MEDAMOL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • MEDAMOL (400+20)MG/SUP SUPP
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • N02AA59
  • Δοσολογία:
  • (400+20)MG/SUP
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΥΠΟΘΕΤΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • MEDAMOL (400+20)MG/SUP SUPP
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (SPC)

1.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LONALGAL

2.

ΠΟΙΟΤΙΚΗ

ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Δισκία:

Paracetamol

500 mg

Codeine phosphate hemihydrate

30 mg

Υπόθετα:

Paracetamol

1000 mg

Codeine phosphate hemihydrate

30 mg

3.

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία

Υπόθετα

4.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

4.1

Θεραπευτικές ενδείξεις

Ενήλικες: Σε επώδυνες καταστάσεις, που δεν ανταποκρίνονται στα απλά αναλγητικά.

Παιδιά ηλικίας 12-18 ετών (έφηβοι): Η κωδεΐνη ενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας

άνω των 12 ετών, για την αντιμετώπιση του οξέος μέτριας εντάσεως πόνου που θεωρείται ότι

δεν ανακουφίζεται από άλλα αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη ή η ιβουπροφαίνη (μόνες).

4.2

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δισκία

Ενήλικες:

1-2 δισκία έως 3-4 φορές την ημέρα.

Η μέγιστη δόση των 8 δισκίων την ημέρα δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται (4000 mg

παρακεταμόλης και 240 mg κωδεΐνης).

Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό.

Υπόθετα

Ενήλικες:

1 υπόθετο έως 3-4 φορές την ημέρα.

Η μέγιστη δόση των 4 υποθέτων την ημέρα δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται (4000 mg

παρακεταμόλης και 120 mg κωδεΐνης) .

Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος και την ηλικία. Σε σχέση με

την παρακεταμόλη η συνήθης δοσολογία είναι 10-15 mg/kg με κάθε δόση. Το διάστημα

μεταξύ των δόσεων σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα συμπτώματα και τη συνολική

ημερήσια δόση, αλλά δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 4-6 ώρες. Δεν θα πρέπει να

υπερβαίνεται η μέγιστη δόση των 60 mg/kg/ημέρα με μέγιστο τα 4000 mg ανά ημέρα.

Η διάρκεια της θεραπείας με Lonalgal θα πρέπει να καθορίζεται από το θεράποντα ιατρό.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά ηλικίας 12-18 ετών (έφηβοι) και άνω των 43

Δισκία:

Η συνιστώμενη δόση είναι 1-2 δισκία (δηλαδή 500-1000 mg παρακεταμόλης και 30-60 mg

κωδεΐνης) κάθε 6 ώρες. Η δοσολογία αυτή βασίζεται στο σωματικό βάρος (10-15 mg/kg

παρακεταμόλη και 0.5-1 mg/kg κωδεΐνη ανά δόση).

Δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη δόση των 60 mg/kg με μέγιστο 4000 mg

παρακεταμόλης και 240 mg/ημέρα κωδεΐνης.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται πάνω από 5-8 δισκία LONALGAL την ημέρα

ανάλογα με το σωματικό βάρος (δηλαδή 2500-4000 mg παρακεταμόλης, 150-240 mg

κωδεΐνης την ημέρα).

πόθετα:

Η συνιστώμενη δόση είναι 1 υπόθετο (δηλαδή 1000 mg παρακεταμόλης και 30 mg κωδεΐνης)

κάθε 6 ώρες. Η δοσολογία αυτή βασίζεται στο σωματικό βάρος (10-15 mg/kg παρακεταμόλη

και 0.5-1 mg/kg κωδεΐνη ανά δόση).

Δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη δόση των 60 mg/kg με μέγιστο 4000 mg

παρακεταμόλης την ημέρα.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται πάνω από 2-4 υπόθετα LONALGAL την

ημέρα ανάλογα με το σωματικό βάρος (δηλαδή 2000-4000 mg παρακεταμόλης και 60-120

mg κωδεΐνης την ημέρα).

Η κωδεΐνη πρέπει να χρησιμοποιείται στη μικρότερη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη

δυνατή χρονική περίοδο. Αυτή η δοσολογία μπορεί να λαμβάνεται μέχρι 4 φορές την ημέρα

σε διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών.

Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να περιορίζεται στις 3 ημέρες και εάν

δεν επιτευχθεί αποτελεσματική ανακούφιση από τον πόνο οι

ασθενείς/νοσηλευτές πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή

Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών:

Η κωδεΐνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτω των 12 ετών

λόγω του κινδύνου τοξικότητας από οπιοειδή εξ αιτίας του ευμετάβλητου

και απρόβλεπτου μεταβολισμού της κωδεΐνης σε μορφίνη (βλ.

Παραγράφους 4.3 και 4.4).

Ηπατική ανεπάρκεια, ήπια νεφρική ανεπάρκεια, Σύνδρομο

Gilbert

Σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργία και σε ασθενείς με σύνδρομο

Gilbert θα πρέπει να δίνονται μειωμένες δόσεις και/ή να παρατείνονται τα διαστήματα μεταξύ

των δόσεων.

Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με σοβαρά επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 10ml/min),

το διάστημα των δόσεων δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 8 ώρες.

4.3

Αντενδείξεις

Το LONALGAL

δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται στις κάτωθι καταστάσεις:

υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη, την κωδεΐνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό

παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4)

σε όλους τους παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 0-18 ετών) οι οποίοι υποβάλλονται σε

αμυγδαλεκτομή και/ή εκτομή αδενοειδών εκβλαστήσεων για το σύνδρομο

αποφρακτικής υπνικής άπνοιας λόγω του αυξημένου κίνδυνου εμφάνισης σοβαρών και

απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4)

σε ασθενείς για τους οποίους είναι γνωστό ότι έχουν υπερ-ταχεία μεταβολική

ικανότητα μέσω του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.4)

σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh C)

αναπνευστική ανεπάρκεια

πνευμονία

οξύ επεισόδιο άσθματος

επικείμενος τοκετός

επαπειλούμενος πρόωρος τοκετός

νεφρική ανεπάρκεια

κυκλοφορική καταπληξία

κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις

αύξηση της ενδοκρανίου πίεσης

αλκοολισμός

τρομώδες παραλήρημα

καταστάσεις οξείας κοιλίας

υπερτροφία προστάτη με δυσχέρεια στην ούρηση

ηλικίες μικρότερες των 6 ετών

μετά από χειρουργική επέμβαση στα χοληφόρα

η χορήγηση ταυτόχρονα ή και 2 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας με

αναστολείς της ΜΑΟ

κώμα

η χρήση κωδεϊνούχων σκευασμάτων αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία, εκτός και αν

συστήνεται από γιατρό

στις γυναίκες κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.6)

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Για πρόληψη της υπερδοσολογίας, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε φάρμακα

λαμβάνονται ταυτόχρονα δεν περιέχουν παρακεταμόλη και κωδεΐνη.

Συνιστάται προσοχή σε άτομα με υποθυρεοειδισμό, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπερτροφία

προστάτη, υπόταση, φλεγμονώδεις ή αποφρακτικές παθήσεις του εντέρου, βαρειά

μυασθένεια.

Το LONALGAL

θα πρέπει να χρησιμοποιείται μετά από προσεκτική θεώρηση της σχέσης

οφέλους/κινδύνου σε περιπτώσεις:

εξάρτησης από οπιοειδή

επηρεασμένου επίπεδου συνείδησης

καταστάσεις με αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση

σύγχρονης χορήγησης αναστολέων της ΜΑΟ

χρόνιας αποφρακτικής νόσου των αεραγωγών

έλλειψης του ενζύμου G-6-PD

χρόνιας δυσκοιλιότητας

υπογκαιμικές καταστάσεις

Μείωση της δόσης ή παράταση των διαστημάτων μεταξύ των δόσεων απαιτούνται στις

παρακάτω καταστάσεις:

διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, ηπατίτιδα (Child-Pugh A/B)

χρόνια κατάχρηση αλκοόλ

σύνδρομο Gilbert (νόσος του Meulengracht)

σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min) και ασθενείς σε

αιμοκάθαρση

Οι αιματολογικοί δείκτες και η ηπατική και νεφρική λειτουργία θα πρέπει να

παρακολουθούνται όταν γίνεται παρατεταμένη χρήση.

Μεταβολισμός

Η κωδεΐνη μεταβολίζεται από το ένζυμο του ήπατος CYP2D6 σε μορφίνη,

τον ενεργό μεταβολίτη της. Εάν ένας ασθενής έχει ανεπάρκεια ή παντελή

έλλειψη του ενζύμου δεν θα επιτευχθεί επαρκής αναλγητική δράση.

Εκτιμήσεις δείχνουν ότι μέχρι το 7% του πληθυσμού των Καυκασίων

μπορεί να έχει αυτή την ανεπάρκεια. Ωστόσο, εάν ο ασθενής έχει

εκτεταμένη ή υπερ-ταχεία μεταβολική ικανότητα υπάρχει αυξημένος

κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών τοξικότητας από οπιοειδή

ακόμη και σε συνήθεις συνταγογραφούμενες δόσεις. Οι ασθενείς αυτοί

μετατρέπουν την κωδεΐνη σε μορφίνη ταχέως, με αποτέλεσμα υψηλότερα

από το αναμενόμενα επίπεδα μορφίνης στον ορό.

Λόγω της γενετικής μεταβλητότητας του CYP2D6 ακόμα και οι θεραπευτικές δόσεις της

κωδεΐνης μπορεί να οδηγήσουν στην αυξημένη σύσταση του δραστικού μεταβολίτη μορφίνη,

με κλινικά σημεία δηλητηρίασης από μορφίνη, δείτε παράγραφο «Υπερδοσολογία».

Συνεπώς, η αντίδραση εκάστου ασθενούς στο φάρμακο πρέπει να ελέγχεται στην αρχή της

θεραπείας έτσι ώστε οποιαδήποτε σχετική υπερδοσολογία να μπορεί να εντοπιστεί σε αρχικό

στάδιο. Αυτό εφαρμόζεται ιδιαίτερα σε μεγαλύτερους ασθενείς και σε αυτούς με

επηρεασμένη νεφρική ή αναπνευστική λειτουργία.

Γενικά τα συμπτώματα της τοξικότητας από οπιοειδή περιλαμβάνουν

σύγχυση, υπνηλία, ρηχή αναπνοή, συσταλμένες κόρες, ναυτία, έμετο,

δυσκοιλιότητα και έλλειψη όρεξης. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να

περιλαμβάνει συμπτώματα καταστολής του κυκλοφορικού και

αναπνευστικού, η οποία μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή και πολύ

σπάνια θανατηφόρα.

Εκτιμήσεις για τον επιπολασμό της υπερ-ταχείας μεταβολικής ικανότητας

σε διαφορετικούς πληθυσμούς συνοψίζονται παρακάτω:

Πληθυσμός

Επιπολασμός %

Αφρικανοί/Αιθίοπες

Άφρο-αμερικάνοι

3.4% έως 6.5%

Ασιάτες

1.2% έως 2%

Καυκάσιοι

3.6% έως 6.5%

Έλληνες

6.0%

Ούγγροι

1.9%

Βορειοευρωπαίοι

1%-2%

Μετεγχειρητική χρήση σε παιδιά

Υπάρχουν αναφορές στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία ότι η κωδεΐνη που

δόθηκε μετεγχειρητικά σε παιδιά μετά από αμυγδαλεκτομή και/ή εκτομή

αδενοειδών εκβλαστήσεων για το σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής

άπνοιας οδήγησε σε σπάνιες αλλά απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες

ενέργειες συμπεριλαμβανομένου του θανάτου (βλ. επίσης Παράγραφο

4.3). Όλα τα παιδιά έλαβαν κωδεΐνη σε δοσολογία εντός του κατάλληλου

εύρους, ωστόσο υπήρχαν στοιχεία ότι αυτά τα παιδιά είχαν είτε υπερ-

ταχεία ή εκτενή ικανότητα να μεταβολίζουν την κωδεΐνη σε μορφίνη.»

Παιδιά με μειωμένη αναπνευστική λειτουργία

Η κωδεΐνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά τα οποία μπορεί να έχουν

μειωμένη αναπνευστική λειτουργία συμπεριλαμβανομένων των

νευρομυϊκών διαταραχών, σοβαρών καρδιακών ή αναπνευστικών

παθήσεων, λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού ή των πνευμόνων,

πολλαπλών τραυμάτων ή εκτεταμένων χειρουργικών επεμβάσεων. Αυτοί

οι παράγοντες μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της τοξικότητας

της μορφίνης.

Σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτικό σοκ) παρατηρούνται πολύ

σπάνια. Η αγωγή πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία αντίδρασης υπερευαισθησίας

μετά από χορήγηση LONALGAL

. Πρέπει να ληφθούν από τον ιατρό τα κατάλληλα μέτρα

αντιμετώπισης με βάση τα σημεία και τα συμπτώματα.

Υπέρβαση της συνιστώμενης δοσολογίας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ηπατική βλάβη.

Εκτεταμένη χρήση αναλγητικών, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις, μπορεί να προκαλέσει

κεφαλαλγίες οι οποίες δεν πρέπει να θεραπεύονται με αύξηση της δοσολογίας του φαρμάκου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να συνεχίζεται η λήψη του αναλγητικού χωρίς ιατρική

συμβουλή.

Απότομη διακοπή των αναλγητικών μετά από μακροχρόνια χρήση σε υψηλές δόσεις μπορεί

να προκαλέσει στερητικά συμπτώματα (π.χ. κεφαλαλγία, κόπωση, νευρικότητα, μυϊκούς

πόνους και νευροφυτικά συμπτώματα), τα οποία τυπικά παρέρχονται μέσα σε μερικές

ημέρες. Η επαναπρόσληψη των αναλγητικών πρέπει να γίνεται μετά από συμβουλή του

ιατρού. Σε τέτοια περίπτωση τα στερητικά συμπτώματα μετριάζονται.

Υψηλότερες δόσεις από αυτό το ιδιοσκεύασμα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς

με υπόταση και υποογκαιμία.

Η κωδεΐνη, ως συστατικό του σταθερού συνδυασμού, ενέχει σημαντικό κίνδυνο εξάρτησης.

Αντοχή, ψυχολογική και σωματική εξάρτηση αναπτύσσονται με μακροχρόνια χρήση υψηλών

δόσεων. Υπάρχει διασταυρούμενη αντοχή με άλλα οπιοειδή. Ταχείες υποτροπές μπορεί να

αναμένονται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα εξάρτηση από οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένων

αυτών σε ύφεση).

Η κωδεΐνη θεωρείται ότι είναι υποκατάστατο από τους εξαρτημένους στην ηρωΐνη. Άτομα

που είναι εξαρτημένα στο αλκοόλ ή ηρεμιστικά επίσης τείνουν να κάνουν κατάχρηση της

κωδεΐνης. Η κωδεΐνη καταναλισκόμενη σε υψηλότερες δόσεις και για μια μακροχρόνια

περίοδο, μπορεί να προκαλέσει εξάρτηση.

Σε ασθενείς που έχουν υποστεί χολοκυστεκτομή, πρέπει να δίνεται αγωγή με προσοχή. Η

σύσπαση του σφιγκτήρα του Oddi μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά

του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή να επιτείνει τα συμπτώματα σε ασθενείς με

παγκρεατίτιδα.

Τα φάρμακα που περιέχουν κωδεΐνη λαμβάνονται μόνο με συνταγή ιατρού και κάτω από

τακτική ιατρική παρακολούθηση. Τα φάρμακα αυτά δεν πρέπει να δίνονται σε τρίτους.

4.5

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Παρακεταμόλη

Δόσεις της παρακεταμόλης οι οποίες είναι υπό άλλες συνθήκες είναι ακίνδυνες, μπορεί να

προκαλέσουν ηπατική βλάβη εάν ληφθούν μαζί με φάρμακα που προκαλούν ενζυμική

επαγωγή όπως συγκεκριμένα υπνωτικά και αντιεπιληπτικά (π.χ. γλουταιθιμίδη,

φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη) καθώς και με ριφαμπικίνη. Το ίδιο ισχύει σε

σχέση με τις δυνητικά ηπατοτοξικές ουσίες και την κατάχρηση αλκοόλ (δείτε παράγραφο 4.9

Υπερδοσολογία).

Ο συνδυασμός με χλωραμφαινικόλη μπορεί να προκαλέσει αύξηση του χρόνου ημίσειας

ζωής της χλωραμφαινικόλης με κίνδυνο αυξημένης τοξικότητας.

Η κλινική σχέση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ της παρακεταμόλης και της βαρφαρίνης

καθώς και των παραγώγων της κουμαρίνης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ακόμη. Ως εκ τούτου, η

μακροχρόνια χρήση παρακεταμόλης σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος

αντιπηκτικά συνιστάται μόνο κάτω από ιατρική παρακολούθηση. Σε σύγχρονη χορήγηση με

από του στόματος αντιπηκτικά φαίνεται ότι αυξάνει ο κίνδυνος αιμορραγίας. Σε υψηλές

δόσεις ή σε συστηματική θεραπεία, η παρακεταμόλη ενισχύει τις επιδράσεις της βαρφαρίνης.

Η παρατεταμένη χρήση παρακεταμόλης μπορεί να ενισχύσει την αντιπηκτική δράση της

βαρφαρίνης καθώς και των παραγώγων της κουμαρίνης, με αυξημένη πιθανότητα

αιμορραγιών. Η περιστασιακή χρήση παρακεταμόλης δεν παρουσιάζει αντίστοιχα σημαντική

επίδραση.

Η ταυτόχρονη χρήση της παρακεταμόλης και της zidovudine (ΑΖΤ ή retrovir) αυξάνει την

πιθανότητα ανάπτυξης ουδετεροπενίας. Ως εκ τούτου, το LONALGAL

λαμβάνεται μαζί με

ΑΖΤ μόνο κατόπιν ιατρικής συμβουλής.

Η λήψη της προβενεσίδης αναστέλλει τη δέσμευση της παρακεταμόλης στο γλυκουρονικό

οξύ και έτσι μειώνει την κάθαρση της παρακεταμόλης κατά 2 φορές περίπου και αυξάνει τα

επίπεδα της παρακεταμόλης στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, η δόση της παρακεταμόλης πρέπει να

μειώνεται κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης με προβενεσίδη.

Η χολεστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της παρακεταμόλης.

Επίδραση στις εργαστηριακές τιμές:

Η λήψη της παρακεταμόλης μπορεί να επηρεάσει τον προσδιορισμό του ουρικό οξέος με

χρήση του φωσφοροβολφραμικού οξέος και τη μέτρηση του σακχάρου αίματος με χρήση

γλυκοζοοξειδάσης-υπεροξειδάσης.

Επιπρόσθετα για από του στόματος χορήγηση:

Σε καταστάσεις στις οποίες η γαστρική κένωση επιβραδύνεται, όπως π.χ. με λήψη

προπανθελίνης, ο ρυθμός απορρόφησης της παρακεταμόλης μπορεί να μειωθεί με

αποτέλεσμα επιβράδυνση της έναρξης δράσης. Επιτάχυνση του ρυθμού γαστρικής κένωσης

π.χ. η χορήγηση μετοκλοπραμίδης ή δομπεριδόνης προκαλεί αύξηση του ρυθμού

απορρόφησης.

Κωδεΐνη

Οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλα ναρκωτικά αναλγητικά, αντιψυχωσικά, ηρεμιστικά ή άλλα

κατασταλτικά του ΚΝΣ (συμπεριλαμβανομένου του αλκοόλ) ταυτόχρονα με το LONALGAL

(το οποίο περιέχει κωδεΐνη) μπορεί να εμφανίσουν αυξημένη καταστολή του ΚΝΣ.

Οι επιδράσεις που σχετίζονται με καταστολή του ΚΝΣ και του αναπνευστικού μπορεί να

αυξηθούν με ταυτόχρονη χορήγηση αλκοόλ ή άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ φαρμάκων

όπως κατασταλτικά, υπνωτικά ή ψυχοτρόπα φάρμακα (φαινοθειαζίνες π.χ. χλωροπρομαζίνη,

θειοριδαζίνη, περφαιναζίνη) και αντιισταμινικά (π.χ. προμεθαζίνη, μεκλοζίνη)

αντιϋπερτασικά και άλλα αναλγητικά.

Καταστολή του αναπνευστικού επαγόμενη από την κωδεΐνη μπορεί να αυξηθεί από

τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (ιμιπραμίνη, αμιτρυπτιλίνη) και οπιπραμόλη.

Εφόσον η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της ΜΑΟ π.χ. τρανυλκυπρομίνη, μπορεί να

οδηγήσει σε πρόκληση επιδράσεων από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και σε άλλες

ανεπιθύμητες ενέργειες απρόβλεπτης βαρύτητας, το LONALGAL

δεν πρέπει να

χρησιμοποιείται για χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων μετά το τέλος της θεραπείας με

αναστολείς της ΜΑΟ.

Η επίδραση των αναλγητικών μπορεί επίσης να αυξηθεί. Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση με

οπιοειδή που είναι μερικοί αγωνιστές/ανταγωνιστές (π.χ. βουπρενορφίνη, πενταζοκίνη), είναι

πιθανό να εμφανιστεί εξασθένιση της επίδρασης του LONALGAL

Η σιμετιδίνη και άλλα φάρμακα που επηρεάζουν τον μεταβολισμό από το ήπαρ μπορεί να

αυξήσουν την επίδραση του LONALGAL

. Κατά τη διάρκεια αγωγής με μορφίνη, έχει

παρατηρηθεί αναστολή της αποδόμησης της μορφίνης με συνέπεια αυξημένες συγκεντρώσεις

πλασματος. Δεν μπορεί να αποκλειστεί παρόμοια αλληλεπίδραση για την κωδεΐνη.

Το αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της αγωγής με LONALGAL

, διότι η

ψυχοκινητική λειτουργικότητα μπορεί να μειωθεί σημαντικά (πρόσθετη επίδραση των

επιμέρους συστατικών).

4.6

Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Παρακεταμόλη

Η μακρά εμπειρία δεν έχει δείξει στοιχεία ανεπιθύμητων ενεργειών στην κύηση ή στην υγεία

του βρέφους ή του νεογνού.

Εντούτοις, πρέπει να λαμβάνονται οι συνήθεις προφυλάξεις που αφορούν στη χρήση

φαρμάκων κατά τη διάρκεια της κυήσεως, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο.

Eρευνητικά δεδομένα στην υπερδοσολογία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έδειξαν

αύξηση στον κίνδυνο δυσπλασιών. Μελέτες αναπαραγωγής με σκοπό να ερευνήσουν την από

του στόματος χρήση δεν έδειξαν σημεία που να υποδεικνύουν δυσπλασίες ή εμβρυϊκή

τοξικότητα. Yπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης, η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί

κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (δηλαδή σε όλα τα τρίμηνα) μετά από προσεκτική

θεώρηση της σχέσης οφέλους – κινδύνου (δείτε την παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για

την ασφάλεια).

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η παρακεταμόλη δεν πρέπει να λαμβάνεται για

μακροχρόνιες περιόδους, σε υψηλές δόσεις ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

καθώς η ασφάλεια δεν έχει επιβεβαιωθεί σε τέτοιες περιπτώσεις.

Κωδεΐνη

Η χρήση του LONALGAL

αντενδείκνυται στην περίπτωση επικείμενου τοκετού ή

απειλούμενης πρόωρης γέννας καθώς η κωδεΐνη διέρχεται τον πλακούντα και μπορεί να

οδηγήσει σε καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας του νεογνού.

Αποτελέσματα από μια έρευνα ασθενών – μαρτύρων υποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρχει

αυξημένος κίνδυνος δυσπλασιών του αναπνευστικού συστήματος στους απογόνους γυναικών

που κατανάλωναν κωδεΐνη κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων μηνών της εγκυμοσύνης.

Αυτή η αύξηση δεν ήταν στατιστικώς σημαντική. Στοιχεία για άλλες δυσπλασίες έχουν

επίσης αναφερθεί σε επιδημιολογικές μελέτες με ναρκωτικά αναλγητικά,

συμπεριλαμβανομένης της κωδεΐνης.

Το LONALGAL

πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εφόσον

το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Εξάρτηση από οπιοειδή μπορεί να αναπτυχθεί στο βρέφος κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας

χορήγησης κωδεΐνης. Εάν κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου χρησιμοποιηθεί το

LONALGAL

για παρατεταμένη περίοδο μπορεί να αναπτυχθεί νεογνικό στερητικό

σύνδρομο.

Θηλασμός

Η κωδεΐνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Παράγραφο

4.3).

Η παρακεταμόλη, η κωδεΐνη και ο μεταβολίτης της η μορφίνη εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Σε συνήθεις θεραπευτικές δόσεις η κωδεΐνη και ο ενεργός μεταβολίτης της μπορεί να

εμφανισθούν σε πολύ μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα και είναι απίθανο να επιδράσουν

δυσμενώς στο θηλάζον νεογνό. Ωστόσο, εάν η ασθενής έχει υπερ-ταχεία μεταβολική

ικανότητα του CYP2D6, υψηλότερα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη, μορφίνη, μπορεί να

εμφανισθούν στο μητρικό γάλα και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε

συμπτώματα τοξικότητας από οπιοειδή στο νεογνό, τα οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα.

Εάν η κωδεΐνη λαμβάνεται σε υψηλότερες δόσεις ή για παρατεταμένη περίοδο μια κλινικώς

σημαντική ποσότητα μπορεί να διέλθει στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει

επεισόδια άπνοιας στο νεογνό.

Εάν απαιτείται αγωγή με κωδεΐνη τότε ο θηλασμός θα πρέπει να σταματήσει κατά τη

διάρκεια της θεραπείας.

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες με το LONALGAL

σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη

γονιμότητα. Μη κλινικές μελέτες δεν επέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στο

δείκτη γονιμότητας (αναφερθείτε στην παράγραφο 5.3 Προκλινικά στοιχεία για την

ασφάλεια).

4.7

Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού

μηχανών.

Ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι μπορεί να εμφανίσουν ανεπιθύμητες

ενέργειες όπως κόπωση, υπνηλία, συγκοπή, ζάλη, καταστολή, μύση και διαταραχές

οπτικοκινητικού συντονισμού και οπτικής οξύτητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με

LONALGAL

. Επομένως, πρέπει να συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση αυτοκινήτου ή

το χειρισμό μηχανής. Εάν οι ασθενείς εμφανίζουν κόπωση, υπνηλία, συγκοπή, ζάλη,

καταστολή, μύση και διαταραχές οπτικοκινητικού συντονισμού και οπτικής οξύτητας θα

πρέπει να αποφεύγουν δυνητικά επικίνδυνες εργασίες όπως οδήγηση ή χειρισμό μηχανών.

4.8

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η εκτίμηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στις παρακάτω συχνότητες:

Πολύ συχνές (≥1/10)

Συχνές (>1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (>1/1000 έως <1/100)

Σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000)

Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Άγνωστες (οι συχνότητες δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:

Πολύ σπάνιες: Θρομβοπενία, λευκοπενία

Άγνωστες: Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Πολύ σπάνιες: Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ,

αγγειοοιδήματος, μειωμένης αρτηριακής πίεσης, δύσπνοιας, ναυτίας και υπεριδρωσίας)

Διαταραχές νευρικού συστήματος:

Πολύ συχνές: Κόπωση, Κεφαλαλγία

Συχνές: Νυσταγμός

Όχι συχνές: Διαταραχή ύπνου

Ο οπτικοκινητικός συντονισμός και η οπτική οξύτητα μπορούν να επηρεασθούν δυσμενώς με

δοσοεξαρτώμενο τρόπο σε υψηλότερες δόσεις ή σε ιδιαίτερα ευαίσθητους ασθενείς.

Καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας και ευφορία είναι επίσης πιθανά.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:

Όχι συχνές: Εμβοές

Καρδιακές διαταραχές:

Συχνές: Μειωμένη αρτηριακή πίεση, λιποθυμία

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:

Όχι συχνές: Δύσπνοια

Πολύ σπάνιες: Βρογχόσπασμος (συνδρόμο άσθματος προκαλούμενο από αναλγητικά)

Άγνωστες: Πνευμονικό οίδημα (σε υψηλές δόσεις, ιδιαίτερα σε ασθενείς με

προϋπάρχουσες διαταραχές της λειτουργίας των πνευμόνων)

Γαστρεντερικές διαταραχές:

Πολύ συχνές: Ναυτία, έμετος (αρχικά), δυσκοιλιότητα

Όχι συχνές: Ξηροστομία

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

Σπάνιες: Αυξήσεις τρανσαμινασών

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Όχι συχνές: Κνησμός, ερύθημα, δερματική αλλεργία, κνίδωση

Σπάνιες: Υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson

Άγνωστες: Φαρμακευτικό εξάνθημα

Σημείωση:

Ο ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται να διακόπτει το ιδιοσκεύασμα και να επικοινωνεί με τον

ιατρό αμέσως μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημεία αντίδρασης υπερευαισθησίας.

Δεν υπάρχουν ευρήματα που να υποδεικνύουν ότι η έκταση και η φύση των ανεπιθύμητων

ενεργειών αυξάνονται από το σταθερό συνδυασμό, όταν χρησιμοποιείται σωστά, σε σύγκριση

με τις μεμονωμένες ουσίες.

Ως παράγωγο της μορφίνης, η φωσφορική κωδεΐνη μπορεί να προκαλέσει δυσκοιλιότητα εάν

λαμβάνεται για μακροχρόνιες περιόδους.

Η μακροχρόνια χρήση συνεπάγεται επίσης τον κίνδυνο εξάρτησης.

Στερητικά συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν με απότομη διακοπή μετά από

μακροχρόνια χρήση. Σε υψηλότερες δόσεις, η κωδεΐνη έχει τις περισσότερες από τις

ανεπιθύμητες ενέργειες της μορφίνης συμπεριλαμβανομένης καταστολής της αναπνευστικής

λειτουργίας, τάση λιποθυμίας, ζάλης, καταστολής, ναυτίας και εμέτου. Περαιτέρω

ανεπιθύμητες ενέργειες εξαιτίας της κωδεΐνης συμπεριλαμβάνουν: μύση, ευφορία, δυσφορία,

κατακράτηση ούρων.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνησμός, κνίδωση και σε σπάνιες περιπτώσεις εξάνθημα)

έχουν επίσης παρατηρηθεί.

Επιπλέον, έχουν παρατηρηθεί βραδυκαρδία, ζάλη, ορθοστατική υπόταση, ψευδαισθήσεις,

υποθερμία, σύγχυση, ερυθρότητα ή/και έξαψη του προσώπου, αίσθημα παλμ’ων.

4.9

Υπερδοσολογία

Ηλικιωμένα άτομα, μικρά παιδιά, ασθενείς με ηπατική διαταραχή, με χρόνια κατανάλωση

αλκοόλ ή με χρόνιο υποσιτισμό, καθώς και ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται

φάρμακα που επάγουν ένζυμα βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο δηλητηρίασης,

συμπεριλαμβανομένης μοιραίας κατάληξης.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα από υπερβολική δόση LONALGAL

είναι όμοια με τα συμπτώματα από

υπερβολική δόση των μεμονωμένων ουσιών λαμβανομένων χωριστά.

Παρακεταμόλη

Τα συμπτώματα εμφανίζονται, συνήθως, τις πρώτες 24 ώρες και περιλαμβάνουν ωχρότητα,

ναυτία, έμετο, ανορεξία και κοιλιακό άλγος. Οι ασθενείς μπορεί τότε να εμφανίσουν μια

προσωρινή υποκειμενική βελτίωση, αλλά παραμένει ένα ελαφρύ κοιλιακό άλγος ως ένδειξη

ηπατικής βλάβης.

Μεμονωμένη λήψη παρακεταμόλης περίπου 6g ή περισσότερο σε ενήλικες ή 140mg/kg σε

παιδιά μπορεί να προκαλέσει ηπατοκυτταρική νέκρωση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη

μη αντιστρεπτή νέκρωση και στη συνέχεια σε ηπατική ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και

εγκεφαλοπάθεια, η οποία μπορεί με τη σειρά της να εξελιχθεί σε κώμα και θάνατο.

Παράλληλες αυξήσεις στις ηπατικές τρανσαμινάσες (AST, ALT), στη γαλακτική

αφυδρογονάση και τη χολερυθρίνη και αύξηση στο χρόνο της προθρομβίνης, που συμβαίνει

12-48 ώρες μετά την λήψη, έχουν παρατηρηθεί. Τα κλινικά συμπτώματα από βλάβη του

ήπατος είναι συνήθως εμφανή μετά από 2 ημέρες και φτάνουν στο μέγιστο μετά από 4-6

ημέρες.

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια με οξεία σωληναριακή νέκρωση μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και

σε απουσία σημαντικής βλάβης του ήπατος. Άλλα μη ηπατικά συμβάματα όπως

μυοκαρδιακές ανωμαλίες και παγκρεατίτιδα έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν μετά

από υπερβολική δόση παρακεταμόλης.

Κωδεΐνη

Τα συμπτώματα από υπερδοσολογία με οπιούχα εξαιτίας της περιεχόμενης κωδεΐνης του

LONALGAL

αναμένεται να εμφανισθούν νωρίτερα από τα σημεία τοξικότητας της

παρακεταμόλης.

Το χαρακτηριστικό της υπερδοσολογίας με κωδεΐνη είναι η καταστολή της αναπνευστικής

λειτουργίας. Επίσης, έχει παρατηρηθεί μύση ενώ οι κόρες με πολύ έντονη μύση είναι

παθογνωμονικές. Επίσης, μπορεί να συνοδεύονται από νυσταγμό, εξελισσόμενο σε λήθαργο

και κώμα, με έμετο, κεφαλαλγία, κατακράτηση ούρων και κοπράνων, μερικές φορές

συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας και με μείωση της αρτηριακής πίεσης. Επιληπτικές

κρίσεις συμβαίνουν περιστασιακά, κυρίως σε παιδιά. Η εκδήλωση άπνοιας μπορεί να είναι

μοιραία.

Θεραπεία

Όταν υπάρχει υποψία δηλητηρίασης με παρακεταμόλη, ενδείκνυται ενδοφλέβια χορήγηση

ουσιών που είναι δότες σουλφυδρυλομάδας, όπως η Ν-ακετυλοκυστεΐνη, εντός των πρώτων

10 ωρών μετά τη λήψη. Παρόλο που η Ν-ακετυλοκυστεΐνη είναι πιο αποτελεσματική εάν

ξεκινήσει μέσα σε αυτή την περίοδο, μπορεί ακόμα να προσφέρει σε κάποιο βαθμό

προστασία εάν δοθεί έως 48 ώρες μετά τη λήψη· σε αυτήν την περίπτωση, λαμβάνεται για

περισσότερο χρονικό διάστημα.

Η συγκέντρωση πλάσματος της παρακεταμόλης μπορεί να μειωθεί με αιμοδιΰλυση.

Συνιστάται προσδιορισμός της συγκέντρωσης πλάσματος της παρακεταμόλης.

Γενικά μέτρα (π.χ. ενεργός άνθρακας) θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Πρόσθετα μέτρα

εξαρτώνται από τη σοβαρότητα, τη φύση και την πορεία των κλινικών συμπτωμάτων της

δηλητηρίασης με παρακεταμόλη και πρέπει να ακολουθούν πρωτόκολλα εντατικής

θεραπείας.

Σε περίπτωση καταστολής της αναπνευστικής λειτουργίας, διατηρήστε βατή την

αναπνευστική οδό και ενισχύστε τον αερισμό εάν κρίνεται απαραίτητο, χορηγήστε οξυγόνο.

Ενδεχομένως μπορεί να χορηγηθεί Ναλοξόνη (ειδικός ανταγωνιστής των οπιούχων): 0,4-2

mg ενδοφλεβίως. Επαναλάβετε τη δόση κάθε 2-3 λεπτά εάν δεν υπάρχει απόκριση, έως μια

συνολική δόση των 10-20 mg.

Προσοχή: Η διάρκεια της δράσης της Ναλοξόνης (2-3 ώρες) είναι μικρότερη από αυτή

πολλών οπιοειδών.

Ως αντίδοτα χορηγούνται ουσίες, που εμπλουτίζουν τα ηπατοκύτταρα με γλουταθειόνη, όπως

η ακετυλοκυστεΐνη και η μεθειονίνη.

Η αντιμετώπιση πρέπει να γίνεται ταχέως και ο ασθενής να νοσηλεύεται και αν ακόμη δεν

υπάρχουν συμπτώματα. Εκτελείται πλύση στομάχου, ή εφόσον ο ασθενής διατηρεί τις

αισθήσεις του, προκαλείται έμετος και χορηγείται ενεργοποιημένος ζωικός άνθρακας.

Αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα.

Η εφάπαξ λήψη άνω των 10g παρακεταμόλης μπορεί να προκαλέσει κλινικώς έκδηλη

ηπατοκυτταρική βλάβη. Βαριά θανατηφόρα βλάβη συνήθως επέρχεται με τη λήψη άνω των

25g. Οι συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης στο πλάσμα σχετίζονται με τη σοβαρότητα της

ηπατικής βλάβης. Επίπεδα άνω των 300mg/ml, 4 ώρες μετά τη λήψη είναι ενδεικτικά

ανάπτυξης σοβαρής βλάβης. Επίπεδα κάτω των 150μg/ml σημαίνουν ότι η ανάπτυξη

ηπατοκυτταρικής βλάβης είναι απίθανη.

Ο κίνδυνος ανάπτυξης ηπατοκυτταρικής βλάβης σε σχέση με τα επίπεδα της παρακεταμόλης

στο πλάσμα προκύπτει από το νομόγραμμα των RUMACK MAΤTHEW. Το νομόγραμμα

ισχύει μόνο για εφάπαξ λήψη.

Κατά RUMACK MAΤTHEW νομόγραμμα προσδιορισμού του κινδύνου ηπατοκυτταρικής

βλάβης σύμφωνα με τις συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης στο πλάσμα ισχύει μόνο για

εφάπαξ λήψη παρακεταμόλης. Για τα άτομα υψηλού κινδύνου, ο κίνδυνος αρχίζει ήδη από

τη συνεχή γραμμή.

Αλκοολικοί ή ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που επάγουν τα ηπατικά ένζυμα

κινδυνεύουν να αναπτύξουν ηπατοκυτταρική βλάβη με χαμηλότερες συγκεντρώσεις.

Όλοι όσοι έχουν λάβει υπερβολική δόση παρακεταμόλης πρέπει να αντιμετωπίζονται με

χορήγηση ακετυλοκυστεΐνης μετά την πλύση του στομάχου και τη χορήγηση του

ενεργοποιημένου άνθρακα. Η αποτελεσματικότητα της είναι τόσο μεγαλύτερη όσο ταχύτερα

χορηγείται, δυνατόν όμως να χορηγηθεί και 15 ώρες μετά τη λήψη της παρακεταμόλης.

Αρχικά χορηγούνται από το στόμα 140mg/kg Β.Σ. και στη συνέχεια 70mg/kg κάθε 4 ώρες 17

φορές συνολικά. Εάν μετά την έναρξη της χορήγησης ακετυλοκυστεΐνης ληφθούν τα

αποτελέσματα της συγκέντρωσης της παρακεταμόλης στο πλάσμα και είναι εντός των

ασφαλών ορίων η χορήγησή της μπορεί να διακοπεί.

Εναλλακτικά χορηγούνται αρχικά 150mg/kg Β.Σ. ακετυλοκυστεΐνης (φαρμ.προϊόν

PARVONE) σε διάλυμα 20% με 200κ.εκ. ορού γλυκόζης 5% ενδοφλέβια έγχυση 50mg/kg

Β.Σ. σε 500κ.εκ. γλυκόζης για τις επόμενες 4 ώρες και μετά 100mg/kg Β.Σ. σε 1L γλυκόζης

για τις επόμενες 16 ώρες.

Ως αντίδοτο της κωδεΐνης χορηγείται η ναλοξόνη (φαρμ.προϊόν NARCAN). Αρχικά

χορηγούνται ενδοφλεβίως 0,4 έως 2mg και επαναλαμβάνονται κάθε 5 λεπτά ανάλογα με την

ανταπόκριση. Η συνολική δόση να μην υπερβαίνει τα 10mg. Εάν πρόκειται γαι εξαρτημένο

από τα οπιοειδή άτομο, οι δόσεις μειώνονται στα 0,1 έως 0,2mg. Στα παιδιά η δόση της

ναλοξόνης είανι αρχικώς 10μg/kg Β.Σ. και αν χρειασθεί, στη συνέχεια υψηλότερη δόση

100μg/kg Β.Σ.

5.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Analgesic combination product

ATC κωδικός: Ν02ΑΑ59

5.1

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη έχει αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Ο ακριβής μηχανισμός

δράσης δεν είναι γνωστός. Αναστέλλει ισχυρά τη σύνθεση των προσταγλανδινών στο ΚΝΣ,

αλλά αναστέλλει μόνο ασθενώς τη σύνθεση των προσταγλανδινών στους περιφερικούς

ιστούς. Επίσης, αναστέλλει τη δράση των ενδογενών πυρετογόνων στο κέντρο ρύθμισης της

θερμοκρασίας στον υποθάλαμο.

Κωδεΐνη

Η κωδεΐνη είναι ένα ασθενές αναλγητικό με κεντρική δράση. Η κωδεΐνη

ασκεί τη δράση της μέσω των μ-οπιοειδών υποδοχέων, παρ’ όλο που η

κωδεΐνη έχει χαμηλή συγγένεια με αυτούς τους υποδοχείς, και η

αναλγητική της δράση οφείλεται στη μετατροπή της σε μορφίνη. Η

κωδεΐνη, ειδικά σε συνδυασμό με άλλα αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη,

έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματική στον οξύ αλγαισθητικό πόνο.

Συνδυασμός

Το LONALGAL

είναι ένα καλά ανεκτό και δραστικό αναλγητικό. Αποτελείται από

συμπληρωματικές δραστικές ουσίες με διαφορετικές ιδιότητες, όλες με ένδειξη την εξάλειψη

του πόνου. Ένα ειδικό χαρακτηριστικό του LONALGAL

είναι η ταχεία έναρξη της δράσης

μετά από 10-20 λεπτά και η διάρκεια δράσης για 4-6 ώρες.

Ο συνδυασμός παρακεταμόλης και κωδεΐνης έχει συγκριθεί με ποικίλα αναλγητικά και

εικονικό φάρμακο σε κλινικές μελέτες. Ο σταθερός συνδυασμός ήταν στατιστικώς σημαντικά

ανώτερος από το εικονικό φάρμακο σε όλες τις περιπτώσεις. Μερικές μελέτες έχουν δώσει

στοιχεία που δηλώνουν ότι η αναλγητική αποτελεσματικότητα του συνδυασμού,

συμπεριλαμβανομένων αυτών όπου η δοσολογία των μεμονωμένων δραστικών ουσιών

αυξάνεται, είναι ανώτερη αυτής των μεμονωμένων δραστικών ουσιών, υπό την προϋπόθεση

των αποδεκτών κινδύνων.

5.2

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Παρακεταμόλη

Απορρόφηση και Κατανομή:

Η παρακεταμόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν εξ’ολοκλήρου από το λεπτό έντερο με

μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται εντός 0,5 έως 2 ωρών μετά την από

του στόματος λήψη. Μετά από χορήγηση από το ορθό η απορρόφηση της παρακεταμόλης

είναι μικρότερη και βραδύτερη από ότι με την από του στόματος λήψη με απόλυτη

βιοδιαθεσιμότητα περίπου 30-40% και μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1,3-3,5 ώρες. Το

φάρμακο κατανέμεται γρήγορα και ομοιόμορφα στους ιστούς και διαπερνά τον

αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα

ποικίλλει μεταξύ 65% και 89% υποδηλώνοντας φαινόμενο πρώτης διόδου 20-40%. Η

νηστεία επιταχύνει την απορρόφηση αλλά δεν έχει καμιά επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα.

Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες είναι μικρή (περίπου 5% έως 20%) σε θεραπευτικές δόσεις.

Μεταβολισμός:

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ κυρίως σε αδρανή συζευγμένα

γλυκουρονίδια (περίπου 60%) και θειικούς εστέρες (περίπου 35%). Σε υπερθεραπευτικές

δόσεις, η μεταβολική αυτή οδός κορέγνυται ταχέως. Ένα μικρό ποσοστό μεταβολίζεται από

τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 (κυρίως CYP2E1), οδηγώντας στο σχηματισμό ενός

τοξικού μεταβολίτη, της Ν-ακέτυλο-π-βενζοκινονοϊμίνης (NAPQ1), ο οποίος φυσιολογικά

αποτοξινώνεται ταχέως από τη γλουταθειόνη και αποβάλλεται ως μερκαπτοπουρίνη και

συζευγμένη κυστεΐνη. Κατόπιν μαζικής υπερδοσολογίας, παρόλα αυτά, τα επίπεδα της

NAPQ1 αυξάνονται.

Απομάκρυνση:

Τα προϊόντα σύζευξης με γλυκουρονιδία και θειικά αποβάλλονται πλήρως μέσω των ούρων

μέσα σε 24 ώρες. Λιγότερο από 5% της δόσης αποβάλλεται ως αμετάβλητη ουσία που δεν

υποβάλλεται σε μεταβολισμό. Η συνολική κάθαρση είναι 350ml/min.

Η ημιπερίοδος ζωής στο πλάσμα είναι 1,5 έως 3 ώρες, σε θεραπευτικές δόσεις. Σε παιδιά η

ημιπερίοδος ζωής είναι παρατεταμένη και η θειική σύζευξη είναι η κύρια μεταβολική οδός. Η

ημιπερίοδος ζωής στο πλάσμα της παρακεταμόλης είναι επίσης παρατεταμένη σε χρόνια

ηπατική νόσο και σε ασθενείς με σοβαρά διαταραγμένη ηπατική λειτουργία.

Κωδεΐνη

Απορρόφηση και Κατανομή:

Μετά από πρόσληψη από το στόμα η κωδεΐνη απορροφάται ικανοποιητικά και η απόλυτη

βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται σε 40-70%. Τα επίπεδα του πλάσματος φτάνουν το μέγιστο

τους μέσα σε μία ώρα.

Περίπου 25 με 30% της κωδεΐνης που χορηγείται δεσμεύεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος.

Μεταβολισμός:

Η κωδείνη μεταβολίζεται στο ήπαρ κυρίως από το CYP2D6 σε μορφίνη, νορκωδεΐνη και

νορμορφίνη.

Απομάκρυνση:

Η απομάκρυνση της κωδεΐνης και των μεταβολιτών της λαμβάνει χώρα σχεδόν εξ’ολοκλήρου

μέσω των νεφρών (85-90%), κυρίως ως προϊόντα σύξευξης με γλυκουρονικό οξύ και

θεωρείται ότι ολοκληρώνεται μετά από 48 ώρες. Τα ποσοστά (ελεύθερης και συζευγμένης)

της δόσης που βρίσκονται στα ούρα είναι περίπου 10% της μορφίνης, 10% της νορκωδεΐνης,

50-70% της κωδεΐνης και λιγότερο από 5% της νορμορφίνης. Η ημιπερίοδος ζωής στο

πλάσμα είναι 2-4 ώρες.

5.3

Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν μελέτες τοξικότητας με το σταθερό συνδυασμό του LONALGAL

(παρακεταμόλη και φωσφορική κωδεΐνη). Καθώς τα επιμέρους συστατικά έχουν

διαφορετικούς μηχανισμούς φαρμακολογικής δραστηριότητας και διαφορετικές μεταβολικές

οδούς δεν αναμένεται συνεργική τοξικότητα του συνδυασμού.

Παρακεταμόλη

Η οξεία τοξικότητα της παρακεταμόλης από το στόμα σε τρωκτικά και μη τρωκτικά

κυμαίνοταν από 760 έως 3700 mg/kg. Όταν χρησιμοποιείται στις συνιστώμενες δόσεις, η

παρακεταμόλη θεωρείται ασφαλές φάρμακο. Στον άνθρωπο, παρατηρήθηκε οξεία τοξικότητα

για παρακεταμόλη. Η θανατηφόρος δόση για την παρακεταμόλη είναι περίπου 10g

(ηπατοτοξικότητα).

Τα πειραματόζωα και οι ασθενείς με σοβαρή δηλητηρίαση εμφανίζουν ηπατική βλάβη

(κεντρολοβιώδης νέκρωση) και λιγότερο συχνά, νεφρική ανεπάρκεια (νέκρωση των εγγύς

σωληναρίων). Η έκταση της ηπατικής νέκρωσης αυξάνει με τη δόση και σχετίζεται στενά με

την αύξηση των συγκεντρώσεων των τρανσαμινασών στον ορό.

Η κύρια μεταβολική οδός της παρακεταμόλης είναι ο σχηματισμός του γλυκουρονιδίου

(αργή, υψηλή ικανότητα δέσμευσης) και η σύζευξη με θειικό οξύ (ταχεία, χαμηλή ικανότητα

δέσμευσης). Μια δευτερεύουσα οδός περιλαμβάνει το σχηματισμό του ισχυρώς ενεργού

μεταβολίτη NAPQ1 (Ν-ακέτυλο-π-βενζοκινονοϊμίνη) ο οποίος συνήθως δεσμεύεται και

αδρανοποιείται από εκλεκτική σύζευξη με ηπατική γλουταθειόνη (GSH).

Μετά από μια ηπατοτοξική δόση, η γλουταθειόνη μειώνεται και ο τοξικός μεταβολίτης

συνδέεται ισοσθενώς σε ζωτικές πρωτεΐνες και ένζυμα προκαλώντας κυτταρική βλάβη και

νέκρωση. Αποτελεσματική θεραπεία της τοξικότητας της παρακεταμόλης περιλαμβάνει τη

χορήγηση εναλλακτικών δοτών σουλφυδρυλομάδας, π.χ. πρόδρομων ουσιών της

γλουταθειόνης.

Εκτός από την οξεία τοξικότητα, η χρόνια υπερδοσολογία με παρακεταμόλη και επίσης η

χρήση υποτοξικών δόσεων παρακεταμόλης για αρκετές εβδομάδες έχει συσχετισθεί με

χρόνια ενεργό ηπατίτιδα. Παρόλο που η ηπατοτοξικότητα είναι το πιο συχνό αποτέλεσμα της

δηλητηρίασης με ακεταμινοφαίνη σε πειραματόζωα και τον άνθρωπο, χρόνια νεφρική νόσος

συμπεριλαμβανομένης νέκρωσης των εγγύς σωληναρίων και διάμεσης νεφρίτιδας έχουν

επίσης παρατηρηθεί.

Υπήρχαν ετερογενή αποτελέσματα των μελετών γονοτοξικότητας και καρκινογένεσης που

διεξήχθησαν σε μύες και επίμυες. Με βάση τα δεδομένα από τις βιοαναλύσεις NTP σε μύες

και επίμυες, ο Διεθνής Οργανισμός για την έρευνα του καρκίνου (IARC) κατέταξε την

παρακεταμόλη ως μη-γονοτοξική και μη-καρκινογόνο.

Η παρακεταμόλη διαπερνά τον πλακούντα. Η παρακεταμολή έχει αναφερθεί ως μη

τερατογόνος σε πειραματόζωα και ανθρώπους. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες αναφορές ότι η

παρακεταμόλη προκαλεί μείωση της γονιμότητας και περι/μεταγενετική ανάπτυξη σε

πειραματόζωα και τον άνθρωπο.

Κωδεΐνη

Η οξεία LD50 της φωσφορικής κωδεΐνης σε διαφορετικά είδη κυμαίνεται από 100 έως 427

mg/kg. Στον άνθρωπο, έχει παρατηρηθεί οξεία τοξικότητα για κωδεΐνη. Η θανατηφόρος δόση

για την κωδεΐνη είναι μεταξύ 500mg και 1g.

Ένας αριθμός μελετών γονοτοξικότητας έχουν γίνει, από τις οποίες όλες υποδηλώνουν ότι η

κωδεΐνη δεν είχε κλαστογόνο δραστηριότητα. Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία, η

κωδεΐνη δεν είναι καρκινογόνος σε μύες και επίμυες.

Το ενδεχόμενο τερατογένεσης της κωδεΐνης ορατό σε κάποιες μελέτες σε πειραματόζωα δεν

υποστηρίζεται από άλλες. Μελέτες πάνω στο ενδεχόμενο τοξικότητας στην ανάπτυξη από

την κωδεΐνη έχουν γίνει σε κρικητούς και επίμυες. Τα NOAEL ήταν 10mg/kg/ημέρα

(κρικητοί) και 75 mg/kg/ημέρα (επίμυες), που αντιστοιχεί στο εντεκαπλάσιο της μέγιστης

ανθρώπινης ημερήσιας θεραπευτικής δόσης από το στόμα. Παρατηρήθηκε μείωση στα μέσα

εμβρυϊκά βάρη, χωρίς όμως την παρουσία δυσπλασιών. Παρόμοια συμπεράσματα προήλθαν

από τα αποτελέσματα μιας προηγούμενης μελέτης σε κόνικλους και επίμυες.

6.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1

Κατάλογος Εκδόχων

Δισκία:

Silicon dioxide colloidal, Starch maize, Ethylcellulose, Magnesium stearate, Cellulose

microcrystalline, Carmellose sodium.

Υπόθετα:

Semi-synthetic glycerides, soya lecithin

6.2

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται

6.3

Διάρκεια ζωής

Δισκία: 36 μήνες.

Υπόθετα: 60 μήνες

6.4

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δισκία & υπόθετα: Θερμοκρασία ≤25

Να φυλάσσεται σε ασφαλές μέρος μακριά από παιδιά.

6.5

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Δισκία: Κουτί των 10 δισκίων σε blister.

Υπόθετα: Κουτί των 6 υποθέτων.

6.6

Οδηγίες χρήσης/χειρισμού

Δισκία: Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό.

Υπόθετα: Για τη λήψη των υποθέτων, θα πρέπει να αφαιρείται το περίβλημα τους και το

υπόθετο να εισάγεται στο ορθό.

6.7

Κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας

Boehringer Ingelheim Ελλάς ΑΕ

Ελληνικού 2

167 77 Ελληνικό

Τηλ.: 210 8906300

7.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:

Δισκία: 36884/29.07.2008

Υπόθετα: 36896/29.07.2008

8.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:

Δισκία: 13.09.1988

Υπόθετα: 24.02.1989

9.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ

17-11-2018

Assessment of genetically modified soybean MON 89788 for renewal of authorisation under Regulation (EC) No 1829/2003 (application EFSA‐GMO‐RX‐011)

Assessment of genetically modified soybean MON 89788 for renewal of authorisation under Regulation (EC) No 1829/2003 (application EFSA‐GMO‐RX‐011)

Published on: Fri, 16 Nov 2018 Following the submission of application EFSA‐GMO‐RX‐011 under Regulation (EC) No 1829/2003 from Monsanto Europe, the Panel on Genetically Modified Organisms of the European Food Safety Authority (GMO Panel) was asked to deliver a scientific risk assessment on the data submitted in the context of the renewal of authorisation application for the herbicide‐tolerant genetically modified soybean MON 89788, for food and feed uses, excluding cultivation within the European Union....

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

17-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme endo‐1,4‐β‐xylanase from a genetically modified Aspergillus oryzae (strain NZYM‐FA)

Safety evaluation of the food enzyme endo‐1,4‐β‐xylanase from a genetically modified Aspergillus oryzae (strain NZYM‐FA)

Published on: Fri, 16 Nov 2018 The food enzyme is an endo‐1,4‐β‐xylanase (EC 3.2.1.8) produced with a genetically modified strain of Aspergillus oryzae by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. This xylanase is intended to be used in baking and cereal‐based processes. Based on the proposed maximum use levels, dietary exposure to the food enzyme–total organic solids (TOS) was e...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

16-11-2018

Evaluation of confirmatory data following the Article 12 MRL review for pyraclostrobin

Evaluation of confirmatory data following the Article 12 MRL review for pyraclostrobin

Published on: Thu, 15 Nov 2018 The applicant BASF SE submitted a request to the competent national authority in Germany to evaluate the confirmatory data that were identified for pyraclostrobin in the framework of the MRL review under Article 12 of Regulation (EC) No 396/2005 as not available. To address the data gaps, residues trials supporting the existing use of pyraclostrobin on table grapes authorised in southern EU Member States and an analytical method for analysing residues of pyraclostrobin in ...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

15-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme maltogenic amylase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain NZYM‐OC)

Safety evaluation of the food enzyme maltogenic amylase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain NZYM‐OC)

Published on: Wed, 14 Nov 2018 The food enzyme maltogenic amylase (glucan 1,4‐a‐maltohydrolase; EC 3.2.1.133) is produced with a genetically modified Bacillus subtilis strain NZYM‐OC by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production microorganism and recombinant DNA. This maltogenic amylase is intended to be used in baking processes. Based on the maximum use levels recommended, dietary exposure to the food enzyme–...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

15-11-2018

Assessment of genetically modified LLCotton25 for renewal of authorisation under Regulation (EC) No 1829/2003 (application EFSA‐GMO‐RX‐010)

Assessment of genetically modified LLCotton25 for renewal of authorisation under Regulation (EC) No 1829/2003 (application EFSA‐GMO‐RX‐010)

Published on: Wed, 14 Nov 2018 Following the submission of application EFSA‐GMO‐RX‐010 under Regulation (EC) No 1829/2003 from Bayer, the Panel on Genetically Modified Organisms of the European Food Safety Authority (GMO Panel) was asked to deliver a scientific risk assessment on the data submitted in the context of the renewal of authorisation application for the herbicide‐tolerant genetically modified LLCotton25, for food and feed uses, import and processing, excluding cultivation within the EU. The d...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

15-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme maltogenic amylase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain NZYM‐SO)

Safety evaluation of the food enzyme maltogenic amylase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain NZYM‐SO)

Published on: Wed, 14 Nov 2018 The food enzyme maltogenic amylase (glucan 1,4‐α‐maltohydrolase; EC 3.2.1.133) is produced with a genetically modified Bacillus subtilis strain NZYM‐SO by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production microorganism and recombinant DNA. This maltogenic amylase is intended to be used in baking processes. Based on the maximum use levels, dietary exposure to the food enzyme–total organi...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

15-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme acetolactate decarboxylase from a genetically modified Bacillus licheniformis (strain NZYM‐JB)

Safety evaluation of the food enzyme acetolactate decarboxylase from a genetically modified Bacillus licheniformis (strain NZYM‐JB)

Published on: Wed, 14 Nov 2018 The food enzyme acetolactate decarboxylase (α‐acetolactate decarboxylase; EC 4.1.1.5) is produced with a genetically modified Bacillus licheniformis strain NZYM‐JB by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. This acetolactate decarboxylase is intended to be used in distilled alcohol production and brewing processes. Residual amounts of total organi...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

9-11-2018

Safety assessment of the active substance polyacrylic acid, sodium salt, cross‐linked, for use in active food contact materials

Safety assessment of the active substance polyacrylic acid, sodium salt, cross‐linked, for use in active food contact materials

Published on: Thu, 08 Nov 2018 00:00:00 +0100 The EFSA Panel on Food Contact Materials, Enzymes and Processing Aids (CEP) assessed the safety of polyacrylic acid, sodium salt, cross‐linked, FCM substance No 1015, which is intended to be used as a liquid absorber in the packaging of fresh or frozen foods such as meat, poultry and seafood as well as fresh fruits and vegetables. Specific migration tests were not performed due to the high absorption of liquids by the substance. The Panel noted that if polya...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

1-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme endo‐1,4‐β‐xylanase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain LMG S‐24584)

Safety evaluation of the food enzyme endo‐1,4‐β‐xylanase from a genetically modified Bacillus subtilis (strain LMG S‐24584)

Published on: Wed, 31 Oct 2018 00:00:00 +0100 The food enzyme endo‐1,4‐β‐xylanase (EC 3.2.1.8) is produced with the genetically modified Bacillus subtilis strain LMG S‐24584 by Puratos N. V. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The Panel noted that, although the production strain was not detected in the food enzyme, recombinant DNA was present in all batches of the food enzyme tested. The food enzyme is intended to be used in baking processes. Based on the maximum use levels re...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

1-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme glucan 1,4‐α‐glucosidase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐BW)

Safety evaluation of the food enzyme glucan 1,4‐α‐glucosidase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐BW)

Published on: Wed, 31 Oct 2018 00:00:00 +0100 The food enzyme glucan 1,4‐α‐glucosidase (EC 3.2.1.3) is produced with the genetically modified Aspergillus niger strain NZYM‐BW by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. The glucan 1,4‐α‐glucosidase food enzyme is intended to be used in distilled alcohol production and starch processing for the production of glucose syrups. Residu...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

1-11-2018

Safety of the food enzyme glucoamylase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐BF)

Safety of the food enzyme glucoamylase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐BF)

Published on: Wed, 31 Oct 2018 00:00:00 +0100 The food enzyme glucoamylase (glucan 1,4‐α‐glucosidase; EC 3.2.1.3) is produced with the genetically modified strain of Aspergillus niger by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. This glucoamylase is intended to be used in brewing processes and in starch processing for glucose syrups production. Residual amounts of total organic s...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

1-11-2018

Pest categorisation of Acrobasis pirivorella

Pest categorisation of Acrobasis pirivorella

Published on: Wed, 31 Oct 2018 00:00:00 +0100 The European Commission requested EFSA to conduct a pest categorisation of Acrobasis pirivorella (Lepidoptera: Pyralidae), a monophagous moth whose larvae exclusively feed on developing buds, flowers, and fruits of cultivated and wild Pyrus spp. A. pirivorella is a species with reliable methods available for identification. A. pirivorellaoccurs in north‐east Asia only, causing significant damage in cultivated pears. It is regulated in the EU by Council Direc...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

1-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme α‐amylase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐MC)

Safety evaluation of the food enzyme α‐amylase from a genetically modified Aspergillus niger (strain NZYM‐MC)

Published on: Wed, 31 Oct 2018 00:00:00 +0100 The food enzyme alpha‐amylase (4‐α‐d‐glucan glucanohydrolase; EC 3.2.1.1) is produced with the genetically modified strain of Aspergillus niger by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. This α‐amylase is intended to be used in starch processing for glucose syrups production, beverage alcohol (distilling) processes and baking proces...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

30-10-2018

Pest categorisation of Sternochetus mangiferae

Pest categorisation of Sternochetus mangiferae

Published on: Mon, 29 Oct 2018 00:00:00 +0100 The European Commission requested EFSA to conduct a pest categorisation of Sternochetus mangiferae (Coleoptera: Curculionidae), a monophagous pest weevil whose larvae exclusively feed on mango seeds, whereas adults feed on mango foliage. S. mangiferae is a species with reliable methods available for identification. It is regulated in the EU by Council Directive 2000/29/EC where it is listed in Annex IIB as a harmful organism whose introduction into EU Protec...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

30-10-2018

Pest categorisation of Aleurocanthus spp.

Pest categorisation of Aleurocanthus spp.

Published on: Mon, 29 Oct 2018 00:00:00 +0100 The Panel on Plant Health performed a pest categorisation of Aleurocanthus spp., a well‐defined insect genus of the whitefly family Aleyrodidae (Arthropoda: Hemiptera). Difficulties within the taxonomy of the genus give doubt about the ability to accurately identify some members to species level. Nevertheless, the genus is thought to currently include about ninety species mainly reported from tropical and subtropical areas. The genus is listed in Council Dir...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

26-10-2018

Multi-country outbreak of Listeria monocytogenes sequence type 8 infections linked to consumption of salmon products

Multi-country outbreak of Listeria monocytogenes sequence type 8 infections linked to consumption of salmon products

Published on: Thu, 25 Oct 2018 00:00:00 +0200 A multi-country outbreak of 12 listeriosis cases caused by Listeria monocytogenes sequence type (ST) 8 has been identified through whole genome sequencing (WGS) analysis in three EU/EEA countries: Denmark (6 cases), Germany (5) and France (1). Four of these cases have died due to or with the disease. It is likely that the extent of this outbreak has been underestimated since the outbreak was identified through sequencing and only a subset of the EU/EEA count...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

18-10-2018

Training courses in systematic reviews or in specific steps of systematic review for EFSA Risk Assessment

Training courses in systematic reviews or in specific steps of systematic review for EFSA Risk Assessment

Published on: Wed, 17 Oct 2018 00:00:00 +0200 The present document has been produced and adopted by the bodies identified above as author(s). This task has been carried out exclusively by the author(s) in the context of a contract between the European Food Safety Authority and the author(s), awarded following a tender procedure. The present document is published complying with the transparency principle to which the Authority is subject. It may not be considered as an output adopted by the Authority. Th...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

19-9-2018

Exclusive Brands and iSweet recall Kidsmania Bubble Dozer

Exclusive Brands and iSweet recall Kidsmania Bubble Dozer

Health Canada's sampling and evaluation program has determined that these products do not meet the Canadian safety requirements for toys.Small parts can break off the toys, posing a choking hazard to young children.

Health Canada

19-9-2018

National dietary survey in 2012‐2016 on the general population aged 1‐79 years in the Netherlands

National dietary survey in 2012‐2016 on the general population aged 1‐79 years in the Netherlands

Published on: Tue, 18 Sep 2018 00:00:00 +0200 During the years 2012‐2016, the Dutch National Food Consumption survey was conducted in the Netherlands. For the survey, a random sample was drawn from consumer panels stratified by age and gender and maintained representative to the population with regard to region, address density and educational level. Complete results were obtained for 4,313 persons (response rate 65%); including toddlers, children, adolescents, adults and elderly. Pregnant or lactating ...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

14-5-2018

Pediatric Exclusivity Statistics

Pediatric Exclusivity Statistics

Pediatric Exclusivity Statistics updated list.

FDA - U.S. Food and Drug Administration

8-5-2018

Pediatric Exclusivity Granted

Pediatric Exclusivity Granted

This page is updated each time a drug has been granted pediatric exclusivity.

FDA - U.S. Food and Drug Administration

30-4-2018

Z-classification revoked for S-classified medicinal
products from May 1st 2018

Z-classification revoked for S-classified medicinal products from May 1st 2018

The Icelandic Medicines Agency has revoked the Z-classified status of medicinal products, which are exclusively used in hospitals and healthcare institution and will continue to be S-classified as announced on the IMA website earlier this month. Medicines which are exclusively used in hospitals and healthcare institutions will as of May 1st only be S-classified.

IMA - Icelandic Medicines Agency

16-11-2017

Medicines Safety Update, Volume 8, Number 5, October-November 2017

Medicines Safety Update, Volume 8, Number 5, October-November 2017

Ibrutinib - ventricular tachyarrhythmia, hepatitis B reactivation and infection; Improving Product Information; Codeine-containing products - use in children and ultra-rapid metabolisers

Therapeutic Goods Administration - Australia

26-8-2011

Reassessment of reimbursement status of strong analgesics (opioids) – methadone and codeine

Reassessment of reimbursement status of strong analgesics (opioids) – methadone and codeine

On 15 August 2011, the Danish Medicines Agency announced that we would begin reassessing the reimbursement status of medicines in ATC group N02A, opioids. The Reimbursement Committee opened its preliminary discussions at its meeting on 23 August 2011 and recommended to include the opioids methadone (N07BC02) and codeine (R05DA04), also used in pain management, in the reassessment of reimbursement status of medicinal products in ATC group N02A.

Danish Medicines Agency

4-8-2009

Decision on the future reimbursement status of medicinal products in ATC group A08 (antiobesity preparations, excl. diet products)

Decision on the future reimbursement status of medicinal products in ATC group A08 (antiobesity preparations, excl. diet products)

On 3 July 2009, the Danish Medicines Agency made a decision on the future reimbursement status of medicinal products in ATC group A08 (antiobesity preparations excl. diet products).

Danish Medicines Agency

4-6-2009

Reimbursement status of medicinal products in ATC group A08, antiobesity preparations, excl. diet products: Consultation responses to the Reimbursement Committee's recommendation

Reimbursement status of medicinal products in ATC group A08, antiobesity preparations, excl. diet products: Consultation responses to the Reimbursement Committee's recommendation

The Reimbursement Committee's recommendation on the future reimbursement status of antiobesity preparations, excl. diet products (ATC group A08) has been open for consultation until 25 May 2009.

Danish Medicines Agency

30-4-2009

Consultation on the Reimbursement Committee’s recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC group A08 (antiobesity preparations, excl. diet products)

Consultation on the Reimbursement Committee’s recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC group A08 (antiobesity preparations, excl. diet products)

At the Danish Medicines Agency's request, the Reimbursement Committee has reassessed the reimbursement status of medicinal products authorised for marketing in Denmark in ATC group A08 (antiobesity preparations, excl. diet products).

Danish Medicines Agency

21-9-2018

Scientific guideline:  Reflection paper on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in animals in the European Union: development of resistance and impact on human and animal health, draft: consultation open

Scientific guideline: Reflection paper on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in animals in the European Union: development of resistance and impact on human and animal health, draft: consultation open

The objective of this document is to review available information on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in veterinary medicines in the EU, their effect on the emergence of antimicrobial resistance (AMR) and the potential impact of resistance on human and animal health. The document provides information for the risk profiling, as recommended by the Antimicrobial Advice ad hoc Expert Group (AMEG) of the EMA.

Europe - EMA - European Medicines Agency

1-6-2018

hydrocodone (Vicodin®), codeine, morphine, and many others. #DYK #FDAInnovationChallenge (2 of 2 messages)  https://go.usa.gov/xQwmW pic.twitter.com/bGlnTFOzVE

hydrocodone (Vicodin®), codeine, morphine, and many others. #DYK #FDAInnovationChallenge (2 of 2 messages) https://go.usa.gov/xQwmW pic.twitter.com/bGlnTFOzVE

hydrocodone (Vicodin®), codeine, morphine, and many others. #DYK #FDAInnovationChallenge (2 of 2 messages) https://go.usa.gov/xQwmW  pic.twitter.com/bGlnTFOzVE

FDA - U.S. Food and Drug Administration

21-5-2018

Prescription medicines: new or extended uses, or new combinations of registered medicines

Prescription medicines: new or extended uses, or new combinations of registered medicines

3 medicine registrations added

Therapeutic Goods Administration - Australia