PACLITOL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PACLITOL 6 MG/ML C/S.SOL.IN
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • L01CD01
  • Δοσολογία:
  • 6 MG/ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PACLITOL 6 MG/ML C/S.SOL.IN
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

φύλλο οδηγιών χρήσης

P A C L I T O L

Πακλιταξέλη

1. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ:      PACLITOL

Μορφή:               CS.SOL.INF.  

Περιεκτικότητα: 6 mg /ml

1.2. ΣΥΝΘΕΣΗ 

Δραστική ουσία :  Πακλιταξέλη

Έκδοχα : Polyoxyl castor oil, ethanol anhydrous.

1.3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ  

Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση 

1.4. ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ

1 vial (30mg) x 5 ml (monodose)

1 vial (100mg) x 16,7 ml (multidose)

1 vial (300mg) x 50 ml (multidose)

1.5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ

Το PACLITOL 6 mg/ml  είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρό κίτρινο πυκνόρευστο διάλυμα.

 Κουτί με φιαλίδιο 5 ml που περιέχει 30 mg πακλιταξέλης. Φιαλίδιο άχρωμο από γυαλί τύπου 

Ι  χωρητικότητας 5 ml. Το φιαλίδιο φέρει πώμα από fluoropolymercoated bromobutyl και 

ασφαλίζεται με αλουμινένιο κυάθιο. 

 Κουτί με φιαλίδιο 16,7 ml που περιέχει 100 mg πακλιταξέλης. Φιαλίδιο άχρωμο από γυαλί 

τύπου Ι  χωρητικότητας 20ml. Το φιαλίδιο φέρει πώμα από fluoropolymercoated bromobutyl 

και ασφαλίζεται με αλουμινένιο κυάθιο. 

 Κουτί με φιαλίδιο 50  ml που περιέχει 300 mg πακλιταξέλης. Φιαλίδιο άχρωμο από γυαλί 

τύπου Ι  χωρητικότητας 50 ml. Το φιαλίδιο φέρει πώμα από fluoropolymercoated bromobutyl 

και ασφαλίζεται με αλουμινένιο κυάθιο. 

1.6. ΦΑΡΜΑΚΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 

Κυτταροστατικός παράγοντας

1.7. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 

ΦΑΡΜΑΝΕΛ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε

Λεωφ. Μαραθώνος 106,  

T.K 153 44 ΓΕΡΑΚΑΣ – ΑΤΤΙΚΗΣ

Τηλ. 210 60 48 560 

Fax: 210 66 13 013

1.8. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΣ 

EBEWE PHARMA GES M.B.H.NFG KG, AUSTRIA

2. ΤΙ   ΠΡΕΠΕΙ   ΝΑ   ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ   ΓΙΑ   ΤΟ   ΦΑΡΜΑΚΟ   ΠΟΥ   ΣΑΣ   ΧΟΡΗΓΗΣΕ   Ο 

ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΑΣ

2.1. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Η πακλιταξέλη είναι ένα νέο αντιμικροσωληναριακό φάρμακο που προάγει τη συνένωση των 

μικροσωληναρίων   από   τα   διμερή   της   τουβουλίνης   και   σταθεροποιεί   τα   μικροσωληνάρια 

εμποδίζοντας  τον   αποπολυμερισμό  τους.   Η σταθεροποίηση  αυτή  έχει  σαν  αποτέλεσμα   την 

αναστολή της φυσιολογικής δυναμικής αναδιοργάνωσης του δικτύου των μικροσωληναρίων 

που είναι απαραίτητη για τις μεταξύ των φάσεων και τις μιτωτικές ζωτικές λειτουργίες του 

κυττάρου.   Επιπλέον,   η   πακλιταξέλη   προκαλεί   ανώμαλες   διατάξεις   ή   δεσμίδες 

μικροσωληναρίων σε όλη τη διάρκεια  του  κυτταρικού  κύκλου  και  πολλαπλές  αστεροειδείς 

διατάξεις των μικροσωληναρίων κατά τη μίτωση.

Στην   χημειοθεραπεία   πρώτης   γραμμής   καρκίνου   των   ωοθηκών,   η   ασφάλεια   και   η 

αποτελεσματικότητα   της   πακλιταξέλης   αξιολογήθηκε   σε   δύο   μεγάλες,   τυχαιοποιημένες, 

ελεγχόμενες   (σε   σύγκριση   με   750mg/m 2   κυκλοφωσφαμίδης/75mg/m 2   σισπλατίνης)   μελέτες. 

Στη μελέτη (B-MS  CA  139-209) περισσότεροι από 650 ασθενείς με στάδιο ΙΙ

  ,  III  ή  IV 

πρωτογενούς   καρκίνου   των   ωοθηκών,   έλαβαν   κατά   μέγιστο   όριο   9   θεραπευτικά   σχήματα 

πακλιταξέλης   (175mg/m 2   σε   3ωρη   έγχυση)   ακολουθούμενα   από   σισπλατίνη   (75mg/m 2 )   ή 

φάρμακο αναφοράς. Η δεύτερη μεγάλη μελέτη (GOG-111/B-MS CA 139-022) αξιολόγησε ένα 

μέγιστο   όριο   6   θεραπευτικών   σχημάτων   ή   πακλιταξέλη   (135mg/m 2   με   24ωρη   έγχυση) 

ακολουθούμενα από σισπλατίνη (75mg/m 2 ) ή φάρμακο αναφοράς σε περισσότερους από 400 

ασθενείς με στάδιο III/ΙV πρωτογενούς καρκίνου των ωοθηκών, με υπολειπόμενη νόσο >1cm 

μετά από λαπαροτομία για σταδιοποίηση ή με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Αν και οι δύο 

διαφορετικές δοσολογίες πακλιταξέλης δεν συγκρίθηκαν η μία ως προς την άλλη άμεσα, και 

στις   δύο   μελέτες   οι   ασθενείς   που   έλαβαν   θεραπεία   με   πακλιταξέλη   σε   συνδυασμό   με 

σισπλατίνη είχαν ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης, μεγαλύτερο χρόνο για να 

εμφανίσουν επιδείνωση και μακρύτερο χρόνο επιβίωσης, σε σύγκριση με την καθιερωμένη 

θεραπεία. Αυξημένη νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία αλλά ελαττωμένη μυελοκαταστολή, 

παρατηρήθηκε σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών, στους οποίους χορηγήθηκε 

πακλιταξέλη   /σισπλατίνη   με   3ωρη   έγχυση   σε   σύγκριση   με   ασθενείς   οι   οποίοι   έλαβαν 

κυκλοφωσφαμίδη/σισπλατίνη.

Κατά την επικουρική αγωγή του καρκίνου του μαστού, 3121 ασθενείς με καρκίνο του μαστού 

με θετικούς λεμφαδένες έλαβαν επικουρική θεραπεία πακλιταξέλης ή καμία χημειοθεραπεία 

μετά από 4 θεραπευτικά σχήματα δοξορουβικίνης και κυκλοφωσφαμίδης (CALGB 9344, BMS 

CA  139-223).   Η   διάμεση   παρακολούθηση   ήταν   69   μήνες.   Συνολικά,   οι   ασθενείς   της 

πακλιταξέλης  παρουσίασαν σημαντική  μείωση κατά 18% του κινδύνου  επανεμφάνισης  της 

νόσου σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο  AC  (p=0,0014), και σημαντική μείωση 

κατά   19%   του   κινδύνου   θανάτου   σε   σχέση   με   τους   ασθενείς   που   έλαβαν   μόνο  AC. 

Αναδρομικές αναλύσεις δείχνουν όφελος σε όλες τις υποομάδες των ασθενών. Σε ασθενείς με 

όγκους   με   αρνητικούς   ορμονικούς   υποδοχείς/άγνωστους,   η   μείωση   του   κινδύνου 

επανεμφάνισης της νόσου ήταν 28% (95%CI: 0,59-0,86). Στην υποομάδα των ασθενών  με 

όγκους με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς, η μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου 

ήταν 9% (95%CI: 0,78-1,07). Ωστόσο, η σχεδίαση της μελέτης δεν ερεύνησε την επίδραση της 

παρατεταμένης θεραπείας με  AC  πέραν των 4 κύκλων. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί με βάση 

μόνο τη μελέτη αυτή ότι τα παρατηρηθέντα αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται εν μέρει στη 

διαφορά της διάρκειας της χημειοθεραπείας μεταξύ των δύο βραχιόνων (AC  4κύκλοι,  AC  + 

πακλιταξέλη 8 κύκλοι).

Επομένως, η επικουρική θεραπεία με πακλιταξέλη πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική της 

παρατεταμένης θεραπείας με AC.

Σε   μια   δεύτερη   μεγάλη   κλινική   μελέτη   στην   επικουρική   αγωγή   καρκίνου   με   θετικούς 

λεμφαδένες, με παρόμοια σχεδίαση, 3060 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ή να μη 

λάβουν τέσσερα σχήματα πακλιταξέλης στην υψηλότερη δόση των 225 mg/m 2  μετά τέσσερα 

σχήματα  AC  (NSABP  B-28,  BMS  CA  139-270).   Μετά   από   διάμεση   παρακολούθηση   64 

μηνών, οι ασθενείς της πακλιταξέλης παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 17% του κινδύνου 

επανεμφάνισης  της   νόσου  σε  σχέση  με   τους   ασθενείς   που   έλαβαν  μόνο  AC  (p=0,006).  Η 

θεραπεία με πακλιταξέλη σχετίσθηκε με μείωση του κινδύνου του θανάτου κατά 7% (95%CI: 

0,78-1,12).   Όλες   οι   αναλύσεις   των   υποομάδων   ευνοούν   το   σχήμα   της   πακλιταξέλης.   Στη 

μελέτη αυτή οι ασθενείς με όγκους με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς παρουσίασαν μείωση 

του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου κατά 23% (95%CI: 0,6-0,92). Στην υποομάδα των 

ασθενών   με   όγκους   με   αρνητικούς   ορμονικούς   υποδοχείς   η   μείωση   του   κινδύνου 

επανεμφάνισης της νόσου ήταν 10% (95%CI: 0,7-1,11).

Στη θεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, η αποτελεσματικότητα 

και η ασφάλεια της πακλιταξέλης αξιολογήθηκαν σε δύο καίριες, φάσης III, τυχαιοποιημένες, 

ελεγχόμενες,   ανοικτές   μελέτες.   Στην   πρώτη   μελέτη   (BMS  CA  139-278),   ο   συνδυασμός 

δοξορουβικίνης  bolus  (50mg/m 2 )   που   ακολουθείται   μετά   από   24   ώρες   από   πακλιταξέλη 

(220mg/m 2   με   3-ωρη   έγχυση)   (ΑΤ)   σε   σύγκριση   με   το   καθιερωμένο   σχήμα  FAC  (5-FU 

500mg/m 2  , δοξορουβικίνη 50mg/m 2  , κυκλοφωσφαμίδη 500mg/m 2 ), χορηγούμενα και τα δύο 

κάθε   τρεις   εβδομάδες   για   οκτώ   κύκλους   θεραπείας.   Στην   τυχαιοποιημένη   αυτή   μελέτη 

εντάθηκαν   267   ασθενείς   με   μεταστατικό   καρκίνο   του   μαστού,   που   είτε   δεν   είχαν 

προηγουμένως λάβει χημειοθεραπεία ή είχαν λάβει χημειοθεραπεία μόνο χωρίς ανθρακυκλίνη 

κατά την επικουρική ρύθμιση. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική διαφορά στο χρόνο για την 

πρόοδο της νόσου για τους ασθενείς που έλαβαν ΑΤ σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν FAC 

(8,2 έναντι 6,2 μήνες,  p=0,029). Η μέση τιμή επιβίωσης ήταν προς όφελος του συνδυασμού 

πακλιταξέλης/δοξορουβικίνη   έναντι  FAC  (23,0   έναντι   18,3   μήνες,  p=0,004).   Στις   ομάδες 

θεραπείας ΑΤ και FAC το 44% και 48% αντίστοιχα έλαβαν αναμνηστική χημειοθεραπεία που 

περιελάμβανε ταξάνες στο 7% και 50% αντίστοιχα. Η συνολική αναλογία αντίδρασης ήταν 

επίσης σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα ΑΤ σε σύγκριση με την ομάδα  FAC  (68% έναντι 

55%).   Πλήρεις   ανταποκρίσεις   διαπιστώθηκαν   στο   19%   της   ομάδας   ασθενών   της 

πακλιταξέλης   /   δοξορουβικίνης   έναντι   8%   της   ομάδας   ασθενών   της  FAC.   Όλα   τα 

αποτελέσματα   δραστικότητας   έχουν   εκ   των   υστέρων   επιβεβαιωθεί   από   τυφλή   ανεξάρτητη 

ανασκόπηση.

Στην   δεύτερη   καίρια   μελέτη,   η   αποτελεσματικότητα   και   η   ασφάλεια   του   συνδυασμού 

πακλιταξέλη   και  Herceptin®   αξιολογήθηκαν   σε   σχεδιασμένη   ανάλυση   μιας   υποομάδας 

(ασθενείς   με   μεταστατικό   καρκίνο   του   μαστού,   οι   οποίοι   είχαν   λάβει   προηγουμένως 

συμπληρωματική θεραπεία με ανθρακυκλίνες) της μελέτης  HO648g. Η αποτελεσματικότητα 

του  Herceptin®   σε   συνδυασμό   με   πακλιταξέλη   σε   ασθενείς   οι   οποίοι   δεν   έλαβαν 

προηγουμένως   συμπληρωματική   θεραπεία   με   ανθρακυκλίνες,   δεν   έχει   αποδειχθεί.   Ο 

συνδυασμός  trastuzumab  (4mg/kg  δόση   εφόδου   και   μετά   2mg/kg  εβδομαδιαία)   και 

πακλιταξέλη (175mg/m 2 ) με 3ωρη έγχυση, κάθε τρεις εβδομάδες συγκρίθηκε με μονοθεραπεία 

πακλιταξέλη   (175mg/m 2 )   με   3ωρη   έγχυση,   κάθε   τρεις   εβδομάδες   σε   188   ασθενείς   με 

μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του  HER2 (2+ ή 3+ όπως μετρήθηκε με 

ανοσοϊστοχημεία)   στους   προθεραπευμένους   με   ανθρακυκλίνες   ασθενείς.   Η   πακλιταξέλη 

χορηγήθηκε   κάθε   3  εβδομάδες   για  τουλάχιστον   6   κύκλους   θεραπείας,  ενώ   το  trastuzumab 

χορηγήθηκε εβδομαδιαίως μέχρι τη πρόοδο της νόσου. Η μελέτη έδειξε ένα σημαντικό όφελος 

για το συνδυασμό πακλιταξέλη/trastuzumab όσον αφορά το χρόνο μέχρι την πρόοδο της νόσου 

(6,9   έναντι   3,0   μήνες),   το   ποσοστό   ανταπόκρισης   (41%   έναντι   17%)   και   τη   διάρκεια 

ανταπόκρισης (10,5 έναντι 4,5 μήνες) όταν συγκρίθηκε με μονοθεραπεία πακλιταξέλης. Η πιο 

σημαντική  τοξικότητα   που  παρατηρήθηκε   με   το  συνδυασμό  πακλιταξέλη/trastuzumab  ήταν 

καρδιακή δυσλειτουργία (βλέπε 2.8.).

Στην θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού  καρκίνου  του πνεύμονα, η πακλιταξέλη 

175mg/m 2  ακολουθούμενη από σισπλατίνη 80mg/m 2  έχει αξιολογηθεί σε δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ 

(367 ασθενείς σε σχήματα που περιλάμβαναν πακλιταξέλη). Και οι δύο ήταν τυχαιοποιημένες 

μελέτες.   Η   μία   σύγκρινε   την   αγωγή   με   σισπλατίνη   100mg/m 2   ,   η   άλλη   χρησιμοποίησε 

τενιποσίδη 100mg/m 2   ακολουθούμενη από σισπλατίνη 80mg/m 2   ως συγκριτικό θεραπευτικό 

σχήμα (367 ασθενείς στο συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα). Τα αποτελέσματα των μελετών ήταν 

παρόμοια.   Για   την   κύρια   έκβαση,   τη   θνησιμότητα,   δεν   διαπιστώθηκε   σημαντική   διαφορά 

μεταξύ του σχήματος που περιλάμβανε πακλιταξέλη και του συγκριτικού σχήματος (διάμεσοι 

χρόνοι επιβίωσης 8,1 και 9,5 μήνες στα σχήματα που περιελάμβαναν πακλιταξέλη 8,6 και 9,9 

μήνες με τα συγκριτικά σχήματα). Παρομοίως για το διάστημα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της 

νόσου δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των σχημάτων θεραπείας. Σημειώθηκε 

σημαντική   ωφέλεια   όσον   αφορά   τα   ποσοστά   κλινικής   ανταπόκρισης.   Τα   αποτελέσματα 

ποιότητας ζωής δείχνουν όφελος με τα σχήματα που περιλαμβάνουν την πακλιταξέλη όσον 

αφορά την ανορεξία και παρέχουν σαφείς ενδείξεις της κατωτερότητας των σχημάτων που 

περιλαμβάνουν πακλιταξέλη όσον αφορά την περιφερική νευροπάθεια (p<0,008).

Κατά τη θεραπεία του KS που σχετίζεται με AIDS, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της 

πακλιταξέλης ερευνήθηκαν σε μη συγκριτικές μελέτες, σε ασθενείς με προχωρημένο KS, που 

προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε συστηματική χημειοθεραπεία. Το πρωταρχικό καταληκτικό 

σημείο ήταν η καλύτερη ανταπόκριση του όγκου. Από τους 107 ασθενείς οι 63 θεωρήθηκαν 

ανθεκτικοί  σε λιποσωμιακές  ανθρακυκλίνες. Η υποομάδα αυτή των ασθενών θεωρείται ότι 

αποτελούν   τον   πληθυσμιακό   πυρήνα   αποτελεσματικότητας.   Το   γενικό   ποσοστό   επιτυχίας 

(πλήρους/μερικής ανταπόκρισης) μετά από 15 κύκλους θεραπείας ήταν 57% (CI  44-70%) σε 

ασθενείς ανθεκτικούς σε λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη. Τα αποτελέσματα για περισσότερες από 

το 50% των ανταποκρίσεων παρουσιάσθηκαν μετά από τους 3 πρώτους κύκλους θεραπείας. Τα 

αποτελέσματα των ασθενών που ανθίστανται στη λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη ήταν συγκρίσιμα 

για ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί ποτέ σε θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης (55,6%) και 

αυτών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ένα αναστολέα πρωτεάσης τουλάχιστον 2 μήνες πριν 

από τη θεραπεία με πακλιταξέλη (60.9%). Ο μέσος χρόνος για την εξέλιξη της νόσου στην 

κατηγορία αυτή των ασθενών ήταν 468 ημέρες (95% CI 257-NE). Ο μέσος χρόνος επιβίωσης 

δεν μπορεί να υπολογισθεί, το χαμηλότερο όμως όριο 95%, ήταν 617 ημέρες για την κατηγορία 

αυτή των ασθενών.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες : Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η πακλιταξέλη παρουσιάζει 

διφασική   πτώση   των   συγκεντρώσεων   του   πλάσματος.   Οι   φαρμακοκινητικές   ιδιότητες   της 

πακλιταξέλης   προσδιορίσθηκαν  μετά  από  3ωρη  και   24ωρη  έγχυση   σε  δόσεις  135  και   175 

mg/m 2 . Οι εκτιμηθείσες μέσες τιμές τελικού χρόνου ημιζωής κυμάνθηκαν μεταξύ 3,0 και 52,7 

ωρών   και   οι   μέσες   μη   διαμερισματικές   (τμηματικές)   τιμές   ολικής   σωματικής   κάθαρσης 

κυμάνθηκαν μεταξύ 11,6-24,0 L/hr/m 2 . Η ολική σωματική κάθαρση φαίνεται ότι ελαττώνεται 

με   υψηλότερες   συγκεντρώσεις   πακλιταξέλης   στο   πλάσμα.   Ο   μέσος   όγκος   κατανομής   στη 

σταθερή   κατάσταση   κυμάνθηκε   από   198   έως   688  L/m 2 ,   ενδεικτικό   της   εκτεταμένης 

εξωαγγειακής κατανομής και/ή της δέσμευσης της πακλιταξέλης από τους ιστούς. Με 3ωρη 

έγχυση, αυξανόμενες δόσεις έχουν σαν αποτέλεσμα μη γραμμική φαρμακοκινητική. Σε αύξηση 

κατά 30% της δόσης, από 135mg/m 2  σε 175mg/m 2 , οι τιμές των   C

 και AUC

0àοο  αυξήθηκαν 

κατά 75% και 81% αντίστοιχα. 

Μετά από μια ενδοφλέβια δόση 100mg/m 2 , η οποία χορηγήθηκε ως έγχυση 3 ωρών σε 19 

ασθενείς με KS η διάμεση C

 ήταν 1.530 ng/ml (εύρος διακύμανσης 761 έως 2.860 ng/mL) 

και   η   διάμεση  AUC  5.619  ng.hr/ml  (εύρος   διακύμανσης   2.609   έως   9.428  ng.hr/mL).   Η 

κάθαρση ήταν 20,6 l/h/m 2  (εύρος διακύμανσης 11-38) και ο όγκος κατανομής 291 l/m 2  (εύρος 

διακύμανσης   121-638).   Η   μέση   τελική   ημι-ζωή   απέκκρισης   ήταν   23,7   ώρες   (εύρος 

διακύμανσης 12-33). 

Η μεταξύ ασθενών διακύμανση στη συστηματική έκθεση σε πακλιταξέλη ήταν ελάχιστη. Δεν 

υπάρχει ένδειξη συσσώρευσης της πακλιταξέλης με πολλαπλές χορηγήσεις. 

In vitro μελέτες της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού δείχνουν ότι, κατά μέσον 

όρο, το φάρμακο συνδέεται σε ποσοστό 89-98%. Η παρουσία της σιμετιδίνης, της ρανιτιδίνης, 

της δεξαμεθαζόνης ή της διφαινυδραμίνης δεν επηρέασαν τη σύνδεση της πακλιταξέλης με τις 

πρωτεΐνες. 

Η   αποβολή   της   πακλιταξέλης   δεν   έχει   διευκρινισθεί   πλήρως   στον   άνθρωπο.   Μέσες   τιμές 

αθροιστικής ανάκτησης αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα κυμαίνονται από 1,3 μέχρι 12,6% 

της δόσεως, ενδεικτικό εκτεταμένης μη νεφρικής κάθαρσης. Ο μεταβολισμός στο ήπαρ και 

χολική κάθαρση ίσως είναι οι κύριοι μηχανισμοί αποβολής της πακλιταξέλης. Η πακλιταξέλη 

φαίνεται   ότι   αρχικά   μεταβολίζεται   από   τα   ένζυμα   του   κυτοχρώματος   Ρ450.   Μετά   από 

χορήγηση ραδιοεπισημασμένης πακλιταξέλης, 26,2 και 6% κατά μέσον όρο της ραδιενέργειας 

αποβλήθηκε   στα   κόπρανα   ως   6α-hydroxypaclitaxel,   3’-p-hydroxypaclitaxel  και   6α-   3’-p-

dihydroxy-paclitaxel,   αντίστοιχα.   Ο  σχηματισμός   αυτών   των   υδροξυλιωμένων   μεταβολιτών 

καταλύεται από το  CYP2C8, από το –3Α4 και από τα δύο –2C8 και –3A4 αντιστοίχως. Η 

επίδραση της ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας στην αποβολή της πακλιταξέλης μετά από 

3ωρη έγχυση δεν έχει επίσημα ερευνηθεί. Φαρμακοκινητικές παράμετροι που ελήφθησαν από 

ένα ασθενή σε αιμοκάθαρση που έλαβε 3ωρη έγχυση 135mg/m 2  ήταν μέσα στα όρια των τιμών 

που είχαν καθοριστεί σε ασθενείς που δεν έκαναν αιμοκάθαρση. 

Στις κλινικές μελέτες όπου η πακλιταξέλη και η δοξορουβικίνη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα, η 

κατανομή και η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των μεταβολιτών της είχαν επιμηκυνθεί. Η 

συνολική έκθεση πλάσματος στην δοξορουβικίνη ήταν 30% υψηλότερη όταν η πακλιταξέλη 

ακολούθησε   αμέσως   μετά   τη   δοξορουβικίνη   απ’   ότι   όταν   υπήρχε   ένα   διάστημα   24   ωρών 

μεταξύ των φαρμάκων. 

Για   τη   χρήση   της   πακλιταξέλης   σε   συνδυασμό   με   άλλες   θεραπείες,   παρακαλούμε   να 

συμβουλευτείτε   τη   Περίληψη   Χαρακτηριστικών   του   Προϊόντος   για   τη   σισπλατίνη,   τη 

δοξορουβικίνη ή τη  trastuzumab  για πληροφορίες για τη χρήση αυτών των φαρμακευτικών 

προϊόντων.

2.2. ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ 

Καρκίνος των ωοθηκών: Στην χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών, 

το PACLITOL ενδείκνυται για ασθενείς με προχωρημένη ή υπολειπόμενη νόσο (>1cm) μετά 

από αρχική λαπαροτομία, σε συνδυασμό με σισπλατίνη.

Στην χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου ωοθηκών, το  PACLITOL  ενδείκνυται 

για   την   θεραπεία   του   μεταστατικού   καρκίνου   των   ωοθηκών   μετά   την   αποτυχία   της 

καθιερωμένης θεραπείας με πλατίνη. 

Καρκίνος του μαστού:   Κατά την επικουρική αγωγή, το PACLITOL ενδείκνυται για τη 

θεραπεία των ασθενών με   καρκίνο του μαστού με θετικούς λεμφαδένες μετά από θεραπεία με 

ανθρακυκλίνη και κυκλοφωσφαμίδη (AC). H επικουρική θεραπεία με PACLITOL πρέπει να 

θεωρείται ως εναλλακτική της παρατεταμένης θεραπείας με AC.

Το  PACLITOL  ενδείκνυται   για   την   αρχική   θεραπεία   του   τοπικά   προχωρημένου   ή 

μεταστατικού καρκίνου του μαστού είτε σε συνδυασμό με μια ανθρακυκλίνη σε ασθενείς για 

τους   οποίους   η   θεραπεία   με   ανθρακυκλίνη   είναι   κατάλληλη,   είτε   σε   συνδυασμό   με 

trastuzumab, σε ασθενείς που έχουν υπερέκφραση του HER-2 σε επίπεδο 3+, όπως καθορίζεται 

από την ανοσοϊστοχημεία και για τους οποίους οι ανθρακυκλίνες δεν είναι κατάλληλες (βλέπε 

2.4. και 2.1).

Σαν μονοθεραπεία, το  PACLITOL  ενδείκνυται για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου 

του   μαστού   σε   ασθενείς   στους   οποίους   έχει   αποτύχει   ή   που   δεν   θα   ήταν   κατάλληλη   η 

καθιερωμένη θεραπεία με ανθρακυκλίνες.

Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα: Το PACLITOL σε συνδυασμό 

με σισπλατίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα σε 

ασθενείς που δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε θεραπευτική χειρουργική επέμβαση και σε/ή 

ακτινοθεραπεία.

Σάρκωμα  Kaposi  σχετιζόμενο   με    AIDS:  Το  PACLITOL  ενδείκνυται   για   τη   θεραπεία 

ασθενών   με   προχωρημένο   σάρκωμα  Kaposi  (KS)   σχετιζόμενο   με    AIDS,   οι   οποίοι   δεν 

αποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία με λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη.

Περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας υποστηρίζουν την ένδειξη αυτή. Περίληψη των 

σχετικών μελετών περιγράφεται στην παράγραφο 2.1. 

2.3. ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Το PACLITOL αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή υπερευαισθησία στην πακλιταξέλη ή σε 

κάποιο έκδοχο, ιδιαίτερα το πολυοξυαιθυλιωμένο καστορέλαιο. (βλέπε 2.4)

Το PACLITOL αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη και την γαλουχία (βλέπε 2.4.2) και δεν θα 

πρέπει   να   χρησιμοποιείται   σε   ασθενείς   με   τιμές   εκκίνησης   ουδετεροφίλων   <   1.500/mm 3 

(  <  1.000/mm 3  για τους ασθενείς με KS).

Στο   Σάρκωμα  Kaposi,   το  PACLITOL  επίσης   αντενδείκνυται   σε   ασθενείς   με   ταυτόχρονες, 

σοβαρές, ανεξέλεγκτες μολύνσεις.   

2.4. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ 

2.4.1. Γενικά 

Το  PACLITOL θα πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ιατρού πεπειραμένου στην χρήση 

αντικαρκινικών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Επειδή μπορεί να εμφανισθούν σημαντικές 

αντιδράσεις υπερευαισθησίας, θα πρέπει να διατίθεται ο κατάλληλος εξοπλισμός υποστήριξης. 

Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε προθεραπεία με κορτικοστεροειδή, αντιϊσταμινικά και 

ανταγωνιστές των Η

  υποδοχέων (βλ. 2.6). Το  PACLITOL θα πρέπει να χορηγείται πριν την 

Σισπλατίνη, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό. (βλ. 2.5)

Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που χαρακτηρίζονται από δύσπνοια και υπόταση 

που απαιτούν θεραπεία, αγγειονευρωτικό οίδημα και γενικευμένη κνίδωση παρατηρήθηκαν σε 

<   1%   των   ασθενών   που   τους   χορηγήθηκε   πακλιταξέλη   μετά   από   επαρκή   προκαταρκτική 

φαρμακευτική αγωγή. Οι αντιδράσεις αυτές οφείλονται πιθανόν στην ισταμίνη. Σε περίπτωση 

σοβαρών   αντιδράσεων   υπερευαισθησίας,   η   έγχυση   του  PACLITOL  θα   πρέπει   αμέσως   να 

διακοπεί,   να   αρχίσει   αμέσως   η   συμπτωματική   θεραπεία   και   να   μην   επαναχορηγηθεί   το 

φάρμακο στον ασθενή.

Η καταστολή του μυελού των οστών (κυρίως ουδετεροπενία) αποτελεί  τοξική εκδήλωση που 

περιορίζει το ύψος της δόσης. Θα πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος του αριθμού των εμμόρφων 

συστατικών του αίματος. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε νέα θεραπεία μέχρις 

ότου τα ουδετερόφιλα επανέλθουν > 1.500/mm 3  (  ≥ 1.000/mm 3  για τους ασθενείς με KS) και τα 

αιμοπετάλια  >  100.000/mm 3   (   ≥   75.000/mm 3   για τους  ασθενείς  με  KS). Κατά την κλινική 

μελέτη για το Σάρκωμα  Kaposi, η πλειοψηφία των ασθενών ελάμβανε αυξητικό παράγοντα 

αποικιών των κοκκιοκυττάρων ( G- CSF).

Σοβαρές   διαταραχές   της   καρδιακής   αγωγιμότητας  αναφέρθηκαν   σπάνια   κατά   τη 

μονοθεραπεία   με  PACLITOL.   Εάν   οι   ασθενείς   αναπτύξουν   σημαντικές   διαταραχές   της 

αγωγιμότητας κατά τη διάρκεια της χορήγησης του  PACLITOL, θα πρέπει να χορηγηθεί η 

κατάλληλη   θεραπεία   και   να   παρακολουθείται   συνεχώς   η   καρδιακή   λειτουργία   κατά   τη 

μετέπειτα   θεραπεία   με   το  PACLITOL.   Υπόταση,   υπέρταση   και   βραδυκαρδία   έχουν 

παρατηρηθεί κατά την χορήγηση πακλιταξέλης. Οι ασθενείς είναι συνήθως ασυμπτωματικοί 

και γενικώς δεν έχουν ανάγκη θεραπείας. Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση των ζωτικών 

σημείων, ιδιαίτερα κατά την πρώτη ώρα της έγχυσης του PACLITOL. Σοβαρά καρδιαγγειακά 

επεισόδια   παρατηρήθηκαν   συχνότερα   σε   ασθενείς   με   μη   μικροκυτταρικό   καρκίνο   του 

πνεύμονα   από   ότι   σε   ασθενείς   με   καρκίνο   του   μαστού   ή   των   ωοθηκών.   Μια   μοναδική 

περίπτωση   καρδιακής   ανεπάρκειας   σχετιζόμενη   με   την   πακλιταξέλη   παρατηρήθηκε   στην 

κλινική μελέτη AIDS –KS.

Όταν   το  PACLITOL  χρησιμοποιείται   σε   συνδυασμό   με   δοξορουβικίνη   ή  trastuzumab  για 

αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην 

παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Όταν οι ασθενείς πρόκειται να υποβληθούν σε 

θεραπεία με  PACLITOL  σε αυτούς τους συνδυασμούς, πρέπει να υποβάλλονται σε αρχική 

καρδιολογική   εκτίμηση,   περιλαμβανομένων,   ιστορικού,   εξέτασης   της   φυσικής   κατάστασης, 

ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογραφήματος  και/ή ραδιοϊσοτοπικής  κοιλιογραφίας  ισορροπίας (MUGA 

scan). Στη συνέχεια η καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται και κατά τη διάρκεια 

της θεραπείας (π.χ. κάθε 3 μήνες). Η παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει να αναγνωρισθούν 

οι   ασθενείς   που   αναπτύσσουν   καρδιακή   δυσλειτουργία.   Οι   θεράποντες   γιατροί   πρέπει   να 

αξιολογούν προσεκτικά τη συσσωρευτική δόση (mg/m 2   ) της ανθρακυκλίνης που χορηγείται 

όταν   παίρνουν   αποφάσεις   σχετικά   με   τη   συχνότητα   της   αξιολόγησης   της   κοιλιακής 

λειτουργίας. Όταν οι εξετάσεις δείχνουν επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας, ακόμη και 

ασυμπτωματική, οι θεράποντες γιατροί πρέπει να υπολογίζουν προσεκτικά τα κλινικά οφέλη 

από   την   περαιτέρω   θεραπεία   έναντι   της   πιθανότητας   να   προκληθεί   καρδιακή   βλάβη, 

περιλαμβανομένης και δυνητικά μη αναστρέψιμης βλάβης. Αν χορηγηθεί επιπλέον θεραπεία,  η 

παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι συχνότερη (π.χ. κάθε 1-2 κύκλους). 

Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του 

Herceptin    ή της δοξορουβικίνης.

???????

????

???????? ???? ??? ?? PACLI TOL

????????????

20 mg ??? ?? ????? *

? ???????????

??? ???????? ??? ?? ?????:

??????? 12 ??? 6 ????

??? ???????? ???????????:

30 ??? 60 ?????

?????????????? **

50 mg ???????????

30 ??? 60 ?????

?????????? ? ??????????

300 mg ???????????

50 mg ???????????

Μολονότι   η   εμφάνιση  περιφερικής   νευροπάθειας  είναι   συχνή,   η   ανάπτυξη   σοβαρών 

συμπτωμάτων είναι σπάνια. Σε βαριές περιπτώσεις, συνιστάται η ελάττωση της δόσης κατά 

20% ( 25% για τους ασθενείς με KS) για όλες τις επόμενες χορηγήσεις του PACLITOL. Στους 

ασθενείς   με   μη   μικροκυτταρικό   καρκίνο   του   πνεύμονα   και   σε   ασθενείς   με   καρκίνο   των 

ωοθηκών, που θεραπεύονται με θεραπεία πρώτης γραμμής, η χορήγηση πακλιταξέλης με 3ωρη 

έγχυση, σε συνδυασμό με σισπλατίνη, είχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης 

νευροτοξικότητας   από   ότι   παρατηρείται   σε   ασθενείς   που   λαμβάνουν   ή   μονοθεραπεία   με 

πακλιταξέλη ή κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.

Οι  ασθενείς   με   ηπατική   δυσλειτουργία  μπορεί   να   βρίσκονται   σε   αυξημένο   κίνδυνο 

τοξικότητας,   ιδιαίτερα   μυελοκαταστολής   ΙΙΙ   και  IV  βαθμού.   Δεν   υπάρχει   ένδειξη   ότι   η 

τοξικότητα   του  PACLITOL  αυξάνεται   όταν   χορηγείται   με   τρίωρη   έγχυση   σε   ασθενείς   με 

ελαφρά διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Όταν το  PACLITOL  χορηγείται με μεγαλύτερης 

διάρκειας έγχυση, μπορεί  να εμφανισθεί αυξημένη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με μέτρια έως 

βαριά   έκπτωση   της   ηπατικής   λειτουργίας.   Οι   ασθενείς   πρέπει   να   ελέγχονται   στενά   για 

ανάπτυξη   έντονης   μυελοκαταστολής   (βλέπε   2.6.)   Δεν   υπάρχουν   επαρκή   δεδομένα   για   τη 

σύσταση αλλαγών στη δοσολογία σε ασθενείς με ήπιες έως μέτριες ηπατικές δυσλειτουργίες 

(βλέπε 2.1).

Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με βαριά χολόσταση κατά την έναρξη της αγωγής. Οι 

ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν πακλιταξέλη.

Επειδή το  PACLITOL  περιέχει αιθανόλη (401,66  mg/ml) θα πρέπει να δίδεται προσοχή για 

πιθανή επίδραση στο ΚΝΣ ή για άλλες επιδράσεις.

Πρέπει   να   λαμβάνεται   ειδική   μέριμνα   ώστε   να   αποφευχθεί   η   χορήγηση   του  PACLITOL 

ενδοαρτηριακώς επειδή σε μελέτες που έγιναν σε πειραματόζωα για την μέτρηση της τοπικής 

ανοχής, σοβαρές αντιδράσεις των ιστών παρουσιάσθηκαν μετά την ενδοαρτηριακή χορήγηση.

Ψευδομεμβρανώδης   κολίτιδα  έχει   σπάνια  αναφερθεί,   περιλαμβανομένων  περιστατικών   σε 

ασθενείς που δεν ελάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με αντιβιοτικά. Αυτή η αντίδραση πρέπει να 

λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση περιπτώσεων σοβαρής ή επίμονης διάρροιας κατά 

τη διάρκεια ή λίγο μετά τη θεραπεία με πακλιταξέλη.

Το PACLITOL σε συνδυασμό με ακτινοβολία στον πνεύμονα, ανεξάρτητα από τη χρονολογική 

σειρά των δύο γεγονότων, μπορεί να συντελέσει στην ανάπτυξη διαμέσου πνευμονίτιδας.

Στους ασθενείς με KS, η εμφάνιση βαριάς βλεννογονίτιδας είναι σπάνια. Εάν παρουσιασθούν 

σοβαρές αντιδράσεις η δόση πακλιταξέλης θα πρέπει να ελαττωθεί κατά 25%. 

2.4.2. Κύηση - Γαλουχία 

Η πακλιταξέλη αποδείχθηκε ότι είναι εμβρυοτοξική στα κουνέλια και ελαττώνει την 

γονιμότητα των αρουραίων. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την χρήση του PACLITOL σε 

εγκύους γυναίκες. Όπως και τα άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα, το PACLITOL μπορεί να 

προκαλέσει βλάβη του εμβρύου και ως εκ τούτου αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της 

εγκυμοσύνης. Στις γυναίκες πρέπει να παρέχεται η συμβουλή να αποφύγουν την εγκυμοσύνη 

κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το PACLITOL και να πληροφορήσουν αμέσως τον ιατρό 

τους σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Δεν είναι γνωστό εάν η πακλιταξέλη απεκκρίνεται στο 

μητρικό γάλα. Το PACLITOL αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Ο θηλασμός θα 

πρέπει να διακόπτεται όσο διαρκεί η θεραπεία.

2.4.3. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχει αποδειχθεί ότι το PACLITOL παρεμβαίνει στην ικανότητα αυτή. Ωστόσο, θα πρέπει 

να σημειωθεί ότι το PACLITOL περιέχει αλκοόλη. (βλ. 2.4 και 1.2)

2.4.4. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα

???????

????

???????? ???? ??? ?? PACLI TOL

????????????

20 mg ??? ?? ????? *

? ???????????

??? ???????? ??? ?? ?????:

??????? 12 ??? 6 ????

??? ???????? ???????????:

30 ??? 60 ?????

?????????????? **

50 mg ???????????

30 ??? 60 ?????

?????????? ? ??????????

300 mg ???????????

50 mg ???????????

Επειδή το  PACLITOL  περιέχει άνυδρο αιθανόλη θα πρέπει να δίδεται προσοχή για πιθανή 

επίδραση στο ΚΝΣ ή για άλλες επιδράσεις.

2.5. ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ Ή ΟΥΣΙΕΣ  

Η κάθαρση της πακλιταξέλης δεν επηρεάζεται από την προθεραπευτική αγωγή με σιμετιδίνη. 

Το προτεινόμενο θεραπευτικό σχήμα της χορήγησης του PACLITOL για την θεραπεία πρώτης 

γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών είναι να χορηγείται  πριν  από την σισπλατίνη. Όταν το 

PACLITOL χορηγείται  πριν από την σισπλατίνη, το φάσμα ασφάλειας του  PACLITOL είναι 

ανάλογο με εκείνο που αναφέρεται όταν χορηγείται σε μονοθεραπεία. Όταν η πακλιταξέλη 

χορηγήθηκε  μετά  την   σισπλατίνη,   οι   ασθενείς   εμφάνισαν   μία   περισσότερο   έκδηλη 

μυελοκαταστολή και περίπου 20% ελάττωση της κάθαρσης της πακλιταξέλης. Οι ασθενείς με 

γυναικολογικούς   καρκίνους   στους   οποίους   χορηγείται   πακλιταξέλη   και   σισπλατίνη,   είναι 

δυνατόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας σε σχέση με τη μονοθεραπεία με 

σισπλατίνη. 

Επειδή η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των ενεργών μεταβολιτών της μπορεί να μειωθεί 

όταν η πακλιταξέλη και η δοξορουβικίνη χορηγούνται χρονικά πλησιέστερα, το  PACLITOL 

για την αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού πρέπει να χορηγείται 24 ώρες 

μετά τη δοξορουβικίνη. (βλέπε 2.1). 

Ο μεταβολισμός της πακλιταξέλης καταλύεται, εν μέρει , από τα ισοένζυμα CYP2C8 και 3A4 

του κυτοχρώματος P450 (βλέπε 2.1). Κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο μεταβολισμός της 

πακλιταξέλης που γίνεται με τη μεσολάβηση του  CYP2C8 σε 6a-hydroxypaclitaxel, είναι η 

κυριότερη μεταβολική οδός για τους ανθρώπους. Ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης, που 

είναι   γνωστός   δραστικός   αναστολέας   του     CYP3A4,   δεν   αναστέλλει   την   απέκκριση   της 

πακλιταξέλης στους ασθενείς. Επομένως, τα δύο φάρμακα μπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς 

αναπροσαρμογή   της   δοσολογίας.   Περαιτέρω   στοιχεία   σχετικά   με   τη   δυνατότητα 

αλληλεπιδράσεων μεταξύ πακλιταξέλης και άλλων υποστρωμάτων/αναστολέων του  CYP3A4 

είναι   περιορισμένα.   Ως   εκ   τούτου,   θα  πρέπει   να   εφιστάται   η  προσοχή,   όταν   χορηγείται   η 

πακλιταξέλη ταυτόχρονα με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν (π.χ. ερυθρομυκίνη, 

φλουοξετίνη,   γεμφιβροζίλη)   ή   επάγουν   (π.χ.   ριφαμπικίνη,   καρβαμαζεπίνη,   φαινυτοϊνη, 

εφαβιρένζη, νεβιραπίνη) είτε το CYP2C8 ή το 3Α4. 

Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με  KS, που λάμβαναν πολλά συγχορηγούμενα 

φάρμακα, δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της πακλιταξέλης ήταν σημαντικά χαμηλότερη 

παρουσία νελφιναβίρης και ριτοναβίρης αλλά όχι παρουσία ινδιναβίρης. Δεν υπάρχει επαρκής 

πληροφόρηση   για   αλληλεπιδράσεις   με   άλλους   αναστολείς   πρωτεασών.   Συνεπώς,   η 

πακλιταξέλη  πρέπει  να  χορηγείται  με   προσοχή  στους   ασθενείς   που   λαμβάνουν   αναστολείς 

πρωτεασών ως συγχορηγούμενη θεραπεία. 

2.6. ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ-ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ 

Σε   όλους   τους   ασθενείς   πρέπει   να   χορηγούνται   κορτικοστεροειδή,   αντιισταμινικά   και 

ανταγωνιστές των H

 υποδοχέων πριν από την έγχυση του PACLITOL, όπως π.χ.

*   8-20 mg  για τους ασθενείς KS

 ή ένα ισοδύναμο αντιισταμινικό π.χ. χλωροφαινυραμίνη

Το  PACLITOL  θα πρέπει να   χορηγείται δια μέσου ενσωματωμένου στη συσκευή εγχύσεως 

φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη  ≤  0,22 μm (βλέπε 2.9).

Χημειοθεραπεία   πρώτης   γραμμής   του   καρκίνου   ωοθηκών:  Αν   και   άλλα   δοσολογικά 

σχήματα βρίσκονται υπό διερεύνηση, συνιστάται μία συνδυασμένη θεραπεία αποτελούμενη 

από το  PACLITOL  και σισπλατίνη. Ανάλογα με τη διάρκεια της έγχυσης, δύο δοσολογικά 

σχήματα  PACLITOL  συνιστώνται: 175  mg/m 2     PACLITOL  χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε 3 

ώρες  ακολουθούμενα  από 75  mg/m 2   σισπλατίνη,  κάθε   τρείς   εβδομάδες   ή  PACLITOL  135 

mg/m 2 ,   με   24ωρη   έγχυση,   ακολουθούμενη   από   75  mg/m 2   σισπλατίνη,   με   διάστημα   3 

εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων. (βλέπε. 2.1)

Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών: Η συνιστώμενη δόση του 

PACLITOL  είναι   175  mg/m 2   ,   που   χορηγείται   μέσα   σε   χρονικό   διάστημα   3   ωρών,   με   3 

εβδομάδων διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.

Επικουρική   χημειοθεραπεία   στον   καρκίνο   του   μαστού:  Η   συνιστώμενη   δόση   του 

PACLITOL είναι 175 mg/m 2  , που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, σε κύκλο 3 

εβδομάδων σε τέσσερα θεραπευτικά σχήματα, μετά τη θεραπεία με AC.

Χημειοθεραπεία   πρώτης   γραμμής   του   καρκίνου   του   μαστού:  Όταν   χρησιμοποιείται   σε 

συνδυασμό με δοξορουβικίνη ( 50 mg/m 2  ), το PACLITOL πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά 

τη   δοξορουβικίνη.   Η   συνιστώμενη   δόση  PACLITOL  είναι   220  mg/m 2   χορηγούμενη 

ενδοφλεβίως   μέσα   σε   χρονικό   διάστημα   3   ωρών,   με   3   εβδομάδων   διάστημα   μεταξύ   των 

θεραπευτικών   σχημάτων   (βλέπε   2.5   και   2.1).   Όταν   χρησιμοποιείται   σε   συνδυασμό   με 

trastuzumab,   η  συνιστώμενη   δόση   του  PACLITOL  είναι  175  mg/m 2   που  χορηγείται 

ενδοφλεβίως   μέσα   σε   χρονικό   διάστημα     3   ωρών,   με   3   εβδομάδων   διάστημα   μεταξύ   των 

θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε 2.1). Η έγχυση με PACLITOL μπορεί να αρχίσει την επόμενη 

ημέρα   από   τη   πρώτη   δόση   του  trastuzumab  ή   αμέσως   μετά   για   τις   επόμενες   δόσεις   του 

trastuzumab, εάν  η προηγούμενη  δόση του  trastuzumab  ήταν καλά ανεκτή  (για λεπτομερή 

δοσολογία του  trastuzumab  βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του 

Herceptin   ).

Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου του μαστού:  Η συνιστώμενη δόση του 

PACLITOL  είναι   175  mg/m 2   ,   που   χορηγείται   μέσα   σε   χρονικό   διάστημα   3   ωρών,   με   3 

εβδομάδων διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.

Θεραπεία προχωρημένου  μη μικροκυτταρικού  καρκίνου του πνεύμονα:  Η συνιστώμενη 

δόση του  PACLITOL  είναι 175  mg/m 2   , που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, 

ακολουθούμενη από 80 mg/m 2  σισπλατίνη, σε κύκλο 3 εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών 

σχημάτων.

Θεραπεία     του   σχετιζόμενου   με  AIDS  Σαρκώματος  Kaposi:  Η   συνιστώμενη   δόση   του 

PACLITOL είναι 100 mg/m 2   , που χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε χρονικό διάστημα 3 

ωρών κάθε δύο εβδομάδες. Συμπληρωματικές δόσεις PACLITOL θα μπορούν να χορηγούνται 

ανάλογα με την ανοχή του κάθε ασθενούς. Το PACLITOL δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται 

μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετεροφίλων είναι > 1.500/mm 3  ( > 1.000/mm 3  για τους ασθενείς 

με KS)  και ο αριθμός των αιμοπεταλίων > 100.000/mm 3  ( > 75.000/mm 3  για τους ασθενείς με 

KS). Οι ασθενείς που εμφανίζουν βαριά ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων < 500/mm 3  επί 

>  7 ημέρες)  ή βαριά περιφερική  νευροπάθεια  θα πρέπει κατά  τις  επόμενες  χορηγήσεις  να 

λαμβάνουν δόση ελαττωμένη κατά 20% ( 25% για τους ασθενείς με KS). (βλέπε. 2.4.1)

Ασθενείς   με   ηπατική   δυσλειτουργία:  Δεν   υπάρχουν   επαρκή   δεδομένα   για   τη   σύσταση 

αλλαγών στη δοσολογία σε ασθενείς με ήπιες έως μέτριες ηπατικές δυσλειτουργίες (βλέπε 2.4.1 

και 2.1). Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν πακλιταξέλη.

2.7. ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για την υπέρβαση της δοσολογίας με  PACLITOL  . Οι πρώτες 

αναμενόμενες επιπλοκές από την υπέρβαση της δοσολογίας συνίστανται σε καταστολή του 

μυελού των οστών, περιφερική νευροτοξικότητα και βλεννογονίτιδα. 

Τηλ. Κέντρου Δηλητηριάσεων : 210-77 93 777

2.8. ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ 

Εκτός αν διαφορετικά σημειώνεται, το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στη συνολική βάση 

δεδομένων   ασφαλείας   των   812   ασθενών   με   συμπαγείς   όγκους   στους   οποίους   χορηγήθηκε 

μονοθεραπεία  πακλιταξέλης  σε   κλινικές   μελέτες.   Καθώς   ο   πληθυσμός   με  KS    είναι   πολύ 

συγκεκριμένος,   ένα   ειδικό   κεφάλαιο   βασισμένο   σε   μια   κλινική   μελέτη   με   107   ασθενείς, 

παρατίθεται στο τέλος της παραγράφου αυτής. 

Εκτός   εάν   αναφέρεται   διαφορετικά,   η   συχνότητα   και   η   σοβαρότητα   των   ανεπιθύμητων 

ενεργειών είναι γενικώς όμοια μεταξύ ασθενών που λαμβάνουν πακλιταξέλη για τη θεραπεία 

καρκίνου   των   ωοθηκών,   του   μαστού   ή   του   μη   μικροκυτταρικού   καρκίνου   του   πνεύμονος. 

Καμία από τις παρατηρηθήσες τοξικότητες δεν επηρεαζόταν σαφώς από την ηλικία. 

Η συχνότερη σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η  καταστολή του μυελού των οστών

Βαριά ουδετεροπενία (< 500 κύτταρα/mm 3 ) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 28% των ασθενών, 

αλλά   δεν   συνοδευόταν   από   εμπύρετα   επεισόδια.   Μόνο   1%   των   ασθενών   εμφάνισε   βαριά 

ουδετεροπενία για > 7 ημέρες.

Θρομβοπενία  αναφέρθηκε   σε   ποσοστό   11%   των   ασθενών.   Σε   ποσοστό   3%   των   ασθενών 

σημειώθηκε ελάχιστος αριθμός αιμοπεταλίων < 50.000/mm 3   τουλάχιστον μία φορά κατά την 

μελέτη.  Αναιμία  παρατηρήθηκε σε ποσοστό 64% των ασθενών, αλλά ήταν βαριά (Hb  < 5 

mmol/L)   μόνο   σε   ποσοστό   6%   των   ασθενών.   Η   συχνότητα   και   η   βαρύτητα   της   αναιμίας 

σχετίζονται με τις τιμές εκκίνησης της αιμοσφαιρίνης. 

Νευροτοξικότητα, κυρίως περιφερική νευροπάθεια φάνηκε να είναι περισσότερο συχνή και 

βαριά με δόση 175 mg/m 2   και 3ωρη έγχυση (85% νευροτοξικότητα, 15% βαριά), από ότι με 

δόση πακλιταξέλης 135 mg/m 2  και 24ωρη έγχυση ( 25% περιφερική νευροπάθεια, 3% βαριά) 

όταν   η  πακλιταξέλη  χορηγήθηκε   μαζί   με   σισπλατίνη.   Σε   ασθενείς   με   μη   μικροκυτταρικό 

καρκίνο του πνεύμονα και σε ασθενείς  με καρκίνο των ωοθηκών που έλαβαν θεραπεία με 

πακλιταξέλη  με 3ωρη έγχυση, ακολουθούμενη από σισπλατίνη, υπήρξε μια εμφανής αύξηση 

της   συχνότητας   εμφάνισης   σοβαρής   νευροτοξικότητας.   Περιφερική   νευροπάθεια   μπορεί   να 

παρατηρηθεί μετά τον πρώτο κύκλο και μπορεί να επιδεινώνεται με την αυξημένη έκθεση στην 

πακλιταξέλη. Η περιφερική νευροπάθεια  ήταν αιτία διακοπής της  πακλιταξέλης  σε μερικές 

περιπτώσεις.   Τα   αφορούντα   την   αισθητικότητα   συμπτώματα   συνήθως   βελτιώθηκαν   ή 

υποχώρησαν   τελείως   μερικούς   μήνες   μετά   τη   διακοπή   της  πακλιταξέλης.   Προϋπάρχουσες 

νευροπάθειες,   αποτέλεσμα   προηγούμενων   θεραπειών,   δεν   αποτελούν   αντένδειξη   για   τη 

θεραπεία με πακλιταξέλη. 

Αρθραλγίες ή μυαλγίες προσέβαλαν ποσοστό 60% των ασθενών και ήταν βαριά σε ποσοστό 

13% των ασθενών. 

Σημαντική   αντίδραση   υπερευαισθησίας  με   πιθανή   μοιραία   κατάληξη   (οριζόμενη   σαν 

υπόταση   που   απαιτούσε   θεραπεία,   αγγειοοίδημα,   αναπνευστική   δυσχέρεια   που   απαιτούσε 

θεραπεία   με   βρογχοδιασταλτικά,   ή   γενικευμένη   κνίδωση)   παρατηρήθηκε   σε   δύο   (<1%) 

ασθενείς. Σε ποσοστό 34% των ασθενών (17% όλων των σειρών θεραπείας) εμφανίσθηκαν 

ελαφρές   αντιδράσεις   υπερευαισθησίας.   Οι   ελαφρές   αυτές   αντιδράσεις,   κυρίως   έξαψη   και 

εξάνθημα,   δεν   χρειάσθηκαν   θεραπευτική   παρέμβαση   ούτε   εμπόδισαν   την   συνέχιση   της 

θεραπείας με την πακλιταξέλη. 

Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης κατά την ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να οδηγήσουν σε 

εντοπισμένο   οίδημα,   πόνο,   ερύθημα   και   σκλήρυνση.   Σε   κάποιες   περιπτώσεις,   εξαγγείωση 

μπορεί   να   καταλήξει   σε   κυτταρίτιδα.   Ο   σχηματισμός   εσχαρών   και/ή   η   αποφλοίωση   του 

δέρματος που έχουν αναφερθεί έχουν συσχετισθεί μερικές φορές με την εξαγγείωση. Μπορεί 

επίσης   να   εμφανισθεί   αποχρωματισμός   του   δέρματος.   Επανεμφάνιση   των   δερματικών 

αντιδράσεων   στο   σημείο   προηγούμενης   εξαγγείωσης   μετά   την   χορήγηση  πακλιταξέλης  σε 

διαφορετικό σημείο, δηλ. “αναμνηστική αντίδραση” έχει αναφερθεί σπάνια. Δεν είναι επί του 

παρόντος γνωστή ειδική θεραπεία για τις αντιδράσεις από εξαγγείωση. 

Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες ασχέτως από τη βαρύτητά τους, 

που   σχετίζονται   με   τη   χορήγηση   μονοθεραπείας   πακλιταξέλης   με   έγχυση   3   ωρών   στις 

περιπτώσεις μεταστάσεων (812 ασθενείς που συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες) καθώς και στις 

αναφερθείσες κατά την μετά την κυκλοφορία της πακλιταξέλης παρακολούθηση. *  

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που περιλαμβάνονται παρακάτω, έχουν καταταγεί 

σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση:   πολύ συχνές (   ≥   1/10), συχνές   (   ≥   1/100,   <   1/10), 

ασυνήθεις (  ≥  1/1000,  <  1/100), σπάνιες (  ≥  1/10.000,  <  1/1000), πολύ σπάνιες (  <  1/10.000).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις:

Πολύ συχνές: λοίμωξη (κυρίως λοιμώξεις των ουροφόρων οδών του ανώτερου αναπνευστικού 

συστήματος), με αναφερθείσες περιπτώσεις θανατηφόρου έκβασης.  

Ασυνήθεις: σηπτική καταπληξία.

Σπάνιες * : πνευμονία, περιτονίτιδα, σηψαιμία.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:

Πολύ συχνές: μυελοκαταστολή, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία, λευκοπενία, αιμορραγία.

Σπάνιες * : εμπύρετη ουδετεροπενία.

Πολύ σπάνιες * : οξεία μυελογενής λευχαιμία, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Πολύ συχνές: ελαφρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κυρίως έξαψη και εξάνθημα). 

Ασυνήθεις: σημαντικές αντιδράσεις. υπερευαισθησίας που απαιτούν θεραπεία (π.χ. υπόταση, 

αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια, γενικευμένη κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία, 

θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, άλγος στα άκρα, εφίδρωση και υπέρταση).

Σπάνιες * : αναφυλακτικές αντιδράσεις.

Πολύ σπάνιες * : αναφυλακτική καταπληξία.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

Πολύ σπάνιες * : ανορεξία.

Ψυχιατρικές διαταραχές:

Πολύ σπάνιες * : συγχυτική κατάσταση.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Πολύ συχνές: νευροτοξικότητα (κυρίως: περιφερική νευροπάθεια).

Σπάνιες * : κινητική νευροπάθεια (με επακόλουθη ελαφρά τελική αδυναμία).

Πολύ σπάνιες * : αυτόνομη νευροπάθεια (που οδηγούν σε παραλυτικό ειλεό και ορθοστατική 

υπόταση), γενικευμένοι σπασμοί επιληψίας, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια, ζάλη, κεφαλαλγία, 

αταξία.

Οφθαλμικές διαταραχές:

Πολύ σπάνιες * : διαταραχές του οπτικού νεύρου και/ή οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα 

σκοτώματα), ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν λάβει υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:

Πολύ σπάνιες * : ωτοτοξικότητα, απώλεια ακοής, εμβοές, ίλιγγος.

Καρδιακές διαταραχές:

Συχνές: βραδυκαρδία

Ασυνήθεις: καρδιομυοπάθεια, ασυμπτωματική κοιλιακή ταχυκαρδία, ταχυκαρδία με διδυμία, 

κολποκοιλιακός αποκλεισμός  και συγκοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Πολύ σπάνιες * : αρτηριακή μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία.

Αγγειακές διαταραχές:

Πολύ συχνές: υπόταση.

Ασυνήθεις: υπέρταση, θρόμβωση, θρομβοφλεβίτιδα.

Πολύ σπάνιες * : καταπληξία.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα του μεσοθωρακίου:

Σπάνιες * : δύσπνοια, πλευριτική συλλογή, διάμεση πνευμονία, ίνωση πνεύμονα, πνευμονική 

εμβολή, αναπνευστική ανεπάρκεια.

Πολύ σπάνιες * : βήχας.

Διαταραχές γαστρεντερικού συστήματος:

Πολύ συχνές: ναυτία, έμετος, διάρροια, φλεγμονή βλεννογόνου.

Σπάνιες*: απόφραξη του εντέρου, διάτρηση εντέρου, ισχαιμική κολίτιδα, παγκρεατίτιδα.

Πολύ σπάνιες * : θρόμβωση μεσεντερίου, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, οισοφαγίτιδα, 

δυσκοιλιότητα, ασκίτης, ουδετεροπενική κολίτιδα.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

Πολύ σπάνιες * :  ηπατική νέκρωση, ηπατική εγκεφαλοπάθεια (και οι δύο με αναφορές 

περιπτώσεων με θανατηφόρο έκβαση).

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Πολύ συχνές: αλωπεκία

Συχνές: παροδικές ελαφρές αλλοιώσεις του δέρματος και των ονύχων

Σπάνιες * : κνησμός, εξάνθημα, ερύθημα 

Πολύ σπάνιες * :  σύνδρομο Stevens-Johnson, επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα, 

αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνίδωση, ονυχόλυση (οι ασθενείς σε θεραπεία θα πρέπει να 

φορούν ηλιοπροστατευτικά στα χέρια και στα πόδια)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:

Πολύ συχνές: αρθραλγίες, μυαλγίες

Γενικές διαταραχές  και καταστάσεις της οδού χορήγησης:

Συχνές: αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης                       (περιλαμβανομένου εντοπισμένου 

οιδήματος, πόνου, ερυθήματος, σκλήρυνσης, κατά περίπτωση εξαγγείωση μπορεί να οδηγήσει 

σε κυτταρίτιδα, ίνωση δέρματος και νέκρωση δέρματος).

Σπάνιες * : εξασθένιση, πυρεξία, αφυδάτωση, οίδημα, αίσθημα κακουχίας.

Παρακλινικές εξετάσεις:

Συχνές: σοβαρή αύξηση της AST (SGOT), σοβαρή αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης.

Ασυνήθεις: σοβαρή αύξηση της χολερυθρίνης.

Σπάνιες: αύξηση της κρεατινίνης του αίματος.

Ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν πακλιταξέλη κατά την επικουρική ρύθμιση μετά 

από   θεραπεία   με  AC,   παρουσίασαν   μεγαλύτερη   νευροαισθητήρια   τοξικότητα,   αντιδράσεις 

υπερευαισθησίας, αρθραλγίες/μυαλγίες, αναιμία, λοίμωξη, πυρετό ναυτία/έμετο και διάρροια 

σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC. Ωστόσο, η συχνότητα των συμβαμάτων 

αυτών   ήταν   σύμφωνη  με  τη  χρήση  μονοθεραπείας  με   την  πακλιταξέλη  όπως   αναφέρονται 

παραπάνω. 

Σε θεραπευτικά σχήματα

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται σε δύο μείζονος σημασίας μελέτες για τη χημειοθεραπεία 

πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών (πακλιταξέλη  + σισπλατίνη: σε πάνω από 1050 

ασθενείς), δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ στη θεραπεία πρώτης γραμμής μεταστατικού καρκίνου του 

μαστού: μια που μελετά το συνδυασμό με δοξορουβικίνη (πακλιταξέλη  + δοξορουβικίνη: σε 

267 ασθενείς), μια άλλη που μελετά το συνδυασμό με  trastuzumab  (σχεδιασμένη ανάλυση 

υποομάδας πακλιταξέλη +  trastuzumab: σε 188 ασθενείς) και δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ για τη 

θεραπεία   του   προχωρημένου   μη   μικροκυτταρικού   καρκίνου   του   πνεύμονα   (πακλιταξέλη   + 

σισπλατίνη: σε πάνω από 360 ασθενείς) (βλέπε 2.1). 

Όταν χορηγήθηκε με 3ωρη έγχυση για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των 

ωοθηκών,   νευροτοξικότητα,   αρθραλγία/μυαλγία   και   υπερευαισθησία   αναφέρθηκαν 

περισσότερο   συχνά   και   με   μεγαλύτερη   σοβαρότητα   σε   ασθενείς   που   έλαβαν   θεραπεία   με 

πακλιταξέλη  ακολουθούμενο   από   σισπλατίνη   σε   σύγκριση   με   ασθενείς   που   έλαβαν 

κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.  Η μυελοκαταστολή αναφέρθηκε λιγότερο 

συχνά   και   με   μικρότερη   σοβαρότητα   με   την  πακλιταξέλη  χορηγούμενη   με   3ωρη   έγχυση, 

ακολουθούμενη   από   σισπλατίνη   σε   σύγκριση   με   κυκλοφωσφαμίδη   ακολουθούμενη   από 

σισπλατίνη.

Για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, αναφέρθηκαν 

ουδετεροπενία, αναιμία, περιφερική νευροπάθεια, αρθραλγίες, μυαλγίες, εξασθένιση, πυρετός 

και   διάρροια   πιο  συχνά   και   με   μεγαλύτερη   σοβαρότητα   όταν  η  πακλιταξέλη  (220  mg/m 2 ) 

χορηγήθηκε ως 3-ωρη έγχυση 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη (50  mg/m 2 ) σε σύγκριση την 

καθιερωμένη θεραπεία (FAC) (5-FU 500 mg/m 2  , δοξορουβικίνη 50 mg/m 2  , κυκλοφωσφαμίδη 

500 mg/m 2 ). Η ναυτία και ο έμετος φαίνονται ότι είναι λιγότερο συχνά και σοβαρά με το σχήμα 

πακλιταξέλη  (220  mg/m 2 )/δοξορουβικίνη (50  mg/m 2 ) σε σύγκριση με το καθιερωμένο σχήμα 

FAC.   Η   χρήση   κορτικοστεροειδών   μπορεί   να   συνέβαλε   στη   μικρότερη   συχνότητα   και 

σοβαρότητα της ναυτίας και του εμέτου στην ομάδα πακλιταξέλη /δοξορουβικίνη.

Όταν η  πακλιταξέλη  χορηγήθηκε με 3ωρη έγχυση σε συνδυασμό με το  trastuzumab  για τη 

θεραπεία   πρώτης   γραμμής   ασθενών   με   μεταστατικό   καρκίνο   του   μαστού,   τα   ακόλουθα 

συμβάντα (ανεξάρτητα από τη σχέση τους με την πακλιταξέλη ή το trastuzumab) αναφέρθηκαν 

πιο συχνά απ’ ότι με τη μονοθεραπεία με πακλιταξέλη : καρδιακή ανεπάρκεια (8% έναντι 1%), 

λοίμωξη (46% έναντι 27%), ρίγη (42% έναντι 4%), πυρετός (47% έναντι 23%), βήχας (42% 

έναντι 22%), εξάνθημα (39% έναντι 18%), αρθραλγίες (37% έναντι 21%), ταχυκαρδία (12% 

έναντι 4%), διάρροια (45% έναντι 30%), υπερτονία (11% έναντι 3%), ρινορραγία (18% έναντι 

4%), ακμή (11% έναντι 3%), απλός έρπητας (12% έναντι 3%), τυχαίος τραυματισμός (13% 

έναντι 3%), αϋπνία (25% έναντι 13%), ρινίτιδα (22% έναντι 5%), παραρρινοκολπίτιδα (21% 

έναντι   7%)   και   αντίδραση   στη   θέση   της   ένεσης   (7%   έναντι   1%).   Κάποιες   από   αυτές   τις 

διαφορές στη συχνότητα εμφάνισης μπορεί να οφείλονται στον αυξημένο αριθμό και διάρκεια 

των   θεραπειών   με   το   συνδυασμό  πακλιταξέλη  /trastuzumab  έναντι   της   μονοθεραπείας   με 

πακλιταξέλη.   Σοβαρά   συμβάματα   αναφέρθηκαν   σε   παρόμοια   ποσοστά   για   το   συνδυασμό 

πακλιταξέλη /trastuzumab και για μονοθεραπεία με πακλιταξέλη.

Όταν η δοξορουβικίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με πακλιταξέλη  στο μεταστατικό καρκίνο 

του μαστού παρατηρήθηκαν διαταραχές καρδιακών παλμών (μείωση  >  20% του κλάσματος 

εξώθησης της αριστεράς κοιλίας) στο 15% των ασθενών έναντι 10% αυτών του καθιερωμένου 

σχήματος FAC. Παρατηρήθηκε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε < 1% τόσο στην ομάδα 

πακλιταξέλης  /δοξορουβικίνης   όσο   και   στην   ομάδα   της   καθιερωμένης   θεραπείας  FAC.   Η 

χορήγηση trastuzumab σε συνδυασμό με πακλιταξέλη σε προθεραπευμένους με ανθρακυκλίνες 

ασθενείς   είχε   ως   αποτέλεσμα   αυξημένη   συχνότητα   και   σοβαρότητα  καρδιακής 

δυσλειτουργίας  σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με  πακλιταξέλη  (τάξης 

Ι/ΙΙ   κατά   ΝΥΗΑ   10%   έναντι   0%,   τάξης   ΙΙΙ/ΙV  κατά   ΝΥΗΑ   2%   έναντι   1%)   που   σπάνια 

συσχετίστηκε με θάνατο (βλέπε Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος trastuzumab). Σε 

όλες εκτός απ’ αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, οι ασθενείς ανταποκρίθηκαν στην κατάλληλη 

ιατρική αντιμετώπιση.

Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία έχει αναφερθεί, σε ασθενείς με ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία.

Σάρκωμα Kaposi (KS) σχετιζόμενο με AIDS 

Με   εξαίρεση   τις   αιματολογικές   και   ηπατικές   ανεπιθύμητες   ενέργειες   (βλέπε   παρακάτω),   η 

συχνότητα και σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικά παρόμοια μεταξύ των 

ασθενών με  KS  και των ασθενών στους οποίους χορηγείται μονοθεραπεία πακλιταξέλης για 

άλλους συμπαγείς όγκους, με βάση μια κλινική μελέτη που περιελάμβανε 107 ασθενείς.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:  Η καταστολή του μυελού 

των   οστών   ήταν   η   σημαντικότερη   τοξικότητα   που   προκάλεσε   περιορισμό   της   δόσης.   Η 

ουδετεροπενία είναι η πιο σημαντική αιματολογική τοξικότητα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου 

κύκλου της θεραπείας, σοβαρή ουδετεροπενία (<500 κύτταρα/mm 3 ) εμφανίστηκε στο 20% των 

ασθενών.   Κατά   τη   διάρκεια   ολόκληρης   της   περιόδου   θεραπείας,   παρατηρήθηκε   σοβαρής 

μορφής ουδετεροπενία στο 39% των ασθενών. Η ουδετεροπενία παρέμεινε για > 7 ημέρες στο 

41% των ασθενών και για 30-35 ημέρες στο 8% των ασθενών. Υποχώρησε μέσα σε 35 ημέρες 

σε όλους   τους   ασθενείς   που βρίσκονται   υπό παρακολούθηση.  Το  ποσοστό ουδετεροπενίας 

βαθμού 4, διάρκειας > 7 ημερών, ήταν 22%.

Ουδετεροπενικός πυρετός σχετιζόμενος με την χορήγηση πακλιταξέλης αναφέρθηκε στο 14% 

των ασθενών και στο 1,3% των θεραπευτικών κύκλων. Σημειώθηκαν 3 σηψαιμικά επεισόδια 

(2,8%)   κατά   τη   διάρκεια   της   χορήγησης   πακλιταξέλης   σχετιζόμενα   με   το   φαρμακευτικό 

προϊόν, τα οποία αποδείχθηκαν μοιραία. 

Παρατηρήθηκε   θρομβοπενία   στο   50%   των   ασθενών   και   ήταν   σοβαρής   μορφής   (<50.000 

κύτταρα/mm 3 ) στο 9% των ασθενών. Μόνο στο 14% των ασθενών σημειώθηκε πτώση στον 

αριθμό αιμοπεταλίων τους σε < 75.000 κύτταρα/mm 3 , τουλάχιστον μια φορά κατά τη θεραπεία. 

Αναφέρθηκαν επεισόδια αιμορραγίας σχετιζόμενα με την πακλιταξέλη σε <3% των ασθενών, 

αλλά τα αιμορραγικά επεισόδια ήταν εντοπισμένα.

Αναιμία (Hb < 11 g/dL) παρατηρήθηκε στο 61% των ασθενών και ήταν σοβαρής μορφής  (Hb 

< 8  g/dL) στο 10% των περιπτώσεων. Μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων απαιτήθηκαν στο 

21% των ασθενών.

Διαταραχές του ήπατος και των  χοληφόρων:  Μεταξύ των ασθενών (>50% των ασθενών 

στους οποίους χορηγούνται αναστολείς πρωτεάσης) με φυσιολογική ηπατική λειτουργία κατά 

την   αρχική   αξιολόγηση,   28%,   43%   και   44%   παρουσίασαν   αύξηση   της   χολερυθρίνης,   της 

αλκαλικής φωσφατάσης και της  AST  (SGOT), αντίστοιχα. Σε κάθε μία από τις παραπάνω 

παραμέτρους, το ποσοστό των περιπτώσεων σοβαρών αυξήσεων ήταν 1%.

2.9. ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ - ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ: 

Όπως με όλα τα αντικαρκινικά φάρμακα, ο χειρισμός του  PACLITOL  πρέπει να γίνεται με 

προσοχή. Η αραίωση θα πρέπει να γίνεται κάτω από άσηπτες συνθήκες από εκπαιδευμένο 

προσωπικό σε καθορισμένη περιοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλα προστατευτικά 

γάντια. Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις ώστε να αποφεύγεται η επαφή με το δέρμα και 

τους βλεννογόνους. Σε περίπτωση επαφής με το δέρμα η περιοχή να πλυθεί με σαπούνι και 

νερό.   Μετά   την   τοπική   έκθεση,   έχουν   παρατηρηθεί   μυρμηκιάσεις,   αίσθημα   καύσους   και 

ερυθρότητα.   Σε   περίπτωση   επαφής   με   τους   βλεννογόνους,   αυτοί   πρέπει   να   εκπλυθούν   με 

άφθονο νερό. Κατά την εισπνοή, έχουν αναφερθεί δύσπνοια, πόνος στο στήθος, ερεθισμός στον 

λαιμό και ναυτία. 

Εάν τα κλειστά φιαλίδια ψυχθούν μπορεί να σχηματισθεί ίζημα, το οποίο επαναδιαλύεται με 

μικρή ή καθόλου ανατάραξη μόλις πλησιάσει τη θερμοκρασία περιβάλλοντος. Η ποιότητα του 

προϊόντος δεν επηρεάζεται. Εάν το διάλυμα παραμένει θολό ή παρουσιάζεται ένα αδιάλυτο 

ίζημα το φιαλίδιο θα πρέπει να απορρίπτεται.

Μετά από πολλαπλές εισόδους της βελόνας και αφαιρέσεις προϊόντος , τα φιαλίδια PACLITOL 

παραμένουν μικροβιολογικά, χημικά και φυσικά σταθερά για μέχρι και 28 ημέρες στους 25 ο  C. 

Άλλοι χρόνοι και άλλες συνθήκες διατήρησης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη. Η 

συσκευή   “Chemo-Dispensing  Pin”   ή   παρόμοιες   συσκευές   με   ακίδες,   δεν   θα   πρέπει   να 

χρησιμοποιούνται,   γιατί   μπορεί   να   προκαλέσουν   φθορά   στο   πώμα   του   φιαλιδίου,   με 

αποτέλεσμα απώλεια της στειρότητας.

2.10 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΓΙΑ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ: 

Πριν από την έγχυση, το PACLITOL πρέπει να αραιώνεται με άσηπτες μεθόδους σε ενέσιμο 

διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% ή σε ενέσιμο διάλυμα 

δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% σε ενέσιμο 

διάλυμα Ringer, σε τελική συγκέντρωση 0,3 έως 1,2 mg/ml. 

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση, των διαλυμάτων που έχουν ετοιμασθεί για 

έγχυση έχει αποδειχθεί στους 5 ο   C  και στους 25 ο   C   για 7 ημέρες όταν αραιωθούν σε 5% 

διάλυμα   δεξτρόζης   και   για   14   ημέρες   όταν   αραιωθούν   σε   ενέσιμο   διάλυμα   Χλωριούχου 

Νατρίου 0,9%. 

Από   μικροβιολογική   άποψη   το   προϊόν   πρέπει   να   χρησιμοποιείται   αμέσως.   Αν   δεν 

χρησιμοποιηθεί  αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες  φύλαξης  πριν από τη χρήση αποτελούν 

ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει κανονικά να ξεπερνούν τις 24 ώρες στους 2 έως 8 ο  C, 

εκτός εάν η αραίωση έλαβε χώρα υπό ελεγχόμενες και αξιολογημένες άσηπτες συνθήκες. Μετά 

την αραίωση το διάλυμα χρησιμοποιείται για μία μόνο φορά. 

Κατά την παρασκευή, τα διαλύματα μπορεί να δείχνουν θολότητα που αποδίδεται στα έκδοχα 

της   μορφής   και   δεν   αφαιρείται   με   διήθηση.   Το  PACLITOL  πρέπει   να   χορηγείται   μέσω 

ενσωματωμένου φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη < 0,22 μm. Καμία σημαντική απώλεια της 

ισχύος   δεν   σημειώθηκε   μετά   την   προσομοιωμένη   δίοδο   του   διαλύματος   από   ενδοφλέβια 

συσκευή που έφερε ενσωματωμένο φίλτρο. 

Υπάρχουν   σπάνιες   αναφορές   για   εμφάνιση   ιζήματος   κατά   τη   διάρκεια   εγχύσεων   με 

PACLITOL  κυρίως προς το τέλος μιας 24ωρης έγχυσης. Αν και η αιτία σχηματισμού αυτού 

του   ιζήματος   δεν   έχει   προσδιορισθεί,   πιθανότατα   συνδέεται   με   τον   υπερκορεσμό   του 

αραιωμένου  διαλύματος.  Για   να  ελαττώσουμε   την  πιθανότητα  εμφάνισης   του  ιζήματος,  το 

PACLITOL θα πρέπει να χρησιμοποιείται όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την αραίωση και 

θα πρέπει να αποφεύγεται  η παρατεταμένη  ανατάραξη, δόνηση ή ανακίνηση. Οι συσκευές 

έγχυσης θα πρέπει να ξεπλένονται πολύ καλά πριν τη χρήση. Κατά τη διάρκεια της έγχυσης η 

εμφάνιση του διαλύματος πρέπει να ελέγχεται τακτικά και η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται 

εάν παρουσιασθεί ίζημα. 

Το πολυοξαιθυλιωμένο καστορέλαιο που αποτελεί έκδοχο του προϊόντος μπορεί να προκαλέσει 

την   απελευθέρωση  DEHP  [di-(2-ethylhexyl)phthalate]   από   τους   περιέκτες   από 

πλαστικοποιημένο πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) σε στάθμες που αυξάνουν με το χρόνο και τη 

συγκέντρωση. Για ελαχιστοποιήσουμε την έκθεση του ασθενούς στο  DEHP  που μπορεί να 

απελευθερώνεται από τους πλαστικοποιημένους με PVC σάκους για έγχυση ή συσκευές ή άλλα 

ιατρικά όργανα, τα αραιωμένα διαλύματα του PACLITOL θα πρέπει να διατηρούνται σε φιάλες 

που   δεν   είναι   από  PVC  (από   γυαλί   ή   πολυπροπυλένιο)   ή   σε   πλαστικούς   σάκους   (από 

πολυπροπυλένιο ή πολυολεφίνη) και να χορηγούνται με συσκευές επικαλυμμένες εσωτερικά με 

πολυαιθυλένιο. Η χρήση φίλτρων (π.χ. IVEX-2 ® ) με ενσωματωμένο μικρό πλαστικοποιημένο 

με PVC σωληνάριο εσόδου και/ή εξόδου δεν επέφερε σημαντική απελευθέρωση DEHP.

Απόρριψη:  όλα τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανασύσταση, τη χορήγηση ή που 

ήρθαν με άλλο τρόπο σε επαφή με το PACLITOL, πρέπει να απορρίπτονται σύμφωνα με τις 

τοπικές οδηγίες για το χειρισμό των κυτταροτοξικών φαρμάκων.

2.11. ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΠΑΡΑΛΕΙΨΑΤΕ ΝΑ 

ΠΑΡΕΤΕ ΚΑΠΟΙΑ ΔΟΣΗ

Εάν πρέπει να λαμβάνετε το φάρμακο συνεχώς και παραλείψατε μία δόση, θα πρέπει να πάρετε 

τη δόση αυτή το ταχύτερο δυνατόν. Εάν, εν τούτοις, πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση μη 

λάβετε τη δόση που παραλείψατε, αλλά συνεχίστε κανονικά τη θεραπεία.

Μη διπλασιάζετε τις δόσεις.

2.12. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ:

Αναγράφεται στην εξωτερική και εσωτερική συσκευασία.

Σε περίπτωση που η ημερομηνία αυτή έχει παρέλθει μην το χρησιμοποιήσετε.

2.13. ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΛΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Να διατηρείται σε θερμοκρασία κάτω των 25 0 C, με προστασία από το φως. Μετά την 

ανασύσταση ( εντός του ορού) το προϊόν διατηρείται 27 ώρες. 

2.14. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΦΥΛΛΟΥ ΟΔΗΓΙΩΝ

11/2007

3. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Το φάρμακο αυτό σας το έγραψε ο γιατρός σας μόνο για το συγκεκριμένο ιατρικό σας 

πρόβλημα. 

Δεν θα πρέπει να το δίνετε σε άλλα άτομα ή να το χρησιμοποιείτε για κάποια άλλη πάθηση, 

χωρίς προηγουμένως να έχετε συμβουλευθεί το γιατρό σας.

Εάν έχετε οποιαδήποτε ερωτηματικά γύρω από τις πληροφορίες που αφορούν το φάρμακο 

που   λαμβάνετε   ή   χρειάζεστε   καλύτερη   ενημέρωση   για   το   ιατρικό   σας   πρόβλημα,   μη 

διστάσετε να ζητήσετε τις πληροφορίες αυτές από το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Για να είναι αποτελεσματικό και ασφαλές το φάρμακο που σας χορηγήθηκε θα πρέπει να 

λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες που σας δόθηκαν.

Για την ασφάλεια σας και την υγεία σας είναι απαραίτητο να διαβάσετε με προσοχή κάθε 

πληροφορία  που αφορά το φάρμακο που σας χορηγήθηκε.

Να μη διατηρείτε τα φάρμακα σε ερμάρια του λουτρού, διότι η ζέστη και η υγρασία μπορεί 

να αλλοιώσουν το φάρμακο και να το καταστήσουν επιβλαβές για την υγεία σας.

Να μην κρατάτε φάρμακα που δεν τα χρειάζεστε πλέον ή που ήδη έχουν λήξει.

Για μεγαλύτερη  ασφάλεια  κρατάτε όλα τα φάρμακα σε ασφαλές  μέρος  μακριά από τα 

παιδιά.

4. ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ

Με περιορισμένη μη ανανεώσιμη ιατρική συνταγή. Πρέπει να χορηγείται σε νοσοκομειακές 

μονάδες υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. 

Επειδή μπορεί να εκδηλωθούν σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας πρέπει να διαθέσιμος 

ο κατάλληλος υποστηρικτικός εξοπλισμός.

Document Outline

21-9-2018

Pending EC decision:  Apealea, paclitaxel, Opinion date: 20-Sep-2018

Pending EC decision: Apealea, paclitaxel, Opinion date: 20-Sep-2018

Europe - EMA - European Medicines Agency

1-8-2018

Abraxane (Celgene Europe B.V.)

Abraxane (Celgene Europe B.V.)

Abraxane (Active substance: paclitaxel) - Centralised - Transfer Marketing Authorisation Holder - Commission Decision (2018)5212 of Wed, 01 Aug 2018 European Medicines Agency (EMA) procedure number: EMEA/H/C/778/T/91

Europe -DG Health and Food Safety