NIMODIL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • NIMODIL 10MG/50ML ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΕΓΧΥΣΗ
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • C08CA06
  • Δοσολογία:
  • 10MG/50ML
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΕΓΧΥΣΗ
  • Σύνθεση:
  • 0066085594 - NIMODIPINE - 10.000000 MG
  • Οδός χορήγησης:
  • ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ
  • Τρόπος διάθεσης:
  • ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ.ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • NIMODIL 10MG/50ML ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΕΓΧΥΣΗ
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • NIMODIPINE
  • Περίληψη προϊόντος:
  • 2802093303017 - 01 - BTX1VIAL X50ML VIAL - 50.00 - ΧΙΛΙΟΣΤΟΛΙΤΡΟ - Εγκεκριμένο (ΕΟΦ) - ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • Καθεστώς αδειοδότησης:
  • Εγκεκριμένο (ΕΟΦ)
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-01-2017

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (SPC)

NIMODIL

Nimodipine 

1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ : 

NIMODIL

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ  ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ:

Στείρο   κιτρινωπό   αλκοολικό   διάλυμα   (20%w/v  αιθανόλη)   που   περιέχει   0.2mg/ml 

Νιμοδιπίνης   με   πολυεθυλενογλυκόλη     (17.0%W/V),  κιτρικό   νάτριο   (0.200%W/V)  και 

κιτρικό οξύ (0,030%W/V) σαν αδρανή συστατικά.

Η χημική ονομασία της νιμοδιπίνης είναι: 

(RS)-Isopropyl-2-methoxyethyl-1,4-dihydro-2,6-dimethyl-4-(3-

nitrophenyl)pyridine-3,5-dicarboxylate.

3,5-Pyridinedicarboxylic acid, 1,4-dihydro-2,6-dimethyl-4-

(3-nitrophenyl)-, 2-methoxyethyl 1-methylethyl ester.

(RS) 1,4-Dihydro-2,6-dimethyl-4-(3-nitrophenyl)-3,5-

pyridinedicarboxylic acid 2-methoxyethyl 1-methylethyl ester

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:  

Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση : 10mg/50ml vial.

4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

4.1. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Προφύλαξη και θεραπεία ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων σε ασθενείς που έχουν 

υποστεί υπαραχνοειδή αιμορραγία.

4.2. ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

Ενδοφλέβια στάγδην έγχυση:

Στην αρχή της θεραπείας επί δύο ώρες 1mg=5ml Nimodil  την ώρα (περίπου 15μg/kg 

βάρους   σώματος   την   ώρα).   Αν   αυτό   γίνει   καλά   ανεκτό   και   ιδίως   όταν   απουσιάζουν 

μεγάλες πτώσεις της πιέσεως του αίματος, η δόση πρέπει να αυξάνεται μετά τη δεύτερη 

ώρα σε 2 mg =10ml Nimodil την ώρα (περίπου 30μg/kg βάρους σώματος την ώρα).

Σε ασθενείς με βάρος σώματος σημαντικά κάτω από 70kg και (ή) ασταθή πίεση αίματος, η 

θεραπεία   μπορεί   να   αρχίσει   με   δόση   0.5mg=2.5ml  Nimodil  την   ώρα.   Σε   περίπτωση 

σημείων δυσανεξίας, η δόση πρέπει να ελαττώνεται και άλλο.

Ενστάλλαξη στον Υπαραχνοειδή Χώρο

20ml αραιωμένου διαλύματος Nimodil.

1ml Nimodil σε 19 ml διαλύματος Ringer.

   δοφλέβια στάγδην έγχυση    

 Για ενδοφλέβια στάγδην έγχυση, το Nimodil πρέπει να χορηγείται (μέσα από κεντρικό 

καθετήρα) σε παράπλευρο σωλήνα, χρησιμοποιώντας αντλία εγχύσεως, μαζί με διαλύματα 

για   έγχυση,   υποκατάστατα   αίματος   ή   πλάσματος.   Για   την   εξασφάλιση   επαρκούς 

αραιώσεως   του   διαλύματος  Nimodil  συνίσταται   ο   όγκος   της   έγχυσης   με   την   οποία 

συνδυάζεται, να είναι τουλάχιστον 1000ml την ημέρα.

Συνίσταται   επίσης   η   χορήγηση  Nimodil  κατά   τη   διάρκεια   γενικής   αναισθησίας, 

εγχειρήσεως και αγγειογραφίας.

Ενστάλλαξη στον Υπαραχνοειδή χώρο

Αραιωμένο διάλυμα  Nimodil  στη θερμοκρασία του σώματος μπορεί να ενσταλλαχθεί 

στον υπαραχνοειδή χώρο κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως.

Διάρκεια χορηγήσεως 

Προληπτική χρήση: Η ενδοφλέβια θεραπεία πρέπει να αρχίζει όχι αργότερα από 4 ημέρες 

μετά   την  αιμορραγία  και   να  συνεχίζεται  κατά   τη  διάρκεια  του  μεγαλύτερου  κινδύνου 

εμφανίσεως   αγγειόσπασμου,   δηλ.   έως   την   10η-14η   ημέρα   μετά   την   υπαραχνοειδή 

αιμορραγία. 

Θεραπευτική   χρήση:   Όταν   υπάρχει   αγγειόσπασμος   οφειλόμενος   σε   ισχαιμικές 

νευρολογικές   διαταραχές,   που   εμφανίζονται   ύστερα   από   υπαραχνοειδή   αιμορραγία,   η 

θεραπεία πρέπει να αρχίζει το ταχύτερο δυνατό και να συνεχίζεται τουλάχιστον για 5 και 

όχι περισσότερο από 14 ημέρες. Αν η πηγή της αιμορραγίας υποβληθεί σε χειρουργική 

θεραπεία   κατά  τη  διάρκεια   της  θεραπευτικής  ή  προληπτικής  χρήσεως   του  Nimodil,  η 

ενδοφλέβια θεραπεία με Nimodil πρέπει να συνεχίζεται για 5 τουλάχιστον ημέρες μετά την 

εγχείρηση.

4.3. ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Το διάλυμα Nimodil πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένη 

περιεκτικότητα του εγκεφαλικού ιστού σε νερό (γενικευμένο εγκεφαλικό οίδημα) ή 

σημαντικά αυξημένη εγκεφαλική πίεση.

Η ενδοφλέβια χρήση της Νιμοδιπίνης κατά τη διάρκεια της κυήσεως μπορεί να γίνει 

μόνο όταν η ωφέλεια για τον ασθενή δικαιολογείται, σε σχέση με τον δυνητικό κίνδυνο 

για το έμβρυο. 

4.4. ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Η Νιμοδιπίνη είναι μία φωτοευαίσθητη ουσία, και συνεπώς πρέπει να αποφεύγεται η 

αποθήκευση του και η χρήση του στο άμεσο ηλιακό φως.

Σε περίπτωση ανάγκης συνίσταται κατά τη διάρκεια της έγχυσης η προστασία της αντλίας 

και των σωλήνων με αδιαφανή καλύμματα ή η χρησιμοποίηση συρίγγων και σωλήνων 

έγχυσης, που η μάξα τους να έχει μαύρο ή καστανό χρώμα.

Στο διάχυτο φως της ημέρας ή στο τεχνητό φως, το Nimodil παραμένει χρησιμοποιήσιμο 

μέχρι 10 ώρες.

   

45. ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ    

        ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΩΝ

Σε   ασθενείς   με   υψηλή   πίεση   αίματος,   που   υποβάλλονται   σε   θεραπεία   με 

αντιυπερτασικά φάρμακα, το Nimodil μπορεί να ενισχύσει την αντιυπερτασική δράση του 

φαρμάκου που χορηγείται ταυτόχρονα.

Συνδυασμοί   του  Nimodil  με   άλλους   ανταγωνιστές   του   ασβεστίου   (π.χ.   νιφεδιπίνη, 

βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) ή β-συμπαθολυτικά (β-αναστολείς) πρέπει, αν είναι δυνατόν, να 

αποφεύγονται.

Αν   όμως,   ένας   τέτοιος   συνδυασμός   είναι   απόλυτα   απαραίτητος,   ο   ασθενής   πρέπει   να 

επιβλέπεται με ιδιαίτερη προσοχή. 

4.6. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΥΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΗΛΑΣΜΟ

Κατηγορία C

Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι μετά την χορήγηση υψηλών δόσεων, εμφανίστηκαν 

ανεπιθύμητες   ενέργειες   στο   έμβρυο   αλλά   δεν   υπάρχουν   επαρκείς   μελέτες   σε   έγκυες 

γυναίκες.   Ο   κίνδυνος   από   τη   χρήση   του   φαρμάκου   για   το   έμβρυο   μπορεί   να   είναι 

αποδεκτός εξαιτίας της ωφέλειας για την έγκυο.

Επίσης δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες σχετικά με την αποβολή του Nimodil στο μητρικό 

γάλα, συνίσταται όμως να μην χορηγείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

4.7. ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ 

       ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ.

Η Νιμοδιπίνη δεν αναμένεται  να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού 

μηχανημάτων. 

4.8. ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Το Nimodil μπορεί να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες :

ελαφριά πτώση της πίεσης του αίματος

επιτάχυνση ή ελάττωση του καρδιακού ρυθμού 

ερύθημα προσώπου

φλεβίτιδα (ύστερα από τη χορήγηση αναραίωτου Nimodil στις περιφερικές φλέβες)

αύξηση   των   τρανσαμινασών,   της   αλκαλικής   φωσφατάσης   και   της   γ-

γλουτάμυλοτρανφεράσης (γ-GT).

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το Nimodil 23,7% οινοπνεύματος κατ' όγκο σε κάθε ml του 

διαλύματος για έγχυση. 

4.9. ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Σε οξεία υπερδοσολογία πρέπει να αναμένονται :

ερυθρότητα του προσώπου

πονοκέφαλος

έντονη πτώση της πιέσεως, ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία

Στις παραπάνω περιπτώσεις η θεραπευτική αγωγή με  Nimodil  πρέπει να διακόπτεται 

αμέσως.

Επί έντονης πτώσεως της πιέσεως πρέπει να χορηγείται ντοπαμίνη ή νορ-αδρεναλίνη 

ενδοφλεβίως.

Επειδή δεν είναι γνωστό κάποιο ειδικό αντίδοτο πρέπει η θεραπεία άλλων συνοδών 

δράσεων να επιχειρείται βάσει των συμπτωμάτων που παρουσιάζονται εκάστοτε.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

H  Νιμοδιπίνη, η δραστική ουσία του  Nimodil  ανήκει στην ομάδα των ανταγωνιστών 

του ασβεστίου. Η νιμοδιπίνη έχει μία κατά προτίμηση εγκεφαλική αντιαγγειοσυσπαστική 

και   αντιισχαιμική   δράση.   Οι   αγγειοσυσπάσεις,   που   προκαλούνται   από   διάφορες 

αγγειοδραστικές ουσίες (π.χ. νοραδρεναλίνη, προσταγλανδίνες ή ισταμίνη) και από αίμα ή 

προϊόντα διάσπασης του αίματος, μπορούν να προληφθούν ή να εξαλειφθούν με τη χρήση 

Νιμοδιπίνης.

Σύμφωνα με έρευνα σε ασθενείς που υπέφεραν από οξείες διαταραχές της εγκεφαλικής 

κυκλοφορίας, η νιμοδιπίνη διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου και αυξάνει την 

εγκεφαλική   κυκλοφορία,   με   εντονότερη,   κατά   κανόνα   αύξηση   της   αιμάτωσης   στις 

πάσχουσες περιοχές του εγκεφάλου, συγκριτικά με τις υγιείς.

Η   δράση   της   Νιμοδιπίνης   εκδηλώνεται   με   ιδιαίτερη   σαφήνεια   στον   εγκεφαλικό 

αγγειόσπασμο που ακολουθεί μία υπαραχνοειδή αιμορραγία. 

5.2. ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Η Νιμοδιπίνη απορροφάται από τον ανθρώπινο οργανισμό κατά 50% τουλάχιστον.

Το αποτέλεσμα προ της διάβασης ανέρχεται σε 10-15%. Η πρόσδεση με τις πρωτεΐνες 

είναι περίπου 99%.

Η μέγιστη πυκνότητα στο πλάσμα, μετά από του στόματος χορήγηση 2 δισκίων των 30mg 

επιτυγχάνεται μετά από 40 λεπτά της ώρας και ανέρχεται σε 31 ± 12μg/l.

Ο χρόνος ημίσειας αποβολής μετά την από του στόματος χορήγηση ανέρχεται σε 5 ώρες 

περίπου και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε 1 ώρα περίπου. Δεν υπάρχει άθροιση.

Η  Νιμοδιπίνη   έχει   καλή   διάβαση   του   αιματοεγκεφαλικού   φραγμού.   Η  πυκνότητα   στο 

εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι η ίδια με την πυκνότητα της μη προσδεδεμένης ουσίας στο 

πλάσμα   (περίπου   0.5%   της   πυκνότητας   στο   πλάσμα).   Η   αναλλοίωτη   ουσία   δεν 

αποβάλλεται ούτε από τα νεφρά ούτε από τη χολή. Μετά από 48 ώρες περίπου, το 50% της 

δόσης του Νimodil  αποβάλλεται υπό μορφή μεταβολιτών. Ο μεταβολισμός του  Nimodil 

αποδίδει   τρεις   κυρίως   μεταβολίτες,   από   τους   οποίους   μόνο   ο   ένας   έχει   μία   ελάχιστη 

υπολειπόμενη δραστικότητα. 

5.3. ΠΡΟΚΛΙΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Τα τοξικολογικά στοιχεία που προκύπτουν για την Νιμοδιπίνη από τοξικολογικές 

μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα είναι τα παρακάτω:

Οξεία Τοξικότητα (    LD50)    

Νιμοδιπίνη: Οξεία τοξικότητα σε ποντικούς, επίμυες, κουνέλια και σκύλους μετά 

από του στόματος χορήγηση ή ενδοφλέβια χορήγηση

Είδος  Φύλο  Οδός 

χορήγησης  LD

mg/kg Στατιστική 

περιοχή 

εμπιστοσύνης 

για ρ ≤ 0.05

Ποντικός

Ποντικός

Επίμυς

Επίμυς

Κουνέλι

Κουνέλι

Σκύλος

Σκύλος  αρσενικά

αρσενικά

αρσενικά

αρσενικά

θηλυκά

θηλυκά

αρσενικά & θηλυκά

αρσενικά & θηλυκά στοματική 

ενδοφλέβια

στοματική

ενδοφλέβια

στοματική

ενδοφλέβια

στοματική

ενδοφλέβια 3562

6599

5000

1000-2000

(2746-4417)

(28-38)

(5118-10033)

(14-18)

Χρόνια Τοξικότητα

Σε μελέτες σε σκύλους που  διήρκεσαν ένα έτος, ελέγχθηκε η συστεμική ανοχή της 

Νιμοδιπίνης σε δόσεις που ανήρχοντο έως 6.25mg/kg δεν παρατηρήθηκαν βλάβες.

Δόσεις 6.25mg/kg προκάλεσαν ελαφρές ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές, ως αποτέλεσμα 

διαταραχών της μυοκαρδιακής αιμάτωσης.

Ιστοπαθολογικές αλλαγές δεν παρατηρήθηκαν ούτε στην καρδιά, ούτε σε άλλα όργανα. 

Επίμυες   στους   οποίους   χορηγήθηκε   στην   τροφή   τους   η   Νιμοδιπίνη   επί   δύο   έτη,   σε 

ημερήσιες δόσεις μέχρι 90mg/kg/ημέρα, ανέχθηκαν την δόση αυτή χωρίς καμία βλάβη. 

Επίσης δεν υπήρξαν στοιχεία ογκογενετικής δράσης της ουσίας.

Αναπαραγωγή - Τερατογένεση

Μετά τη χορήγηση δόσεων που ανήρχοντο μέχρι 30mg/kg/ημέρα, για τρεις έως δέκα 

εβδομάδες, δεν επηρεάσθηκε η γενική γονιμότητα.

Χορήγηση από του στόματος 10mg/kg/ημέρα σε εγκύους επίμυες, από την 6 η  έως την 15 η 

ημέρα της εγκυμοσύνης, δεν έδειξαν αρνητική δράση.

Δεν   υπήρξαν   ενδείξεις   τερατογενετικής   δράσης   σε   δόσεις   μέχρι   100mg/kg/ημέρα 

(επίμυες).

Στα κουνέλια χορηγήθηκαν από της 6 ης  μέχρι της 18 ης  ημέρας της εγκυμοσύνης δόσεις 1,3 

ή 10mg/kg από του στόματος. 

Παρατηρήθηκαν διάρροιες στις οποίες εκλυτικός παράγων αναφέρθηκε ότι ήταν η ύπαρξη 

πολυαιθυλενογλυκόλης 400 στο διαλυτικό υγρό.

Εμβρυοτοξική καθώς και τερατογενής δράση της ουσίας δεν αναφέρθηκε.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΕΚΔΟΧΑ

Ethanol, Polyethyleneglycol 400, Sodium citrate, Citric acid.

6.2. ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΕΣ 

H  Νιμοδιπίνη   απορροφάται   από   το   πολυβινυλοχλωρίδιο   (PVC),   και   έτσι   πρέπει   να 

χρησιμοποιούνται σωλήνες εγχύσεως μόνο από πολυαιθυλένιο.

6.3. ΧΡΟΝΟΣ ΖΩΗΣ 

24 μήνες 

6.4. ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου (<25 0 C) προστατευμένο από φως και υγρασία.

6.5. ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΚΤΗ 

Καραμελόχρωμο φιαλίδιο από ύαλο υδρολυτικού τύπου ΙΙ.

6.6. O    ΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ     

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες οδηγίες για τη χρήση του ιδιοσκευάσματος.

6.7. ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

       ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Δικαιούχος

REMEDINA ΑΒΕΕ, Βιομηχανία Φαρμάκων, Γούναρη 23, 134 51 Καματερό.

Υπεύθυνος κυκλοφορίας στην Ελλάδα

REMEDINΑ ΑΒΕΕ, Βιομηχανία Φαρμάκων, Γούναρη 23, 134 51 Καματερό. 

7. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 

45182/03/19-02-2004

8. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

07/2007

Document Outline

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ