MERENDAL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • MERENDAL (100+25)MG/TAB F.C.TAB
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • C07CB03
  • Δοσολογία:
  • (100+25)MG/TAB
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΕΠΙΚΑΛΥΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • MERENDAL (100+25)MG/TAB F.C.TAB
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Μεσογείων 284

155 62 Χολαργός Αθήνα, 17-5-1999

Δ/νση: Διοικητικών Υπηρεσιών Ελέγχου Προϊόντων        Αριθμός Πρωτ.: 16398

Πληροφορίες: Π. ΒΛΑΧΟΣ

Τηλέφωνο: 6545525-7

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ

ΘΕΜΑ: Καθορισμός Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος και Φύλλου 

Οδηγιών για το χρήστη φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν 

το συνδυασμό δραστικών συστατικών 

ATENOLOL + CHLORTHALIDONE στη μορφή 

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο

Έχοντες υπόψη:

Τις διατάξεις του αρθ. 8 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Α6α/9392/91/92 “Περί εναρμόνισης της 

Ελληνικής Νομοθεσίας με την αντίστοιχη Κοινοτική στον τομέα της κυκλοφορίας των 

φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων”,

Τη Γνωμάτευση του Επιστημονικού Συμβουλίου Εγκρίσεων αρ. Φ. 500/23-11-1998

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

1) Η Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος φαρμακευτικών 

ιδιοσκευασμάτων  που περιέχουν δραστικό συστατικό ATENOLOL + 

CHLORTHALIDONE στη μορφή Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο ορίζεται ως 

εξής:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (SPC)

ΓENIKEΣ OΔHΓIEΣ XPHΣHΣ ΣTAΘEPΩN ΣYNΔYAΣMΩN ΔIOYPHTIKΩN ME AΛΛA 

YΠOTAΣIKA ΦAPMAKA

Δεν   ενδείκνυται   γενικά   ευθύς   εξ   αρχής   η   χορήγηση   σταθερών   συνδυασμών   αντιυπερτασικών 

φαρμάκων.   Με   βάση   τις   κλασικές   ενδείξεις   εφαρμογής   αντιυπερτασικής   αγωγής,   χορηγούνται 

αρχικά   είτε   ένα   από   τα   δύο   φάρμακα   είτε   και   τα   δύο   συγχρόνως   σε   ελεύθερο   (όχι   σταθερό) 

συνδυασμό.   Είναι   σκόπιμη   η   προσπάθεια   εξατομικεύσεως   της   αναλογίας   των   φαρμάκων   του 

ελεύθερου   συνδυασμού,   είτε   αυτός   εφαρμόσθηκε   εξ   αρχής,   είτε   μετά   από   αποτυχία   της 

μονοθεραπείας. Για να βελτιωθεί η συμμόρφωση, ο ελεύθερος αντικαθίσταται, στη συνέχεια, από 

τον σταθερό συνδυασμό με την πλησιέστερη αναλογία των δύο φαρμάκων. Πρακτικά χορηγούνται 

αρχικά μέσες συνιστώμενες δόσεις αναστολέων είτε των β- είτε των α- αδρενεργικών υποδοχέων, 

είτε των διαύλων ασβεστίου, είτε του μετατρεπτικού ενζύμου, οι οποίες - εάν απαιτείται - αυξάνουν 

μέχρι   των   ανωτέρων   συνιστωμένων   ορίων.   Επί   μη   επιτεύξεως   ικανοποιητικού   αποτελέσματος 

προστίθεται   διουρητικό   (θειαζίδη,   χλωρθαλιδόνη,   ινδαπαμίδη   ή   διουρητικό   της   αγκύλης,   εάν 

υπάρχει   επηρεασμός   της   νεφρικής   λειτουργίας).   Μπορεί   επίσης   ν'   αρχίσει   τη   θεραπεία   με 

διουρητικά   και   να  προστεθεί   μετά   ένα   από   τα   άλλα  φάρμακα.   Όταν   επιτευχθεί   ικανοποιητικό 

αποτέλεσμα   αναζητείται   ο   σταθερός   (έτοιμος)   συνδυασμός,   που   προσεγγίζει   προς   τον 

προσδιορισθέντα με την ελεύθερη χωριστή χορήγηση φαρμάκων. Σε περιπτώσεις θερμοκρασιακών 

μεταβολών κατά τους θερινούς μήνες είναι πιθανό να χρειασθεί τροποποίηση της δόσης ή διακοπή 

της χορήγησης του σταθερού συνδυασμού, δηλαδή προσωρινή επάνοδος στον ελεύθερο συνδυασμό 

ή μονοθεραπεία.

1. EMΠOPIKH ONOMAΣIA TOY ΦAPMAKEYTIKOY ΠPOΪONTOΣ

2. ΠOIOTIKH KAI ΠOΣOTIKH ΣYNΘEΣH ΣE ΔPAΣTIKA ΣYΣTATIKA

Atenolol 50mg, 100mg

Chlorthalidone 12,5mg, 25mg

3. ΦAPMAKOTEXNIKH MOPΦH

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο.

4. KΛINIKA ΣTOIXEIA

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία της υπέρτασης εφόσον αποτύχει η μονοθεραπεία (βλέπε γενικές οδηγίες χρήσης 

σταθερού συνδυασμού διουρητικών με άλλα υποτασικά φάρμακα).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ο συνδυασμός (50+12,5)mg κατά την κρίση του ιατρού ίσως είναι καταλληλότερος για τους 

ηλικιωμένους ασθενείς έναντι του ισχυρότερου συνδυασμού (100+25)mg.

Ένα   δισκίο   του   συνδυασμού   (50+12,5)mg   να   χορηγείται   μία   φορά   την   ημέρα.   Εάν   δεν 

επιτευχθεί καλή ανταπόκριση η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ένα δισκίο των (100+25)mg μία 

φορά   την   ημέρα.   Όταν   είναι   αναγκαίο,   άλλα   αντιυπερτασικά   μπορούν   να   προστεθούν 

προοδευτικά αρχίζοντας με το 50% της συνιστώμενης αρχικής δόσης τους για να αποφευχθεί 

απότομη πτώση της πίεσης.

Επειδή   η   atenolol   απεκκρίνεται   μέσω   των   νεφρών,   η   δόση   πρέπει   να   προσαρμόζεται   σε 

περιπτώσεις σοβαρών νεφροπαθειών. Δεν παρατηρείται αξιοσημείωτη συσσώρευση atenolol 

μέχρις ότου η κάθαρση της κρεατινίνης πέσει κάτω από 35ml/min/1,73m 2  (φυσιολογικές τιμές 

είναι 100-150ml /min/1,73 m 2 ).

Έτσι οι παρακάτω μέγιστες δόσεις συνιστώνται για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

Kάθαρση κρεατινίνης ml/

min/1,73m2 Atenolol 

Χρόνος ημιζωής( ώρες) Mέγιστη δόση

15-35 16-27 50mg ημερησίως

< 15 > 27 50mg κάθε δεύτερη μέρα

Χορήγηση στα παιδιά

Δεν   υπάρχει   παιδιατρική   εμπειρία   με   το   συνδυασμό  Atenolol+Chlorthalidone,   γι'   αυτό   η 

χορήγησή του δεν συνιστάται.

4.3 Aντενδείξεις

Ο   συνδυασμός  Atenolol+Chlorthalidone  αντενδείκνυται   σε   ασθενείς   με   κολπική 

βραδυκαρδία,   κολποκοιλιακό   αποκλεισμό   μεγαλύτερο   του   πρώτου   βαθμού,   καρδιογενές 

shock, καρδιακή ανεπάρκεια (βλέπε "Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις 

κατά   τη   χρήση"),   ανουρία,   υπερευαισθησία   σε   αυτό   το   προϊόν   ή   σε   σουλφοναμιδικά 

παράγωγα,   υπόταση,   μεταβολική   οξέωση,   σοβαρές   διαταραχές   περιφερικής   αρτηριακής 

κυκλοφορίας,   σύνδρομο   νοσούντος   φλεβοκόμβου,   φαιοχρωμοκύττωμα   που   δεν   έχει 

αντιμετωπιστεί.

4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Καρδιακή ανεπάρκεια: Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με ελαττωμένη 

καρδιακή παρακαταθήκη. Η διέγερση του συμπαθητικού συστήματος είναι απαραίτητη για 

την   ενίσχυση   της   κυκλοφορικής   λειτουργίας   σε   περιπτώσεις   συμφορητικής   καρδιακής 

ανεπάρκειας. Ο αποκλεισμός των β-υποδοχέων είναι δυνατόν να εμφανίσει τον κίνδυνο της 

περαιτέρω μείωσης της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου και να επιβαρύνει την καρδιακή 

ανεπάρκεια,   η   οποία   ελέγχεται   με   δακτυλίτιδα   και   διουρητικά.   Το   φάρμακο   πρέπει   να 

χορηγείται   με   προσοχή.   Η   δακτυλίτιδα   και   η   atenolol   επιβραδύνουν   την   κολποκοιλιακή 

αγωγιμότητα.

Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με 

προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού καρδιακό αποκλεισμό.

Σε   ασθενείς   χωρίς   ιστορικό   καρδιακής   ανεπάρκειας:   Η   συνεχιζόμενη   καταστολή   του 

μυοκαρδίου   με   β-αναστολείς   για   μια   χρονική   περίοδο  μπορεί   σε   μερικές   περιπτώσεις   να 

οδηγήσει   σε   καρδιακή   ανεπάρκεια.   Με   την   πρώτη   ένδειξη   ή   σύμπτωμα   καρδιακής 

ανεπάρκειας σε ασθενείς που παίρνουν τον συνδυασμό, πρέπει να χορηγηθεί δακτυλίτιδα και/

ή   να   δοθεί   πρόσθετη   διουρητική   αγωγή.   Ο   ασθενής   να   παρακολουθείται   στενά.   Εάν   η 

καρδιακή ανεπάρκεια συνεχίζεται παρά τη δακτυλίτιδα και τα διουρητικά, το φάρμακο πρέπει 

να διακόπτεται.

Μια   από   τις   φαρμακολογικές   δράσεις   των   β-αναστολέων   είναι   η   μείωση   του   καρδιακού 

ρυθμού. Στη σπάνια περίπτωση που τα συμπτώματα μπορούν να αποδοθούν στη μείωση του 

καρδιακού ρυθμού, η δόση μπορεί να ελαττωθεί.

Νεφρικές   και   ηπατικές   παθήσεις   και   διαταραχές   ηλεκτρολυτών:   Επειδή   η   atenolol 

απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, ο συνδυασμός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε 

ασθενείς   με   ελαττωματική   νεφρική   λειτουργία.   Σε   ασθενείς   με   νεφροπάθεια   οι   θειαζίδες 

μπορεί να προκαλέσουν αζωθαιμία.

Επειδή   με   την   παρουσία   νεφρικής   δυσλειτουργίας   είναι   δυνατόν   να   έχουμε   φαινόμενα 

συσσώρευσης   του   φαρμάκου,   εάν   η   νεφρική   βλάβη   επιδεινώνεται   προοδευτικά,   ο 

συνδυασμός πρέπει να διακόπτεται.

Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή εξελισσόμενη ηπατική πάθηση, μικρές διαταραχές 

στην ισορροπία των υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα. Tο 

φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.

Ισχαιμική καρδιακή νόσος: Αν και δεν έχουν ακόμη αναφερθεί περιστατικά με atenolol, η 

απότομη   παύση   της   θεραπείας   με   β-αναστολείς   σε   ασθενείς   με   στεφανιαία   νόσο,   είναι 

δυνατόν να προκαλέσει έξαρση της στηθάγχης και σε μερικές περιπτώσεις έμφραγμα του 

μυοκαρδίου.   Ως   εκ   τούτου   τέτοιοι   ασθενείς   πρέπει   να   προσέχουν   να   μη   διακόπτουν   τη 

θεραπεία   χωρίς   τη   συμβουλή   ιατρού.   Ακόμη   και   όταν   δεν   υπάρχει   στηθάγχη,   όταν 

σχεδιάζεται διακοπή του συνδυασμού, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και 

να περιορίζει στο ελάχιστο τη σωματική δραστηριότητά του.

Ο συνδυασμός πρέπει να επαναχορηγηθεί εάν εμφανιστούν συμπτώματα από τη διακοπή του 

φαρμάκου.

Ο συνδυασμός μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και την διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων σε 

ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη αντιτάξιμης αγγειοσυστολής της στεφανιαίας 

αρτηρίας μέσω α-υποδοχέων. Ωστόσο, καθώς η atenolol είναι β

-εκλεκτικός αναστολέας των 

β-αδρενεργικών υποδοχέων, ο συνδυασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά με τη μέγιστη 

προσοχή.

Bρογχόσπασμος: Ασθενείς με βρογχόσπασμο γενικά δεν πρέπει να παίρνουν β-αναστολείς. 

Εντούτοις   ο   συνδυασμός,   λόγω   της   σχετικής   β

-εκλεκτικότητάς   του,   μπορεί   να 

χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με βρογχόσπασμο που δεν ανταποκρίνονται ή δεν 

μπορούν να ανεχθούν άλλη αντιυπερτασική θεραπεία. Επειδή η β

-εκλεκτικότητα δεν είναι 

απόλυτη, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση του συνδυασμού και ένας β

διεγέρτης (βρογχοδιασταλτικό), πρέπει να είναι διαθέσιμος. Εάν η δόση πρέπει να αυξηθεί, 

χορηγούνται διηρημένες δόσεις ώστε να επιτευχθούν χαμηλότερα επίπεδα της συγκέντρωσης 

στο αίμα.

Αναισθησία-Σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις: Η διακοπή της χορήγησης β-αναστολέων 

πριν από την εγχείρηση δεν ενδείκνυται στην πλειονότητα των ασθενών. Θα πρέπει να δίδεται 

προσοχή όταν χορηγούνται αναισθητικά και ο ασθενής βρίσκεται σε θεραπεία με atenolol. Σ' 

αυτή την περίπτωση ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενημερωμένος και το αναισθητικό 

που θα επιλεγεί να έχει όσο το δυνατό μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. Η χρήση των β-

αναστολέων   με   αναισθητικά   φάρμακα   μπορεί   να   οδηγήσει   σε   εξασθένηση   της 

αντισταθμιστικής   ταχυκαρδίας   και   να   αυξήσει   τον   κίνδυνο   υπότασης.   Αναισθητικοί 

παράγοντες   που   προκαλούν   καταστολή   του   μυοκαρδίου   καλύτερα   να   αποφεύγονται.   Εάν 

εμφανιστεί επικράτηση του πνευμονογαστρικού, μπορεί να αντιμετωπισθεί με atropine (1-2 

mg I.V.). Χρειάζεται προσοχή όπως με αιθέρα, κυκλοπροπάνιο και τριχλωροαιθυλένιο.

Μεταβολικές και ενδοκρινείς δράσεις: Η chlorthalidone μπορεί να μειώσει την αντοχή στη 

γλυκόζη. Ο συνδυασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή σε διαβητικούς ασθενείς. Οι 

β-αναστολείς μπορεί να καλύψουν την ταχυκαρδία που προκαλεί η υπογλυκαιμία, αλλά άλλες 

εκδηλώσεις όπως ζάλη και εφίδρωση μπορεί να μην επηρεασθούν σημαντικά. Η atenolol δεν 

ενισχύει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης και, αντίθετα με τους μη εκλεκτικούς β-

αναστολείς,   δεν   επιβραδύνει   την   αποκατάσταση   της   γλυκόζης   του   αίματος   σε   κανονικά 

επίπεδα.   Οι   ανάγκες   σε   ινσουλίνη   σε   διαβητικούς   ασθενείς   μπορεί   να   αυξηθούν,   να 

ελαττωθούν ή να μη μεταβληθούν. Λανθάνων διαβήτης μπορεί να εκδηλωθεί με τη χορήγηση 

chlorthalidone.

Οι   β-αδρενεργικοί   αναστολείς   μπορεί   να   καλύψουν   ορισμένα   κλινικά   συμπτώματα   (π.χ. 

ταχυκαρδία)   από   υπερθυρεοειδισμό.   Επίσης   μπορεί   να   καλύψουν   τα   σημεία 

θυρεοειδοτοξίκωσης. Απότομη διακοπή του β-αναστολέα μπορεί να εκδηλώσει θυρεοειδική 

κρίση,   ως   εκ   τούτου   οι   ασθενείς   που   υποπτευόμαστε   ότι   θα   παρουσιάσουν 

θυρεοειδοτοξίκωση και στους οποίους η θεραπεία με το συνδυασμό πρόκειται να διακοπεί, 

πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Επειδή η απέκκριση του ασβεστίου ελαττώνεται με τις θειαζίδες, ο συνδυασμός πρέπει να 

διακόπτεται   πριν   από   εξετάσεις   για   έλεγχο   της   παραθυρεοειδικής   λειτουργικότητας. 

Παθολογικές  ανατομικές  αλλαγές στους παραθυρεοειδείς  αδένες με υπερασβεστιαιμία και 

υποφωσφαταιμία   έχουν   παρατηθεί   σε   μερικούς   ασθενείς   με   παρατεταμένη   θεραπεία 

θειαζιδών,   όμως   οι   συνήθεις   επιπλοκές   του   υπερπαραθυρεοειδισμού   όπως   νεφρολιθίαση, 

οστική απορρόφηση και πεπτικά έλκη δεν έχουν παρατηρηθεί.

Yπερουριχαιμία και οξεία ουρική αρθρίτιδα μπορεί να εμφανισθούν σε ορισμένους ασθενείς 

που παίρνουν θειαζίδες.

Γενικά, ισορροπία ηλεκτρολυτών και υγρών: Περιοδικοί προσδιορισμοί των ηλεκτρολυτών 

του ορού για να ανιχνευτούν πιθανές διαταραχές της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών πρέπει να 

γίνονται   σε   κανονικά   διαστήματα.   Οι   ασθενείς   πρέπει   να   παρακολουθούνται   για   κλινικά 

συμπτώματα της διαταραχής των υγρών ή ηλεκτρολυτών π.χ. υπονατριαιμία, υποχλωραιμική 

αλκάλωση και υποκαλιαιμία.

Οι προσδιορισμοί των ηλεκτρολυτών του ορού και των ούρων είναι ιδιαιτέρως σημαντικοί 

όταν ο ασθενής έχει ακατάσχετο έμετο ή λαμβάνει παρεντερικό υγρό.

Σημεία ή συμπτώματα προειδοποίησης για τέτοιες διαταραχές είναι η ξηρότητα του στόματος, 

δίψα, αδυναμία, λήθαργος, νάρκη, ανησυχία, πόνοι μυών ή κράμπες, μυϊκή ατονία, υπέρταση, 

ολιγουρία, ταχυκαρδία και γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία και έμετος.

Υποκαλιαιμία μπορεί να αναπτυχθεί ειδικά με έντονη διούρηση, όταν υπάρχει κίρρωση ή 

κατά   τη   σύγχρονη   χρήση   κορτικοστεροειδών   ή   ACTH.   Χορήγηση   επαρκούς   ποσότητας 

ηλεκτρολυτών από το στόμα μπορεί επίσης να καλύψει την υποκαλιαιμία. Η υποκαλιαιμία 

μπορεί να ευαισθητοποιήσει ή να αυξήσει την ανταπόκριση της καρδιάς στην τοξική δράση 

της δακτυλίτιδας (π.χ. αύξηση της κοιλιακής ερεθιστικότητας). Η υποκαλιαιμία μπορεί να 

αποφευχθεί ή να αντιμετωπισθεί με τη χρήση καλιούχων σκευασμάτων ή τροφών με υψηλή 

περιεκτικότητα σε κάλιο. Θα πρέπει να γίνεται περιοδικός έλεγχος του καλίου του ορού.

Έλλειψη  χλωριούχων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζίδες είναι γενικά ελαφριάς 

μορφής και δεν χρειάζεται συνήθως ειδική θεραπεία εκτός από ειδικές περιπτώσεις (όπως 

ηπατοπάθειες ή νεφροπάθειες).

Yπονατριαιμία μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με οίδημα σε ζεστό καιρό και η κατάλληλη 

θεραπεία είναι ο περιορισμός του νερού μάλλον παρά η χορήγηση άλατος, εκτός των σπανίων 

περιπτώσεων όπου η υπονατριαιμία απειλεί τη ζωή. Σε πραγματική ελάττωση του άλατος η 

θεραπεία εκλογής είναι η κατάλληλη αποκατάστασή του.

Ο συνδυασμός μπορεί να επιδεινώσει κυκλοφορικές διαταραχές των περιφερικών αρτηριών.

Άλλες προφυλάξεις: Σε ασθενείς  που λαμβάνουν θειαζίδες, αντιδράσεις  υπερευαισθησίας 

μπορεί να εμφανιστούν σε άτομα με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος. Η 

πιθανή   παρόξυνση   ή   ενεργοποίηση   του   ερυθηματώδους   λύκου   έχει   αναφερθεί.   Η 

αντιϋπερτασική   δράση   των   θειαζιδών   μπορεί   να   αυξηθεί   σε   ασθενείς   που   έχουν   υποστεί 

συμπαθεκτομή.   Κατά   τη   διάρκεια   λήψεως   β-αναστολέων,   ασθενείς   με   ιστορικό 

αναφυλακτικών   αντιδράσεων   σε   αλλεργιογόνα,   όταν   επανεκτεθούν   σ'   αυτά   μπορεί   να 

εκδηλώσουν πιο σοβαρή αντίδραση. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις 

συνήθεις   δόσεις   adrenaline   που   χρησιμοποιούνται   για   την   αντιμετώπιση   αυτών   των 

αλλεργικών αντιδράσεων.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ο   συνδυασμός   μπορεί   να   ενισχύσει   τη   δράση   άλλων   αντιϋπερτασικών   φαρμάκων   που 

χρησιμοποιούνται συγχρόνως.

Ασθενείς που παίρνουν τον συνδυασμό και φάρμακα που ελαττώνουν τις κατεχολαμίνες (π.χ. 

reserpine) πρέπει να παρακολουθούνται στενά για το ενδεχόμενο υπότασης και/ή έντονης 

βραδυκαρδίας, η οποία μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, λιποθυμία, ή ορθοστατική υπόταση.

Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την ανταπόκριση των αρτηριών στη norepinephrine. Αυτή η 

μείωση  δεν είναι αρκετή  για να εμποδίσει τη θεραπευτική  δράση  της  norepinephrine.  Οι 

θειαζίδες μπορούν να αυξήσουν την ανταπόκριση στην tubocurarine.

Γενικώς δεν πρέπει να δίδεται λίθιο με διουρητικά διότι ελαττώνουν την κάθαρσή του από 

τους νεφρούς και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας του λιθίου (βλέπε οδηγίες 

χρήσης   για   τα   σκευάσματα   λιθίου   πριν   την   χρήση   του   με   τον   συνδυασμό 

Atenolol+Chlorthalidone).

Σε σύγχρονη χορήγηση του συνδυασμού και clonidine η απότομη διακοπή της clonidine πριν 

από   τη   διακοπή   του   συνδυασμού   μπορεί   να   προκαλέσει   επιδείνωση   της   υπέρτασης   που 

οφείλεται στη διακοπή της clonidine. Ο συνδυασμός πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν 

τη διακοπή της clonidine. Εάν πρόκειται να αντικατασταθεί η θεραπεία με clonidine από τον 

συνδυασμό, τότε η διακοπή της clonidine πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν από την έναρξη 

της θεραπείας με τον συνδυασμό (Βλέπε επίσης της οδηγίες συνταγογράφησης της clonidine).

Προσοχή   πρέπει   να   δίνεται   όταν   χορηγείται   ένας   β-αναστολέας   μαζί   με   αντιαρρυθμικά 

φάρμακα της 1ης τάξης, όπως η disopyramide.

Ταυτόχρονη   χρήση   συμπαθομιμητικών   παραγόντων,   π.χ.   adrenaline,   μπορεί   να 

εξουδετερώσει τη δράση των β-αναστολέων.

Ταυτόχρονη   χρήση   φαρμάκων   που   αναστέλλουν   την   προσταγλανδική   συνθετάση   (π.χ. 

ibuprofen,   indomethacin   και   άλλα   μη   στεροειδή   αντιφλεγμονώδη   φάρμακα),   μπορεί   να 

ελαττώσει την υποτασική δράση των β-αναστολέων.

Συνδυασμένη   χρήση   β-αναστολέων   και   ανταγωνιστών   διαύλων   ασβεστίου   με   αρνητική 

ινότροπη  δράση, π.χ. verapamil,  diltiazem,  μπορεί να οδηγήσει  σε υπερβολική  εκδήλωση 

αυτής   της   δράσης   ιδιαίτερα   σε   ασθενείς   με   εξασθενημένη   κοιλιακή   λειτουργία   και/ή 

διαταραχές της φλεβοκομβοκολπικής και κολποκοιλιακής αγωγής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει 

σε σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιακή ανεπάρκεια. Καμία από τις δύο κατηγορίες 

φαρμάκων   δεν   επιτρέπεται   να   χορηγηθεί   ενδοφλέβια   πριν   περάσουν   48   ώρες   αφότου 

χορηγήθηκε για τελευταία φορά το άλλο.

Συνδυασμένη θεραπεία με διυδροπυριδίνες, π.χ. nifedipine, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο 

υπότασης,   και   καρδιακή   ανεπάρκεια   μπορεί   να   εμφανιστεί   σε   ασθενείς   με   λανθάνουσα 

καρδιακή ανεπάρκεια.

Οι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας σε συνδυασμό με β-αναστολείς, μπορεί να αυξήσουν τον 

χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγής.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Χορήγηση κατά την κύηση

Ο συνδυασμός δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.

Χορήγηση κατά τη γαλουχία

Ο συνδυασμός δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η   χρήση   του   συνδυασμού   είναι   απίθανο   να   προκαλέσει   μείωση   της   ικανότητας   για   τις 

δραστηριότητες αυτές. Ωστόσο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι σποραδικά μπορεί να 

εμφανιστούν ζάλη ή κόπωση.

4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Ο συνδυασμός  Atenolol+Chlorthalidone  είναι συνήθως καλά ανεκτός στους ενδεδειγμένους 

ασθενείς.   Οι   περισσότερες   ανεπιθύμητες   ενέργειες   είναι   ήπιες   και   παροδικές   και   είναι 

ουσιαστικά οι ίδιες με αυτές των συστατικών του.

ATENOLOL:

Καρδιαγγειακό:   Βραδυκαρδία,   ψυχρότητα   άκρων,   ορθοστατική   υπόταση   που   μπορεί   να 

συσχετισθεί με συγκοπή (σπάνια), πόνος κάτω άκρων, επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας, 

καρδιακός   αποκλεισμός.   Σε   προδιαθεσικούς   ασθενείς:   διαλείπουσα   χωλότητα,   φαινόμενο 

Raynaud.

Κεντρικό Νευρικό Σύστημα-Νευρομυϊκές: Σύγχυση, ζάλη, ίλιγγος, ελαφρός πονοκέφαλος, 

κούραση, κόπωση, λήθαργος, νωθρότης, κατάθλιψη, όνειρα, εφιάλτες, αλλαγές στη διάθεση.

Γαστρεντερικό: Ξηροστομία, διάρροια, ναυτία, γαστρεντερικές διαταραχές.

Αναπνευστικό  (βλέπε   "Ιδιαίτερες   προειδοποιήσεις   και   ιδιαίτερες   προφυλάξεις   κατά   τη 

χρήση"): Συριγμός, δύσπνοια. Bρογχόσπασμος μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με βρογχικό 

άσθμα ή ιστορικό ασθματικών συμπτωμάτων.

Διάφορα: Αλωπεκία, θρομβοκυτοπενία, πορφύρα, δερματικά εξανθήματα τύπου ψωρίασης, 

επιδείνωση   της   ψωρίασης.   Σποραδικά   έχουν   παρατηρηθεί   αυξήσεις   στα   επίπεδα   των 

τρανσαμινασών   και   έχουν   αναφερθεί   σπάνιες   περιπτώσεις   ηπατοτοξικότητας, 

περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης. Έχουν αναφερθεί ερεθισμός του δέρματος 

και/ή   ξηροφθαλμία   που   σχετίζονται   με   τη   χρήση   β-αδρενεργικών   αναστολέων.   Τα 

περιστατικά   που   έχουν   αναφερθεί   είναι   λίγα   και   στις   περισσότερες   περιπτώσεις   τα 

συμπτώματα υποχωρούν με τη διακοπή της θεραπείας. Διακοπή του φαρμάκου πρέπει να 

συνιστάται   εάν   κάποια   παρόμοια   αντίδραση   δεν   εξηγείται   διαφορετικά.   Σε   τέτοιες 

περιπτώσεις οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά μετά τη διακοπή της θεραπείας.

CHLORTHALIDONE:

Καρδιαγγειακό: Oρθοστατική υπόταση.

Γαστρεντερικό:   Ανορεξία,   γαστρική   ενόχληση,   έμετος,   κράμπες,   δυσκοιλιότητα,   ίκτερος 

(ηπατικός χολοστατικός ίκτερος), παγκρεατίτιδα.

Κεντρικό Νευρικό Σύστημα: Ίλιγγος, παραισθησία, ξανθοψία.

Αιματολογικές: Λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία, απλαστική αναιμία.

Yπερευαισθησία:   Πορφύρα,   φωτοευαισθησία,   εξάνθημα,   κνίδωση,   νεκρωτική   αγγειίτιδα, 

(δερματική αγγειίτιδα), σύνδρομο Lyell (τοξική επιδερμική νεκρόλυση).

Διάφορα:   Yπεργλυκαιμία,   γλυκοζουρία,   υπονατριαιμία,   υπερουριχαιμία,   μυϊκός   σπασμός, 

αδυναμία, ανησυχία.

Άλλες δυνατές ανεπιθύμητες ενέργειες

Επί   πλέον   ένας   αριθμός   ανεπιθύμητων   ενεργειών   που   δεν   παρατηρήθηκαν   σε   κλινικές 

δοκιμασίες με atenolol αλλά έχουν αναφερθεί με άλλους β-αδρενεργικούς αναστολείς, μπορεί 

να θεωρηθούν ότι είναι δυνατές και για την atenolol.

Νευρικό σύστημα: Αναστρέψιμη κατάθλιψη που εξελίσσεται σε κατατονία, ψυχώσεις και 

ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, οξύ αντιστρεπτό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από απώλεια 

προσανατολισμού   στο   χώρο   και   το   χρόνο,   απώλεια   προσφάτου   μνήμης,   συναισθηματική 

αστάθεια, ελαφρά θόλωση της διάνοιας, μειωμένη απόδοση σε νευροψυχομετρικά τεστ.

Kαρδιαγγειακό: Αύξηση του κολποκοιλιακού αποκλεισμού (βλέπε "ANTENΔEIΞEIΣ").

Γαστρεντερικό: Θρόμβωση της μεσεντερικής αρτηρίας, ισχαιμική κολίτιδα.

Αιματολογικές: Aκοκκιοκυτταραιμία.

Αλλεργικές: Eρυθηματώδες εξάνθημα, πυρετός συνοδευόμενος  από άλγος και πονόλαιμο, 

λαρυγγόσπασμος και αναπνευστική δυσφορία.

Διάφορα: Ασθένεια Peyronie.

Για τον β-αδρενεργικό αναστολέα practolol έχει αναφερθεί ένα σύνδρομο που περιλαμβάνει 

ερεθισμό   του   δέρματος   τύπου   ψωρίασης,   ξηρά   επιπεφυκίτιδα,   ωτίτιδα   και   σκληρωτική 

ορογονίτιδα. Αυτό το σύνδρομο δεν έχει αναφερθεί με atenolol ή atenolol και chlorthalidone.

Αύξηση   των   ANA   (αντιπυρηνικά   αντισώματα)   έχει   παρατηρηθεί,   η   κλινική   της   σημασία 

όμως δεν είναι σαφής.

Κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα

Κλινικά   σημαντικές   αλλαγές   στις   εργαστηριακές   παραμέτρους   σπάνια   αποδόθηκαν   στη 

χορήγηση   του   συνδυασμού.   Οι   αλλαγές   στις   εργαστηριακές   παραμέτρους   δεν   είναι 

εξελικτικές και συνήθως δεν συνδέονται με κλινικές εκδηλώσεις. Οι περισσότερο συνήθεις 

είναι η αύξηση του ουρικού οξέος και η ελάττωση του καλίου στον ορό του αίματος.

4.9 Υπερδοσολογία

Η έντονη βραδυκαρδία μπορεί να αντιμετωπισθεί με atropine 1-2 mg ενδοφλεβίως. Εάν είναι 

απαραίτητο να ακολουθήσει μια εφ' άπαξ δόση glucagon 10 mg ενδοφλεβίως. Εάν χρειάζεται, 

να χορηγείται και μια δεύτερη δόση ή να γίνεται ενδοφλέβια έγχυση glucagon 1-10 mg/h 

αναλόγως της ανταπόκρισης. Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση στη glucagon ή εάν δεν είναι 

διαθέσιμη, τότε μπορεί να χορηγηθεί ένα διεγέρτης των β-αδρενεργικών υποδοχέων όπως 

dobutamine   2,5   -  10   μg/kg/min   με   ενδοφλέβια   έγχυση   ή   isoprenaline   10-25μg   με   ρυθμό 

έγχυσης που δεν θα ξεπερνά τα 5μg/min. Είναι πιθανό οι παραπάνω δόσεις να μην μπορούν 

να αναστρέψουν τη βραδυκαρδία εκ του β-αποκλεισμού αν η υπερδοσολογία είναι μεγάλη. Σ' 

αυτές   τις   περιπτώσεις   οι   δόσεις   των   dobutamine   ή   isoprenaline   θα   πρέπει   να   αυξηθούν 

προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία ανταπόκριση για την κλινική κατάσταση του ασθενή.

Υπάρχει πιθανότητα να εκδηλωθεί υπόταση μετά τη λήψη αγωνιστή των β-αδρενεργικών 

υποδοχέων,   αλλά   αυτό   μπορεί   να   περιορισθεί   με   τη   χρήση   dobutamine   που   είναι   πιο 

εκλεκτικός   παράγοντας.   Η   έντονη   διούρηση   πρέπει   να   αντισταθμίζεται   διατηρώντας   τα 

φυσιολογικά υγρά και την ηλεκτρολυτική ισορροπία.

5. ΦAPMAKOΛOΓIKEΣ IΔIOTHTEΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Ο συνδυασμός συνδυάζει την αντιυπερτασική  δράση δύο συστατικών: του υδρόφιλου β

καρδιοεκλεκτικού αναστολέα atenolol και του θειαζιδικού διουρητικού chlorthalidone.

Η   atenolol   και   η   chlorthalidone   έχουν   χρησιμοποιηθεί   ξεχωριστά   ή   ταυτόχρονα   για   την 

θεραπεία   της   υπέρτασης.   Τα   αντιυπερτασικά   αποτελέσματα   των   ουσιών   αυτών   είναι 

αθροιστικά και οι μελέτες έδειξαν ότι δεν υπάρχει αλληλεπίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα όταν 

οι ουσίες αυτές δίνονται μαζί σαν συνδυασμός σε ένα δισκίο. Έτσι ο συνδυασμός αυτός 

αποδείχθηκε ένας ευκολόχρηστος τρόπος για την ταυτόχρονη χορήγηση των δύο φαρμάκων. 

Σε   ασθενείς   με   πιο   βαρειά   υπέρταση   ο   συνδυασμός   μπορεί   να   χορηγηθεί   με   άλλα 

αντιυπερτασικά φάρμακα, όπως αγγειοδιασταλτικά.

Atenolol:  Η   atenolol   είναι   ένας   β

-εκλεκτικός   (καρδιοεκλεκτικός)   αναστολέας   των   β-

αδρενεργικών   υποδοχέων   χωρίς   σταθεροποιητική   δράση   της   μεμβράνης   ή   ενδογενή 

συμπαθομιμητική δράση. Η καρδιοεκλεκτικότητα του φαρμάκου δεν είναι απόλυτη και σε 

μεγαλύτερες δόσεις η atenolol ανταγωνίζεται τους β

-αδρενεργικούς υποδοχείς που κυρίως 

εντοπίζονται στους βρόγχους και τα αγγεία. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της 

atenolol δεν είναι επιβεβαιωμένος.

Όπως  και  οι άλλοι β-αναστολείς  η atenolol  έχει  αρνητική  ινότροπο δράση  και επομένως 

αντενδείκνυται   στην   μη   ελεγχόμενη   καρδιακή   ανεπάρκεια.   Θεωρείται   απίθανο   κάποιες 

επιπρόσθετες   δευτερεύουσες   ιδιότητες   που   διαθέτει   η   S(-)atenolol,   σε   σύγκριση   με   το 

ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Η   atenolol   είναι   αποτελεσματική   και   καλά   ανεκτή   στους   περισσότερους   εθνικούς 

πληθυσμούς. Ωστόσο, οι μαύροι ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα στο συνδυασμό atenolol 

και chlorthalidone από ό,τι στην atenolol μόνη της.

Chlorthalidone:  Είναι ένα μονοσουλφοναμυλικό διουρητικό το οποίο διαφέρει χημικά από 

τα θειαζιδικά διουρητικά στο ότι ένας διπλός δακτύλιος είναι ενσωματωμένος στο μόριό του. 

Χορηγείται από το στόμα και έχει παρατεταμένη δράση και χαμηλή τοξικότητα. Η διουρητική 

δράση του φαρμάκου εμφανίζεται μέσα σε 2 ώρες από την λήψη του. Προκαλεί διούρηση με 

μεγάλη αύξηση της απέκκρισης νατρίου και χλωρίου. Η απέκκριση νατρίου συνοδεύεται από 

μερική   απώλεια   καλίου.   Στη   μέγιστη   θεραπευτική   δόση   η   chlorthalidone   είναι   περίπου 

ισοδύναμη στη διουρητική της δράση με τις αντίστοιχες μέγιστες θεραπευτικές δόσεις των 

βενζοθειαζιδικών διουρητικών. Το σημείο δράσης φαίνεται να είναι το φλοιώδες τμήμα του 

ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle στους νεφρώνες. Ο μηχανισμός με τον οποίο η 

chlorthalidone ελαττώνει την αρτηριακή πίεση δεν είναι απόλυτα γνωστός, αλλά μπορεί να 

συσχετίζεται με την απέκκριση και την ανακατανομή του νατρίου στο σώμα.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η σύγχρονη χορήγηση chlorthalidone και atenolol έχει μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική 

εκάστης.   Περίπου   το   50%   μιας   δόσης   atenolol   από   το   στόμα   και   το   60%   μιας   δόσης 

chlorthalidone   από   το   στόμα   απορροφάται   από   το   γαστρεντερικό   σωλήνα.   Η   atenolol 

συνδέεται σε μικρό μόνο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η chlorthalidone συνδέεται 

με   τις   πρωτεΐνες   του   πλάσματος   κατά   75%.   Η   μέγιστη   συγκέντρωση   για   την   atenolol 

επιτυγχάνεται μετά 3 ώρες και για την chlorthalidone μετά 12 ώρες. Η atenolol μεταβολίζεται 

κατά πολύ μικρό ποσοστό. Τόσο η atenolol όσο και η chlorthalidone απεκκρίνονται κυρίως 

από τους νεφρούς.

Ένας   φαρμακολογικά   δραστικός   μεταβολίτης   της   atenolol   ανευρίσκεται   στα   ούρα   των 

ανθρώπων   αλλά   αντιπροσωπεύει   μόνο   το   2%   της   δόσης.   Αυτός   ο   μεταβολίτης   δεν 

ανιχνεύθηκε στο πλάσμα. Για την chlorthalidone δεν υπάρχουν αντίστοιχες πληροφορίες. Η 

ημιπερίοδος ζωής της atenolol είναι 5-7 ώρες και της chlorthalidone περίπου 50 ώρες.

5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια

Μελέτες με atenolol σε πειραματόζωα (με δόσεις 100 και 150 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη 

δόση   στον   άνθρωπο)   δεν   προκάλεσαν   καρκινογένεση,   τερατογένεση   ή   διαταραχές   της 

γονιμότητας.

Κατά τις μελέτες σε πειραματόζωα με το συνδυασμό σε δόση 5 φορές την προτεινόμενη 

μέγιστη θεραπευτική δόση, δεν προέκυψαν λειτουργικές ή μορφολογικές ανωμαλίες, εκτός 

από μικρές αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό, την πίεση του αίματος και τη χημεία των ούρων, οι 

οποίες   αποδίδονται   στις   γνωστές   φαρμακολογικές   ιδιότητες   της   atenolol   και/ή   της 

chlorthalidone.

Χρόνιες μελέτες της atenolol στα ζώα αποκάλυψαν την εμφάνιση κενοτοπίων στα επιθηλιακά 

κύτταρα των αδένων του Brunner στο δωδεκαδάκτυλο, σε αρσενικούς και σε θηλυκούς κύνες, 

σε όλα τα δοσολογικά επίπεδα που δοκιμάστηκαν (αρχίζοντας από 15 mg/kg/ημέρα, δηλαδή 

7,5 φορές τη συνιστώμενη μέγιστη ανθρώπινη δόση) και αύξηση της συχνότητας εκφύλισης 

των κόλπων της καρδιάς αρσενικών επιμύων στα 300mg αλλά όχι και στα 150mg atenolol/kg/

ημέρα (150 και 75 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση αντίστοιχα).

6. ΦAPMAKEYTIKA ΣTOIXEIA

6.1 Κατάλογος εκδόχων

6.2 Ασυμβατότητες

Καμία γνωστή.

6.3 Διάρκεια ζωής 

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

6.6 Οδηγίες χρήσης/χειρισμού

Να λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού.

7. KATOXOΣ AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ

8. APIΘMOΣ AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ

9. HMEPOMHNIA ΠPΩTHΣ AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ ΣTHN EΛΛAΔA

10. HMEPOMHNIA ANAΘEΩPHΣHΣ TOY KEIMENOY

Aten-Chl.doc

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ

8-9-2008

Reassessment of reimbursement status of medicinal products for cardiovascular diseases – additional recommendation from the Reimbursement Committee

Reassessment of reimbursement status of medicinal products for cardiovascular diseases – additional recommendation from the Reimbursement Committee

The Danish Medicines Agency has asked the Reimbursement Committee to reassess the reimbursement status of medicinal products authorised for marketing in Denmark in the ATC groups C02 (antihypertensives), C03 (diuretics), C07 (beta blocking agents), C08 (calcium channel blockers) and C09 (ACE inhibitors, angiotensin II antagonists and renin inhibitors).

Danish Medicines Agency

14-2-2008

Reassessment of reimbursement status for medicinal products for the treatment of cardiovascular diseases

Reassessment of reimbursement status for medicinal products for the treatment of cardiovascular diseases

Following a request from the Danish Medicines Agency, the Reimbursement Committee has reassessed the reimbursement status for medicinal products authorised for marketing in Denmark in ATC groups C02 (antihypertensives), C03 (diuretics), C07 (beta blocking agents), C08 (calcium channel blockers) and C09 (ACE inhibitors, angiotensin II antagonists and renin inhibitors).

Danish Medicines Agency

Δεν υπάρχουν ειδήσεις που σχετίζονται με αυτό το προϊόν.