PACLITAXIN

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • PACLITAXIN 6MG/ML C/S.SOL.IN
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • L01CD01
  • Δοσολογία:
  • 6MG/ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • PACLITAXIN 6MG/ML C/S.SOL.IN
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Paclitaxin 6 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 6 mg/ml πακλιταξέλης (6 mg ανά ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή 

διαλύματος προς έγχυση).

Φιαλίδιο 5 ml που περιέχει 30 mg πακλιταξέλης.

Φιαλίδιο 16,7 ml που περιέχει 100 mg πακλιταξέλης.

Φιαλίδιο 25 ml που περιέχει 150 mg πακλιταξέλης.

Φιαλίδιο 50 ml που περιέχει 300 mg πακλιταξέλης.

Έκδοχα: άνυδρη αιθανόλη 396 mg/ml και κικελαϊκός εστέρας μακρογλυκερόλης 527 mg/ml.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

Διαυγές, άχρωμο έως ελαφρώς κίτρινο πυκνόρρευστο διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Καρκίνος των ωοθηκών: στη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών, το 

PACLITAXIN ενδείκνυται για ασθενείς με προχωρημένη ή υπολειπόμενη νόσο (> 1 cm) μετά από 

αρχική λαπαροτομία, σε συνδυασμό με σισπλατίνη.

Στη χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου ωοθηκών, το PACLITAXIN ενδείκνυται για τη 

θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου των ωοθηκών μετά την αποτυχία της καθιερωμένης θεραπείας 

με πλατίνη.

Καρκίνος του μαστού: κατά την επικουρική αγωγή, το PACLITAXIN ενδείκνυται για τη θεραπεία 

των ασθενών με καρκίνο του μαστού με θετικούς λεμφαδένες μετά από θεραπεία με ανθρακυκλίνη 

και κυκλοφωσφαμίδη (AC). Η επικουρική θεραπεία με PACLITAXIN πρέπει να θεωρείται ως 

εναλλακτική της παρατεταμένης θεραπείας με AC.

Το PACLITAXIN ενδείκνυται για την αρχική θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού 

καρκίνου του μαστού είτε σε συνδυασμό με μια ανθρακυκλίνη σε ασθενείς για τους οποίους η 

θεραπεία με ανθρακυκλίνη είναι κατάλληλη, είτε σε συνδυασμό με trastuzumab, σε ασθενείς που 

έχουν υπερέκφραση του HER 2 σε επίπεδο 3+, όπως καθορίζεται από την ανοσοϊστοχημεία και για 

τους οποίους οι ανθρακυκλίνες δεν είναι κατάλληλες (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).

Σαν μονοθεραπεία, το PACLITAXIN ενδείκνυται για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του 

μαστού σε ασθενείς στους οποίους έχει αποτύχει ή που δεν θα ήταν κατάλληλη η καθιερωμένη 

θεραπεία με ανθρακυκλίνες.

Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα: το PACLITAXIN, σε συνδυασμό με 

σισπλατίνη, ενδείκνυται για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα σε ασθενείς 

που δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε θεραπευτική χειρουργική επέμβαση και σε/ή 

ακτινοθεραπεία.

Σάρκωμα Kaposi σχετιζόμενο με AIDS: Το PACLITAXIN ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με 

προχωρημένο Σάρκωμα Kaposi (KS) σχετιζόμενο με AIDS, οι οποίοι δεν αποκρίθηκαν σε 

προηγούμενη θεραπεία με λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη.

Περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας υποστηρίζουν την ένδειξη αυτή. Περίληψη των 

σχετικών μελετών περιγράφεται στην παράγραφο 5.1.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται μόνον υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένου ογκολόγου σε 

μονάδες εξειδικευμένες στη χορήγηση κυτταροτοξικών παραγόντων (βλέπε παράγραφο 6.6).

Σε όλους τους ασθενείς πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και ανταγωνιστές 

των Η

2  υποδοχέων πριν από την έγχυση του PACLITAXIN, όπως π.χ.:

Φαρμακευτικό Προϊόν Δόση Χορήγηση πριν από το PACLITAXIN

δεξαμεθαζόνη 20 mg από το στόμα* 

ή ενδοφλεβίως Για χορήγηση από το στόμα:

Περίπου 12 και 6 ώρες

Για χορήγηση ενδοφλεβίως:

30 έως 60 λεπτά

διφαινυδραμίνη** 50 mg ενδοφλεβίως 30 έως 60 λεπτά

σιμετιδίνη ή ρανιτιδίνη 300 mg ενδοφλεβίως

50 mg ενδοφλεβίως 30 έως 60 λεπτά

*8-20 mg για τους ασθενείς με KS

** ή ένα ισοδύναμο αντιισταμικό π.χ. χλωροφαινυραμίνη

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6. Το 

PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια δια μέσου ενσωματωμένου στη συσκευή εγχύσεως 

φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη ≤ 0,22 μm (βλέπε παράγραφο 6.6).

Χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών: αν και άλλα δοσολογικά σχήματα 

βρίσκονται υπό διερεύνηση, συνιστάται η συνδυασμένη θεραπεία αποτελούμενη από PACLITAXIN 

και σισπλατίνη. Ανάλογα με τη διάρκεια της έγχυσης, δύο δοσολογικά σχήματα PACLITAXIN 

συνιστώνται: 175 mg/m

PACLITAXIN χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε 3 ώρες ακολουθούμενα από 

75 mg/m

σισπλατίνη, κάθε τρεις εβδομάδες ή PACLITAXIN 135 mg/m

, με 24ωρη έγχυση, 

ακολουθούμενη από 75 mg/m

σισπλατίνη, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών 

σχημάτων (βλέπε παράγραφο 5.1).

Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών: η συvιστώμεvη δόση του 

PACLITAXIN είναι 175 mg/m 2 , που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων 

διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.

Επικουρική χημειοθεραπεία στον καρκίνο του μαστού: η συνιστώμενη δόση του PACLITAXIN είναι 

175 mg/m

, χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα 3 ωρών, κάθε 3 εβδομάδες επί 4 χορηγήσεις, μετά 

τη θεραπεία με AC.

Χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου του μαστού: όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με 

δοξορουβικίνη (50 mg/m

), το PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη. Η 

συνιστώμενη δόση PACLITAXIN είναι 220 mg/m 2   χορηγούμενη ενδοφλεβίως μέσα σε χρονικό 

διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε 

παραγράφους 4.5 και 5.1).

Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trastuzumab, η συνιστώμενη δόση του PACLITAXIN είναι 

175 mg/m

που χορηγείται ενδοφλεβίως μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων διάστημα 

μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε παράγραφο 5.1). Η έγχυση με PACLITAXIN μπορεί να 

αρχίσει την επόμενη ημέρα από τη πρώτη δόση του trastuzumab ή αμέσως μετά για τις επόμενες 

δόσεις του trastuzumab, εάν η προηγούμενη δόση του trastuzumab ήταν καλά ανεκτή (για λεπτομερή 

δοσολογία του trastuzumab βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών Προϊόντος του Herceptin).

Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου του μαστού: η συνιστώμενη δόση του 

PACLITAXIN είναι 175 mg/m 2   που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων 

διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.

Θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα: η συνιστώμενη δόση του 

PACLITAXIN είναι 175 mg/m

, που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, ακολουθούμενη 

από 80 mg/m

σισπλατίνη, σε κύκλο 3 εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.

Θεραπεία του σχετιζόμενου με AIDS Σαρκώματος Kaposi: η συνιστώμενη δόση PACLITAXIN είναι 

100 mg/m

που χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε χρονικό διάστημα 3 ωρών κάθε δύο εβδομάδες.

Συμπληρωματικές δόσεις PACLITAXIN μπορεί να χορηγούνται ανάλογα με την ανοχή του κάθε 

ασθενούς.

Το PACLITAXIN δεν πρέπει να επαναχορηγείται μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετεροφίλων είναι 

≥ 1.500/mm

(≥ 1.000/mm³ για τους ασθενείς με KS) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων ≥ 100.000/mm

(≥ 75.000/mm³ για τους ασθενείς με KS). Οι ασθενείς που εμφανίζουν βαριά ουδετεροπενία (αριθμός 

ουδετεροφίλων < 500/mm

επί μια εβδομάδα ή περισσότερο) ή βαριά περιφερική νευροπάθεια, πρέπει 

κατά τις επόμενες χορηγήσεις να λαμβάνουν δόση ελαττωμένη κατά 20% (25% για τους ασθενείς με 

KS) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση αλλαγών στη 

δοσολογία σε ασθενείς με ήπιες έως μέτριες ηπατικές δυσλειτουργίες (βλέπε παραγράφους 4.4 και 

5.2). Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν πακλιταξέλη.

Παιδιατρική χρήση: Το PACLITAXIN δεν προτείνεται για χρήση σε παιδιά κάτω των 18 ετών λόγω 

έλλειψης στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην πακλιταξέλη ή σε κάποιο έκδοχο (βλέπε παράγραφο 4.4).

Το PACLITAXIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με τιμές εκκίνησης ουδετεροφίλων 

< 1.500/mm

(< 1.000/mm

για τους ασθενείς με KS).

Το PACLITAXIN αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.6).

Στο Σάρκωμα Kaposi, το PACLITAXIN επίσης αντενδείκνυται σε ασθενείς με ταυτόχρονες, σοβαρές, 

ανεξέλεγκτες μολύνσεις.

4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ιατρού πεπειραμένου στη χρήση 

αντικαρκινικών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Επειδή μπορεί να εμφανισθούν σημαντικές 

αντιδράσεις υπερευαισθησίας, πρέπει να διατίθεται ο κατάλληλος εξοπλισμός υποστήριξης.

Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε προθεραπεία με κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και 

ανταγωνιστές των Η

 υποδοχέων. (βλέπε παράγραφο 4.2)

Το PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται πριν τη σισπλατίνη, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό 

(βλέπε παράγραφο 4.5)

Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που χαρακτηρίζονται από δύσπνοια και υπόταση που 

απαιτούν θεραπεία, αγγειονευρωτικό οίδημα και γενικευμένη κνίδωση παρατηρήθηκαν σε < 1% των 

ασθενών που τους χορηγήθηκε PACLITAXIN μετά από επαρκή προκαταρκτική φαρμακευτική 

αγωγή. Οι αντιδράσεις αυτές οφείλονται πιθανόν στην ισταμίνη. Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων 

υπερευαισθησίας, η έγχυση του PACLITAXIN πρέπει αμέσως να διακοπεί, να αρχίσει αμέσως η 

συμπτωματική θεραπεία και να μην επαναχορηγηθεί το φαρμακευτικό προϊόν στον ασθενή.

Η καταστολή του μυελού των οστών (κυρίως ουδετεροπενία) αποτελεί τοξική εκδήλωση που περιορίζει 

το ύψος της δόσης. Πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος του αριθμού των εμμόρφων συστατικών του 

αίματος. Οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε νέα θεραπεία μέχρις ότου τα ουδετερόφιλα 

επανέλθουν σε επίπεδα ≥ 1.500/mm 3  (≥ 1.000/mm 3  για τους ασθενείς με KS) και τα αιμοπετάλια 

≥ 100.000/mm 3  (≥ 75.000/mm³ για τους ασθενείς με KS). Κατά την κλινική μελέτη για το Σάρκωμα 

Kaposi, η πλειοψηφία των ασθενών ελάμβανε αυξητικό παράγοντα αποικιών των κοκκιοκυττάρων 

(G-CSF).

Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας, 

ιδιαίτερα μυελοκαταστολής βαθμού ΙΙΙ και ΙV. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η τοξικότητα του 

PACLITAXIN αυξάνεται όταν χορηγείται ως 3ωρη έγχυση σε ασθενείς με ελαφρά διαταραγμένη 

ηπατική λειτουργία. Όταν το PACLITAXIN χορηγείται με μεγαλύτερης διάρκειας έγχυση, μπορεί να 

εμφανισθεί αυξημένη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά έκπτωση της ηπατικής 

λειτουργίας. Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται στενά για ανάπτυξη έντονης μυελοκαταστολής (βλέπε 

παράγραφο 4.2). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση αλλαγών στη δοσολογία σε 

ασθενείς με ήπιες έως μέτριες ηπατικές δυσλειτουργίες (βλέπε παράγραφο 5.2).

Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με βαριά χολόσταση κατά την έναρξη της αγωγής. Οι ασθενείς 

με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν πακλιταξέλη.

Σοβαρές διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας αναφέρθηκαν σπάνια κατά τη μονοθεραπεία με 

PACLITAXIN. Εάν οι ασθενείς αναπτύξουν σημαντικές διαταραχές της αγωγιμότητας κατά τη 

διάρκεια της χορήγησης του PACLITAXIN, πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία και να 

παρακολουθείται συνεχώς η καρδιακή λειτουργία κατά τη μετέπειτα θεραπεία με PACLITAXIN. 

Υπόταση, υπέρταση και βραδυκαρδία έχουν παρατηρηθεί κατά τη χορήγηση του PACLITAXIN. Οι 

ασθενείς είναι συνήθως ασυμπτωματικοί και γενικώς δεν έχουν ανάγκη θεραπείας. Συνιστάται η 

συχνή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, ιδιαίτερα κατά την πρώτη ώρα της έγχυσης του 

PACLITAXIN. Σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια παρατηρήθηκαν συχνότερα σε ασθενείς με μη 

μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα από ότι σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών. 

Μια μοναδική περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας σχετιζόμενη με την πακλιταξέλη παρατηρήθηκε 

στην κλινική μελέτη AIDS-KS.

Όταν το PACLITAXIN χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη ή trastuzumab για αρχική 

θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, πρέπει να δοθεί προσοχή στην παρακολούθηση της 

καρδιακής λειτουργίας. Όταν οι ασθενείς πρόκειται να υποβληθούν σε θεραπεία με PACLITAXIN σε 

αυτούς τους συνδυασμούς, πρέπει να υποβάλλονται σε αρχική καρδιολογική εκτίμηση, 

περιλαμβανομένων, ιστορικού, εξέτασης της φυσικής κατάστασης, ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογραφήματος 

και/ή Ραδιοϊσοτοπικής κοιλιογραφίας ισορροπίας (MUGA scan). Στη συνέχεια η καρδιακή λειτουργία 

πρέπει να παρακολουθείται και κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. κάθε 3 μήνες). Η 

παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει να αναγνωρισθούν οι ασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή 

δυσλειτουργία. Οι θεράποντες γιατροί πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τη συσσωρευτική δόση 

(mg/m 2 ) της ανθρακυκλίνης που χορηγείται όταν παίρνουν αποφάσεις σχετικά με τη συχνότητα της 

αξιολόγησης της κοιλιακής λειτουργίας. Όταν οι εξετάσεις δείχνουν επιδείνωση της καρδιακής 

λειτουργίας, ακόμη και ασυμπτωματική, οι θεράποντες γιατροί πρέπει να υπολογίζουν προσεκτικά τα 

κλινικά οφέλη από την περαιτέρω θεραπεία έναντι της πιθανότητας να προκληθεί καρδιακή βλάβη, 

περιλαμβανομένης και δυνητικά μη αναστρέψιμης βλάβης. Αν χορηγηθεί επιπλέον θεραπεία, η 

παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι συχνότερη (π.χ. κάθε 1-2 κύκλους). Για 

περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του 

Herceptin® ή της δοξορουβικίνης.

Μολονότι η εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας είναι συχνή, η ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων 

είναι σπάνια. Σε βαριές περιπτώσεις, συνιστάται η ελάττωση της δόσης κατά 20% (25% για τους 

ασθενείς με KS) για όλες τις επόμενες χορηγήσεις του PACLITAXIN. Στους ασθενείς με μη 

μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών, που θεραπεύονται 

με θεραπεία πρώτης γραμμής, η χορήγηση PACLITAXIN με 3ωρη έγχυση, σε συνδυασμό με 

σισπλατίνη, είχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης νευροτοξικότητας από ότι 

παρατηρείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ή μονοθεραπεία με PACLITAXIN ή κυκλοφωσφαμίδη 

ακολουθούμενη από σισπλατίνη.

Πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα ώστε να αποφευχθεί η ενδοαρτηριακή χορήγηση PACLITAXIN 

επειδή σε μελέτες που έγιναν σε πειραματόζωα για τη μέτρηση της τοπικής ανοχής, σοβαρές 

αντιδράσεις των ιστών παρουσιάσθηκαν μετά την ενδοαρτηριακή χορήγηση.

Το PACLITAXIN σε συνδυασμό με ακτινοβολία στον πνεύμονα, ανεξάρτητα από τη χρονολογική 

σειρά των δύο γεγονότων, μπορεί να συντελέσει στην ανάπτυξη διαμέσου πνευμονίτιδας.

Επειδή το PACLITAXIN περιέχει αιθανόλη (396 mg/ml) πρέπει να δίδεται προσοχή για πιθανή 

επίδραση στο ΚΝΣ και για άλλες επιδράσεις.

Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει σπάνια αναφερθεί, περιλαμβανομένων περιστατικών σε ασθενείς 

που δεν ελάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με αντιβιοτικά. Αυτή η αντίδραση πρέπει να λαμβάνεται 

υπόψη στη διαφορική διάγνωση περιπτώσεων σοβαρής ή επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή λίγο 

μετά τη θεραπεία με πακλιταξέλη.

Στους ασθενείς με KS, η εμφάνιση βαριάς βλεννογονιδίτιδας είναι σπάνια. Εάν παρουσιασθούν 

σοβαρές αντιδράσεις, η δόση πακλιταξέλης πρέπει να ελαττωθεί κατά 25%.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Το προτεινόμενο θεραπευτικό σχήμα της χορήγησης του PACLITAXIN για τη χημειοθεραπεία 

πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών είναι το PACLITAXIN να χορηγείται πριν από τη 

σισπλατίνη. Όταν το PACLITAXIN χορηγείται πριν από τη σισπλατίνη, το φάσμα ασφάλειας του 

PACLITAXIN είναι ανάλογο με εκείνο που αναφέρεται όταν χορηγείται σε μονοθεραπεία. Όταν το 

PACLITAXIN χορηγήθηκε μετά τη σισπλατίνη, οι ασθενείς εμφάνισαν μία περισσότερο έκδηλη 

μυελοκαταστολή και περίπου 20% ελάττωση της κάθαρσης της πακλιταξέλης. Οι ασθενείς με 

γυναικολογικούς καρκίνους στους οποίους χορηγείται PACLITAXIN και σισπλατίνη, είναι δυνατόν 

να έχουν αυξημένο κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας σε σχέση με τη μονοθεραπεία με σισπλατίνη.

Επειδή η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των ενεργών μεταβολιτών της μπορεί να μειωθεί όταν η 

πακλιταξέλη και η δοξορουβικίνη χορηγούνται χρονικά πλησιέστερα, το PACLITAXIN για την 

αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά τη 

δοξορουβικίνη (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ο μεταβολισμός της πακλιταξέλης καταλύεται, εν μέρει, από τα ισοένζυμα CYP2C8 και 3Α4 του 

κυτοχρώματος Ρ450 (βλέπε παράγραφο 5.2). Κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο μεταβολισμός 

της πακλιταξέλης που γίνεται με τη μεσολάβηση του CYP2C8 σε 6α-hydroxypaclitaxel, είναι η 

κυριότερη μεταβολική οδός για τους ανθρώπους. Ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης, που είναι 

γνωστός δραστικός αναστολέας του CYP3A4, δεν αναστέλλει την απέκκριση της πακλιταξέλης στους 

ασθενείς. Επομένως, τα δύο φάρμακα μπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της 

δοσολογίας. Περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τη δυνατότητα αλληλεπιδράσεων μεταξύ πακλιταξέλης 

και άλλων υποστρωμάτων/αναστολέων του CYP3A4 είναι περιορισμένα. Ως εκ τούτου, πρέπει να 

εφιστάται η προσοχή, όταν χορηγείται η πακλιταξέλη ταυτόχρονα με φάρμακα που είναι γνωστό ότι 

αναστέλλουν (π.χ. ερυθρομυκίνη, φλουοξετίνη, γεμφιβροζίλη) ή επάγουν (π.χ. ριφαμπικίνη, 

καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη) είτε το CYP2C8 ή το 3Α4.

Η κάθαρση της πακλιταξέλης δεν επηρεάζεται από την προθεραπευτική αγωγή με σιμετιδίνη.

Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με KS, που λάμβαναν πολλά συγχορηγούμενα 

φαρμακευτικά προϊόντα, δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της πακλιταξέλης ήταν σημαντικά 

χαμηλότερη παρουσία νελφιναβίρης και ριτοναβίρης αλλά όχι παρουσία ινδιναβίρης. Δεν υπάρχει 

επαρκής πληροφόρηση για αλληλεπιδράσεις με άλλους αναστολείς πρωτεασών. Συνεπώς, η 

πακλιταξέλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς πρωτεασών 

ως συγχορηγούμενη θεραπεία.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της πακλιταξέλης σε εγκύους γυναίκες. Η πακλιταξέλη 

έχει δείξει εμβρυοτοξικότητα σε κουνέλια, καθώς και μείωση της γονιμότητας σε αρουραίους. Όπως 

και τα άλλα κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, η πακλιταξέλη μπορεί να προκαλέσει βλάβη του 

εμβρύου όταν χορηγείται σε εγκύους γυναίκες. Επομένως, η πακλιταξέλη δεν πρέπει να 

χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο. Στις 

γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που λαμβάνουν πακλιταξέλη πρέπει να παρέχεται η συμβουλή να 

αποφύγουν την εγκυμοσύνη, και να ενημερώσουν αμέσως τον ιατρό τους σε περίπτωση εγκυμοσύνης.

Γυναίκες και άνδρες ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας, και/ή οι σύντροφοί τους πρέπει να 

χρησιμοποιούν μέτρα αντισύλληψης για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία με πακλιταξέλη.

Άνδρες ασθενείς πρέπει να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά με την κρυοσυντήρηση σπέρματος πριν τη 

θεραπεία με πακλιταξέλη λόγω της πιθανότητας στειρότητας.

Η πακλιταξέλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.3). Δεν είναι 

γνωστό εάν η πακλιταξέλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται όσο 

διαρκεί η θεραπεία.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν έχει αποδειχθεί ότι το PACLITAXIN παρεμβαίνει στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού 

μηχανημάτων. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το PACLITAXIN περιέχει αλκοόλη (βλέπε 

παραγράφους 4.4 και 6.1).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στη συνολική βάση 

δεδομένων ασφάλειας των 812 ασθενών με συμπαγείς όγκους στους οποίους χορηγήθηκε 

μονοθεραπεία πακλιταξέλης σε κλινικές μελέτες. Καθώς ο πληθυσμός με KS είναι πολύ 

συγκεκριμένος, ένα ειδικό κεφάλαιο βασισμένο σε μια κλινική μελέτη με 107 ασθενείς, παρατίθεται 

στο τέλος της παραγράφου αυτής.

Εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, η συχνότητα και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών 

είναι γενικώς όμοια μεταξύ ασθενών που λαμβάνουν πακλιταξέλη για τη θεραπεία καρκίνου των 

ωοθηκών, του μαστού ή του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονος. Καμία από τις 

παρατηρηθείσες τοξικότητες δεν επηρεαζόταν σαφώς από την ηλικία.

Σημαντική αντίδραση υπερευαισθησίας με πιθανή μοιραία κατάληξη (οριζόμενη σαν υπόταση που 

απαιτούσε θεραπεία, αγγειοοίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια που απαιτούσε θεραπεία με 

βρογχοδιασταλτικά, ή γενικευμένη κνίδωση) παρατηρήθηκε σε δύο (< 1%) ασθενείς. Σε ποσοστό 

34% των ασθενών (17% όλων των σειρών θεραπείας) εμφανίσθηκαν ελαφρές αντιδράσεις 

υπερευαισθησίας. Οι ελαφρές αυτές αντιδράσεις, κυρίως έξαψη και εξάνθημα, δεν χρειάσθηκαν 

θεραπευτική παρέμβαση ούτε εμπόδισαν την συνέχιση της θεραπείας με πακλιταξέλη.

Η συχνότερη σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η καταστολή του μυελού των οστών. Βαριά 

ουδετεροπενία (< 500 κύτταρα/mm 3  ) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 28% των ασθενών, αλλά δεν 

συνοδευόταν από εμπύρετα επεισόδια. Μόνο 1% των ασθενών εμφάνισε βαριά ουδετεροπενία για 

≥ 7 ημέρες. Θρομβοπενία αναφέρθηκε σε ποσοστό 11% των ασθενών. Σε ποσοστό 3% των ασθενών 

σημειώθηκε ελάχιστος αριθμός αιμοπεταλίων < 50.000/mm 3  τουλάχιστον μία φορά κατά τη μελέτη. 

Αναιμία παρατηρήθηκε σε ποσοστό 64% των ασθενών, αλλά ήταν βαριά (Hb < 5 mmol/L) μόνο σε 

ποσοστό 6% των ασθενών. Η συχνότητα και η βαρύτητα της αναιμίας σχετίζονται με τις τιμές 

εκκίνησης της αιμοσφαιρίνης.

Νευροτοξικότητα, κυρίως περιφερική νευροπάθεια φάνηκε να είναι περισσότερο συχνή και βαριά με 

δόση 175 mg/m 2  και 3ωρη έγχυση (85% νευροτοξικότητα, 15% βαριά), από ότι με δόση 135 mg/m 2 

και 24ωρη έγχυση (25% περιφερική νευροπάθεια, 3% βαριά) όταν η πακλιταξέλη χορηγήθηκε μαζί με 

σισπλατίνη. Σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και σε ασθενείς με καρκίνο των 

ωοθηκών που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη, με 3ωρη έγχυση, ακολουθούμενη από σισπλατίνη, 

υπήρξε μία εμφανής αύξηση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρής νευροτοξικότητας. Περιφερική 

νευροπάθεια μπορεί να παρατηρηθεί μετά τον πρώτο κύκλο και μπορεί να επιδεινώνεται με την 

αυξημένη έκθεση στην πακλιταξέλη. Η περιφερική νευροπάθεια ήταν αιτία διακοπής της 

πακλιταξέλης σε μερικές περιπτώσεις. Τα αφορούντα την αισθητικότητα συμπτώματα συνήθως 

βελτιώθηκαν ή υποχώρησαν τελείως μερικούς μήνες μετά τη διακοπή της πακλιταξέλης. 

Προϋπάρχουσες νευροπάθειες, αποτέλεσμα προηγουμένων θεραπειών, δεν αποτελούν αντένδειξη για 

τη θεραπεία με πακλιταξέλη.

Αρθραλγίες ή μυαλγίες προσέβαλαν ποσοστό 60% των ασθενών και ήταν βαριά σε ποσοστό 13% των 

ασθενών.

Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης κατά την ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να οδηγήσουν σε 

εντοπισμένο οίδημα, πόνο, ερύθημα, και σκλήρυνση. Σε κάποιες περιπτώσεις, εξαγγείωση μπορεί να 

καταλήξει σε κυτταρίτιδα. Ο σχηματισμός εσχαρών και/ή η αποφλοίωση του δέρματος που έχουν 

αναφερθεί, έχουν συσχετισθεί μερικές φορές με την εξαγγείωση. Μπορεί επίσης να εμφανισθεί 

αποχρωματισμός του δέρματος. Επανεμφάνιση των δερματικών αντιδράσεων στο σημείο 

προηγούμενης εξαγγείωσης μετά τη χορήγηση πακλιταξέλης σε διαφορετικό σημείο δηλ. 

"αναμνηστική αντίδραση" έχει αναφερθεί σπάνια. Δεν είναι επί του παρόντος γνωστή ειδική θεραπεία 

για τις αντιδράσεις από εξαγγείωση.

Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες, που σχετίζονται με τη χορήγηση 

μονοθεραπείας πακλιταξέλης ως έγχυση 3 ωρών σε περιπτώσεις μεταστάσεων (812 ασθενείς που 

συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες) και όπως αναφέρθηκαν κατά την παρακολούθηση της πακλιταξέλης 

μετά την κυκλοφορία*.

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που περιλαμβάνονται παρακάτω, έχουν καταταγεί 

σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση:

πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, 

< 1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι 

ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Έρευνες: Συχνές: σοβαρή αύξηση της AST (SGOT), σοβαρή

αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης

Όχι συχνές: σοβαρή αύξηση της χολερυθρίνης

Σπάνιες*: αύξηση της κρεατινίνης αίματος

Καρδιακές διαταραχές: Συχνές: βραδυκαρδία

Όχι συχνές: έμφραγμα του μυοκαρδίου,

κολποκοιλιακός αποκλεισμός και συγκοπή,

καρδιομυοπάθεια, ασυμπτωματική κοιλιακή

ταχυκαρδία, ταχυκαρδία με διδυμία

Πολύ σπάνιες*: κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή

ταχυκαρδία

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του Πολύ συχνές: μυελοκαταστολή, ουδετεροπενία,

λεμφικού συστήματος: αναιμία, θρομβοπενία, λευκοπενία, αιμορραγία

Σπάνιες*: εμπύρετη ουδετεροπενία

Πολύ σπάνιες*: οξεία μυελογενής λευχαιμία,

μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Πολύ συχνές: νευροτοξικότητα (κυρίως: περιφερική

νευροπάθεια)

Σπάνιες*: κινητική νευροπάθεια (με επακόλουθη

ελαφρά τελική αδυναμία)

Πολύ σπάνιες*: γενικευμένοι σπασμοί επιληψίας,

αυτόνομη νευροπάθεια (που οδηγούν σε παραλυτικό

ειλεό και ορθοστατική υπόταση), εγκεφαλοπάθεια,

σπασμοί, ζάλη, αταξία, κεφαλαλγία

Οφθαλμικές διαταραχές: Πολύ σπάνιες*: διαταραχές του οπτικού νεύρου

και/ή οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα

σκοτώματα), ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν λάβει

δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: Πολύ σπάνιες*: απώλεια ακοής, ωτοτοξικότητα,

εμβοές, ίλιγγος

Διαταραχές του αναπνευστικού Σπάνιες*: αναπνευστική ανεπάρκεια, πνευμονική

Συστήματος, του θώρακα του εμβολή, ίνωση πνεύμονα, διάμεση πνευμονία,

μεσοθωρακίου: δύσπνοια, πλευριτική συλλογή

Πολύ σπάνιες*: βήχας

Διαταραχές του γαστρεντερικού: Πολύ συχνές: διάρροια, έμετος, ναυτία, φλεγμονή

βλεννογόνου

Σπάνιες*: απόφραξη του εντέρου, διάτρηση

εντέρου, ισχαιμική κολίτιδα, παγκρεατίτιδα,

Πολύ σπάνιες*: θρόμβωση μεσεντερίου,

ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, ουδετεροπενική

κολίτιδα, ασκίτης, οισοφαγίτιδα, δυσκοιλιότητα

Διαταραχές του δέρματος και του Πολύ συχνές: αλωπεκία

υποδόριου ιστού: Συχνές: παροδικές και ήπιες αλλοιώσεις του

δέρματος και των ονύχων

Σπάνιες*: κνίδωση, κνησμός, ερύθημα

Πολύ σπάνιες*: σύνδρομο Stevens-Johnson,

επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα,

αποφολιδωτική δερματίτιδα, εξάνθημα, ονυχόλυση

 (οι ασθενείς σε θεραπεία πρέπει να φέρουν

ηλιοπροστασία στα χέρια και τα πόδια)

Διαταραχές του μυοσκελετικού Πολύ συχνές: αρθραλγία, μυαλγία

συστήματος και του συνδετικού ιστού:

Διαταραχές του μεταβολισμού και της Πολύ σπάνιες*: ανορεξία

θρέψης:

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Πολύ συχνές: λοίμωξη (κυρίως λοιμώξεις των

ουροφόρων οδών και του ανώτερου αναπνευστικού

συστήματος), με αναφερθείσες περιπτώσεις

θανατηφόρου έκβασης

Όχι συχνές: σηπτική καταπληξία

Σπάνιες*: σηψαιμία, περιτονίτιδα, πνευμονία

Αγγειακές διαταραχές: Πολύ συχνές: υπόταση

Όχι συχνές: θρόμβωση, υπέρταση, θρομβοφλεβίτιδα

Πολύ σπάνιες*: καταπληξία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της Συχνές: αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης

οδού χορήγησης: (περιλαμβανομένου εντοπισμένου οιδήματος,

πόνου, ερυθήματος, σκλήρυνσης, κατά περίπτωση

εξαγγείωση μπορεί να οδηγήσει σε κυτταρίτιδα,

ίνωση δέρματος και νέκρωση δέρματος)

Σπάνιες*: πυρεξία, αφυδάτωση, εξασθένιση,

οίδημα, αίσθημα κακουχίας

Διαταραχές του ανοσοποιητικού Πολύ συχνές: ελαφρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας

συστήματος: (κυρίως έξαψη και εξάνθημα)

Όχι συχνές: σημαντικές αντιδράσεις

υπερευαισθησίας που απαιτούν θεραπεία (π.χ.,

υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική

δυσχέρεια, γενικευμένη κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία,

θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, άλγος

στα άκρα, εφίδρωση και υπέρταση)

Σπάνιες*: αναφυλακτικές αντιδράσεις

Πολύ σπάνιες*: αναφυλακτική καταπληξία

Διαταραχές του ήπατος και των Πολύ σπάνιες*: ηπατική νέκρωση, ηπατική

χοληφόρων: εγκεφαλοπάθεια (και οι δύο με αναφορές

περιπτώσεων με θανατηφόρο έκβαση)

Ψυχιατρικές διαταραχές: Πολύ σπάνιες*: συγχυτική κατάσταση

Ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν πακλιταξέλη κατά την επικουρική ρύθμιση μετά από 

θεραπεία με AC, παρουσίασαν μεγαλύτερη νευροαισθητήρια τοξικότητα, αντιδράσεις 

υπερευαισθησίας, αρθραλγία/μυαλγία, αναιμία, λοίμωξη, πυρετό, ναυτία/έμετο και διάρροια σε 

σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC. Ωστόσο, η συχνότητα των συμβαμάτων αυτών ήταν 

σύμφωνη με τη χρήση μονοθεραπείας με την πακλιταξέλη, όπως αναφέρονται παραπάνω.

Σε θεραπευτικά σχήματα

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται σε δύο μείζονος σημασίας μελέτες για τη χημειοθεραπεία πρώτης 

γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών (πακλιταξέλη + σισπλατίνη: σε πάνω από 1050 ασθενείς), δύο 

μελέτες φάσης ΙΙΙ στη θεραπεία πρώτης γραμμής μεταστατικού καρκίνου του μαστού: μια που μελετά 

το συνδυασμό με δοξορουβικίνη (πακλιταξέλη + δοξορουβικίνη: σε 267 ασθενείς), μια άλλη που 

μελετά το συνδυασμό με trastuzumab (σχεδιασμένη ανάλυση υποομάδας πακλιταξέλη + trastuzumab: 

σε 188 ασθενείς) και δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ για τη θεραπεία του προχωρημένου μη μικροκυτταρικού 

καρκίνου του πνεύμονα (πακλιταξέλη + σισπλατίνη: σε πάνω από 360 ασθενείς) (βλέπε παράγραφο 

5.1).

Όταν χορηγήθηκε με 3ωρη έγχυση για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των 

ωοθηκών, νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία και υπερευαισθησία αναφέρθηκαν περισσότερο 

συχνά και με μεγαλύτερη σοβαρότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη 

ακολουθούμενη από σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν κυκλοφωσφαμίδη 

ακολουθούμενη από σισπλατίνη. Η μυελοκαταστολή αναφέρθηκε λιγότερο συχνά και με μικρότερη 

βαρύτητα με την πακλιταξέλη, χορηγούμενη με 3ωρη έγχυση, ακολουθούμενη από σισπλατίνη σε 

σύγκριση με κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.

Για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, αναφέρθηκαν 

ουδετεροπενία, αναιμία, περιφερική νευροπάθεια, αρθραλγίες, μυαλγίες, εξασθένιση, πυρετός και 

διάρροια πιο συχνά και με μεγαλύτερη βαρύτητα όταν η πακλιταξέλη (220 mg/m 2 ) χορηγήθηκε ως 

3-ωρη έγχυση 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη (50 mg/m 2 ) σε σύγκριση την καθιερωμένη θεραπεία 

(FAC) (5-FU 500 mg/m 2 , δοξορουβικίνη 50 mg/m 2 , κυκλοφωσφαμίδη 500 mg/m 2 ). Η ναυτία και ο 

έμετος φαίνονται ότι είναι λιγότερο συχνά και σοβαρά με το σχήμα πακλιταξέλη (220 mg/m 2 ) / 

δοξορουβικίνη (50 mg/m 2 ) σε σύγκριση με το καθιερωμένο σχήμα FAC. Η χρήση κορτικοστεροειδών 

μπορεί να συνέβαλε στη μικρότερη συχνότητα και σοβαρότητα της ναυτίας και του εμέτου στην 

ομάδα πακλιταξέλη/δοξορουβικίνη.

Όταν η πακλιταξέλη χορηγήθηκε με 3ωρη έγχυση σε συνδυασμό με το trastuzumab για τη θεραπεία 

πρώτης γραμμής ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, τα ακόλουθα συμβάματα (ανεξάρτητα 

από τη σχέση τους με την πακλιταξέλη ή το trastuzumab) αναφέρθηκαν πιο συχνά απ’ ότι με τη 

μονοθεραπεία με πακλιταξέλη: καρδιακή ανεπάρκεια (8% έναντι 1%), λοίμωξη (46% έναντι 27%), 

ρίγη (42% έναντι 4%), πυρετός (47% έναντι 23%), βήχας (42% έναντι 22%), εξάνθημα (39% έναντι 

18%), αρθραλγίες (37% έναντι 21%), ταχυκαρδία (12% έναντι 4%), διάρροια (45% έναντι 30%), 

υπερτονία (11% έναντι 3%), ρινορραγία (18% έναντι 4%), ακμή (11% έναντι 3%), απλός έρπητας 

(12% έναντι 3%), τυχαίος τραυματισμός (13% έναντι 3%), αϋπνία (25% έναντι 13%), ρινίτιδα (22% 

έναντι 5%), παραρρινοκολπίτιδα (21% έναντι 7%) και αντίδραση στη θέση της ένεσης (7% έναντι 

1%). Κάποιες από αυτές τις διαφορές στη συχνότητα εμφάνισης μπορεί να οφείλονται στον αυξημένο 

αριθμό και διάρκεια των θεραπειών με το συνδυασμό πακλιταξέλη/trastuzumab έναντι της 

μονοθεραπείας με πακλιταξέλη. Σοβαρά συμβάματα αναφέρθηκαν σε παρόμοια ποσοστά για το 

συνδυασμό πακλιταξέλη/trastuzumab και για μονοθεραπεία με πακλιταξέλη.

Όταν η δοξορουβικίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με πακλιταξέλη στο μεταστατικό καρκίνο του 

μαστού παρατηρήθηκαν διαταραχές της καρδιακής συσταλτικότητας (μείωση ≥ 20% του κλάσματος 

εξώθησης της αριστεράς κοιλίας) στο 15% των ασθενών έναντι 10% αυτών του καθιερωμένου 

σχήματος FAC. Παρατηρήθηκε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε < 1% τόσο στην ομάδα 

πακλιταξέλη/δοξορουβικίνη όσο και στην ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας FAC. Η χορήγηση 

trastuzumab σε συνδυασμό με πακλιταξέλη σε προθεραπευμένους με ανθρακυκλίνες ασθενείς είχε ως 

αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα και σοβαρότητα καρδιακής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με 

ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με πακλιταξέλη (τάξης Ι/ΙΙ κατά ΝΥΗΑ 10% έναντι 0%, τάξης 

ΙΙΙ/ΙV κατά ΝΥΗΑ 2% έναντι 1%) που σπάνια συσχετίστηκε με θάνατο (βλέπε Περίληψη 

Χαρακτηριστικών του Προϊόντος trastuzumab). Σε όλες εκτός απ' αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, οι 

ασθενείς ανταποκρίθηκαν στην κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση.

Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία έχει αναφερθεί, σε ασθενείς με ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία.

Σάρκωμα Kaposi (KS) σχετιζόμενο με AIDS

Με εξαίρεση τις αιματολογικές και ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παρακάτω), η συχνότητα 

και σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικά παρόμοια μεταξύ των ασθενών με KS και 

των ασθενών στους οποίους χορηγείται μονοθεραπεία πακλιταξέλης για άλλους συμπαγείς όγκους, με 

βάση μια κλινική μελέτη που περιελάμβανε 107 ασθενείς.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: η καταστολή του μυελού των οστών ήταν 

η σημαντικότερη τοξικότητα που προκάλεσε περιορισμό της δόσης. Η ουδετεροπενία είναι η πιο 

σημαντική αιματολογική τοξικότητα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου της θεραπείας, σοβαρή 

ουδετεροπενία (< 500 κύτταρα/mm 3 ) εμφανίστηκε στο 20% των ασθενών. Κατά τη διάρκεια 

ολόκληρης της περιόδου θεραπείας, παρατηρήθηκε σοβαρή ουδετεροπενία στο 39% των ασθενών. Η 

ουδετεροπενία παρέμεινε για > 7 ημέρες στο 41% των ασθενών και για 30-35 ημέρες στο 8% των 

ασθενών. Υποχώρησε μέσα σε 35 ημέρες σε όλους τους ασθενείς που βρίσκονταν υπό 

παρακολούθηση. Το ποσοστό ουδετεροπενίας βαθμού 4, διάρκειας ≥ 7 ημερών, ήταν 22%.

Ουδετεροπενικός πυρετός σχετιζόμενος με την χορήγηση πακλιταξέλης αναφέρθηκε στο 14% των 

ασθενών και στο 1,3% των θεραπευτικών κύκλων. Σημειώθηκαν 3 σηψαιμικά επεισόδια (2,8%) κατά 

τη διάρκεια της χορήγησης πακλιταξέλης σχετιζόμενα με το φαρμακευτικό προϊόν, τα οποία 

αποδείχθηκαν μοιραία.

Παρατηρήθηκε θρομβοπενία στο 50% των ασθενών και ήταν σοβαρή (< 50.000 κύτταρα/mm 3 ) στο 

9% των ασθενών. Μόνο στο 14% των ασθενών σημειώθηκε πτώση στον αριθμό αιμοπεταλίων τους 

σε < 75.000 κύτταρα/mm 3 , τουλάχιστον μια φορά κατά τη θεραπεία. Αναφέρθηκαν επεισόδια 

αιμορραγίας σχετιζόμενα με την πακλιταξέλη σε < 3% των ασθενών, αλλά τα αιμορραγικά επεισόδια 

ήταν εντοπισμένα.

Αναιμία (Hb < 11 g/dl) παρατηρήθηκε στο 61% των ασθενών και ήταν σοβαρή (Hb < 8 g/dl) στο 10% 

των περιπτώσεων. Μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων απαιτήθηκαν στο 21% των ασθενών.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: μεταξύ των ασθενών (> 50% των ασθενών στους οποίους 

χορηγούνταν αναστολείς πρωτεάσης) με φυσιολογική ηπατική λειτουργία κατά την αρχική 

αξιολόγηση, 28%, 43% και 44% παρουσίασαν αύξηση της χολερυθρίνης, της αλκαλικής φωσφατάσης 

και της AST (SGOT), αντίστοιχα. Σε κάθε μια από τις παραπάνω παραμέτρους, το ποσοστό των 

περιπτώσεων σοβαρών αυξήσεων ήταν 1%.

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για την υπέρβαση της δοσολογίας με PACLITAXIN. Σε περίπτωση 

υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η θεραπεία πρέπει να έχει στόχο τις 

κυρίως αναμενόμενες τοξικότητες, που συνίστανται σε καταστολή του μυελού των οστών, περιφερική 

νευροτοξικότητα και βλεννογονίτιδα.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες (ταξάνες), κωδικός ATC: 

L01C D01

Η πακλιταξέλη είναι αντιμικροσωληναριακό φάρμακο που προάγει τη συνένωση των 

μικροσωληναρίων από τα διμερή της τουβουλίνης και σταθεροποιεί τα μικροσωληνάρια εμποδίζοντας 

τον αποπολυμερισμό τους. Η σταθεροποίηση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την αναστολή της 

φυσιολογικής δυναμικής αναδιοργάνωσης του δικτύου των μικροσωληναρίων που είναι απαραίτητη 

για τις μεταξύ των φάσεων και τις μιτωτικές ζωτικές λειτουργίες του κυττάρου. Επιπλέον, η 

πακλιταξέλη προκαλεί ανώμαλες διατάξεις ή δεσμίδες μικροσωληναρίων σε όλη τη διάρκεια του 

κυτταρικού κύκλου και πολλαπλές αστεροειδείς διατάξεις των μικροσωληναρίων κατά τη μίτωση.

Καρκίνος των ωοθηκών

Στη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής καρκίνου των ωοθηκών, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα 

της πακλιταξέλης αξιολογήθηκε σε δύο μεγάλες, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες (σε σύγκριση με 

750 mg/m 2  κυκλοφωσφαμίδης/75 mg/m 2  σισπλατίνης) μελέτες. Στη μελέτη (B-MS CA 139-209) 

περισσότεροι από 650 ασθενείς με στάδιο ΙΙb-c, III ή IV πρωτογενούς καρκίνου των ωοθηκών, 

έλαβαν κατά μέγιστο όριο 9 θεραπευτικά σχήματα πακλιταξέλη (175 mg/m 2  σε 3ωρη έγχυση) 

ακολουθούμενα από σισπλατίνη (75 mg/m 2 ) ή φάρμακο αναφοράς. Η δεύτερη μεγάλη μελέτη (GOG-

111/B-MS CA 139-022) αξιολόγησε ένα μέγιστο όριο 6 θεραπευτικών σχημάτων ή πακλιταξέλη 

(135 mg/m 2  με 24ωρη έγχυση) ακολουθούμενα από σισπλατίνη (75 mg/m 2 ) ή φάρμακο αναφοράς σε 

περισσότερους από 400 ασθενείς με στάδιο III/IV πρωτογενούς καρκίνου των ωοθηκών, με 

υπολειπόμενη νόσο > 1 cm μετά από λαπαροτομία για σταδιοποίηση ή με απομακρυσμένες 

μεταστάσεις. Αν και οι δύο διαφορετικές δοσολογίες πακλιταξέλης δεν συγκρίθηκαν η μία ως προς 

την άλλη άμεσα, και στις δύο μελέτες οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη σε 

συνδυασμό με σισπλατίνη είχαν ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης, μεγαλύτερο 

χρόνο για να εμφανίσουν επιδείνωση και μακρύτερο χρόνο επιβίωσης, σε σύγκριση με την 

καθιερωμένη θεραπεία. Αυξημένη νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία αλλά ελαττωμένη 

μυελοκαταστολή, παρατηρήθηκε σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών, στις οποίες 

χορηγήθηκε πακλιταξέλη/σισπλατίνη με 3ωρη έγχυση σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίες έλαβαν 

κυκλοφωσφαμίδη/σισπλατίνη.

Καρκίνος του μαστού

Κατά την επικουρική αγωγή του καρκίνου του μαστού, 3121 ασθενείς με καρκίνο του μαστού με 

θετικούς λεμφαδένες έλαβαν επικουρική θεραπεία πακλιταξέλης ή καμία χημειοθεραπεία μετά από 4 

θεραπευτικά σχήματα δοξορουβικίνης και κυκλοφωσφαμίδης (CALGB 9344, BMS CA 139-223). Η 

διάμεση παρακολούθηση ήταν 69 μήνες. Συνολικά, οι ασθενείς της πακλιταξέλης παρουσίασαν 

σημαντική μείωση κατά 18% του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου σε σχέση με τους ασθενείς που 

έλαβαν μόνο AC (p = 0,0014), και σημαντική μείωση κατά 19% του κινδύνου θανάτου σε σχέση με 

τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC (p = 0,0044). Αναδρομικές αναλύσεις δείχνουν όφελος σε όλες τις 

υποομάδες των ασθενών. Σε ασθενείς με όγκους με αρνητικούς ορμονικούς υποδοχείς/ άγνωστους, η 

μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου ήταν 28% (95%CI: 0,59-0,86). Στην υποομάδα των 

ασθενών με όγκους με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς, η μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της 

νόσου ήταν 9% (95%CI: 0,78-1,07). Ωστόσο, η σχεδίαση της μελέτης δεν ερεύνησε την επίδραση της 

παρατεταμένης θεραπείας με AC πέραν των 4 κύκλων. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί με βάση μόνο τη 

μελέτη αυτή ότι τα παρατηρηθέντα αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται εν μέρει στη διαφορά της 

διάρκειας της χημειοθεραπείας μεταξύ των δύο σχημάτων (AC 4 κύκλοι, AC+TAXOL 8 κύκλοι). 

Επομένως, η επικουρική θεραπεία με πακλιταξέλη πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική της 

παρατεταμένης θεραπείας με AC.

Σε μια δεύτερη μεγάλη κλινική μελέτη στην επικουρική αγωγή καρκίνου με θετικούς λεμφαδένες, με 

παρόμοια σχεδίαση, 3060 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ή να μη λάβουν τέσσερα σχήματα 

πακλιταξέλης στην υψηλότερη δόση των 225 mg/m 2  μετά τέσσερα σχήματα AC (NSABP B-28, BMS 

CA 139-270). Μετά από διάμεση παρακολούθηση 64 μηνών, οι ασθενείς της πακλιταξέλης 

παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 17% του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου σε σχέση με τους 

ασθενείς που έλαβαν μόνο AC (p = 0,006). Η θεραπεία με πακλιταξέλη σχετίσθηκε με μείωση του 

κινδύνου θανάτου κατά 7% (95%CI: 0,78-1,12). Όλες οι αναλύσεις των υποομάδων ευνοούν το 

σχήμα πακλιταξέλης. Στη μελέτη αυτή οι ασθενείς με όγκους με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς 

παρουσίασαν μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου κατά 23% (95%CI: 0,6-0,92). Στην 

υποομάδα των ασθενών με όγκους με αρνητικούς ορμονικούς υποδοχείς η μείωση του κινδύνου 

υποτροπής της νόσου ήταν 10% (95%CI: 0,7-1,11).

Στη θεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, η αποτελεσματικότητα και η 

ασφάλεια της πακλιταξέλης αξιολογήθηκαν σε δύο καίριες, φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένες, και 

ελεγχόμενες ανοικτές μελέτες.

Στην πρώτη μελέτη (BMS CA 139-278), ο συνδυασμός δοξορουβικίνης bolus (50 mg/m 2 ) που 

ακολουθείται μετά από 24 ώρες από πακλιταξέλη (220 mg/m 2  με 3-ωρη έγχυση) (ΑΤ) σε 

σύγκριση με το καθιερωμένο σχήμα FAC (5-FU 500 mg/m 2 , δοξορουβικίνη 50 mg/m 2 , 

κυκλοφωσφαμίδη 500 mg/m 2 ), χορηγούμενα και τα δύο κάθε τρεις εβδομάδες για οκτώ 

κύκλους θεραπείας. Στην τυχαιοποιημένη αυτή μελέτη εντάχθηκαν 267 ασθενείς με 

μεταστατικό καρκίνο του μαστού, που είτε δεν είχαν προηγουμένως λάβει χημειοθεραπεία ή 

είχαν λάβει μόνο χημειοθεραπεία χωρίς ανθρακυκλίνη κατά την επικουρική ρύθμιση. Τα 

αποτελέσματα έδειξαν σημαντική διαφορά στο χρόνο για την πρόοδο της νόσου για τους 

ασθενείς που έλαβαν ΑΤ σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν FAC (8,2 έναντι 6,2 μήνες, 

p=0,029). Η μέση τιμή επιβίωσης ήταν προς όφελος του συνδυασμού 

πακλιταξέλη/δοξορουβικίνη έναντι FAC (23,0 έναντι 18,3 μήνες, p=0,004). Στις ομάδες 

θεραπείας ΑΤ και FAC το 44% και 48% αντίστοιχα έλαβαν αναμνηστική χημειοθεραπεία που 

περιελάμβανε ταξάνες στο 7% και 50% αντίστοιχα. Η συνολική αναλογία αντίδρασης ήταν 

επίσης σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα ΑΤ σε σύγκριση με την ομάδα FAC (68% έναντι 

55%). Πλήρεις ανταποκρίσεις διαπιστώθηκαν στο 19% της ομάδας ασθενών της 

πακλιταξέλης/δοξορουβικίνη έναντι 8% της ομάδας ασθενών της FAC. Όλα τα αποτελέσματα 

δραστικότητας έχουν εκ των υστέρων επιβεβαιωθεί από τυφλή ανεξάρτητη ανασκόπηση.

Στην δεύτερη καίρια μελέτη, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού 

πακλιταξέλης και Herceptin αξιολογήθηκαν σε σχεδιασμένη ανάλυση μιας υποομάδας 

(ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, οι οποίες είχαν λάβει προηγουμένως 

συμπληρωματική θεραπεία με ανθρακυκλίνες) της μελέτης HO648g. Η αποτελεσματικότητα 

του Herceptin σε συνδυασμό με πακλιταξέλη σε ασθενείς οι οποίοι δεν έλαβαν προηγουμένως 

συμπληρωματική θεραπεία με ανθρακυκλίνες, δεν έχει αποδειχθεί. Ο συνδυασμός 

trastuzumab (4 mg/kg δόση εφόδου και μετά 2 mg/kg εβδομαδιαία) και πακλιταξέλη 

(175 mg/m 2 ) με 3ωρη έγχυση, κάθε τρεις εβδομάδες συγκρίθηκε με μονοθεραπεία 

πακλιταξέλης (175 mg/m 2 ) με 3ωρη έγχυση, κάθε τρεις εβδομάδες σε 188 ασθενείς με 

μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του ΗΕR2 (2+ ή 3+ όπως μετρήθηκε με 

ανοσοϊστοχημεία) στους προθεραπευμένους με ανθρακυκλίνες ασθενείς. Η πακλιταξέλη 

χορηγήθηκε κάθε 3 εβδομάδες για τουλάχιστον 6 κύκλους θεραπείας, ενώ το trastuzumab 

χορηγήθηκε εβδομαδιαίως μέχρι την πρόοδο της νόσου. Η μελέτη έδειξε ένα σημαντικό 

όφελος για το συνδυασμό πακλιταξέλη/trastuzumab όσον αφορά το χρόνο μέχρι την πρόοδο 

της νόσου (6,9 έναντι 3,0 μήνες), το ποσοστό ανταπόκρισης (41% έναντι 17%) και τη 

διάρκεια ανταπόκρισης (10,5 έναντι 4,5 μήνες) όταν συγκρίθηκε με μονοθεραπεία 

πακλιταξέλης. Η πιο σημαντική τοξικότητα που παρατηρήθηκε με το συνδυασμό 

πακλιταξέλη/trastuzumab ήταν καρδιακή δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.8).

Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα

Στη θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, η πακλιταξέλη 175 mg/m 2 

ακολουθούμενο από σισπλατίνη 80 mg/m 2  έχει αξιολογηθεί σε δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ (367 ασθενείς 

σε σχήματα που περιλάμβαναν πακλιταξέλη). Και οι δύο ήταν τυχαιοποιημένες μελέτες. Η μία 

σύγκρινε την αγωγή με σισπλατίνη 100 mg/m 2 , η άλλη χρησιμοποίησε τενιποσίδη 100 mg/m 2 

ακολουθούμενη από σισπλατίνη 80 mg/m 2  ως συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα (367 ασθενείς στο 

συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα). Τα αποτελέσματα των μελετών ήταν παρόμοια. Για την κύρια 

έκβαση, τη θνησιμότητα, δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ του σχήματος που 

περιλάμβανε πακλιταξέλη και του συγκριτικού σχήματος (διάμεσοι χρόνοι επιβίωσης 8,1 και 9,5 

μήνες στα σχήματα που περιελάμβαναν πακλιταξέλη, 8,6 και 9,9 μήνες με τα συγκριτικά σχήματα). 

Παρομοίως για το διάστημα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου δεν διαπιστώθηκε σημαντική 

διαφορά μεταξύ των σχημάτων θεραπείας. Σημειώθηκε σημαντική ωφέλεια όσον αφορά τα ποσοστά 

κλινικής ανταπόκρισης. Τα αποτελέσματα ποιότητας ζωής δείχνουν όφελος με τα σχήματα που 

περιλαμβάνουν την πακλιταξέλη όσον αφορά την ανορεξία και παρέχουν σαφείς ενδείξεις της 

κατωτερότητας των σχημάτων που περιλαμβάνουν πακλιταξέλη όσον αφορά την περιφερική 

νευροπάθεια (p < 0,008).

Σάρκωμα Kaposi σχετιζόμενο με AIDS

Κατά τη θεραπεία του KS που σχετίζεται με AIDS, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της 

πακλιταξέλης ερευνήθηκαν σε μη συγκριτικές μελέτες, σε ασθενείς με προχωρημένο KS, που 

προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε συστηματική χημειοθεραπεία. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο 

ήταν η καλύτερη ανταπόκριση του όγκου. Από τους 107 ασθενείς οι 63 θεωρήθηκαν ανθεκτικοί σε 

λιποσωμιακές ανθρακυκλίνες. Η υποομάδα αυτή των ασθενών θεωρείται ότι αποτελούν τον 

πληθυσμιακό πυρήνα αποτελεσματικότητας. Το γενικό ποσοστό επιτυχίας (πλήρους/μερικής 

ανταπόκρισης) μετά από 15 κύκλους θεραπείας ήταν 57% (CI 44 - 70%) σε ασθενείς ανθεκτικούς σε 

λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη. Τα αποτελέσματα για περισσότερες από το 50% των ανταποκρίσεων 

παρουσιάσθηκαν μετά από τους 3 πρώτους κύκλους θεραπείας. Τα αποτελέσματα των ασθενών που 

ανθίστανται στη λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη ήταν συγκρίσιμα για ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί 

ποτέ σε θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης (55,6%) και αυτών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ένα 

αναστολέα πρωτεάσης τουλάχιστον 2 μήνες πριν από τη θεραπεία με πακλιταξέλη (60,9%). Ο μέσος 

χρόνος για την εξέλιξη της νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών ήταν 468 ημέρες (95% CI 257 - 

NE). Ο μέσος χρόνος επιβίωσης δεν μπορεί να υπολογισθεί, το χαμηλότερο όμως όριο 95%, ήταν 617 

ημέρες για την κατηγορία αυτή των ασθενών.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η πακλιταξέλη παρουσιάζει διφασική πτώση των συγκεντρώσεων 

του πλάσματος.

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της πακλιταξέλης προσδιορίσθηκαν μετά από 3ωρη και 24ωρη έγχυση 

σε δόσεις 135 και 175 mg/m 2 . Οι εκτιμηθείσες μέσες τιμές τελικού χρόνου ημιζωής κυμάνθηκαν 

μεταξύ 3,0 και 52,7 ωρών και οι μέσες μη διαμερισματικές (τμηματικές) τιμές ολικής σωματικής 

κάθαρσης κυμάνθηκαν μεταξύ 11,6-24,0 L/h/m 2 . Η ολική σωματική κάθαρση φαίνεται ότι 

ελαττώνεται με υψηλότερες συγκεντρώσεις πακλιταξέλης στο πλάσμα. Ο μέσος όγκος κατανομής στη 

σταθεροποιημένη κατάσταση κυμάνθηκε από 198 έως 688 L/m 2 , ενδεικτικό της εκτεταμένης 

εξωαγγειακής κατανομής και/ή της δέσμευσης της πακλιταξέλης από τους ιστούς. Με την 3ωρη 

έγχυση, αυξανόμενες δόσεις έχουν σαν αποτέλεσμα μη γραμμική φαρμακοκινητική. Σε αύξηση κατά 

30% της δόσης, από 135 mg/m 2  σε 175 mg/m 2 , οι τιμές των C

 και AUC

0→∞  αυξήθηκαν κατά 75% 

και 81% αντίστοιχα.

Μετά από μια ενδοφλέβια δόση 100 mg/m 2 , η οποία χορηγήθηκε ως έγχυση 3 ωρών σε 19 ασθενείς με 

KS η διάμεση C

 ήταν 1.530 ng/ml (εύρος διακύμανσης 761 έως 2.860 ng/mL) και η διάμεση AUC 

5.619 ng⋅h/ml (εύρος διακύμανσης 2.609 έως 9.428 ng⋅h/mL). Η κάθαρση ήταν 20,6 l/h/m 2  (εύρος 

διακύμανσης 11-38) και ο όγκος κατανομής 291 l/m 2  (εύρος διακύμανσης 121-638). Ο μέσος τελικός 

χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης ήταν 23,7 ώρες (εύρος διακύμανσης 12-33).

Η μεταξύ ασθενών διακύμανση στη συστηματική έκθεση σε πακλιταξέλη ήταν ελάχιστη. Δεν υπάρχει 

ένδειξη συσσώρευσης της πακλιταξέλης με πολλαπλές χορηγήσεις.

In vitro μελέτες της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού δείχνουν ότι, κατά μέσον όρο, το 

φαρμακευτικό προϊόν συνδέεται σε ποσοστό 89-98%. Η παρουσία της σιμετιδίνης, της ρανιτιδίνης, 

της δεξαμεθαζόνης ή της διφαινυδραμίνης δεν επηρέασαν τη σύνδεση της πακλιταξέλης με τις 

πρωτεΐνες.

Η αποβολή της πακλιταξέλης δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως στον άνθρωπο. Μέσες τιμές αθροιστικής 

ανάκτησης αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα κυμαίνονταν από 1,3 μέχρι 12,6% της δόσεως, 

ενδεικτικό εκτεταμένης μη νεφρικής κάθαρσης. Ο ηπατικός μεταβολισμός και χολική κάθαρση ίσως 

είναι οι κύριοι μηχανισμοί αποβολής της πακλιταξέλης. Η πακλιταξέλη φαίνεται ότι αρχικά 

μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450. Μετά από χορήγηση ραδιοεπισημασμένης 

πακλιταξέλης, 26, 2 και 6% κατά μέσον όρο της ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα ως 

6α-hydroxypaclitaxel, 3’-p-hydroxypaclitaxel και 6α-3’-p-dihydroxy-paclitaxel, αντίστοιχα. Ο 

σχηματισμός αυτών των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών καταλύεται από το CYP2C8, από το –3Α4 και 

από τα δύο –2C8 και –3Α4 αντιστοίχως. Η επίδραση της ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας στην 

αποβολή της πακλιταξέλης μετά από 3ωρη έγχυση δεν έχει επίσημα ερευνηθεί. Φαρμακοκινητικές 

παράμετροι που ελήφθησαν από ένα ασθενή σε αιμοκάθαρση που έλαβε 3ωρη έγχυση πακλιταξέλης 

135 mg/m 2  ήταν μέσα στα όρια των τιμών που είχαν καθορισθεί σε ασθενείς που δεν έκαναν 

αιμοκάθαρση.

Στις κλινικές μελέτες όπου η πακλιταξέλη και η δοξορουβικίνη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα, η 

κατανομή και η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των μεταβολιτών της είχαν επιμηκυνθεί. Η 

συνολική έκθεση πλάσματος στην δοξορουβικίνη ήταν 30% υψηλότερη όταν η πακλιταξέλη 

ακολουθούσε αμέσως μετά τη δοξορουβικίνη απ' ότι όταν υπήρχε ένα διάστημα 24 ωρών μεταξύ των 

φαρμακευτικών προϊόντων.

Για τη χρήση του PACLITAXIN σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες, παρακαλούμε να συμβουλευτείτε 

την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τη σισπλατίνη, τη δοξορουβικίνη ή τη 

trastuzumab για πληροφορίες για τη χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Το ενδεχόμενο καρκινογόνου δράσης της πακλιταξέλης δεν μελετήθηκε. Ωστόσο η πακλιταξέλη είναι 

δυνητικά καρκινογόνο και γονοτοξικό φάρμακο με βάση το φαρμακοδυναμικό μηχανισμό δράσης 

της. Η πακλιταξέλη αποδείχθηκε μεταλλαξιογόνος τόσο in vitro όσο και in vivo στα υπό δοκιμασία 

συστήματα των θηλαστικών. Η πακλιταξέλη έχει δείξει εμβρυοτοξικότητα σε κουνέλια, καθώς και 

μείωση της γονιμότητας σε αρουραίους.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Αιθανόλη, άνυδρη

Κιτρικό οξύ, άνυδρο

Κικελαϊκός εστέρας μακρογλυκερόλης

6.2 Ασυμβατότητες

Ο κικελαϊκός εστέρας μακρογλυκερόλης μπορεί να προκαλέσει την απελευθέρωση DEHP [di-(2-

ethylhexyl)phthalate] από τους περιέκτες από πλαστικοποιημένο πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC), σε 

στάθμες που αυξάνουν με το χρόνο και τη συγκέντρωση. Επομένως, η παρασκευή, η αποθήκευση και 

η χορήγηση του αραιωμένου PACLITAXIN πρέπει να γίνονται με τη χρήση συσκευών που δεν 

περιέχουν PVC.

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν πρέπει να αναμιχθεί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από 

εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένο φιαλίδιο: 2 χρόνια

Μετά το άνοιγμα πριν από την αραίωση: η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση 

έχει τεκμηριωθεί για 28 ημέρες στους 25°C μετά από πολλαπλές εισόδους της βελόνας και 

αφαιρέσεις προϊόντος. Από μικροβιολογική άποψη, όταν το προϊόν ανοιχθεί μπορεί να 

διατηρηθεί για μέγιστο χρόνο 28 ημέρες στους 25°C. Άλλοι χρόνοι και άλλες συνθήκες 

διατήρησης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.

Μετά την αραίωση: η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση, των διαλυμάτων που 

έχουν ετοιμασθεί για έγχυση έχει αποδειχθεί στους 5°C και στους 25°C για 7 ημέρες όταν 

αραιωθούν σε 5% διάλυμα Δεξτρόζης και για 14 ημέρες όταν αραιωθούν σε ενέσιμο διάλυμα 

Χλωριούχου Νατρίου 0,9%. Από μικροβιολογική άποψη το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται 

αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη 

χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει κανονικά να ξεπερνούν τις 24 ώρες 

στους 2 έως 8° C, εκτός εάν η αραίωση έλαβε χώρα υπό ελεγχόμενες και αξιολογημένες 

άσηπτες συνθήκες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Η κατάψυξη δεν επηρεάζει δυσμενώς τα φιαλίδια που δεν έχουν ανοιχθεί.

Για τις συνθήκες διατήρησης του αραιωμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Άχρωμα, υάλινα φιαλίδια τύπου Ι με πώμα εισχώρησης από ελαστικό βρωμοβουτυλίου επικαλυμμένο 

με τεφλόν, σφράγιση αλουμινίου και πλαστικό αποσπώμενο πώμα.

- ένα φιαλίδιο των 5 ml που περιέχει 30 mg πακλιταξέλης

- ένα φιαλίδιο των 16,7 ml που περιέχει 100 mg πακλιταξέλης

- ένα φιαλίδιο των 25 ml που περιέχει 150 mg πακλιταξέλης

- ένα φιαλίδιο των 50 ml που περιέχει 300 mg πακλιταξέλης

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και χειρισμού

Χειρισμός

Όπως με όλα τα αντικαρκινικά φάρμακα, ο χειρισμός του PACLITAXIN πρέπει να γίνεται με 

προσοχή. Η αραίωση πρέπει να γίνεται κάτω από άσηπτες συνθήκες από εκπαιδευμένο προσωπικό σε 

καθορισμένη περιοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλα προστατευτικά γάντια. Πρέπει να 

λαμβάνονται προφυλάξεις ώστε να αποφεύγεται η επαφή με το δέρμα και τους βλεννογόνους. Σε 

περίπτωση επαφής με το δέρμα η περιοχή να πλυθεί με σαπούνι και νερό. Μετά την τοπική έκθεση, 

έχουν παρατηρηθεί μυρμηκιάσεις, αίσθημα καύσου και ερυθρότητα. Σε περίπτωση επαφής με τους 

βλεννογόνους, αυτοί πρέπει να εκπλυθούν με άφθονο νερό. Κατά την εισπνοή, έχουν αναφερθεί 

δύσπνοια, πόνος στο στήθος, ερεθισμός στον λαιμό και ναυτία.

Εάν τα κλειστά φιαλίδια ψυχθούν μπορεί να σχηματισθεί ίζημα, το οποίο επαναδιαλύεται με μικρή ή 

καθόλου ανατάραξη μόλις πλησιάσει τη θερμοκρασία περιβάλλοντος. Η ποιότητα του προϊόντος δεν 

επηρεάζεται. Εάν το διάλυμα παραμένει θολό ή παρουσιάζεται ένα αδιάλυτο ίζημα το φιαλίδιο πρέπει 

να απορρίπτεται.

Μετά από πολλαπλές εισόδους της βελόνας και αφαιρέσεις προϊόντος, τα φιαλίδια PACLITAXIN 

παραμένουν μικροβιολογικά, χημικά και φυσικά σταθερά για μέχρι και 28 ημέρες στους 25ºC. Άλλοι 

χρόνοι και άλλες συνθήκες διατήρησης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.

Η συσκευή “Chemo-Dispensing Pin” ή παρόμοιες συσκευές με ακίδες, δεν πρέπει να 

χρησιμοποιούνται, γιατί μπορεί να προκαλέσουν φθορά στο πώμα του φιαλιδίου, με αποτέλεσμα 

απώλεια της στειρότητας.

Προετοιμασία για ενδοφλέβια χορήγηση

Πριν από την έγχυση, το PACLITAXIN πρέπει να αραιώνεται με άσηπτες μεθόδους σε ενέσιμο 

διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% ή σε ενέσιμο διάλυμα 

δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% σε ενέσιμο διάλυμα 

Ringer, σε τελική συγκέντρωση 0,3% έως 1,2 mg/ml.

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση, των διαλυμάτων που έχουν ετοιμασθεί για έγχυση 

έχει αποδειχθεί στους 5°C και στους 25°C για 7 ημέρες όταν αραιωθούν σε 5% διάλυμα Δεξτρόζης 

και για 14 ημέρες όταν αραιωθούν σε ενέσιμο διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου 0,9%.

Από μικροβιολογική άποψη το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί 

αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν 

πρέπει κανονικά να ξεπερνούν τις 24 ώρες στους 2 έως 8° C, εκτός εάν η αραίωση έλαβε χώρα υπό 

ελεγχόμενες και αξιολογημένες άσηπτες συνθήκες. Μετά την αραίωση το διάλυμα χρησιμοποιείται 

για μια μόνο φορά.

Κατά την παρασκευή, τα διαλύματα μπορεί να δείχνουν θολότητα που αποδίδεται στα έκδοχα της 

μορφής και δεν αφαιρείται με διήθηση. To PACLITAXIN πρέπει να χορηγείται μέσω ενσωματωμένου 

φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη ≤ 0,22 μm. Καμία σημαντική απώλεια της ισχύος δεν σημειώθηκε 

μετά την προσομοιωμένη δίοδο του διαλύματος από ενδοφλέβια συσκευή που έφερε ενσωματωμένο 

φίλτρο.

Υπάρχουν σπάνιες αναφορές για εμφάνιση ιζήματος κατά τη διάρκεια εγχύσεων με πακλιταξέλη, 

κυρίως προς το τέλος μιας 24ωρης έγχυσης. Αν και η αιτία σχηματισμού αυτού του ιζήματος δεν έχει 

προσδιορισθεί, πιθανότατα συνδέεται με τον υπερκορεσμό του αραιωμένου διαλύματος. Για να 

ελαττώσουμε την πιθανότητα εμφάνισης του ιζήματος, το PACLITAXIN πρέπει να χρησιμοποιείται 

όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την αραίωση και πρέπει να αποφεύγεται η παρατεταμένη 

ανατάραξη, δόνηση ή ανακίνηση. Οι συσκευές έγχυσης πρέπει να ξεπλένονται πολύ καλά πριν τη 

χρήση. Κατά τη διάρκεια της έγχυσης η εμφάνιση του διαλύματος πρέπει να ελέγχεται τακτικά και η 

έγχυση πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιασθεί ίζημα.

Για να ελαχιστοποιήσουμε την έκθεση του ασθενούς στο DEHP που μπορεί να απελευθερώνεται από 

τους πλαστικοποιημένους με PVC σάκους για έγχυση ή συσκευές ή άλλα ιατρικά όργανα, τα 

αραιωμένα διαλύματα του PACLITAXIN πρέπει να διατηρούνται σε φιάλες που δεν είναι από PVC 

(από γυαλί ή πολυπροπυλένιο) ή σε πλαστικούς σάκους (από πολυπροπυλένιο ή πολυολεφίνη) και να 

χορηγούνται με συσκευές επικαλυμμένες εσωτερικά με πολυαιθυλένιο. Η χρήση φίλτρων (π.χ. 

IVEX-2) με ενσωματωμένο μικρό πλαστικοποιημένο με PVC σωληνάριο εισόδου και/ή εξόδου δεν 

επέφερε σημαντική απελευθέρωση DEHP.

Απόρριψη

Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά 

τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

CHEMIPHARM Σ. Γ. ΝΤΕΤΣΑΒΕΣ & ΣΙΑ Ε.Ε.

Καποδιστρίου 42, 10432 Αθήνα, 

Ελλάδα

Τηλέφωνο: 210 52 24 115

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

22730/8-4-2008 (Ορθή Επανάληψη 18-6-2008)

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ - ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Πρώτη έγκριση: 8-4-2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ιανουάριος 2011

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ

21-9-2018

Pending EC decision:  Apealea, paclitaxel, Opinion date: 20-Sep-2018

Pending EC decision: Apealea, paclitaxel, Opinion date: 20-Sep-2018

Europe - EMA - European Medicines Agency

1-8-2018

Abraxane (Celgene Europe B.V.)

Abraxane (Celgene Europe B.V.)

Abraxane (Active substance: paclitaxel) - Centralised - Transfer Marketing Authorisation Holder - Commission Decision (2018)5212 of Wed, 01 Aug 2018 European Medicines Agency (EMA) procedure number: EMEA/H/C/778/T/91

Europe -DG Health and Food Safety