PEROXX

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PEROXX 25MG/5ML ORAL.SUSP
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • M01AH02
  • Δοσολογία:
  • 25MG/5ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΠΟΣΙΜΟ ΕΝΑΙΩΡΗΜΑ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PEROXX 25MG/5ML ORAL.SUSP
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

PEROXX

1. ΟΝΟMAΣΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΙΔΙΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΟΣ

Πόσιμο Εναιώρημα PEROXX   25mg/5ml 

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Kάθε 5ml πόσιμου εναιωρήματος περιέχουν 25mg rοfecoxib

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο Εναιώρημα.

Το PEROXX διατίθεται ως αδιαφανές, λευκό έως υποκίτρινο εναιώρημα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Aνακουφιστική αγωγή έναντι των συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το “PEROXX” χορηγείται από το στόμα.

Η συνιστώμενη αρχική δόση για τους ενήλικες είναι 12,5mg άπαξ ημερησίως. Μερικοί ασθενείς μπορεί να 

έχουν επιπλέον όφελος με την αύξηση της δόσης σε 25mg άπαξ ημερησίως. Η ημερήσια δόση δεν πρέπει να 

υπερβαίνει τα 25mg.

To “PEROXX” μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.

Ηλικιωμένοι:  αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας από 12,5mg σε 25mg στους ηλικιωμένους, θα πρέπει να 

γίνεται με προσοχή.

Νεφρική   ανεπάρκεια:  δεν   είναι   απαραίτητη   οποιαδήποτε   αναπροσαρμογή   της   δοσολογίας   σε   ασθενείς   με 

κάθαρση κρεατινίνης 30-80ml/min (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη 

χρήση και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).

Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh 5-6) η ημερήσια δόση 

δεν πρέπει να υπερβαίνει τη χαμηλότερη συνιστώμενη δόση των 12,5mg (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις 

και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).

Παιδιατρική χρήση: Το PEROXX δεν ενδείκνυται για χορήγηση σε παιδιά.

4.3 Αντενδείξεις

Το rofecoxib αντενδείκνυται σε:

ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε έκδοχο αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος

ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή αιμορραγία του γαστρεντερικού

ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh  ≥  7)

ασθενείς με προσδιορισθείσα τιμή κάθαρσης κρεατινίνης <30ml/min

ασθενείς που έχουν αναπτύξει σημεία άσθματος, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό 

οίδημα ή κνίδωση μετά τη χορήγηση ασπιρίνης ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων 

(ΜΣΑΦ)

κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και κατά τη γαλουχία (βλέπε 4.6 Κύηση και γαλουχία και 5.3 

Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας).

ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου

ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι νεφρικές προσταγλανδίνες είναι δυνατόν να παίζουν αντιρροπιστικό ρόλο στη διατήρηση της νεφρικής 

διήθησης. Για αυτόν το λόγο σε καταστάσεις επιβαρυμένης νεφρικής διήθησης, η χορήγηση του rofecoxib 

μπορεί να προκαλέσει μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών και δευτερογενώς μείωση της νεφρικής 

αιμάτωσης και ως εκ τούτου να οδηγήσει σε περαιτέρω επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας. Οι ασθενείς 

που είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εν προκειμένω, είναι εκείνοι με προϋπάρχουσα σημαντική επιβάρυνση της 

νεφρικής λειτουργίας, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια ή κίρρωση. Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει 

να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.

Η έναρξη της θεραπείας με rofecoxib σε ασθενείς με σοβαρή αφυδάτωση θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. 

Συνιστάται ενυδάτωση των ασθενών πριν την έναρξη της θεραπείας με rofecoxib.

Όπως συμβαίνει και με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, 

έχει παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε ασθενείς που ελάμβαναν rofecoxib. Επειδή η θεραπεία 

με rofecoxib είναι δυνατόν να οδηγήσει σε κατακράτηση υγρών, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στους ασθενείς 

με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας ή υπέρταση και σε ασθενείς με 

προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε άλλης αιτιολογίας.

Θα πρέπει να υφίσταται κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση όταν το rofecoxib δίδεται σε ηλικιωμένους και σε 

ασθενείς με νεφρική, ηπατική, ή καρδιακή δυσλειτουργία.

Σε   κλινικές   μελέτες,   μερικοί   ασθενείς   με   οστεοαρθρίτιδα   (ΟΑ)   που   ελάμβαναν   rofecoxib   εμφάνισαν 

διατρήσεις, έλκη ή αιμορραγίες. Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό διάτρησης, έλκους ή αιμορραγίας και 

ασθενείς άνω των 65 ετών, βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο να υποστούν διάτρηση, έλκος ή αιμορραγία.

Σε ημερήσιες δόσεις υψηλότερες από 25 mg, ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό, 

οιδήματος ή υπέρτασης είναι αυξημένος.

Αυξήσεις   των   τρανσαμινασών   ΑLT   και/ή   ΑST   (περίπου   τρεις   ή   περισσότερες   φορές   από   το   ανώτερο 

φυσιολογικό όριο) έχουν αναφερθεί σε περίπου 1% των ασθενών που συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες του 

rofecoxib.

Εάν   κάποιος   ασθενής   εμφανίσει   συμπτώματα   και/ή   σημεία   που   δεικνύουν   ηπατική   δυσλειτουργία,   ή 

καταγραφεί   κάποια   μη   φυσιολογική   εργαστηριακή   δοκιμασία   της   ηπατικής   λειτουργίας,   τότε   πρέπει   να 

αξιολογηθεί εάν οι εργαστηριακές εξετάσεις της ηπατικής λειτουργίας είναι σταθερά μη φυσιολογικές. Εάν οι 

μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας επιμένουν (τρεις φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο), 

το rofecoxib πρέπει να διακοπεί.

Το rofecoxib μπορεί να καλύψει τον πυρετό.

Η χρήση του rofecoxib, όπως και κάθε φαρμάκου που αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση τύπου 2 (COX-2), δεν 

συνιστάται   σε   γυναίκες   που   προσπαθούν   να   συλλάβουν   (βλέπε   4.6   Κύηση   και   γαλουχία   και   5.1 

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).

Παιδιατρικοί ασθενείς: Το  rofecoxib δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και πρέπει να χορηγείται μόνο σε ενήλικες 

ασθενείς.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

ÖáñìáêïäõíáìéêÝò áëëçëåðéäñÜóåéò

Σε άτομα με σταθερή χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η χορήγηση rofecoxib 25mg ημερησίως συνδέθηκε με 

περίπου   8%   αύξηση   στο   χρόνο   προθρομβίνης   (International   Normalised   Ratio   INR).   Σε   ασθενείς   που 

ελάμβαναν   ταυτόχρονα   κλινικά   συνιστώμενες   δόσεις  rofecoxib  με   βαρφαρίνη   αναφέρθησαν   περιπτώσεις 

παράτασης του INR ,οι οποίες οδήγησαν σε διακοπή της χορήγησης της βαρφαρίνης και μερικές ανάγκασαν 

σε   εξουδετέρωση   της   αντιπηκτικότητας   .  Για   αυτόν   τον   λόγο   σε   ασθενείς   που   λαμβάνουν   βαρφαρίνη   ή 

παρόμοια φάρμακα πρέπει να παρακολουθείται συχνά ο χρόνος προθρομβίνης INR ,κυρίως τις πρώτες ημέρες 

μετά την έναρξη της θεραπείας με rofecoxib ή την αλλαγή της δόσης του rofecoxib.

Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση, η χορήγηση rofecoxib 25mg ημερησίως μαζί με έναν αναστολέα 

ΜΕΑ (benazepril 10mg έως 40mg ημερησίως) για τέσσερις εβδομάδες, συνδέθηκε με μία μικρή εξασθένιση 

της αντιυπερτασικής δράσης(κατά μέσον όρο αύξηση στη Μέση Αρτηριακή Πίεση 2,8 mm Hg) σε σύγκριση 

με τον αναστολέα ΜΕΑ μόνο του. Ως προς τους άλλους παράγοντες  οι οποίοι αναστέλλουν την κυκλο-

οξυγενάση, σε μερικούς ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η συγχορήγηση ενός αναστολέα 

ΜΕΑ και του rofecoxib είναι δυνατόν να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η 

οποία συνήθως είναι αναστρέψιμη. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη όταν ασθενείς 

λαμβάνουν rofecoxib ταυτόχρονα με αναστολείς ΜΕΑ.

Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ είναι επίσης δυνατόν να μειώσει την αντιυπερτασική δράση των β-αναστολέων και 

των   διουρητικών   καθώς  και   τις  άλλες  δράσεις  των   διουρητικών.   Δεν  υπάρχουν   στοιχεία   για  τις   πιθανές 

αλληλεπιδράσεις μεταξύ του rofecoxib και των β-αναστολέων ή των διουρητικών.

Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η χορήγηση rofecoxib 50 mg μία φορά ημερησίως δεν είχε κάποια επίδραση 

στην αντιαιμοπεταλιακή δράση χαμηλών δόσεων (81 mg μία φορά ημερησίως) ασπιρίνης. Η ταυτόχρονη 

χορήγηση rofecoxib με υψηλότερες δόσεις ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ πρέπει να αποφεύγεται.

Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης ή tacrolimus και ΜΣΑΦ είναι δυνατόν να αυξήσει τη νεφροτοξική επίδραση 

της   κυκλοσπορίνης   ή   του   tacrolimus.   Η   νεφρική   λειτουργία   πρέπει   να   ελέγχεται   τακτικά   όταν 

χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό το rofecoxib με οποιαδήποτε από αυτά τα φάρμακα.

ÖáñìáêïêéíçôéêÝò åðéäñÜóåéò

Ç åðßäñáóç ôïõ rofecoxib óôç öáñìáêïêéíçôéêÞ Üëëùí öáñìÜêùí 

Η συγκέντρωση του λιθίου στο πλάσμα θα μπορούσε να αυξηθεί από τα ΜΣΑΦ. Ωστόσο, δεν υπάρχουν 

στοιχεία για την πιθανή αλληλεπίδραση μεταξύ του rofecoxib και του λιθίου.

Όταν   χορηγήθηκε   rofecoxib   75mg   μια   φορά   ημερησίως(3   έως   6   φορές   υψηλότερη   από   τις   δόσεις   που 

συνιστούνται στη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας) για 10 ημέρες σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που 

ελάμβαναν   μεθοτρεξάτη   7,5mg   έως   15mg/εβδομάδα,   η   συγκέντρωση   της   μεθοτρεξάτης   στο   πλάσμα 

(AUC

(0-24h) ) αυξήθηκε κατά 23%. Όταν συγχορηγούνται rofecoxib και μεθοτρεξάτη πρέπει να υπάρχει επαρκής 

παρακολούθηση για τοξικότητα σχετιζόμενη με τη μεθοτρεξάτη.

Δεν έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση με δακτυλίτιδα.

Στοιχεία   από  ιn   vivo  μελέτη   αλληλεπίδρασης   rofecoxib/βαρφαρίνης   υποδεικνύουν   ότι   το   rofecoxib   είναι 

δυνατόν να προκαλέσει μέτρια αναστολή του CYP1A2. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται rofecoxib 

ταυτόχρονα   με   φάρμακα   που   μεταβολίζονται   πρωτίστως   μέσω   CYP1A2   (π.χ   θεοφυλλίνη,   αμιτριπτυλίνη, 

τακρίνη και zileuton).

Το ενδεχόμενο το rofecoxib να αναστέλλει ή να επάγει την ενεργότητα του CYP3A4 διερευνήθηκε σε μελέτες 

σε   ανθρώπους   όπου   χρησιμοποιήθηκε   η   δοκιμασία   της   per   os   χορήγησης   μιδαζολάμης   καθώς   και   η 

αναπνευστική δοκιμασία μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ερυθρομυκίνης. Το rofecoxib (25mg ημερησίως για 

12 ημέρες) προκάλεσε μέτρια επαγωγήτου μεταβολισμού της μιδαζολάμης μέσω του CYP3A4, μειώνοντας 

την AUC της μιδαζολάμης κατά 30%. Η μείωση αυτή πιθανότατα οφείλεται στον αυξημένο μεταβολισμό 

πρώτης διόδου, μέσω επαγωγής της ενεργότητας του εντερικού CYP3A4 από το rofecoxib. Σε σύγκριση με το 

placebo,   το   rofecoxib   (75mg   ημερησίως   για   14   ημέρες)   δεν   είχε   κάποια   σημαντική   επίδραση   στη 

απομεθυλίωση   της   ερυθρομυκίνης,   ενδεικτικό   ότι   δεν   υπάρχει     επαγωγή   της   ενεργότητας   του   ηπατικού 

CYP3A4.

Παρόλο   που   το   rofecoxib   προκαλεί   μία   μέτρια   επαγωγή   στην   ενεργότητα   του   εντερικού   CYP3A4,   η 

φαρμακοκινητική των ουσιών που πρωτίστως μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 δεν αναμένεται να επηρεαστούν 

σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφούνται υποστρώματα του 

CYP3A4 μαζί με rofecoxib.

Σε μελέτες αλληλεπίδρασης, το rofecoxib δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική των 

πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη,   ή   των   από   του   στόματος   χορηγούμενων   αντισυλληπτικών   (ethinyl 

oestradiol/norethindrone 35/1).

Βάσει in vitro μελετών, το rofecoxib δεν αναμένεται να αναστέλλει τα κυτοχρώματα P450, 2C9, 2C19, 2D6 ή 

2Ε1, αν και δεν υπάρχουν in vivo στοιχεία.

Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική του rofecoxib

Η κύρια μεταβολική οδός του rofecoxib είναι η μείωση στη σύνθεση cis – και trans – δίυδρο rofecoxib (ως 

υδροξυοξέα). Επί απουσίας ισχυρών επαγωγέων του κυτοχρώματος P450 (CYP), ο μεταβολισμός μέσω του 

CYP δεν είναι η κυριώτερη μεταβολική οδός για το rofecoxib.

Ωστόσο, η συγχορήγηση του rofecoxib με ριφαμπικίνη, έναν ισχυρό επαγωγέα των ενζύμων του CYP, οδηγεί 

σε μείωση των συγκεντρώσεων του rofecoxib στο πλάσμα περίπου κατά 50%. Ως εκ τούτου, η χρήση της 

δόσης 25mg rofecoxib πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη όταν το rofecoxib συγχορηγείται με ισχυρούς επαγωγείς 

του ηπατικού μεταβολισμού.

Η χορήγηση κετοκοναζόλης (ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3Α4) δεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις του 

rofecoxib στο πλάσμα. Η σιμετιδίνη ή τα αντιόξινα δεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική του rofecoxib σε 

κλινικά σημαντικό βαθμό.

4.6 Kύηση και γαλουχία

Êýçóç

H χορήγηση του rofecoxib, όπως και  κάθε  φαρμάκου  που  είναι  γνωστό ότι  αναστέλλει  την  COX-2, δεν 

συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν (βλέπε 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).

Η χρήση του rofecoxib αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της εγκυμοσύνης επειδή 

όπως και άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να 

προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου (βλέπε 4.3 Αντενδείξεις).

Η χρήση του rofecoxib σε έγκυες γυναίκες δεν έχει μελετηθεί σε επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές 

μελέτες και γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο τριμήνων της 

κύησης μόνο εκτός εάν τα δυνατά οφέλη για την ασθενή αντισταθμίζουν τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο 

(βλέπε 5.3 Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας).

Μητέρες που θηλάζουν

Δεν είναι γνωστό εάν το rofecoxib εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Το rofecoxib εκκρίνεται στο γάλα αρουραίων 

που θηλάζουν. Οι γυναίκες που λαμβάνουν rofecoxib δεν πρέπει να θηλάζουν (βλέπε 4.3 Αντενδείξεις και 5.3 

Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας).

4.6 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Οι ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, ίλιγγο ή υπνηλία ενώ λαμβάνουν rofecoxib, πρέπει να απέχουν από την 

οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σε   κλινικές   μελέτες,   το   rofecoxib   αξιολογήθηκε   ως   προς   την   ασφάλεια   σε   περίπου   5.400   άτομα 

συμπεριλαμβανομένων περίπου 800 ασθενών που ακολουθούσαν αγωγή για ένα έτος ή περισσότερο.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο αναφέρθηκαν σε ποσοστό μεγαλύτερο 

από το placebo, σε κλινικές μελέτες με ασθενείς που ελάμβαναν   αγωγή με rofecoxib 12,5mg ή 25mg για 

διάστημα έως 6 μήνες ή μετά την κυκλοφορία του προϊόντος .

Συνήθεις (>1/100, <1/10)

Γενικές/μη ειδικής εντόπισης: οίδημα/κατακράτηση υγρών, κοιλιακό άλγος, ζάλη. 

Καρδιαγγειακό σύστημα: υπέρταση.

Πεπτικό σύστημα: οπισθοστερνικός καύσος, δυσφορία από το επιγάστριο, διάρροια, ναυτία, δυσπεψία.

Νευρικό σύστημα: κεφαλαλγία.

Δέρμα και δερματικά εξαρτήματα: κνίδωση.

           Ασυνήθεις (>1/1000, <1/100)

Γενικές/μη ειδικής εντόπισης: αδυναμία/κόπωση, κοιλιακή διάταση, πόνος στο στήθος.

Πεπτικό σύστημα: δυσκοιλιότητα, στοματικές εξελκώσεις, έμετος, τυμπανισμός,  αναγωγή γαστρικού υγρού.

Οφθαλμοί, αυτιά, μύτη και λάρυγγας: εμβοές.

Μεταβολισμός και διατροφή: αύξηση βάρους.

Μυοσκελετικές: επώδυνες μυϊκές συσπάσεις.

Νευρικό σύστημα: αϋπνία, υπνηλία, ίλιγγος.

Ψυχιατρικές διαταραχές: κατάθλιψη, μειωμένη πνευματική οξύτητα.

Αναπνευστικό σύστημα: δύσπνοια.

Δέρμα και δερματικά εξαρτήματα: εξάνθημα, ατοπική δερματίτιδα..

Πολύ Σπάνιες  ( <1/10.000)

Γενικές/μη ειδικής εντόπισης : αντιδράσεις υπερευαισθησίας ,συμπεριλαμβανομένων του αγγειοοιδήματος  και 

της κνίδωσης 

Σε κλινικές μελέτες το σύνολο των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο στους ασθενείς που ελάμβαναν 

rofecoxib για ένα έτος ή περισσότερο.

Εργαστηριακές ανεπιθύμητες ενέργειες

Συνήθεις   (>1/100,   <1/10):  αύξηση   αμινοτρανσφεράσης   της   αλανίνης,   μείωση   του   αιματοκρίτη,   αύξηση 

αμινοτρανσφεράσης του ασπαρτικού.

Ασυνήθεις (>1/1000, <1/100):  αύξηση ουρίας αίματος (BUN), μείωση αιμοσφαιρίνης, αύξηση κρεατινίνη 

ορού, αύξηση  αλκαλικής   φωσφατάσης,  πρωτεϊνουρία,  μείωση  του  αριθμού  ερυθροκυττάρων,   μείωση  του 

αριθμού λευκοκυττάρων.

Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί ως σχετιζόμενες με τη χορήγηση ΜΣΑΦ και 

δεν   μπορούν   να   αποκλεισθούν   για   το   rofecoxib:   νεφροτοξικότητα   συμπεριλαμβανομένης   της   ενδιάμεσης 

νεφρίτιδας,   του   νεφρωσικού   συνδρόμου   και   της   νεφρικής   ανεπάρκειας,   ηπατοτοξικότητα 

συμπεριλαμβανομένης   της   ηπατικής   ανεπάρκειας   και   της   ηπατίτιδας,   γαστρεντερική   τοξικότητα 

περιλαμβανομένης της διάτρησης, εξέλκωση και αιμορραγία, τοξικότητα σχετιζόμενη με αύξηση του όγκου 

υγρών   συμπεριλαμβανομένης   της   καρδιακής   ανεπάρκειας   και   της   ανεπάρκειας   της   αριστερής   κοιλίας, 

ανεπιθύμητες ενέργειες δέρματος-βλεννογόνου και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις.

Όπως   συμβαίνει   με   τα   ΜΣΑΦ,   περισσότερο   σοβαρές   αλλεργικές   αντιδράσεις   περιλαμβανομένων   των 

αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων μπορεί επίσης να εμφανισθούν χωρίς προηγούμενη έκθεση 

στο rofecoxib.

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν αναφέρθηκαν περιπτώσεις υπερδοσολογίας με rofecoxib κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών.

Στις   κλινικές   μελέτες,   η   χορήγηση   εφάπαξ   δόσης   rofecoxib   έως   1000mg   και   πολλαπλών   δόσεων   έως 

250mg/ημέρα για 14 ημέρες, δεν είχε ως αποτέλεσμα σημαντική τοξικότητα.

Σε   περίπτωση   υπερδοσολογίας,   είναι   λογικό   να   εφαρμοσθούν   τα   συνήθη   υποστηρικτικά   μέτρα   όπως 

απομάκρυνση του μη απορροφηθέντος υλικού από το γαστρεντερικό, κλινική παρακολούθηση και έναρξη 

υποστηρικτικής θεραπείας, εάν απαιτείται.

Το rofecoxib δεν απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση και δεν είναι γνωστό εάν το rofecoxib απομακρύνεται με 

περιτοναϊκή κάθαρση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

ΑΤC κώδικας: ΜΟ1 ΑΗ

To   rofecoxib   είναι   ένας   ενεργός   από   του   στόματος   χορηγούμενος   εκλεκτικός   αναστολέας   της 

κυκλοοξυγενάσης – 2 (COX-2) στο εύρος της κλινικής δοσολογίας. H κυκλο-οξυγενάση είναι υπεύθυνη για τη 

σύνθεση   των   προσταγλανδινών.   Έχουν   αναγνωρισθεί   δύο   ισομορφές   οι   COX-1   και   COX-2.     Η   COX-1 

εκφράζεται  σε  πολλούς   ιστούς,  συμπεριλαμβανομένων  του   στομάχου,   του  εντέρου,  των   νεφρών   και  των 

αιμοπεταλίων   ενώ   η   COX-2   εκφράζεται   σε   περιορισμένο   αριθμό   ιστών,   συμπεριλαμβανομένων   του 

εγκεφάλου,   των   νεφρών   και   του   αναπαραγωγικού   συστήματος.   Στοιχεία   υποστηρίζουν   ότι   η   COX-2 

διαδραματίζει  κάποιο  ρόλο  στην ωορρηξία, την  εμφύτευση,  τη σύγκλειση  του  αρτηριακού  πόρου  και  σε 

λειτουργίες   του   κεντρικού   νευρικού   συστήματος   (επαγωγή   πυρετού,   η   αίσθηση   του   πόνου,   νοητική 

λειτουργία).   Η   COX-2   είναι   δυνατόν   να   διαδραματίζει   κάποιο   ρόλο   στην   επούλωση   του   έλκους   σε 

πειραματόζωα και μολονότι έχει εντοπισθεί στον άνθρωπο σε ιστούς παρακείμενους των γαστρικών ελκών, 

δεν έχει αποδειχθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου 

η οποία φαίνεται να επάγεται από προφλεγμονώδη διέγερση και έχει τεκμηριωθεί ότι είναι κυρίως υπεύθυνη 

για την σύνθεση των προστανοειδών, διαμεσολαβητών του πόνου, της φλεγμονής και του πυρετού. Δεν έχει 

αποδειχθεί στατιστικώς σημαντική αναστολή της COX-1 στον άνθρωπο με οποιαδήποτε δόση rofecoxib. Με 

βάση  in   vitro  στοιχεία,   είναι   δυνατόν   να   παρατηρηθεί   αναστολή   της   COX-1   κατά   τη   διάρκεια   χρόνιας 

χορήγησης rofecoxib >250 mg ημερησίως.

Οι   αντιφλεγμονώδεις   επιδράσεις   του   rofecoxib   κατεδείχθησαν   σε   πρότυπα   πειραματόζωα   που 

χρησιμοποιούνται και για την αξιολόγηση ΜΣΑΦ.

Σε όλο το φάσμα φαρμακολογικών κλινικών μελετών, σε σύγκριση με το placebo, το rofecoxib προκάλεσε 

δοσοεξαρτώμενη αναστολή της COX-2 σε ποσοστό περίπου 70% σε ημερήσιες δόσεις 12,5 mg και 25 mg, 

ενώ  σε ημερήσιες δόσεις 375 mg και εφάπαξ δόση 1.000mg ανέστειλε την COX-2 σε ποσοστό περίπου 95 %. 

Δεν   σημειώθηκε   δοσοεξαρτώμενη   αναστολή   της   COX-1   σε   σύγκριση   με   το   placebo.   Το   rofecoxib   δεν 

ανέστειλε  τη   σύνθεση   της   γαστρικής   προσταγλανδίνης  και   δεν  είχε   καμία  επίδραση  στη   λειτουργία  των 

αιμοπεταλίων.

Το rofecoxib μελετήθηκε ως προς τη συμπτωματική θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας (ΟΑ). Οι πρωταρχικές 

εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας έγιναν μόνο είτε στις αρθρώσεις του ισχίου είτε του γόνατος, ωστόσο στον 

πληθυσμό που μελετήθηκε, 33% των ασθενών εμφάνιζαν ταυτόχρονα ΟΑ των διαφαλαγγικών αρθρώσεων, 

21%   των   ασθενών   ΟΑ   στον   αντίχειρα   και   35%   ΟΑ   της   σπονδυλικής   στήλης.   Μετά   από   μία   εβδομάδα 

θεραπείας   (το   πρώτο   χρονικό   σημείο   αξιολόγησης   της   αποτελεσματικότητας),   το   rofecoxib   επέδειξε 

σημαντική μείωση του πόνου στους ασθενείς με ΟΑ. Δεν αξιολογήθηκαν χρονικά σημεία πρωιμότερα της 

μίας εβδομάδας. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το T

 του rofecoxib (δύο έως τέσσερις 

ώρες) όταν χρειάζεται άμεση έναρξη της δράσης.

Σε  μία προσχεδιασμένη,  συνδυασμένη ανάλυση  δύο ενδοσκοπικών  μελετών διάρκειας  24 εβδομάδων,  σε 

ασθενείς   με   οστεοαρθρίτιδα   (ΟΑ),   τα   ποσοστά   των   ασθενών   με   ενδοσκοπικώς   εντοπισμένες 

γαστροδωδεκαδακτυλικές εξελκώσεις ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων του placebo και του rofecoxib 25mg 

και  50mg ημερησίως  στις  12 εβδομάδες. Σε  κάθε  μία από αυτές τις  μελέτες, το συνολικό  ποσοστό των 

γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών πέραν των 12 και 24 εβδομάδων ήταν σημαντικά μικρότερο στους ασθενείς 

που   ελάμβαναν   rofecoxib   σε   σχέση   με   τους   ασθενείς   που   ελάμβαναν   αγωγή   με   ιμπουπροφένη   2400mg 

ημερησίως.

Σε   μία   προσχεδιασμένη,   συνδυασμένη   ανάλυση   οκτώ   κλινικών   μελετών,   η   αθροιστική   επίπτωση   των 

επιβεβαιωμένων,   διατρήσεων   ελκών   και   αιμορραγιών   του   ανώτερου   γαστρεντερικού   σε   ασθενείς   που 

ελάμβαναν αγωγή με rofecoxib ήταν σημαντικά χαμηλότερο από τη συνδυασμένη αθροιστική επίπτωση που 

παρατηρήθηκε   σε   ασθενείς   που   ελάμβαναν   τα   προς   σύγκριση   ΜΣΑΦ   (δικλοφενάκη   50   mg   τρεις   φορές 

ημερησίως,   ιμπουπροφένη   800   mg   τρεις   φορές   ημερησίως   και   ναμπουμετόνη   1500   mg   ημερησίως.   Τα 

αποτελέσματα αυτά πρωταρχικά επηρεάστηκαν από την προηγούμενη χορήγηση ιμπουπροφένης 800 mg τρεις 

φορές   ημερησίως).   Στην   δοσολογία   των   50mg,   το   ποσοστό   των   διατρήσεων,   ελκών   ή   αιμορραγιών 

αριθμητικώς ήταν υψηλότερο σε σύγκριση με τα 25mg, ωστόσο παρέμεινε χαμηλότερο από τον κίνδυνο, με 

βάση συνδυασμένα στοιχεία για τα ΜΣΑΦ που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις μελέτες. Οι ασθενείς που 

διέκοψαν το φάρμακο λόγω  ανεπιθύμητων ενεργειών επί  του γαστρεντερικού  σε  διάστημα πάνω  από 12 

μήνες,   ήταν   λιγότεροι   στην   ομάδα   του   rofecoxib.   Τα   ποσοστά   εμφάνισης   προκαθορισμένων   ομάδων 

ανεπιθύμητων   ενεργειών   επί   του   γαστρεντερικού,   ήταν   μικρότερα   με   rofecoxib   για   διάστημα   χορήγησης 

μεγαλύτερο από 12 μήνες. Η διαφορά αυτή ήταν μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Το rofecoxib μετά από χορήγηση από το στόμα απορροφάται καλά στις συνιστώμενες δόσεις των 12.5mg και 

25mg. H μέση τιμή της βιοδιαθεσιμότητας μετά από χορήγηση από το στόμα είναι περίπου 93%. Μετά από 

δόση 25mg εφάπαξ ημερησίως σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (μέση 

γεωμετρική Cmax=0,305mcg/ml) παρατηρήθηκε σε δύο έως τέσσερις ώρες περίπου (Τmax) μετά τη χορήγηση 

σε νήστεις ενήλικες. Η γεωμετρική μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC

24hr ) ήταν 3,87 mcg • hr/ml. Tα 

δισκία PEROXXκαι το πόσιμο εναιώρημα PEROXX είναι βιοϊσοδύναμα.

Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του rofecoxib.

Κατανομή

Το rofecoxib δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 85% περίπου σε συγκεντρώσεις 0,05 

mcg/ml έως 25 mcg /ml. O όγκος κατανομής (Vdss) στον άνθρωπο είναι 100 λίτρα περίπου (περίπου 1,55 

L/kg).

Το rofecoxib διαπερνά τον πλακούντα στους αρουραίους και τα κουνέλια και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό 

στους αρουραίους.

Μεταβολισμός

Το rofecoxib μεταβολίζεται εκτεταμένα με περίπου 1.% της δόσης να ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητο 

φάρμακο. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η ηπατική αναγωγή που οδηγεί στη σύνθεση cis – και  trans – δίυδρο 

rofecoxib (ως υδροξυοξέα) και όχι η οξείδωση μέσω των ενζύμων του κυτοχρώματος P 450 (CYP).

Στον άνθρωπο έχουν εντοπισθεί έξι μεταβολίτες. Οι κύριοι μεταβολίτες ήταν cis- και trans – δίυδρο rofecoxib 

(ως υδροξυοξέα), οι οποίοι αποτελούν το 56% της ραδιενέργειας που ανακτάται στα ούρα και ο μεταβολίτης 

5-υδρόξυ γλυκουρονίδιο ο οποίος είναι υπεύθυνος για ένα επιπλέον 9% .Οι κύριοι αυτοί μεταβολίτες είτε δεν 

είχαν   μετρήσιμη   δραστικότητα   ως   αναστολείς   της   κυκλοοξυγενάσης   ή   είχαν   μόνο   ασθενή   δράση   ως 

αναστολείς της COX-2.

Απομάκρυνση

Μετά   από   χορήγηση   από   το   στόμα   ραδιοσημασμένης   δόσης   rofecoxib   125mg   σε   υγιή   άτομα,   72%   της 

ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 14% στα κόπρανα.

Η απομάκρυνση του rofecoxib επισυμβαίνει αποκλειστικά μέσω του μεταβολισμού του, ακολουθούμενη από 

νεφρική απέκκριση. Σταθεροποιημένη κατάσταση των επιπέδων του rofecoxib επιτυγχάνεται εντός τεσσάρων 

ημερών,   με   εφάπαξ   ημερήσια   χορήγηση   25mg,   με   ρυθμό   συσσώρευσης   περίπου   1,7   που   αντιστοιχεί   σε 

συνολικό χρόνο ημίσειας ζωής 17 ωρών περίπου. Η κάθαρση στο πλάσμα υπολογίζεται ότι είναι περίπου 

120ml/min για μία δόση 25mg.

Xαρακτηριστικά σε Ασθενείς

Hλικιωμένοι:  Η   φαρμακοκινητική   του   φαρμάκου   στους   ηλικιωμένους   ασθενείς   (65   ετών   και   άνω)   είναι 

παρόμοια  με αυτή σε νεώτερους  ασθενείς. Η συστηματική  έκθεση είναι  περίπου  30% μεγαλύτερη  στους 

ηλικιωμένους σε σχέση με τους νεώτερους (βλέπε 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

Γένος:  Η φαρμακοκινητική του rofecoxib είναι παρόμοια σε άνδρες και γυναίκες.

Ηπατική ανεπάρκεια:   Οι κιρρωτικοί ασθενείς με ήπια ηπατική  ανεπάρκεια  (βαθμολογία Child-Pugh 5-6) 

στους οποίους χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 25mg είχαν μέση AUC παρόμοια με εκείνη των υγιών ατόμων στα 

οποία χορηγήθηκε η ίδια δόση. Οι ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh 7-9) είχαν 

περίπου 69% υψηλότερη μέση AUC από εκείνη των υγιών ατόμων στα οποία χορηγήθηκε η ίδια δόση. Δεν 

υπάρχουν   κλινικά   φαρμακοκινητικά   δεδομένα   σε   ασθενείς   με   σοβαρή   ηπατική   ανεπάρκεια   (βαθμολογία 

Child-Pugh >9) (βλέπε 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και 4.3 Αντενδείξεις).

Νεφρική ανεπάρκεια: Η φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης 50mg rofecoxib σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια 

τελικού σταδίου που υφίστανται αιμοδιύλιση, δεν ήταν σημαντικά διαφορετική από αυτή σε υγιή άτομα. Η 

συμβολή της αιμοδιύλισης στην απομάκρυνση (ρυθμός διύλισης περίπου 40ml/min) ήταν αμελητέα (Βλέπε 

4.3 Αντενδείξεις και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Παιδιατρικοί ασθενείς: Δεν έχει μελετηθεί η φαρμακοκινητική του rofecoxib σε παιδιατρικούς ασθενείς.

5.3 Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας

Σε προκλινικές μελέτες, αποδείχθηκε ότι το rofecoxib δεν είναι γονοτοξικό, μεταλλαξιογόνο ή καρκινογόνο.

Σε μία χρόνια μελέτη τοξικότητας σε αρουραίους, το rofecoxib προκάλεσε εντερικά έλκη σε δόσεις παρόμοιες 

και  ελάχιστα υψηλότερες από τη θεραπευτική δόση στον άνθρωπο, με βάση τη συστηματική έκθεση. Σε 

έκθεση   αρκετές   φορές   πάνω   από   τη   θεραπευτική   δοσολογία   στον   άνθρωπο   προκλήθηκε   στον   αρουραίο 

νεφρική σωληναριακή βασεοφιλία και σε υψηλότερα επίπεδα έκθεσης, προκλήθηκε νέκρωση των νεφρικών 

θηλών. Σε έκθεση σε υψηλές δόσεις, εμφανίσθηκαν νεφρικές και γαστρεντερικές ανωμαλίες επίσης σε σκύλο.

Μελέτες   αναπαραγωγικής   τοξικότητας   έδειξαν   ότι   το   rofecoxib   (σε   δόσεις   ≥   2   φορές   τη   συνιστώμενη 

ημερήσια δοσολογία στον άνθρωπο με βάση τη συστηματική έκθεση) προκάλεσε την μείωση της γονιμότητας 

και της εμβρυϊκής επιβίωσης στον αρουραίο. Παρατηρήθηκε επίσης μία σχετιζόμενη με τη θεραπεία μείωση 

στη διάμετρο του αρτηριακού πόρου, ένα εύρημα γνωστό ότι συνδέεται με τα ΜΣΑΦ. Μελέτες τοξικότητας 

αναπαραγωγής   που   έγιναν   σε   αρουραίους   και   κουνέλια   δεν   έχουν   δώσει   ενδείξεις   για   διαταραχές   στην 

ανάπτυξη σε δόσεις έως και 50mg/kg/ημέρα (στους αρουραίους αυτό αντιπροσωπεύει δοσολογία περίπου 29 

φορές υψηλότερη από τη συνιστώμενη δοσολογία στον άνθρωπο βάσει της συστηματικής έκθεσης). (Βλέπε 

4.3 Αντενδείξεις και 4.6 Kύηση και γαλουχία). Ωστόσο στα κουνέλια δεν έχει προσδιορισθεί το μεταβολικό 

προφίλ και έτσι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η κλινική συνάφεια του μοντέλου αυτού.

Στοιχεία από μία διασταυρούμενη μελέτη έδειξαν τοξικότητα στα νεογνά των σκύλων, πιθανότατα, εξ’ αιτίας 

έκθεσης μέσω του γάλακτος από μητέρες που ελάμβαναν αγωγή (Βλέπε 4.6 Kύηση και γαλουχία).

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Xanthan   gum,   sorbitol   solution,   sodium   citrate   dihydrate,   citric   acid   monohydrate,   strawberry   flavour 

(Givaudan Roure) και purified water.Τα sodium methylparaben και sodium propylparaben προστίθενται ως 

συντηρητικά.

6.2 Ασυμβατότητες

Καμία

6.3 Χρόνος ζωής

18 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Αδιαφανές   (αmper)   γυάλινο   μπουκάλι   με   πώμα   ασφαλείας   για   τα   παιδιά,   που   περιέχει   150   ml   πόσιμου 

εναιωρήματος. Σε κάθε συσκευασία εσωκλείεται δοσιμετρικό κοχλιάριο (κουταλάκι) των 5ml.

Κάθε συσκευασία περιέχει 1 μπουκάλι.

6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού

Καμία

7. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

BIANEΞ Α.Ε

Οδός Τατο?ου,

Ταχ. Θυρ. 52894,

146 10 Νέα Ερυθραία

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ