (βλέπε 4.6. Κύηση και Γαλουχία). 

Τα δισκία PORUXIN είναι επικαλυμμένα και αποτρέπουν την επαφή με δραστικό συστατικό όταν 

χρησιμοποιούνται κανονικά, με την προϋπόθεση ότι τα δισκία δεν έχουν σπάσει ή  θρυμματισθεί.

ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Το PORUXIN αντενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες που είναι ή που μπορεί να μείνουν έγκυες 

(βλ. 4.3. Αντενδείξεις)

Εξαιτίας της ικανότητας των αναστολέων της 5-α ρεδουκτάσης να εμποδίζουν τη μετατροπή της 

τεστοστερόνης σε DHT, αυτές οι δραστικές  ουσίες συμπεριλαμβανομένης της φιναστερίδης 

μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλίες στα εξωτερικά γεννητικά όργανα άρρενος εμβρύου, που φέρει 

γυναίκα που εγκυμονεί και λαμβάνει φιναστερίδη.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Γενικά

Οι ασθενείς που έχουν μεγάλο υπόλειμμα ούρων και/ή ισχυρά μειωμένη ροή ούρων θα πρέπει να 

ελέγχονται προσεκτικά για αποφρακτική ουροπάθεια.

Επίδραση στο     PSA     και έλεγχος για καρκίνο    

Δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα κάποιο κλινικό όφελος στους ασθενείς με καρκίνο του 

προστάτη που θεραπεύονται με PORUXIN. Ασθενείς με ΚΥΠ και αυξημένο PSA 

παρακολουθήθηκαν σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με επανειλεημμένες μετρήσεις PSA και 

βιοψίες του προστάτη. Σε αυτές τις μελέτες το PORUXIN δε φάνηκε να μεταβάλλει τη συχνότητα 

εμφάνισης καρκίνου του προστάτη. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη 

δεν ήταν σημαντικά διαφορετική στους ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με PORUXIN ή 

placebo.

Δακτυλική εξέταση δια του ορθού, καθώς και άλλες εξετάσεις για καρκίνο του προστάτη πρέπει 

να γίνονται στους ασθενείς με ΚΥΠ πριν την έναρξη θεραπείας με PORUXIN, καθώς και 

περιοδικά μετά την έναρξή της. Το PSA του πλάσματος χρησιμοποιείται σαν μι από τις ουσίες 

που ελέγχονται για την ανίχνευση καρκίνου του προστάτη.

Γενικά μια βασική τιμή για το PSA>10ng/ml (Hybritech) προϋποθέτει περαιτέρω έλεγχο και 

βιοψία. Για επίπεδα PSA μεταξύ 4 και 10ng/ml, περαιτέρω έλεγχος θεωρείται ενδεδειγμένος. 

Υπάρχει αξιοσημείωτη υπερκάλυψη μεταξύ των τιμών του PSA σε άνδρες με και χωρίς καρκίνο 

του προστάτη. Για το λόγο αυτό σε άνδρες με ΚΥΠ, τιμές του PSA εντός των φυσιολογικών 

ορίων αναφοράς δεν αποκλείει τον καρκίνο του προστάτη ανεξάρτητα από τη θεραπεία με 

PORUXIN. Μια τιμή του PSA<4ng/ml δεν αποκλείει την ύπαρξη καρκίνου του προστάτη.

Το PORUXIN μειώνει τα επίπεδα του PSA στο πλάσμα περίπου κατά 50% σε ασθενείς με ΚΥΠ 

ακόμα και κατά την παρουσία καρκίνου του προστάτη. Η μείωση αυτή των επιπέδων του PSA 

στον ορό, στους ασθενείς με ΚΥΠ που θεραπεύονται με PORUXIN πρέπει να λαμβάνεται 

υπ’όψιν όταν γίνεται εκτίμηση των δεδομένων για το PSA και δεν αποκλείει ταυτόχρονη ύπαρξη 

καρκίνου του προστάτη. Η μείωση αυτή είναι προβλέψιμη για όλο το φάσμα των τιμών PSA αν 

και μπορεί να ποικίλλει σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Ανάλυση των τιμών του PSA από 

περισσότερους από 3.000 ασθενείς σε μια διπλά-τυφλή ελεγχόμενη με placebo μελέτη διάρκειας 

τεσσάρων χρόνων του PORUXIN, όπου μελετήθηκε η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και 

ασφάλεια (PORUXIN Long-term Efficacy and Safety Study, PLESS) επιβεβαίωσε ότι στους 

συνήθεις ασθενείς που θεραπεύονται με PORUXIN για έξη μήνες ή περισσότερο, οι τιμές PSA θα 

πρέπει να διπλασιασθούν προκειμένου να συγκριθούν με τις φυσιολογικές τιμές σε άνδρες που 

δεν λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή. Η προσαρμογή αυτή διατηρεί την ευαισθησία και ειδικότητα 

του PSA και διατηρεί την ικανότητα του να ανιχνεύει τον καρκίνο του προστάτη. Οποιαδήποτε 

υφιστάμενη αύξηση των επιπέδων του PSA κατά τη διάρκεια της θεραπείας με PORUXIN πρέπει 

να ελέγχεται προσεκτικά, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης να μην υπάρχει συμμόρφωση 

στη θεραπεία με PORUXIN.

Φάρμακο/εργαστηριακός έλεγχος αλληλεπιδράσεων

Επίδραση στα επίπεδα     PSA    

Οι συγκεντρώσεις του PSA στον ορό συσχετίζονται με την ηλικία του ασθενή και τον όγκο του 

προστάτη, και ο όγκος του προστάτη συσχετίζεται με την ηλικία του ασθενή.

Κατά την εργαστηριακό έλεγχο των επιπέδων του PSA, πρέπει να ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι 

τα επίπεδα του PSA μειώνονται στους ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με PORUXIN. Στους 

περισσότερους ασθενείς, μια ταχεία μείωση του PSA παρατηρείται στους πρώτους μήνες 

θεραπείας και στη συνέχεια τα επίπεδα  του PSA σταθεροποιούνται σε μια νέα τιμή. Η νέα αυτή 

τιμή προσεγγίζει τη μισή της προ της θεραπείας τιμής.

Γι αυτό το λόγο στους συνήθεις ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με PORUXIN για έξη μήνες 

ή περισσότερο, οι τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιασθούν προκειμένου να συγκριθούν με τις 

φυσιολογικές τιμές σε άνδρες που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Για κλινική ερμηνεία βλέπε 

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ, Επίδραση στο PSA και έλεγχος για καρκίνο.

Παιδιατρική Χρήση

Το PORUXIN δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά. 

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πιστοποιηθεί αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα με κλινική σπουδαιότητα. Το 

PORUXIN δε φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το κυτόχρωμα Ρ450-το ένζυμικό σύστημα όπου 

συνδέονται τα φάρμακα κατά το μεταβολισμό τους. Συστατικά τα οποία έχουν μελετηθεί στον 

άνθρωπο έχουν συμπεριλάβει την προπρανολόλη, διγοξίνη, γλυβουρίδη, βαρφαρίνη, θεοφυλλίνη 

και αντιπυρίνη χωρίς να βρεθούν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων

Αντιπυρίνη: Η αντιπυρίνη χρησιμοποιείται ως πρότυπο, για τα φάρμακα που μεταβολίζονται από 

το ίδιο ισοενζυματικό κυτόχρωμα Ρ450. Σε 12 ασθενείς που έλαβαν PORUXIN 10mg/ημερησίως 

για 28 ημέρες, το PORUXIN δεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της αντιπυρίνης ή 

των μεταβολιτών αυτής.

Προπρανολόλη: Σε 19 υγιείς εθελοντές που έλαβαν PORUXIN 5mg/ημερησίως για 10 ημέρες, το 

PORUXIN δεν επηρέασε τη δραστικότητα των βήτα-αδρενεργικών αναστολέων ή τις 

συγκεντρώσεις του πλάσματος των εναντιομερών της προπρανολόλης μετά από χορήγηση μιας 

δόσης προπρανολόλης.

Διγοξίνη: Σε 17 υγιείς εθελοντές που έλαβαν PORUXIN 5mg/ημερησίως για 10 ημέρες, 

ταυτόχρονη χορήγηση πολλαπλών δόσεων PORUXIN και μιας δόσης διγοξίνης δεν είχε καμία 

επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα για τη διγοξίνη και για τους ανασολογικά ενεργούς 

μεταβολίτες της.

Θεοφυλλίνη: Σε 12 υγιείς ασθενείς εθελοντές που έλαβαν PORUXIN 5mg/ημερησίως για 8 

ημέρες, το PORUXIN αύξησε σημαντικά την κάθαρση της θεοφυλλίνης κατά 7% και μείωσε τη 

διάρκεια ημιζωής της κατά 10% μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της θεοφυλλίνης. Οι αλλαγές 

αυτές δεν ήταν κλινικά σημαντικές.

Βαρφαρίνη: Σε 12 ασθενείς χρόνια θεραπευόμενους με βαρφαρίνη, ο χρόνος προθρομβίνης και οι 

συγκεντρώσεις των εναντιομερών της βαρφαρίνης στο πλάσμα, δεν μεταβλήθηκαν μετά από 

θεραπεία με PORUXIN 5mg/ημερησίως για 14 ημέρες.

Άλλη ταυτόχρονη θεραπεία

Παρά το ότι συγκεκριμένες μελέτες αλληλεπίδρασης δεν έχουν γίνει, το PORUXIN 

χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα σε κλινικές μελέτες με α-αναστολείς, αναστολείς του 

μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (MEA), ακεταμινοφένη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, 

αναλγητικά, αντιεπιληπτικά,  

β- αναστολείς , διουρητικά, αναστολείς διαύλων ασβεστίου, καρδιακά νιτρώδη, αναστολείς της 

HMG-CoA ρεδουκτάσης, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα , βενζοδιαπεζίνες, Η

ανταγωνιστές και κινολόνες, χωρίς να εμφανιστούν κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες 

αλληλεπιδράσεις.

4.6. Κύηση και γαλουχία

Χρήση κατά την κύηση

(Βλέπε ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ)

Το PORUXIN δεν ενδείκνυται για χρήση από τις γυναίκες

Χορήγηση φιναστερίδης σε αρουραίους εγκύους, σε δόσεις που κυμαίνονται από 

100μg/Kg/ημερησίως έως 100mg/Kg/ημερησίως (1-1000 φορές η συνιστώμενη ανθρώπινη δόση) 

είχαν ως αποτέλεσμα δοσοεξαρτώμενη ανάπτυξη υποσπαδίας σε ποσοστό 3.6 έως 100% των 

αρσενικών απογόνων. Οι αρσενικοί απόγονοι των εγκύων αρουραίων γεννήθηκαν με μειωμένο 

βάρος του προστάτη και των σπερματικών κυστιδίων, καθυστέρηση στο διαχωρισμό της 

ακροπροσθίας και προσωρινή ανάπτυξη θηλής  μετά από χορήγηση φιναστερίδης 

30μg/Kg/ημερησίως ( ≥ 3/10 της συνιστώμενης ανθρώπινης δόσης). Η κρίσιμη περίοδος όπου οι 

επιδράσεις αυτές ασκούνται στους αρσενικούς αρουραίους βρέθηκε να είναι η 16-17η ημέρα της 

κύησης.

Οι μεταβολές που περιγράφονται είναι αναμενόμενες φαρμακολογικές επιδράσεις των φαρμάκων 

που ανήκουν στην κατηγορία των αναστολέων της 5-α ρεδουκτάσης και είναι παρόμοιες με αυτές 

που αναφέρονται σε αρσενικά βρέφη με γενετική έλλειψη της 5-α ρεδουκτάσης. Δεν 

παρατηρήθηκε καμία ανωμαλία στους θηλυκούς απογόνους που εκτέθηκαν ενδομητρίως σε 

οποιαδήποτε δόση φιναστερίδης.

Καμία εμφάνιση ανωμαλιών δεν παρατηρήθηκε στην πρώτη πατρική γενιά (F1) αρσενικών ή 

θηλυκών απογόνων που να προέρχονται από το ζευγάρωμα αρσενικών αρουραίων που 

θεραπεύτηκαν με φιναστερίδη (80mgkg/ημερησίως, 61 φορές την ανθρώπινη έκθεση) με θηλυκά 

που δεν είχαν θεραπευτεί. Χορήγηση 3mg/Kg/ημερησίως φιναστερίδης (30 φορές η συνιστώμενη 

ανθρώπινη δόση) κατά το τελευταίο διάστημα της εγκυμοσύνης και θηλασμού επιδρά με μια 

ελαφριά μειωμένη γονιμότητα στους άρρενες απογόνους της πρώτης Ιατρικής γενιάς F1. Καμμία 

ανωμαλία δεν παρατηρήθηκε στους θηλυκούς απογόνους. Κανένα περιστατικό διαμαρτίας περί τη 

διαπλάση δεν παρατηρήθηκε σε έμβρυα κουνελιών που εκτέθηκαν σε φιναστερίδη ενδομητρίως 

από την 6-18η ημέρα της εγκυμοσύνης και σε δόσεις έως 100mg/Kg/ημερησίως (1000 φορές από 

τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση). Πάντως επιδράσεις στα εξωτερικά ανδρικά γεννητικά όργανα 

δεν θα πρέπει να αναμένονται από τη στιγμή που τα κουνέλια δεν εκτέθηκαν σε φιναστερίδη κατά 

την κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξης των γεννητικών οργάνων.

Οι επιδράσεις από την έκθεση στη φιναστερίδη ενδομητρίως κατά τη διάρκεια της εμβρυικής 

ανάπτυξης αξιολογήθηκαν σε μικρούς πιθήκους (ημέρες κύησης 20-100) ένα είδος περισσότερο 

συγγενικό με τον άνθρωπο απ’ότι οι αρουραίοι και τα κουνέλια. Η ενδοφλέβια χορήγηση 

φιναστερίδης σε εγκύους πιθήκους σε δόσεις 800ng/ημερησίως (τουλάχιστον 60-120 φορές την 

υψηλότερη δόση έκθεσης σε φιναστερίδη από σπέρμα) δεν επέφερε ανωμαλίες στα άρρενα 

έμβρυα. Σε επιβεβαίωση της σχέσης του πιθήκου-μοντέλου  και της ανάπτυξης του ανθρώπινου 

εμβρύου, χορήγηση πολύ υψηλής δόσης φιναστερίδης από το στόμα (2mg/Kg/ημερησίως, 20 

φορές τη συνιστώμενη δόση σε ανθρώπους ή περίπου 1-2 εκατομμύρια φορές την υψηλότερη 

υπολογισμένη έκθεση σε φιναστερίδη από σπέρμα) σε έγκυους πιθήκους οδήγησε σε γενετικές 

ανωμαλίες των εξωτερικών γεννητικών οργάνων των άρρενων εμβρύων.

Δεν παρατηρήθηκαν άλλες ανωμαλίες σε άρρενα έμβρυα καθώς επίσης σε θήλεα έμβρυα 

σχετιζόμενες με τη φιναστερίδη σε καμμία δοσολογία.

Θηλάζουσες μητέρες

Το PORUXIN δεν ενδείκνυται για χρήση από τις γυναίκες. Δεν είναι γνωστό αν το PORUXIN 

απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

4.7. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το PORUXIN δεν επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης ή χρήσης μηχανημάτων.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Το PORUXIN είναι γενικά καλά ανεκτό. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιες και παροδικές.

Στη μελέτη PLESS, 1524 ασθενείς που ακολούθησαν θεραπεία με PORUXIN 5mg ημερησίως και 

1516 ασθενείς που ελάμβαναν placebo, αξιολογήθηκαν ως προς την ασφάλεια για χρονικό 

διάστημα μεγαλύτερο από 4 έτη. 4,9% (74 ασθενείς) σταμάτησαν τη θεραπεία λόγω 

ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέθηκαν με το PORUXIN σε σύγκριση με το 3.3% (50 ασθενείς) 

που ελάμβαναν placebo. 3.7% (57 ασθενείς) που ελάμβαναν θεραπεία με PORUXIN και 2.1% (32 

ασθενείς) που ελάμβαναν placebo σταμάτησαν τη θεραπεία σαν αποτέλεσμα ανεπιθύμητων 

ενεργειών σχετιζόμενων με τη σεξουαλική λειτουργία και οποίες ήταν οι πιο συχνά αναφερθείσες 

ανεπιθύμητες ενέργειες.

Οι μόνες κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν από τους ερευνητές δυνατόν, πιθανόν 

ή σίγουρα σχετιζόμενες με το φάρμακο, για τις οποίες η πιθανότητα εμφάνισης με το PORUXIN 

ήταν  ≥ 1% και μεγαλύτερη από το placebo σε όλη τη διάρκεια των 4 ετών της μελέτης, ήταν 

εκείνες που σχετίζονταν με τη σεξουαλική λειτουργία, ενοχλήσεις στο στήθος και ερύθημα. Κατά 

τον πρώτο χρόνο της μελέτης, ανικανότητα αναφέρθηκε στο 8,1% των ασθενών που ελάμβαναν 

PORUXIN σε σύγκριση με το 3,7% των ασθενών που ελάμβαναν placebo, μειωμένη libido 

αναφέρθηκε στο 6,4% σε σύγκριση με το 3,4% και διαταραχές στην εκσπερμάτιση σε 0.8% σε 

σύγκριση με 0,1% αντιστοίχως. Κατά τα έτη 2-4 της μελέτης δεν υπήρχε σημαντική διαφορά 

μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας ως προς τα ποσοστά εμφάνισης αυτών των τριών 

ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα συνολικά ποσοστά στα έτη 2-4 ήταν: ανικανότητα (5,1% για το 

PORUXIN, 5,1% για το placebo), μειωμένη libido (2,6%, 2,6%) και διαταραχή στην 

εκσπερμάτιση  (0,2%, 0,1%). Τον πρώτο χρόνο, μειωμένος όγκος εκσπερμάτισης αναφέρθηκε σε 

ποσοστά 3,7% και 0,8% των ασθενών σε PORUXIN και placebo αντιστοίχως, στα έτη 2-4 το 

συνολικό ποσοστό ήταν 1,5% για το PORUXIN και 0,5% για το placebo. Τον πρώτο χρόνο 

αύξηση  μαστών (0,5%, 0,1%), ευαισθησία στους μαστούς (0,4%, 0,1%) και εξάνθημα (0,5%, 

0,2%) επίσης αναφέρθηκαν. Τα έτη 2-4 τα συνολικά ποσοστά ήταν, αύξηση  μαστών (1,8%, 

1,1%) ευαισθησία στους μαστούς (0,7%, 0,3%) και εξάνθημα (0,5%, 0,2%).

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ελεγχόμενες με placebo μελέτες Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 1 

έτους και στις επεκτάσεις αυτών διάρκειας 5 ετών που συμπεριελάμβαναν 853 ασθενείς που 

θεραπεύτηκαν για 5-6 έτη, ήταν παρόμοιο με αυτό που αναφέρθηκε στα έτη 2-4 στη μελέτη 

PLESS.

Δεν υπάρχουν στοιχεία αύξησης της συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών με την 

αυξανόμενη διάρκεια θεραπείας με PORUXIN. Η συχνότητα εμφάνισης νέων σεξουαλικών 

ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το φάρμακο, μειώνονται με τη συνέχιση της 

θεραπείας.

Οι κάτωθι επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου:

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας  περιλαμβανομένου του  οιδήματος  χειλέων

Εργαστηριακά ευρήματα

Όταν αξιολογούνται εργαστηριακά αποτελέσματα του PSA, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στο 

γεγονός ότι τα επίπεδα PSA μειώνονται στους ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με PORUXIN 

(βλ. 4.4. Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Ιδιαίτερες Προφυλάξεις , ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ).

Καμμία άλλη διαφορά στις συνήθεις εργαστηριακές παραμέτρους δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των 

ασθενών που θεραπεύονται με placebo ή PORUXIN. 

4.9. Υπερδοσολογία

Ασθενείς έλαβαν μία δόση PORUXIN έως και 400mg και πολλαπλές δόσεις PORUXIN έως και 

80mg/ημερησίως για τρεις μήνες, χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες. Καμμία συγκεκριμένη αγωγή δεν 

συστήνεται σε τυχόν υπερδοσολογία με PORUXIN.

Σημαντική θνησιμότητα παρατηρήθηκε σε αρσενικά και θηλυκά ποντίκια σε χορήγησης  μιας από 

του στόματος δόσης έως 1500mg/m 2  (500mg/Kg) και σε θηλυκούς και αρσενικούς αρουραίους σε 

μια από του στόματος δόση έως 2360 mg/m 2  (400mg/Kg), 5900 mg/m 2  (1000mg/Kg) αντίστοιχα.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

ΚΛΙΝΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Η καλοήθης Υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ) παρουσιάζεται στην πλειονότητα των ανδρών άνω 

των 50 ετών και η συχνότητα της νόσου αυξάνει με την ηλικία. Από επιδημιολογικές μελέτες 

προκύπτει ότι η αύξηση του μεγέθους του προστατικού αδένα συνδέεται με 3 φορές μεγαλύτερο 

κίνδυνο για οξεία επίσχεση ούρων και εγχείρηση του προστάτη. Οι άνδρες με μεγάλο μέγεθος 

προστάτη είναι επίσης 3 φορές πιο πιθανό να έχουν μετρίου έως σοβαρού βαθμού ουρολογικά 

συμπτώματα ή μείωση στη ροή των ούρων σε σύγκριση με τους άνδρες με μικρότερο προστάτη.

Η ανάπτυξη και η αύξηση του μεγέθους του προστατικού αδένα καθώς και η επακόλουθη ΚΥΠ 

εξαρτάται από το ισχυρό ανδρογόνο 5-α διυδροτεστοστερόνη (DHT). Η τεστοστερόνη που 

εκκρίνεται από τους όρχεις και τα επινεφρίδια, μετατρέπεται γρήγορα σε DHT από το ένζυμο 5α-

ρεδουκτάση πρωταρχικά στον προστατικό αδένα, το ήπαρ και το δέρμα όπου στη συνέχεια 

δεσμεύεται εκλεκτικά στον πυρήνα των κυττάρων αυτών των ιστών.

Η φιναστερίδη είναι ένας συναγωνιστικός και εξειδικευμένος αναστολέας της 5α-ρεδουκτάσης, με 

την οποία σχηματίζει προοδευτικά ένα σταθερό ενζυμικό σύμπλοκο, του οποίου η διάσπαση είναι 

εξαιρετικά αργή (t1/2-30 ημέρες). In vivo και In vitro η φιναστερίδη έχει δείξει ότι είναι ένας 

ειδικός αναστολέας  τύπου ΙΙ της 5α-ρεδουκτάσης και δεν έχει συγγένεια με τους υποδοχείς των 

ανδρογόνων.

Μια από του στόματος δόση φιναστερίδης 5mg, προκαλεί γρήγορη μείωση στη συγκέντρωση της 

DHT στο πλάσμα με το μέγιστο αποτέλεσμα να εμφανίζεται 8 ώρες μετά την πρώτη δόση. Καθώς 

τα επίπεδα της φιναστερίδης ποικίλουν  καθ’όλο το 24ωρο, τα επίπεδα της DHT παραμένουν 

σταθερά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεικνύοντας ότι οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου 

στο πλάσμα δεν σχετίζονται άμεσα με τις συγκεντρώσεις της DΗT στο πλάσμα.

Σε ασθενείς με ΚΥΠ, η φιναστερίδη όταν δόθηκε για 4 χρόνια σε δόση 5mg/ημέρα έδειξε ότι 

μειώνει τις συγκεντρώσεις της DHT στην κυκλοφορία περίπου κατά 70% και επίσης συνδέθηκε 

με μια μέση μείωση στον όγκο του προστάτη περίπου κατά 20%. Επιπλέον το PSA μειώθηκε 

περίπου κατά 50% από τις αρχικές τιμές, δείχνοντας έτσι μια μείωση στην αύξηση των 

προστατικών επιθηλιακών κυττάρων. Η καταστολή της DHT και η υποστροφή στην υπερπλασία 

του προστάτη μαζί με τη συνοδό μείωση στα επίπεδα του PSA διατηρήθηκαν σε μελέτες 

διάρκειας έως 4 χρόνων. Σε αυτές τις μελέτες τα επίπεδα της τεστοστερόνης στην κυκλοφορία 

αυξήθηκαν περίπου κατά 10-20%, ωστόσο παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων.

Όταν το PORUXIN δόθηκε για 7-10 ημέρες σε ασθενείς που επρόκειτο να υποβληθούν σε 

προστατεκτομή, το φάρμακο προκάλεσε μείωση της ενδοπροστατικής DHT περίπου κατά 80%. Η 

ενδοπροστατική συγκέντρωση της τεστοστερόνης αυξήθηκε έως 10 φορές πάνω από τα προ-

θεραπείας επίπεδα.

Σε υγιείς άνδρες εθελοντές που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με PORUXIN για 14 ημέρες, διακοπή 

της θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα την επαναφορά των επιπέδων της DHT στο πλάσμα στα προ-

θεραπείας επίπεδα μέσα σε 2 εβδομάδες. Σε ασθενείς που έλαβαν PORUXIN για τρεις μήνες, 

διακοπή της θεραπείας  είχε ως αποτέλεσμα την επαναφορά του όγκου του προστάτη στα προ της 

θεραπείας επίπεδα μετά από περίπου τρεις μήνες.

Η φιναστερίδη δεν είχε κάποια επίδραση συγκρινόμενη  με το placebo στα επίπεδα της 

κυκλοφορούσας κορτιζόλης, οιστραδιόλης, προλακτίνης, θυροειδοτρόπου ορμόνης ή θυροξίνης. 

Επίσης δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στο λιπιδικό προφίλ του πλάσματος (π.χ. 

ολική χοληστερόλη, χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνες, υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνες και 

τρυγλικερίδια) ή στη μέση οστική πυκνότητα. Παρατηρήθηκε αύξηση περίπου 15% στη 

λουτεϊνοτρόπο ορμόνη (LH) και 9% στην πολυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH) σε ασθενείς που έλαβαν 

θεραπεία για 12 μήνες, ωστόσο αυτά τα επίπεδα παρέμειναν  εντός των φυσιολογικών ορίων. Η 

απόκριση της LH και FSH στην ορμόνη έκλυσης γοναδοτροπινών(GnRH) δεν επηρεάστηκε, 

γεγονός που δείχνει ότι ο έλεγχος που γίνεται από τον άξονα υπόφυση-όρχεις δεν επηρεάζεται.

Θεραπεία με PORUXIN για 24 εβδομάδες για την εκτίμηση των παραμέτρων του σπέρματος, σε 

υγιείς άρρενες εθελοντές, δεν αποκάλυψε επίδραση στον ολικό όγκο εκσπερμάτισης, στην 

κινητικότητα του σπέρματος, τη μορφολογία του ή το PH. Παρατηρήθηκε μια μέση μείωση κατά 

0,6ml στον όγκο εκσπερμάτισης με ταυτόχρονη μείωση στο συνολικό σπέρμα ανά εκσπερμάτιση. 

Οι παράμετροι αυτοί παρέμειναν εντός φυσιολογικών ορίων και ήταν αναστρέψιμοι με τη 

διακοπή του φαρμάκου.

Η φιναστερίδη εμφανίστηκε να αναστέλει το μεταβολισμό του C19 όσο και του C21 στεροειδών 

και έκτοτε εμφανίστηκε να έχει ανασταλτική επίδραση τόσο στην ηπατική όσο και στην 

περιφερική δραστηριότητα της 5α-ρεδουκτάσης τύπου ΙΙ. Οι μεταβολίτες της DHT στον ορό, 

γλυκουρονίδιο, ανδροστενεδιόλη και γλυκουρονίδιο της ανδροστερόνης επίσης μειώθηκαν. 

Αυτό το μεταβολικό μοντέλο είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άτομα με γενετική 

ανωμαλία στην Τύπου ΙΙ 5α-ρεδουκτάση ,τα οποία  είχαν αξιοσημείωτα μειωμένα επίπεδα της 

DHT και μικρού όγκου προστάτες  και δεν εμφάνιζαν ΚΥΠ.Τα άτομα αυτά είχαν ουρογεννητικές 

ανωμαλίες κατά τη γέννηση και βιοχημικές ανωμαλίες ,αλλά δεν είχαν  κάποιες άλλες κλινικά 

σημαντικές  διαταραχές ,ως συνέπεια  της έλλειψης 5α-ρεδουκτάσης τύπου ΙΙ.

Κλινικές Μελέτες

Τα στοιχεία από τις μελέτες που περιγράφονται ακολούθως, δείχνουν μειωμένο κίνδυνο για οξεία 

επίσχεση ούρων και εγχειρητική βελτίωση των συμπτωμάτων που συνδέονται με την ΚΥΠ, 

αύξηση της μέγιστης ροής ούρησης και μείωση στον όγκο του προστάτη, τα οποία υποδεικνύουν 

ότι το PORUXIN μεταστρέφει την εξέλιξη της ΚΥΠ στους άνδρες με διογκωμένο προστάτη.

Το PORUXIN 5mg/ημέρα αρχικά αξιολογήθηκε σε ασθενείς με συμπτώματα ΚΥΠ και 

εξακριβωμένο διογκωμένο προστάτη με δακτυλική εξέταση, σε δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες 

με placebo, διπλές-τυφλές μελέτες, διάρκειας 1 χρόνου και στην ανοιχτή επέκτασή τους διάρκειας 

5 χρόνων. Από τους 536 ασθενείς που αρχικά τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη PORUXIN 5mg/ημέρα, 

οι 234 ολοκλήρωσαν την επιπλέον περίοδο θεραπείας των 5 χρόνων και μπόρεσαν να 

αξιολογηθούν. Οι παράμετροι αποτελεσματικότητας ήταν η βαθμολογία των συμπτωμάτων, η 

μέγιστη ροή ούρων και ο όγκος του προστάτη.

Το PORUXIN αξιολογήθηκε περαιτέρω στην Μεγάλης Διάρκειας Μελέτη Αποτελεσματικότητας 

και Ασφάλειας του PORUXIN (PORUXIN Long-term Efficacy and Safety Study, PLESS) μια 

διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με plecebo, πολυκεντρική μελέτη διάρκειας 4 χρόνων. 

Στη μελέτη αυτή εκτιμήθηκε η επίδραση της θεραπείας με PORUXIN 5mg/ημέρα στα 

συμπτώματα της ΚΥΠ και στα ουρολογικά γεγονότα που συνδέονται με την ΚΥΠ [εγχειρητική 

παρέμβαση (π.χ. διουρηθρική εκτομή του προστάτη και προστατεκτομή) ή οξεία επίσχεση ούρων 

που χρειάζεται καθετηριασμό]. 3400 ασθενείς ηλικίας από 45 έως 78 ετών με μέτρια έως σοβαρά 

συμπτώματα ΚΥΠ και διογκωμένο προστάτη εξακριβωμένο με δακτυλική εξέταση 

τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη (1524 στη φιναστερίδη και1516 στο placebo) και 3016 ασθενείς 

αξιολογήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα.1883 ασθενείς ολοκλήρωσαν την 4 ετών μελέτη 

(1000 στην ομάδα της φιναστερίδης και 883 στην ομάδα του placebo). Επίσης αξιολογήθηκαν ο 

μέγιστος ρυθμός ροής ούρων και ο όγκος του προστάτη.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΞΕΙΑ ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΟΥΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ 

ΕΠΕΜΒΑΣΗ

Στην  4  ετών  μελέτη  PLESS, χειρουργικές επεμβάσεις και οξεία επίσχεση ούρων με ανάγκη για 

καθετηριασμό συνέβησαν στο 13,3% των ασθενών που ελάμβαναν PORUXIN, γεγονός που 

δείχνει 51% μείωση στον κίνδυνο για χειρουργική επέμβαση ή οξεία επίσχεση ούρων σε διάστημα 

4 ετών. Το PORUXIN μείωσε τον κίνδυνο για χειρουργικές επεμβάσεις κατά 55% (10,1% για το 

placebo σε σύγκριση με 4,6% για το PORUXIN) και μείωσε τον κίνδυνο για οξεία επίσχεση 

ούρων κατά 57% (6,7% για το placebo σε σύγκριση με 2,8% για το PORUXIN). Η μείωση του 

κινδύνου ήταν εμφανής μεταξύ των ομάδων θεραπείας στην πρώτη αξιολόγηση (4 μήνες) και 

διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 4 ετών της μελέτης (Βλ.Διαγράμματα 1 και2). Ο πίνακας 

που ακολουθεί δείχνει τους ρυθμούς εμφάνισης και τη μείωση στον κίνδυνο των ουρολογικών 

συμβάντων κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Διάγραμμα 1

Ποσοστό ασθενών στους οποίους έγινε χειρουργική επέμβαση για ΚΥΠ, Συμπεριλαμβανομένης 

της TURP

                                                          

                                                            Διάγραμμα 2

Ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν οξεία επίσχεση ούρων (Αυθόρμητη και Επιτακτική)

Πίνακας 1

ΡΥΘΜΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 

PORUXIN ΣΕ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 4 ΧΡΟΝΩΝ

Ουρολογικά Συμβάντα Ποσοστό Ασθενών

Placebo

(n=1503) Finasteride

5mg

(n=1513) Μείωση

κινδύνου

Εγχείρηση ή Οξεία Επίσχεση Ούρων 13.3% 6,6% 51%*

Εγχείρηση + 

TURP 10,1%

8,3% 4,6%

4.2% 55%*

49%*

Οξεία Επίσχεση Ούρων 6,7% 2,8% 57%*

+Εγχείρηση σχετιζόμενη με την ΚΥΠ

< 0,001

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ

Στις δύο μελέτες Φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 1 έτους , η μέση ολική βαθμολογία των συμπτωμάτων 

μειώθηκε από την αρχική νωρίς από την  δεύτερη εβδομάδα. Σε σύγκριση με το placebo 

παρατηρήθηκε  στις μελέτες αυτές, μια σημαντική βελτίωση στα συμπτώματα στον 7ο και 10ο 

μήνα. Αν και σε μερικούς ασθενείς φάνηκε νωρίς μια βελτίωση στα ουρολογικά συμπτώματα, μια 

μελέτη θεραπείας τουλάχιστον 6 μηνών ήταν γενικά απαραίτητη προκειμένου να εκτιμηθεί εάν 

έχει επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα ως προς την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η 

βελτίωση στα συμπτώματα της ΚΥΠ διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια  του πρώτου έτους και σε 

όλη τη διάρκεια των επιπλέον 5 ετών  της επέκτασης των μελετών.

Οι ασθενείς στη μελέτη PLESS των 4 ετών είχαν μετρίου έως σοβαρού βαθμού συμπτώματα κατά 

την έναρξη (μέση βαθμολογία περίπου 15 βαθμοί  σε βαθμολογική κλίμακα από 0-34 βαθμούς). 

Στους ασθενείς που παρέμειναν σε θεραπεία για όλη τη διάρκεια των 4 ετών της μελέτης, το 

PORUXIN βελτίωσε τη βαθμολογία των συμπτωμάτων κατά 3,3 βαθμούς σε σύγκριση με τους 

1,3 βαθμούς στην ομάδα του placebo (p<0,001).

Βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων ήταν εμφανής κατά τον πρώτο χρόνο στους 

ασθενείς που θεραπεύονται με PORUXIN και αυτή η βελτίωση συνεχίστηκε μέχρι το τέταρτο 

έτος. Βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων υπήρξε τον πρώτο χρόνο και στους ασθενείς 

που ελάμβαναν placebo αλλά τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν μετέπειτα. Οι ασθενείς με μετρίου 

έως σοβαρού βαθμού συμπτώματα πριν την έναρξη της θεραπείας φαίνεται να έχουν την 

καλύτερη βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΡΟΗΣ ΟΥΡΩΝ

Στις δύο μελέτες Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 1 έτους, η μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων στη δεύτερη 

εβδομάδα ήταν σημαντικά αυξημένη σε σύγκριση με την αρχική. Σε σύγκριση με το placebo μια 

σημαντική αύξηση στη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων παρατηρήθηκε σε αυτές τις μελέτες στον 4ο 

και 7ο μήνα. Το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε στη διάρκεια του πρώτου χρόνου και σε όλη τη 

διάρκεια των επιπλέων 5 χρόνων της επέκτασης αυτών των μελετών.

Στη μελέτη PLESS διάρκειας 4 χρόνων, υπήρξε ξεκάθαρος διαχωρισμός τον 4ο μήνα μεταξύ των 

θεραπευτικών ομάδων όσον αφορά τη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων προς όφελος του PORUXIN 

γεγονός που διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η μέση τιμή της μέγιστης ταχύτητας 

ροής ούρων πριν την έναρξη της μελέτης ήταν περίπου 11mL/sec και στις δύο ομάδες θεραπείας. 

Στους ασθενείς  που παρέμειναν σε θεραπεία  σε όλη τη διάρκεια της μελέτης και είχαν στοιχεία 

για τη ροή των ούρων προς αξιολόγηση, το PORUXIN αύξησε τη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων 

κατά 1,9mL/sec σε σύγκριση με 0,2mL/sec στην ομάδα του placebo.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

Στις δυο μελέτες Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 1 έτους, ο μέσος όγκος του προστάτη πριν την έναρξη της 

μελέτης κυμαινόταν μεταξύ 40-50cc. Και στις δύο μελέτες ο όγκος του προστάτη μειώθηκε 

σημαντικά συγκρινόμενος τόσο με τις αρχικές τιμές όσο και με το placebo κατά την πρώτη 

εκτίμηση (3ος μήνας της μελέτης). Αυτό το αποτέλεσμα διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του 

πρώτου έτους και κατά τη διάρκεια των επιπλέον 5 χρόνων της επέκτασης των μελετών.

Στη μελέτη PLESS διάρκειας 4 χρόνων, γινόταν εκτίμηση του όγκου του προστάτη ετησίως με 

μαγνητικό τομογράφο σε μία υποομάδα ασθενών (n=284). Στους ασθενείς που θεραπεύονται με 

PORUXIN ο όγκος του προστάτη μειώθηκε συγκρινόμενος τόσο με τις αρχικές τιμές όσο και με 

το placebo σε όλη τη διάρκεια των 4 χρόνων της μελέτης. Από τους ασθενείς της υποομάδας της 

μαγνητικής τομογραφίας οι οποίοι παρέμειναν σε θεραπεία σε όλη τη διάρκεια της μελέτης, το 

PORUXIN μείωσε τον όγκο του προστάτη κατά 17,9% (από 55,9cc αρχικά σε 45,8cc στο τέλος 

των 4 χρόνων) σε σύγκριση με μια αύξηση κατά 14,1% (από 51,3cc σε 58,5cc) στην ομάδα του 

placebo (p<0,001).

Ο ΟΓΚΟΣ¦ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ 

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ

Μια μετα-ανάλυση όπου συνδυάσθηκαν δεδομένα 1 έτους από επτά διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες 

με placebo μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού, όπου συμπεριελήφθησαν 4491 ασθενείς με 

συμπτωματική ΚΥΠ, έδειξαν ότι στους ασθενείς που θεραπεύονται με PORUXIN, ο βαθμός 

βελτίωσης των συμπτωμάτων και της μέγιστης ταχύτητας ροής ούρων ήταν μεγαλύτερος σε 

ασθενείς με διογκωμένο προστάτη (περίπου 40cc και μεγαλύτερος) πριν την έναρξη της 

θεραπείας.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ

Οι ουροδυναμικές επιδράσεις της φιναστερίδης στη θεραπεία της απόφραξης της ουροδόχου 

κύστης λόγω ΚΥΠ, εκτιμήθηκαν με επεμβατικές τεχνικές σε μια 24-εβδομάδων, διπλά-τυφλή, 

ελεγχόμενη με placebo μελέτη 36 ασθενών με μετρίου ή σοβαρού βαθμού συμπτώματα 

απόφραξης ούρων και με μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων μικρότερη από 15ml/sec. Σημαντική 

βελτίωση της απόφραξης όπως αυτή εκφράστηκε από τη σημαντική βελτίωση της πίεσης του 

εξωστήρα μυ και την αύξηση της μέσης ταχύτητας ροής ούρων, παρατηρήθηκε συγκριτικά με το 

placebo, σε ασθενείς που έλαβαν 5mg PORUXIN.

Η επίδραση της φιναστερίδης στον όγκο της περιφερικής και περιουριθρικής ζώνης του προστάτη 

εκτιμήθηκε με μαγνητικό τομογράφο σε 20 άνδρες με ΚΥΠ, σε μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με 

placebo μελέτη, διάρκειας ενός έτους. Οι ασθενείς που ελάμβαναν PORUXIN, σε αντίθεση με 

αυτούς που ελάμβαναν placebo, παρουσίασαν σημαντική μείωση [11,5 3,2cc(SE)] του συνολικού 

όγκου του αδένα. Η μείωση αυτή κατά μεγάλο μέρος οφειλόταν στη μείωση (6,2 3cc) στον όγκο 

της περιουρηθρικής ζώνης.

Εφόσον η περιουρηθρική ζώνη είναι υπεύθυνη για την απόφραξη στη ροή των ούρων, στη μείωση 

αυτή μπορεί να οφείλεται η πλεονεκτική κλινική ανταπόκριση που παρατηρείται σε αυτούς τους 

ασθενείς.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από του στόματος χορήγηση ραδιοεπισημασμένης με  14 C φιναστερίδης στον άνθρωπο, ένα 

ποσοστό 39% κατά μέσο όρο (διακύμανση 32-46%) της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα με μορφή 

μεταβολιτών, 57% (διακύμανση 51-64%) απεκκρίθηκε από τα κόπρανα.

Σε αυτή τη μελέτη, ανιχνεύθηκαν δύο μεταβολίτες της φιναστερίδης οι οποίοι ευθύνονται για 

μικρό μόνο μέρος της ανασταλτικής δράσης της φιναστερίδης στην 5α-ρεδουκτάση.

Σε σχέση με μια ενδοφλέβια χορήγηση δόσης αναφοράς η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 

της φιναστερίδης είναι περίπου 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η 

μέγιστη συγκέντρωση της φιναστερίδης στο πλάσμα επιτεύχθηκε 2 ώρες μετά τη χορήγηση μίας 

δόσης και η απορρόφηση ήταν πλήρης  μετά από 6 έως 8  ώρες. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής 

στο πλάσμα είναι 6 ώρες. Η σύνδεση με τις πρωτεϊνες είναι 93%. Η κάθαρση στο πλάσμα και ο 

όγκος κατανομής της φιναστερίδης ήταν περίπου 165mL/min και 76 λίτρα αντιστοίχως.

Μια μελέτη πολλαπλών δόσεων έδειξε μια αργή συσσώρευση μικρών ποσών της φιναστερίδης με 

την πάροδο του χρόνου. Μετά από ημερήσια δοσολογία 5mg/ημέρα στο σταθερό σημείο της 

καμπύλης οι συγκεντρώσεις της φιναστερίδης στο πλάσμα υπολογίστηκαν ότι είναι 8-10ng/mL 

και παρέμειναν σταθερές με την πάροδο του χρόνου.

Ο ρυθμός απέκκρισης της φιναστερίδης μειώνεται σε κάποιο βαθμό στους ηλικιωμένους. Η μέση 

ημιπερίοδος ζωής της φιναστερίδης επιμηκύνθηκε από 6 ώρες που είναι στους άνδρες ηλικίας 

18-60 ετών σε 8 ώρες στους άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών.

Το εύρημα αυτό δεν έχει κάποια κλινική σημασία και ως εκ τούτου δεν απαιτείται κάποια μείωση 

της δοσολογίας.

Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική βλάβη, με κάθαρση της κρεατινίνης που κυμαίνεται από 9 έως 

55ml/min, η κατανομή της φιναστερίδης μετά από χορήγηση μιας δόσης  14 C-φιναστερίδης, ήταν 

παρόμοια με αυτή των υγιών εθελοντών. Η σύνδεση με τις πρωτεϊνες επίσης δεν  διέφερε σε 

ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ένα μέρος των μεταβολιτών το οποίο φυσιολογικά 

απεκκρίνεται από τα νεφρά τώρα απεκκρινόταν με τα κόπρανα.

Επομένως η περιττωματική απέκκριση αυξάνεται αναλογικά με τη μείωση στην ουρική 

απέκκριση και δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική 

ανεπάρκεια που δεν υφίστανται διύλιση.

Η φιναστερίδη έχει εντοπισθεί στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ασθενών που ελάμβαναν φιναστερίδη 

για διάστημα 7-10 ημέρων ,αλλά το φάρμακο δεν φαίνεται να συγκεντρώνεται επιλεκτικά στο 

εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η φιναστερίδη επίσης εντοπίσθηκε στο σπερματικό υγρό ατόμων που 

ελάμβαναν PORUXIN 5mg/ημέρα. Το ποσό της φιναστερίδης στο σπερματικό υγρό ήταν 50 έως 

100 φορές μικρότερο από τη δόση της φιναστερίδης (5μg) η οποία δεν είχε καμία επίδραση στα 

κυκλοφορούντα επίπεδα της DHT ενήλικων ανδρών (βλ.επίσης 5.3 Προκλινικά στοιχεία 

ασφάλειας).

5.3. Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια

Καρκινογένεση, μεταλλαξιογόνος δράση, επίδραση στη γονιμότητα. 

Δεν παρατηρήθηκε  ογκογόνος δράση σε μια 24-μηνη μελέτη σε αρουραίους, που έλαβαν δόσεις 

φιναστερίδης έως 160mg ημερησίως τα αρσενικά και 320mg ημερησίως τα θηλυκά. Οι δόσεις 

αυτές προκάλεσαν συστηματική έκθεση στους αρουραίους 111 και 274 φορές από αυτές που 

παρατηρήθηκαν σε άνδρες που έλαβαν τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση των 5mg ημερησίως. 

Όλες οι μετρήσεις έκθεσης βασίστηκαν στον υπολογισμό του AUC (0-24h) για τα ζώα και μέση 

τιμή AUC (0-24h) για τον άνθρωπο (0,4mg.hr/ml).

Σε 19μηνη μελέτη καρκινογένεσης, σε CD-1 ποντίκια, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική 

αύξηση (p ≤ 0,05) στην εμφάνιση αδενώματος στα κύτταρα του Leyding, με μια δόση 

250mg/Kg/ημερησίως (228 φορές της ανθρώπινης έκθεσης). Στα ποντίκια, με μια δόση 25mg/Kg/ 

ημερησίως (23 φορές την ανθρώπινη έκθεση) και στους αρουραίους με μια δόση 

40mg/Kg/ημερησίως  (39 φορές την ανθρώπινη έκθεση) παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας 

υπερπλασίας των κυττάρων του Leyding. Έχει αποδειχθεί θετική συσχέτιση μεταξύ των 

υπερπλαστικών αλλοιώσεων των κυττάρων του Leyding και της αύξησης στο πλάσμα των 

επιπέδων της LH (2-3 φορές πάνω από τον έλεγχο) και στα δύο είδη τρωκτικών που 

θεραπεύτηκαν με υψηλές δόσεις φιναστερίδης. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στα κύτταρα του 

Leyding που να σχετίζονται με το φάρμακο ούτε στους αρουραίους ούτε στους σκύλους που 

θεραπεύτηκαν με φιναστερίδη για ένα χρόνο, με δόσεις 20mg/Kg/ημέρα και 45mg/Kg/ημέρα (30 

και 350 φορές αντίστοιχα την ανθρώπινη έκθεση) ή σε ποντίκια που θεραπεύτηκαν για 19 μήνες 

με δόση 25mg/Kg/ημέρα (2-3 φορές την ανθρώπινη έκθεση). Δεν παρατηρήθηκε 

μεταλλαξιογόνος δράση σε μια βακτηριακή in vitro δοκιμή για διαπίστωση μεταλλαξιογόνου 

δράσης ,σε μια δοκιμασία με κύτταρα  θηλαστικών για διαπίστωση μεταλλαξιογόνου δράσης ή σε 

μια in vitro αλκαλική δοκιμασία μεταλλαξιογόνου δράσης σε μια δοκιμασία αποχωρισμού με 

έκπλυση.

Σε μια in vitro δοκιμή χρωμοσωμικής απόκλισης όπου κύτταρα ωοθηκών από σινικά  χάμστερς 

εκτέθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις 450-550ml/μmol/φιναστερίδης, υπήρξε μια ελαφρά αύξηση 

των χρωμοσωμικών αποκλίσεων. Οι συγκεντρώσεις αυτές αντιστοιχούν σε 4.000-5.000 φορές τα 

μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα στον άνθρωπο όταν του δοθεί ολική δόση 5mg.

Ακόμα οι συγκεντρώσεις (450-550μmol) που χρησιμοποιούνται σε in vitro μελέτες δεν 

επιτυγχάνονται σε ένα βιολογικό σύστημα. Σε μια in vitro  μελέτη χρωμοσωμικής απόκλισης σε 

ποντικούς, δεν παρατηρήθηκε καμία  αύξηση στη χρωμοσωμική απόκλιση που να σχετίζεται με 

το φάρμακο, με τη φιναστερίδη στη μέγιστη ανεκτή δόση των 250mg/Kgr/ημέρα (228 φορές τη 

συνιστώμενη ανθρώπινη δόση, όπως καθορίζεται στις μελέτες καρκινογένεσης).

Μελέτες αναπαραγωγής

Σε σεξουαλικά ώριμα αρσενικά κουνέλια, που έλαβαν φιναστερίδη 80mg/Kg/ημέρα (543 φορές 

την ανθρώπινη έκθεση) για 12 εβδομάδες καμία επίδραση στη γονιμότητά τους, στην ποσότητα 

του σπέρματος ή στον όγκο εκσπερμάτισης δεν παρατηρήθηκε.

Σε σεξουαλικά ώριμους αρσενικούς αρουραίους που έλαβαν 80mg/Kg/ημέρα φιναστερίδη (61 

φορές η ανθρώπινη έκθεση) δεν υπήρξαν σημαντικές επιδράσεις στη γονιμότητα τους μετά από 6 

ή 12 εβδομάδες θεραπείας. Πάντως όταν η θεραπεία συνεχίστηκε πέραν των 24 έως 30 

εβδομάδων υπήρξε μια εμφανής μείωση της γονιμότητας και της γονιμοποίησης, και μια 

σημαντική μείωση στο βάρος των σπερματικών κυστιδίων και του προστάτη. Όλες αυτές οι 

επιδράσεις ήταν αναστρέψιμες μέσα σε 6 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ανεπιθύμητη 

επίδραση στους όρχεις ή στη διαδικασία ζευγαρώματος που να σχετίζεται με το φάρμακο, δεν 

εμφανίστηκε τόσο στους αρουραίους όσο και στα κουνέλια.

Η μείωση αυτή της γονιμότητας στους αρουραίους που έλαβαν φιναστερίδη είναι δευτερογενής 

λόγω της επίδρασης της φιναστερίδης στα επικουρικά γεννητικά όργανα (προστάτης και 

σπερματικά κυστίδια), με αποτέλεσμα αδυναμία σχηματισμού σπερματικού εμβόλου. Το 

σπερματικό έμβολο είναι ουσιαστικό για τη φυσιολογική γονιμότητα των αρουραίων και δεν έχει 

καμία σχέση με τον άνθρωπο. 

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1. Κατάλογος με τα έκδοχα

6.2. Ασυμβατότητες

6.3. Διάρκεια ζωής

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη 

6.6. Οδηγίες χρήσεως

6.7. Κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας

7. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

8. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ

4-7-2012

Danish Pharmacovigilance Update, 19 April 2012

Danish Pharmacovigilance Update, 19 April 2012

Among the topics covered in this issue of Danish Pharmacovigilance Update are: Split and crushed tablets containing finasteride may pose a risk for pregnant and fertile women.

Danish Medicines Agency

Δεν υπάρχουν ειδήσεις που σχετίζονται με αυτό το προϊόν.