PEROXX

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PEROXX 12.5MG/5ML ORAL.SUSP
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • M01AH02
  • Δοσολογία:
  • 12.5MG/5ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΠΟΣΙΜΟ ΕΝΑΙΩΡΗΜΑ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PEROXX 12.5MG/5ML ORAL.SUSP
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

PEROXX

1.      ΟΝΟMAΣΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΙΔΙΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΟΣ

PEROXX   12,5mg/5ml  Πόσιμο Εναιώρημα

2.      ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Kάθε 5ml πόσιμου εναιωρήματος περιέχει 12,5mg rοfecoxib

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο Εναιώρημα.

Το PEROXX διατίθεται ως αδιαφανές, λευκό έως υποκίτρινο εναιώρημα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Συμπτωματική θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας ή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας στους 

ενήλικες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το PEROXX χορηγείται από το στόμα.

To PEROXX μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.

Οστεοαρθρίτιδα  (ΟΑ) 

Η συνιστώμενη αρχική δόση για τους ενήλικες είναι 12,5mg άπαξ ημερησίως. 

Μερικοί ασθενείς μπορεί να έχουν επιπλέον όφελος με την αύξηση της δόσης σε 25mg 

άπαξ ημερησίως. Η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25mg. 

ÑåõìáôïåéäÞò  Áñèñßôéäá

Η συνιστώμενη  δόση  είναι 25 mg άπαξ ημερησίως .Στους ασθενείς με ρευματοειδή 

αρθρίτιδα (ΡΑ), δεν παρατηρήθηκε σημαντική επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα με 

την δόση των 50 mg άπαξ ημερησίως σε σύγκριση με τα 25 mg άπαξ ημερησίως H 

μέγιστη  συνιστώμενη   ημερήσια  δόση  είναι  25mg. 

Για τη δόση των 25 mg άπαξ ημερησίως , υπάρχει επίσης διαθέσιμο εναιώρημα των 

25 mg/5ml.

Ηλικιωμένοι: Η αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας από 12,5mg σε 25mg στους 

ηλικιωμένους, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.

Νεφρική ανεπάρκεια: δεν είναι απαραίτητη οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της 

δοσολογίας σε ασθενείς με ΟΑ και κάθαρση κρεατινίνης 30-80ml/min (βλέπε 4.4 

Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5.2 

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Μέχρι σήμερα υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για 

ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min.

Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-

Pugh 5-6) η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση των 12,5mg (βλέπε 4.4 

Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5.2 

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Μέχρι σήμερα υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για 

ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και ήπια ηπατική ανεπάρκεια, και δεν έχει 

καθορισθεί ακόμη συνιστώμενη δόση.

Παιδιατρική χρήση: Το PEROXX δεν ενδείκνυται για χορήγηση σε παιδιά.

4.3 Αντενδείξεις

Το rofecoxib αντενδείκνυται σε:

ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε έκδοχο αυτού του 

φαρμακευτικού προϊόντος

ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή αιμορραγία από το γαστρεντερικό

ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία(βαθμολογία Child-Pugh  ≥  7)

ασθενείς με προσδιορισθείσα τιμή κάθαρσης κρεατινίνης <30ml/min

ασθενείς που έχουν αναπτύξει σημεία άσθματος, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς 

πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα ή κνίδωση μετά τη χορήγηση ασπιρίνης ή 

άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ)

κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και κατά τη γαλουχία (βλέπε 4.6 Κύηση 

και γαλουχία και 5.3 Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας).

              -     ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου

            -      ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι νεφρικές προσταγλανδίνες είναι δυνατόν να έχουν αντιρροπιστικό ρόλο στη 

διατήρηση της νεφρικής διήθησης. Για αυτόν το λόγο σε καταστάσεις  επιβαρυμένης 

νεφρικής διήθησης, η χορήγηση του  rofecoxib μπορεί να προκαλέσει μείωση στο 

σχηματισμό των προσταγλανδινών και δευτερογενώς μείωση της νεφρικής αιμάτωσης 

και ως εκ τούτου να οδηγήσει σε περαιτέρω επιβαρυνση της νεφρικής λειτουργίας.  Οι 

ασθενείς που είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εν προκειμένω, είναι εκείνοι με 

προϋπάρχουσα σημαντική  επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας, μη αντιρροπούμενη 

καρδιακή ανεπάρκεια ή κίρρωση. Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να παρακολουθείται 

η νεφρική λειτουργία.

Η έναρξη της θεραπείας με  rofecoxib σε ασθενείς με σημαντική αφυδάτωση θα 

πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται ενυδάτωση των ασθενών πριν την έναρξη 

της θεραπείας με rofecoxib.

Εχει παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών, οίδημα και υπέρταση σε ασθενείς που 

ελάμβαναν rofecoxib. . Αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να είναι δοσοεξαρτώμενες και 

παρατηρούνται σε αυξημένη συχνότητα κατά τη χρόνια χρήση του rofecoxib και σε 

υψηλότερες θεραπευτικές δόσεις Επειδή η θεραπεία με  rofecoxibείναι δυνατόν να 

οδηγήσει σε κατακράτηση υγρών, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στους ασθενείς με 

προηγούμενο ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας 

ή υπέρταση και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε άλλης αιτιολογίας

Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει τo rofecoxib να χορηγείται αρχικά στην 

χαμηλότερη συνιστώμενη δόση.( Βλέπε 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά 

προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης.)

             Το PEROXX δεν  μπορεί να υποκαταστήσει την ασπιρίνη για καρδειαγγειακή 

προφύλαξη λόγω έλλειψης δράσης του στα αιμοπετάλια. Επειδή το rofecoxib στις 

θεραπευτικές δόσεις δεν αναστέλλει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων, δεν θα 

πρέπει να διακόπτονται οι αντιαιμοπεταλιακές θεραπείες  και εάν ενδείκνυται θα 

πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πιθανή χορήγησή τους σε ασθενείς με κίνδυνο ή 

ιστορικό καρδειαγγιακών  ή άλλων  θρομβοεμβολικών  επεισοδίων.

Θα πρέπει να υφίσταται κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση όταν το rofecoxib δίδεται 

σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με  νεφρική, ηπατική, ή καρδιακή δυσλειτουργία.

Σε κλινικές μελέτες, κάποιοι ασθενείς) που ελάμβαναν rofecoxib εμφάνισαν 

διατρήσεις, έλκη ή αιμορραγίες(ΔΕΑ). Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό διάτρησης, 

έλκους ή αιμορραγίας του ανώτερου γαστρεντερικού και ασθενείς άνω των 65 ετών, 

βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο να υποστούν διάτρηση, έλκος ή αιμορραγία. 

Aνεξάρτητα των ΔΕΑ ,σε ημερήσιες δόσεις υψηλότερες των 25 mg , αυξάνεται o 

κίνδυνος  γαστρεντερικών συμπτωμάτων ( Βλέπε   4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες )

Αυξήσεις των τρανσαμινασών ΑLT και/ή ΑST (περίπου τρεις ή περισσότερες φορές 

από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) έχουν αναφερθεί σε περίπου 1% των ασθενών που 

συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες του rofecoxib.

Εάν κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα και/ή σημεία ενδεικτικά ηπατικής 

δυσλειτουργίας, ή καταγραφεί κάποια μη φυσιολογική εργαστηριακή δοκιμασία της 

ηπατικής λειτουργίας, τότε πρέπει να αξιολογηθεί εάν οι εργαστηριακές εξετάσεις της 

ηπατικής λειτουργίας είναι σταθερά μη φυσιολογικές.  Εάν οι μη φυσιολογικές 

δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας επιμένουν (τρεις φορές το ανώτερο φυσιολογικό 

όριο), το  rofecoxib πρέπει να διακοπεί.

Το  rofecoxib μπορεί να καλύψει τον  πυρετό. 

Η χρήση του rofecoxib, όπως και κάθε φαρμάκου που αναστέλλει την 

κυκλοοξυγονάση 2 (COX-2), δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να 

συλλάβουν (βλέπε 4.6 Κύηση και γαλουχία και 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).

Παιδιατρικοί ασθενείς: Το  rofecoxib δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και γι’αυτόν το 

λόγο πρέπει να χορηγείται μόνο σε ενήλικες ασθενείς.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές 

αλληλεπίδρασης

ÖáñìáêïäõíáìéêÝò áëëçëåðéäñÜóåéò

Σε άτομα σταθεροποιημένα, σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η χορήγηση rofecoxib 

25mg ημερησίως συνδέθηκε με περίπου 8% αύξηση στο χρόνο προθρομβίνης 

(International Normalised Ratio, INR).Υπήρξαν αναφορές για αύξηση του χρόνου 

προθρομβίνης που οδήγησε σε διακοπή της αγωγής με βαρφαρίνη και σε κάποιες 

περιπτώσεις υπέδειξε την αντιστροφή της αντιθρόμβωσης σε ασθενείς που ελάμβαναν 

rofecoxib  σε κλινικές δόσεις ταυτόχρνα με βαρφαρίνη . 

Για αυτόν το λόγο σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία βαρφαρίνης πρέπει να 

παρακολουθείται στενά ο χρόνος προθρομβίνης ιδιαίτερα τις πρώτες ημέρες έναρξης 

της θεραπείας  ή αλλαγής της δόσης .

 Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση, η χορήγηση rofecoxib 25mg ημερησίως 

μαζί με έναν αναστολέα ΜΕΑ (benazepril 10mg έως 40mg ημερησίως) για τέσσερις 

εβδομάδες, συνδέθηκε με μικρή μείωση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος (κατά 

μέσον όρο αύξηση στη Μέση Αρτηριακή Πίεση 2,8 mm Hg) σε σύγκριση με τον 

αναστολέα ΜΕΑ μόνο του. Όπως και με άλλους παράγοντες που αναστέλλουν την 

κυκλο-οξυγονάση,  η συγχορήγηση ενός αναστολέα ΜΕΑ και του rofecoxib σε 

μερικούς ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας είναι δυνατόν να οδηγήσει 

σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία συνήθως είναι 

αναστρέψιμη. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψη όταν  οι 

ασθενείς λαμβάνουν rofecoxib ταυτόχρονα με αναστολείς ΜΕΑ.

Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ είναι επίσης δυνατόν να μειώσει την αντιυπερτασική 

επίδραση των β-αναστολέων και των διουρητικών καθώς και των άλλων επιδράσεων 

των διουρητικών. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τις πιθανές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του 

rofecoxib και των β-αναστολέων ή των διουρητικών.

Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η χορήγηση rofecoxib 50 mg μία φορά ημερησίως 

δεν είχε κάποια επίδραση στην αντιαιμοπεταλιακή δράση χαμηλών δόσεων (81 mg μία 

φορά ημερησίως) ασπιρίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση rofecoxib με υψηλότερες δόσεις 

ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ πρέπει να αποφεύγεται. 

Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης ή tacrolimus και ΜΣΑΦ είναι δυνατόν να 

επιβαρύνουν επιπλέον τη νεφροτοξική επίδραση της κυκλοσπορίνης ή του tacrolimus. 

Πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία όταν το rofecoxib και κάποιο από 

αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό.

ÖáñìáêïêéíçôéêÝò åðéäñÜóåéò  

             

   Η επίδραση του rofecoxib στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων 

Η συγκέντρωση του λιθίου στο πλάσμα μπορεί  να αυξηθεί από τα ΜΣΑΦ.  Κατά την 

εμπειρία μετά την κυκλοφορία του rofecoxib στην αγορά , έχουν αναφερθεί αυξήσεις 

στο πλάσμα των επιπέδων λιθίου.

Η χορήγηση PEROXX 12,5, 25 και 50mg μια φορά ημερησίως για 7 ημέρες , δεν είχε 

σημαντική επίδραση στην συγκέντρωση της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα , όπως 

μετρήθηκε με την AUC 

(0-24h) , σε ασθενείς που ελάμβαναν εφάπαξ δόσεις 

μεθοτρεξάτης των 7.5 έως 20 mg για ρευματοειδή αρθρίτιδα .

Οταν χορηγήθηκε rofecoxib 75mg (3 έως 6 φορές υψηλότερη από τις  δόσεις που 

συνιστούνται στη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας) μία φορά ημερησίως για 10 ημέρες 

σε ασθενείς με που ελάμβαναν μεθοτρεξάτη 7,5mg έως15mg/εβδομάδα, η 

συγκέντρωση της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα (AUC 

(0-24h)  ) αυξήθηκε κατά 23%. Οταν 

συγχορηγούνται rofecoxib και μεθοτρεξάτη πρέπει να υπάρχει επαρκής 

παρακολούθηση για τοξικότητα σχετιζόμενη με τη μεθοτρεξάτη.

Δεν έχει παρατηρηθεί κάποια αλληλεπίδραση με δακτυλίτιδα.

In vivo στοιχεία σχετικά με την αλληλεπίδραση rofecoxib/βαρφαρίνης και 

rofecoxib/θεοφυλλίνης υποδεικνύουν ότι το rofecoxib είναι δυνατόν να προκαλέσει 

μέτρια αναστολή του CYP1A2. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται rofecoxib 

ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται πρωτίστως στο CYP1A2 (π.χ, 

αμιτριπτυλίνη, τακρίνη και zileuton). Το rofecoxib 12.5, 25 και 50 mg χορηγούμενο 

μια φορά ημερησίως για 7 ημέρες αύξησε τις συγκεντρώσεις της θεοφυλλίνης στο 

πλάσμα (AUC 

 ) κατά 38 έως 60 % σε υγιή άτομα  που έλαβαν εφάπαξ δόση 

θεοφυλλίνης 300 mg. Θα πρέπει να γίνεται επαρκής παρακολούθηση των 

συγκεντρώσεων της θεοφυλλίνης στο πλάσμα  όταν γίνεται έναρξη ή κάποια τυχόν 

αλλαγή της αγωγής με rofecoxib.

  

Το ενδεχόμενο το rofecoxib να αναστέλλει ή να επάγει τη δραστηριότητα του 

CYP3A4 διερευνήθηκε σε μελέτες σε ανθρώπους όπου χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία 

της per os χορήγησης μιδαζολάμης και η αναπνευστική δοκιμασία μετά από 

ενδοφλέβια χορήγηση ερυθρομυκίνης. Το rofecoxib (25mg ημερησίως για 12 ημέρες) 

προκάλεσε μέτρια επαγωγή του CYP3A4 στο μεταβολισμό της μιδαζολάμης, 

μειώνοντας την AUC της μιδαζολάμης κατά 30%. Η μείωση αυτή πιθανότατα 

οφείλεται στον αυξημένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, μέσω επαγωγής της 

δραστηριότητας του εντερικού CYP3A4 από το rofecoxib. Σε σύγκριση με το placebo, 

το rofecoxib (75mg ημερησίως για 14 ημέρες) δεν είχε κάποια σημαντική επίδραση 

στη απομεθυλίωση της ερυθρομυκίνης, ενδεικτικό ότι δεν υπάρχει  επαγωγή της 

δραστηριότητας του ηπατικού CYP3A4.

Παρόλο που το rofecoxib προκαλεί  μέτρια επαγωγή στη δραστηριότητα του 

εντερικού CYP3A4, η φαρμακοκινητική των ουσιών που πρωτίστως μεταβολίζονται 

από το CYP3A4 δεν αναμένεται να επηρεαστεί  σε κλινικά σημαντικό βαθμό. 

Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφούνται υποστρώματα του 

CYP3A4 μαζί με rofecoxib.

Σε μελέτες αλληλεπίδρασης, το rofecoxib δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην 

φαρμακοκινητική των πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη, ή των από του στόματος 

χορηγούμενων αντισυλληπτικών (ethinyl oestradiol/norethindrone 35/1).

Βάσει των in vitro μελετών, το rofecoxib δεν αναμένεται να αναστέλλει τα 

κυτοχρώματα P450, 2C9, 2C19, 2D6 ή 2Ε1, αν και δεν  υπάρχουν in vivo στοιχεία.

Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική του rofecoxib

Η κύρια μεταβολική οδός του rofecoxib είναι η αναγωγή  σε cis – και  trans – δίυδρο 

rofecoxib (ως υδροξυοξέα). Επί απουσίας ισχυρών επαγωγέων του κυτοχρώματος 

P450 (CYP), ο μεταβολισμός μέσω του CYP δεν είναι η κυριώτερη μεταβολική οδός 

για το rofecoxib.

Ωστόσο, η συγχορήγηση του rofecoxib με ριφαμπικίνη, έναν ισχυρό επαγωγέα των 

ενζύμων του CYP, οδηγεί σε μείωση των συγκεντρώσεων του rofecoxib στο πλάσμα 

περίπου κατά 50%. Ως εκ τούτου, η χρήση της δόσης 25mg rofecoxib πρέπει να 

λαμβάνεται υπ’όψη όταν το rofecoxib συγχορηγείται με ισχυρούς επαγωγείς του 

ηπατικού μεταβολισμού.

Η χορήγηση κετοκοναζόλης ( δραστικός επαγωγέας του CYP3Α4) δεν επηρέασε τις 

συγκεντρώσεις του rofecoxib στο πλάσμα. Η σιμετιδίνη ή τα αντιόξινα δεν 

επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική του rofecoxib σε κλινικά σημαντικό βαθμό. 

4.6 Kύηση και γαλουχία

Êýçóç

H χορήγηση του rofecoxib, όπως και κάθε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει 

την COX-2, δεν συνιστάται σε γυναίκες που προοσπαθούν να συλλάβουν (βλέπε 5.1 

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).  

Η χρήση του rofecoxib αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της 

εγκυμοσύνης, επειδή, όπως και  άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη 

σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και 

πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου (βλέπε 4.3 Αντενδείξεις).

Η χρήση του rofecoxib σε έγκυες γυναίκες δεν έχει μελετηθεί σε επαρκείς και καλά 

ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά 

τη διάρκεια των πρώτων δύο τριμήνων της κύησης εκτός εάν τα δυνατά οφέλη για την 

ασθενή σταθμίζουν τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο (βλέπε 5.3 Προκλινικά στοιχεία 

ασφάλειας).

Μητέρες που θηλάζουν

Δεν είναι γνωστό εάν το rofecoxib εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.  Το rofecoxib 

εκκρίνεται στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν. Οι γυναίκες που λαμβάνουν rofecoxib 

δεν πρέπει να θηλάζουν (βλέπε 4.3 Αντενδείξεις και 5.3 Προκλινικά στοιχεία 

ασφάλειας).

4.7.     Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

 Οι ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, ίλιγγο ή υπνηλία ενώ λαμβάνουν rofecoxib, πρέπει 

να απέχουν από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων. 

4.8.      Ανεπιθύμητες ενέργειες

 Σε κλινικές μελέτες, το rofecoxib αξιολογήθηκε ως προς την ασφάλεια σε περίπου 

11600άτομα συμπεριλαμβανομένων περίπου 1000ασθενών που ακολούθησαν αγωγή 

για ένα έτος ή περισσότερο.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο αναφέρθηκαν 

σε κλινικές μελέτες σε ποσοστό μεγαλύτερο από το placebo, σε ασθενείς που 

ελάμβαναν αγωγή με rofecoxib 12,5mg ή 25mg για διάστημα έως 6 μηνών ή μετά την 

εμπειρία από την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά.

(Συνήθεις (>1/100, <1/10) , Ασυνήθεις (>1/1000, <1/100), Σπάνιες (>1/10000, 

<1/1000),Πολύ σπάνιες (<1/10000) και μεμονωμένες περιπτώσεις.

Γενικές/μη ειδικής εστίας: 

Συνήθεις:οίδημα/κατακράτηση υγρών, κοιλιακό άλγος, ζάλη. 

Ασυνήθεις: αδυναμία/κόπωση, διάταση κοιλίας , πόνος στο στήθος.

Πολύ σπάνιες: αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του αγγειο-

                       οιδήματος, κνίδωση και αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος:

Συνήθεις: μείωση του αιματοκρίτη

Ασυνήθεις: μείωση αιμοσφαιρίνης, μείωση ερυθροκυττάρων, μείωση           

                       λευκοκυττάρων.

Πολύ σπάνιες: θρομβοκυτοπενία.

Καρδιαγγειακό σύστημα: 

Συνήθεις: υπέρταση.

             Πολύ σπάνιες: συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

             Μεμονωμένες περιπτώσεις : έμφραγμα του μυοκαρδίου (δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολο-

             γική συσχέτιση.

Πεπτικό σύστημα:

Συνήθεις: οπισθοστερνικός καύσος, δυσφορία από το επιγάστριο, διάρροια, ναυτία, 

                 δυσπεψία.

Ασυνήθεις: δυσκοιλιότητα, στοματικές εξελκώσεις, έμετος, συμπτώματα αερίων από 

το πεπτικό,  παλινδρόμηση γαστρικού υγρού. 

Σπάνιες: πεπτικά έλκη, διάτρηση και αιμορραγία του γαστρεντερικού (κυρίως στους 

ηλικιωμένους ασθενείς ), γαστρίτιδα.

Ηπατοχολικές διαταραχές:

Συνήθεις: αύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης, αύξηση αμινοτρανσφεράση του 

ασπαρτικού.

Ασυνήθεις: αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης.

Μεμονωμένες περιπτώσεις: ηπατοτοξικότητα συμπεριλαμβανομένης της ηπατίτιδας 

και του ίκτερου.

Οφθαλμοί, αυτιά, μύτη και φάρυγγας:

Ασυνήθεις: εμβοές.

Πολύ σπάνιες: θάμβος οράσεως 

Μεταβολισμός και διατροφή:

Ασυνήθεις: αύξηση βάρους.

Μυοσκελετικές: 

Ασυνήθεις: επώδυνες  μυϊκές συσπάσεις.

Νευρικό σύστημα: 

Συνήθεις: κεφαλαλγία.

Ασυνήθεις: αϋπνία, υπνηλία, ίλιγγος.

Πολύ σπάνιες: παραισθήσεις 

Μεμονωμένες περιπτώσεις: άσηπτη μηνιγγίτιδα

Ψυχιατρικές διαταραχές:  

Ασυνήθεις: κατάθλιψη, μείωση οξύνοιας .

Πολύ σπάνιες: σύγχυση, ψευδαισθήσεις.

Αναπνευστικό σύστημα: 

Ασυνήθεις: δύσπνοια.

Πολύ σπάνιες: βρογχόσπασμος.

Ουρογεννητικό:

Ασυνήθεις: αύξηση της ουρίας αίματος (BUN), αύξηση κρεατινίνης ορού,

                       πρωτεϊνουρία.

             Πολύ σπάνιες: νεφρική δυσλειτουργία,συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής 

            ανεπάρκειας που συνήθως είναι αντιστρέψιμη μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε 

            4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση.)

Δέρμα και δερματικά προσαρτήματα:

Συνήθεις:  κνίδωση.

Ασυνήθεις: εξάνθημα, ατοπική δερματίτιδα..

Πολύ σπάνιες: αλωπεκία

Μεμονωμένες περιπτώσεις: ανεπιθύμητες ενέργειες δέρματος και βλεννογόνων  και

 σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-

Johnson.

Σε κλινικές μελέτες, το σύνολο των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο στους 

ασθενείς που ελάμβαναν rofecoxib για ένα έτος ή περισσότερο.

Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί ως σχετιζόμενες με 

τη χορήγηση ΜΣΑΦ και δεν μπορούν να αποκλεισθούν για το rofecoxib: 

νεφροτοξικότητα συμπεριλαμβανομένης της ενδιάμεσης νεφρίτιδας, και του 

νεφρωσικού συνδρόμου, ηπατοτοξικότητα συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής 

ανεπάρκειας, 

4.9 Υπερδοσολογία

Στις κλινικές μελέτες, η χορήγηση εφ’άπαξ δόσης rofecoxib έως 1000mg και 

πολλαπλών δόσεων έως 250mg/ημέρα για 14 ημέρες, δεν είχε ως αποτέλεσμα 

σημαντική τοξικότητα.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, είναι λογικό να εφαρμοσθούν τα συνήθη 

υποστηρικτικά μέτρα όπως απομάκρυνση του μη απορροφηθέντος υλικού απο το 

γαστρεντερικό, κλινική παρακολούθηση και έναρξη υποστηρικτικής θεραπείας, εάν 

απαιτείται.

Το rofecoxib δεν απομακρύνεται με την αιμοδιάλυση και δεν είναι γνωστό εάν 

απομακρύνεται με περιτοναϊκή κάθαρση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

ΑΤC κώδικας: ΜΟ1 ΑΗ

To rofecoxib είναι ένας δραστικός από του στόματος χορηγούμενος εκλεκτικός 

αναστολέας της κυκλοοξυγονάσης – 2 (COX-2) στο εύρος της κλινικής δοσολογίας. H 

κυκλο-οξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών.  Εχουν 

αναγνωρισθεί δύο ισομορφές οι COX-1 και COX-2.  Η COX-1 εκφράζεται σε μεγάλο 

αριθμό ιστών, συμπεριλαμβανομένων αυτών του στομάχου, του εντέρου, των νεφρών 

και των αιμοπεταλίων ενώ η COX-2 εκφράζεται σε περιορισμένο αριθμό ιστών, 

συμπεριλαμβανομένων του εγκεφάλου, των νεφρών και του αναπαραγωγικού 

συστήματος. Στοιχεία υποστηρίζουν ότι η COX-2 συμμετέχει στην ωορρηξία, την 

εμφύτευση ,τη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και σε λειτουργίες του κεντρικού 

νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθηση του άλγους, συγγενής λειτουργία). 

Η COX-2 είναι δυνατόν να συμμετέχει στην επούλωση του έλκους σε πειραματόζωα 

και μολονότι η COX-2 έχει εντοπισθεί στον άνθρωπο σε ιστούς παρακείμενους των 

γαστρικών ελκών, δεν έχει αποδειχθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους. Η 

COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου η οποία φαίνεται να επάγεται από 

προφλεγμονώδη διέγερση και έχει τεκμηριωθεί ότι είναι κυρίως υπεύθυνη για την 

σύνθεση των προστανοειδών, διαμεσολαβητών του πόνου, της φλεγμονής και του 

πυρετού. Δεν έχει αποδειχθεί στατιστικώς σημαντική αναστολή της COX-1 στον 

άνθρωπο με οποιαδήποτε δόση rofecoxib. Με βάση in vitro στοιχεία, είναι δυνατόν να 

συμβεί αναστολή της COX-1 κατά τη διάρκεια χρόνιας χορήγησης rofecoxib >250 mg 

ημερησίως. 

Οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις του rofecoxib κατεδείχθησαν σε κλασικά μοντέλα 

πειραματόζωων  τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για την  αξιολόγηση ΜΣΑΦ.  

Σε όλο το φάσμα φαρμακολογικών κλινικών μελετών, σε σύγκριση με το placebo, το 

rofecoxib  προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη αναστολή της COX-2 σε ημερήσιες δόσεις 

12,5 mg και 25 mg ανέστειλε την COX-2 σε ποσοστό περίπου 70% ενώ το rofecoxib 

σε ημερήσιες δόσεις 375 mg και εφάπαξ δόση 1.000mg ανέστειλε την COX-2 σε 

ποσοστό περίπου  95 %. Δεν υπήρξε δοσοεξαρτώμενη αναστολή της COX-1 σε 

σύγκριση με το placebo. Το rofecoxib δεν ανέστειλε τη σύνθεση της γαστρικής 

προσταγλανδίνης και δεν είχε καμμία επίδραση στη λειτουργία των αιμοπεταλίων.

Κατά τη διάρκεια μεγάλης κλινικής μελέτης (περίπου 8000 ασθενών) σε ασθενείς με 

ρευματοειδή αρθρίτιδα έγινε σύγκριση της ασφάλειας μετά από  μακρά χρήση 

rofecoxib 50 mg ημερησίως (δύο φορές την μέγιστη συνιστώμενη δόση) και της 

ναπροξένης 500 mg δύο φορές ημερησίως. Το ποσοστό των σοβαρών καρδιαγγειακών 

θρομβοεμβολικών  ανεπιθυμήτων ενεργειών ήταν σημαντικά μικρότερο σε ασθενείς 

που ελάμβαναν ναπροξένη  σε σχέση με  αυτούς που ελάμβαναν  rofecoxib : 0.7 

επεισόδια για κάθε 100 ασθενείς-έτη σε σύγκριση με 1.67 επεισόδια για κάθε 100 

ασθενείς-έτη. Η διαφορά της αντιαιμοπεταλιακής δράσης μεταξύ κάποιων, 

αναστολέων της COX-1 ΜΣΑΦ και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2 μπορεί 

να είναι κλινικά σημαντική για τους ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών 

επεισοδίων.

Το rofecoxib μελετήθηκε ως προς τη συμπτωματική θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας 

(ΟΑ). Οι πρωταρχικές εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας έγιναν μόνο είτε στις 

αρθρώσεις του ισχίου είτε του γονάτου, ωστόσο από τον πληθυσμό που μελετήθηκε, 

33% των ασθενών εμφάνιζαν ταυτόχρονα  ΟΑ των μεσοφαλαγγικών αρθρώσεων, 21% 

των ασθενών ΟΑ στον αντίχειρα και 35% ΟΑ της σπονδυλικής στήλης. Μετά  από μία 

εβδομάδα θεραπείας (το πρώτο χρονικό σημείο αξιολόγησης της 

αποτελεσματικότητας), το rofecoxib επέδειξε σημαντική μείωση του πόνου στους 

ασθενείς με ΟΑ. Δεν αξιολογήθηκαν χρονικά σημεία πρωιμότερα της μίας εβδομάδας. 

Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το T

 του rofecoxib (δύο έως 

τέσσερις ώρες) όταν χρειάζεται άμεση έναρξη της δράσης. 

   Το rofecoxib 25 mg μελετήθηκε ως προς τη συμπτωματική θεραπεία της 

ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η χορήγηση του 

rofecoxib 25 mg μια φορά ημερησίως  επέφερε σημαντική βελτίωση  στις μετρήσεις 

απόκρισης που σχετίζονται με την πάθηση, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων 

του πόνου και της λειτουργικότητας. Τα ευεργετικά αποτελέσματα διατηρήθηκαν 

κατά την  περίοδο των 12-εβδομάδων σύγκρισης  με placebo.  Δεν παρατηρήθηκε 

σημαντική επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα με τη χορήγηση των 50 mg μια φορά 

ημερησίως σε σύγκριση με τη δόση των 25 mg μια φορά ημερησίως.

Σε μία προκαθορισμένη συνδυασμένη ανάλυση δύο ενδοσκοπικών μελετών διάρκειας 

24 εβδομάδων, σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ), τα ποσοστά των ασθενών με 

ενδοσκοπικώς εντοπισμένες γαστροδωδεκαδακτυλικές εξελκώσεις ήταν παρόμοια 

μεταξύ των ομάδων του placebo και του rofecoxib 25mg και 50mg ημερησίως στις 12 

εβδομάδες.  Σε κάθε μία από αυτές τις μελέτες, η συνολική συχνότητα εμφάνισης 

γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών πέραν των 12 και 24 εβδομάδων ήταν σημαντικά 

μικρότερο στους ασθενείς που ελάμβαναν rofecoxib  σε σχέση με τους ασθενείς που 

ελάμβαναν αγωγή με ιμπουπροφένη 2400mg ημερησίως. Σε μια 12 εβδομάδων  , 

διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με placebo ή δραστική ουσία , ενδοσκοπική μελέτη σε 

ασθενείς με ΡΑ, η συνολική εμφάνιση γαστροδωδεκαδακτυλικών εξελκώσεων  ήταν 

σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς που ελάμβαναν rofecoxib 50 mg μια φορά 

ημερησίως (δύο φορές την μέγιστη συνιστώμενη δόση) από ότι σε ασθενείς που 

ελάμβαναν ναπροξένη 500 mg δύο φορές ημερησίως.

Σε μία προκαθορισμένη, συνδυασμένη ανάλυση οκτώ κλινικών μελετών, η αθροιστική 

επίπτωση των επιβεβαιωμένων, διατρήσεων ελκών και αιμορραγιών του ανώτερου 

γαστρεντερικού σε ασθενείς που ελάμβαναν αγωγή με rofecoxib  ήταν σημαντικά 

χαμηλότερη από τη συνδυασμένη αθροιστική επίπτωση που παρατηρήθηκε σε 

ασθενείς που ελάμβαναν τα προς σύγκριση ΜΣΑΦ (δικλοφενάκη 50 mg τρεις φορές 

ημερησίως, ιμπουπροφένη 800 mg τρεις φορές ημερησίως και ναμπουμετόνη 1500 mg 

ημερησίως. Τα αποτελέσματα αυτά πρωταρχικά επηρεάστηκαν από την προηγούμενη 

χορήγηση ιμπουπροφένης 800 mg τρεις φορές ημερησίως). Στην δοσολογία των 

50mg, το ποσοστό των διατρήσεων, ελκών ή αιμορραγιών  αριθμητικώς ήταν 

υψηλότερο σε σύγκριση με τα 25mg, ωστόσο παρέμεινε χαμηλότερο από τον κίνδυνο, 

με βάση συνδυασμένα στοιχεία για τα ΜΣΑΦ που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις 

μελέτες. Οι ασθενείς που διέκοψαν το φάρμακο λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών από το 

γαστρεντερικό σε διάστημα πάνω από 12 μήνες, ήταν λιγότεροι στην ομάδα του 

rofecoxib. Τα ποσοστά εμφάνισης προκαθορισμένων ομάδων ανεπιθύμητων 

ενεργειών από το γαστρεντερικό, ήταν μικρότερα με rofecoxib για διάστημα 

χορήγησης μεγαλύτερο από 12 μήνες.  Η διαφορά αυτή ήταν μεγαλύτερη κατά τη 

διάρκεια των πρώτων 6 μηνών.

Παρόμοια μείωση στην εμφάνιση των διατρήσεων , ελκών και αιμορραγιών (ΔΕΑ) 

παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια μεγάλης κλινική μελέτης ( περίπου 8000 ασθενών ) 

σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οι ασθενείς που ελάμβαναν ασπιρίνη για 

καρδιαγγειακή προφύλαξη , αποκλείστηκαν από την μελέτη. Η χορήγηση rofecoxib 50 

mg μια φορά ημερησίως ( δύο φορές την μέγιστη συνιστώμενη δόση) σε σύγκριση με 

την ναπροξένη 500mg δύο φορές ημερησίως ,συσχετίσθηκε με σημαντική μείωση  στα 

ποσοστά  γαστρενερικών συμβαμάτων :  Διατρήσεις, Ελκη, Αιμορραγίες /ΔΕΑ (2.08 

συμβάματα κάθε 100 ασθενείς-έτη έναντι 4.49 συμβαμάτων  κάθε 100 ασθενείς-έτη), 

διατρήσεις, Ελκη, Αιμορραγίες /ΔΕΑ με επιπλοκές (0.59 συμβάματα κάθε 100 

ασθενείς-έτη έναντι 1.37 συμβαμάτων  κάθε 100 ασθενείς-έτη ) και αιμορραγίες 

ανώτερου ή κατώτερου γαστρεντερικού ((1.15 συμβάματα κάθε 100 ασθενείς-έτη 

έναντι 3.04 συμβαμάτων  κάθε 100 ασθενείς-έτη )

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Το rofecoxib μετά από χορήγηση από το στόμα απορροφάται καλά στις συνιστώμενες 

δόσεις των 12.5mg και 25mg.  H μέση τιμή της βιοδιαθεσιμότητας μετά από χορήγηση 

από το στόμα είναι περίπου 93%. Μετά από δόση 25mg εφάπαξ ημερησίως σε 

σταθεροποιημένη κατάσταση, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (μέση γεωμετρική 

Cmax=0,305mcg/ml) παρατηρήθηκε σε δύο έως τέσσερις ώρες περίπου (Τmax) μετά 

τη χορήγηση σε νήστεις ενήλικες.  Η γεωμετρική μέση περιοχή κάτω από την 

καμπύλη (AUC

24hr ) ήταν 3,87 mcg • hr/ml. Tα δισκία PEROXXκαι το πόσιμο 

εναιώρημα PEROXX είναι βιοϊσοδύναμα.

 Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του rofecoxib.

             Κατανομή

Το rofecoxib δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 85% περίπου σε 

συγκεντρώσεις 0,05 mcg/ml έως 25 mcg /ml.  O ογκος κατανομής (Vdss)  στον 

άνθρωπο είναι 100 λίτρα περίπου (περίπου 1,55 L/kg).

Το rofecoxib διαπερνά τον πλακούντα στους αρουραίους και τα κουνέλια και τον 

αιματοεγκεφαλικό φραγμό στους αρουραίους.

Μεταβολισμός

Το rofecoxib μεταβολίζεται εκτεταμένα με περίπου 1.% της δόσης να ανακτάται στα 

ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.  Η κύρια μεταβολική οδός είναι η ηπατική αναγωγή 

που καταλήγει σε σύνθεση cis – και  trans – δίυδρο rofecoxib (ως υδροξυοξέα) και όχι 

η οξείδωση μέσω των ενζύμων του κυτοχρώματος P 450 (CYP).

Στον άνθρωπο έχουν εντοπισθεί έξι μεταβολίτες.  Οι κύριοι μεταβολίτες ήταν cis- και 

trans – δίυδρο rofecoxib (ως υδροξυοξέα), οι οποίοι αποτελούν το 56% της 

ραδιενέργειας που ανακτάται στα ούρα και ο μεταβολίτης 5-υδρόξυ γλυκουρονίδιο ο 

οποίος είναι υπεύθυνος για ένα επιπλέον 9% της ραδιενέργειας που ανακτάται στα 

ούρα.  Οι κύριοι αυτοί μεταβολίτες είτε δεν είχαν καμμία δραστικότητα ως αναστολείς 

της κυκλοοξυγονάσης ή είχαν μόνο ασθενή τοιαύτη  ως αναστολείς της COX-2.

Απομάκρυνση

Μετά από χορήγηση από το στόμα  ραδιοσημασμένης δόσης rofecoxib 125mg σε υγιή 

άτομα, 72% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 14% στα κόπρανα.

Η απομάκρυνση του rofecoxib επισυμβαίνει αποκλειστικά μέσω του μεταβολισμού 

του, ακολουθούμενη από νεφρική απέκκριση. Οι συγκεντρώσεις του rofecoxib σε 

σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται εντός τεσσάρων  ημερών, με εφάπαξ 

ημερήσια χορήγηση  25mg, με ρυθμό συσσώρευσης περίπου 1.7 που αντιστοιχεί σε 

συνολικό χρόνο ημίσειας ζωής 17 ώρες περίπου.  Η κάθαρση στο πλάσμα 

υπολογίζεται ότι είναι περίπου 120ml/min για μία δόση 25mg.

Xαρακτηριστικά σε Ασθενείς

Hλικιωμένοι: Η φαρμακοκινητική του φαρμάκου στους ηλικιωμένους ασθενείς (65 

ετών και άνω) είναι παρόμοια με αυτή σε νεώτερους ασθενείς. Η συστηματική έκθεση 

είναι περίπου 30% μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους σε σχέση με τους νεώτερους 

(βλέπε 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης). 

Γένος:  Η φαρμακοκινητική του rofecoxib είναι παρόμοια σε άνδρες και γυναίκες.

Ηπατική ανεπάρκεια:  Οι κιρρωτικοί ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια 

(βαθμολογία Child-Pugh 5-6) στους οποίους χορηγήθηκε εφ’άπαξ δόση 25mg είχαν 

μέση AUC παρόμοια με εκείνη των υγιών ατόμων στα οποία χορηγήθηκε η ίδια δόση. 

Οι ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια  (βαθμολογία Child-Pugh 7-9) είχαν περίπου 

69% υψηλότερη μέση AUC από εκείνη των υγιών ατόμων στα οποία χορηγήθηκε η 

ίδια δόοση.  Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με σοβαρή 

ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh >9) (βλέπε 4.2 Δοσολογία και τρόπος 

χορήγησης και 4.3 Αντενδείξεις).  

Νεφρική ανεπάρκεια: Η φαρμακοκινητική εφ’άπαξ δόσης 50mg rofecoxib σε ασθενείς 

με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υφίστανται αιμοδιάλυση, δεν ήταν 

σημαντικά διαφορετική από αυτή σε υγιή άτομα.  Η συμβολή της αιμοδιάλυσης στην 

απομάκρυνση (κάθαρση διάλυσης περίπου 40ml/min) ήταν αμελητέα (Βλέπε 4.3 

Αντενδείξεις και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη 

χρήση). 

Παιδιατρικοί ασθενείς: Δεν έχει μελετηθεί η φαρμακοκινητική του rofecoxib σε 

παιδιατρικούς ασθενείς.

5.3 Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας

Σε προκλινικές μελέτες, αποδείχθηκε ότι το rofecoxib δεν είναι γονοτοξικό, 

μεταλλαξιογόνο ή καρκινογόνο. 

Σε μία μελέτη χρόνιας τοξικότητας σε αρουραίους, το rofecoxib προκάλεσε εντερικά 

έλκη σε δόσεις παρόμοιες και ελάχιστα υψηλότερες από τη θεραπευτική δόση στον 

άνθρωπο, με βάση τη συστηματική έκθεση. Σε έκθεση αρκετές φορές πάνω από τη 

θεραπευτική δοσολογία στον άνθρωπο επήχθη στον αρουραίο νεφρική σωληναριακή 

βασεοφιλία και σε υψηλότερη έκθεση, νέκρωση των νεφρικών θηλών. Σε υψηλές 

δόσεις , εμφανίσθηκαν νεφρικές και γαστρεντερικές ανωμαλίες επίσης στο σκύλο.  

 Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας έδειξαν ότι το rofecoxib (σε δόσεις ≥ 2 φορές 

τη συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία στον άνθρωπο) μείωσε τη γονιμότητα και την 

εμβρυϊκή επιβίωση στον αρουραίο. Παρατηρήθηκε επίσης μία σχετιζόμενη με τη 

θεραπεία μείωση στη διάμετρο του αρτηριακού πόρου, ένα εύρημα γνωστό ότι 

συνδέεται με μη-εκλεκτικούς αναστολείς της κυκλο-οξυγενάσης (ΜΣΑΦ). Μελέτες 

τοξικότητας αναπαραγωγής που έγιναν σε αρουραίους και κουνέλια δεν έχουν δώσει 

ενδείξεις για διαταραχές στην ανάπτυξη σε δόσεις έως και 50mg/kg/ημέρα (στους 

αρουραίους αυτό αντιπροσωπεύει δοσολογία περίπου 29 φορές πάνω από τη 

συνιστώμενη δοσολογία στον άνθρωπο βάσει της συστηματικής έκθεσης). (Βλέπε 4.3 

Αντενδείξεις και 4.6 Kύηση και γαλουχία). Ωστόσο στα κουνέλια δεν έχει 

προσδιορισθεί το μεταβολικό προφίλ και έτσι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η κλινική 

συνάφεια του μοντέλου αυτού. 

Στοιχεία από μία διασταυρούμενη μελέτη έδειξαν τοξικότητα στα μικρά των σκύλων, 

πιθανότατα, εξ’ αιτίας έκθεσης μέσω του γάλακτος από μητέρες που ελάμβαναν 

αγωγή (Βλέπε 4.6 Kύηση και γαλουχία).

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

xanthan gum, sorbitol solution, sodium citrate dihydrate, citric acid monohydrate, 

strawberry flavour (Givaudan Roure) και purified water.Τα sodium methylparaben και 

sodium propylparaben προστίθενται ως συντηρητικά.

6.2 Ασυμβατότητες

Καμμία

6.3 Χρόνος ζωής

24 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Αδιαφανές (αmper) γυάλινο μπουκάλι με πώμα ασφαλείας για τα παιδιά, που περιέχει 

150 ml πόσιμου εναιωρήματος. Σε κάθε συσκευασία εσωκλείεται δοσιμετρικό 

κοχλιάριο (κουταλάκι) των  5ml.

Κάθε συσκευασία περιέχει 1 μπουκάλι.

6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού

Καμμία

7. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

BIANEΞ Α.Ε

Οδός Τατο?ου,

Ταχ.Θυρ. 52894,

            146 10 Νέα Ερυθραία

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ