MALOCEF

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • MALOCEF 2G/VIAL PD.INJ.SOL
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • J01DD02
  • Δοσολογία:
  • 2G/VIAL
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • MALOCEF 2G/VIAL PD.INJ.SOL
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

φύλλο οδηγιών χρήσης

M A L O C E F

CEFTAZIDIME

1. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ

MALOCEF

1.2. ΣΥΝΘΕΣΗ

Δραστική ουσία : Ceftazidime

Έκδοχα: Sodium Carbonate (anhydrous)

1.3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για ενέσιμο διάλυμα.

1.4. ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ

Κάθε φιαλίδιο περιέχει Ceftazidime pentahydrate που αντιστοιχεί σε 1 ή 2 γραμμάρια 

Ceftazidime (κεφταζιδίμη).

1.5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ

MALOCEF PD.INJ.SOL 1g/VIAL    

MALOCEF PD.INJ.SOL 2g/VIAL    

Διαφανή γυάλινα φιαλίδια που περιέχουν ξηρή σκόνη σε συσκευασία του ενός φιαλιδίου και 

σε συσκευασία των 50 φιαλιδίων. BT x 1 VIAL και BT x 50 VIALS

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκεασίες.

1.6. ΦΑΡΜΑΚΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Αντιμικροβιακό για συστηματική χρήση. 

1.7. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΝΕΛ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε

Λεωφ. Μαραθώνος 106 

153 44 ΓΕΡΑΚΑΣ – ΑΤΤΙΚΗΣ

1.8. A) ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΣ

ΦΑΜΑΡ ΑΒΕΕ 

Εργοστάσιο Δ΄- Αυλώνα

Β) ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΣ

LABORATORY REIG JOFRE SA

Gran Capità 10  08970 SANT JOAN DESPÍ, SPAIN

2. ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΧΟΡΗΓΗΣΕ Ο 

ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΑΣ

2.1.  

Η 

απορρ

όφηση 

και 

αποβο

λή της  ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες:

Το MALOCEF είναι ένα β-λακταμικό, ημισυνθετικό, ευρέως φάσματος, αντιβιοτικό 

(κεφαλοσπορίνη γ΄γενεάς) για παρεντερική χορήγηση. 

Οι in vitro δοκιμασίες δείχνουν ότι η ceftazidime έχει βακτηριοκτόνο δράση, αναστέλλοντας 

τα ένζυμα τα απαραίτητα για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος. Η ceftazidime 

ceftazi

dime 

ήταν 

ευθέω

ς 

ανάλο

γες 

του 

μεγέθο

υς της 

δόσης. 

Ύστερ

α από 

ενδοφ

λέβια 

χορήγ

ηση, ο 

χρόνος 

ημίσει

ας 

ζωής 

ήταν 

περίπο

υ 1,9 

ώρες. 

Λιγότε

ρο από 

10% 

της 

ceftazi

dime 

εμφάνι

σε 

σύνδε

ση με 

τις 

πρωτεΐ

νες και 

ο 

βαθμό

ς 

σύνδε

σης με 

τις 

πρωτεΐ

νες 

ήταν 

ανεξά

ρτητος 

από τη 

συγκέ

εμφανίζει in vitro δραστικότητα έναντι ενός μεγάλου εύρους Gram-αρνητικών 

μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στη γενταμικίνη και άλλες 

αμινογλυκοσίδες. Επιπλέον, η ceftazidime έχει αποδειχθεί δραστική εναντίον Gram-θετικών 

μικροοργανισμών. Είναι ιδιαίτερα σταθερή στις περισσότερες, κλινικά σημαντικές, β-

λακταμάσες, πλασμιδικές ή χρωμοσωμικές, τις οποίες παράγουν οι Gram-αρνητικοί ή Gram-

θετικοί μικροοργανισμοί και είναι κατά συνέπεια δραστική εναντίον πολλών στελεχών 

ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη και άλλες κεφαλοσπορίνες.

Η ceftazidime έχει αποδειχθεί δραστική εναντίον των ακόλουθων μικροοργανισμών σε in 

vitro δοκιμασίες και σε κλινικές λοιμώξεις:

Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί

-Pseudomonas spp. (συμπεριλαμβανομένης της Pseudomonas aeruginosa)

-Klebsiella spp. (συμπεριλαμβανομένης της Klebsiella pneumoniae)

-Proteus mirabilis

-Proteus vulgaris

-Escherichia coli

-Enterobacter spp. (συμπεριλαμβανομένων των Enterobacter cloacae και Enterobacter  

aerogenes)

-Citrobacter spp.(συμπεριλαμβανομένων των Citrobacter freundii και Citrobacter diversus).

-Serratia spp.

-Haemophilus influenzae, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη

-Neisseria meningitidis

Gram-θετικοί μικροοργανισμοί 

-Staphylococcus aureus (συμπεριλαμβανομένων των στελεχών που παράγουν και των  

στελεχών που δεν παράγουν πενικιλλινάση).

-Streptococcus pyogenes (β-αιμολυτικών Στρεπτόκοκκων ομάδας Α)

-Streptococcus agalactiae (Στρεπτόκοκκοι ομάδας B)

-Streptococcus pneumoniae

-Streptococcus mitis

Αναερόβιοι μικροοργανισμοί

Bacteroides spp. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ: πολλά στελέχη Bacteroides fragilis είναι ανθεκτικά).

Παρότι δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως η κλινική αποτελεσματικότητα, η ceftazidime έχει 

επιδείξει επίσης in vitro δραστικότητα εναντίον των ακόλουθων μικροοργανισμών:

-Staphylococcus epidermidis

-Morganella morganii (παλαιότερα Proteus morganii)

-Providencia spp. (συμπεριλαμβανομένου του Providencia rettgeri, παλαιότερα Proteus  

rettgeri)

-Acinetobacter spp.

-Salmonella spp.

-Clostridium spp. (δεν συμπεριλαμβάνεται το Clostridium difficile)

-Peptococcus spp.

-Peptostreptococcus spp.

-Neisseria gonorrhoeae

-Haemophilus parainfluenzae

-Yersinia enterocolitica

-Salmonella spp.

-Shigella spp.

η. 

Ύστερ

α από 

πολλα

πλές 

ενδοφ

λέβιες 

δόσεις 

1g και 

2g 

κάθε 8 

ώρες 

για 10 

ημέρες

, δεν 

υπήρχ

αν 

ενδείξ

εις 

συσσώ

ρευση

ς της 

ceftazi

dime 

στον 

ορό, 

σε 

άτομα 

με 

φυσιο

λογική 

νεφρικ

ή 

λειτου

ργία.

Ύστερ

α από 

ενδομ

υϊκή 

χορήγ

ηση 

δόσεω

ν 

ceftazi

dime 

500mg 

και 1g 

σε 

υγιείς 

ενήλικ

ες 

Έχει αποδειχθεί πως in vitro η ceftazidime και οι αμινογλυκοσίδες έχουν συνεργική δράση 

έναντι ορισμένων στελεχών P. aeruginosa και Enterobacteriaceae. Επίσης, in vitro η 

ceftazidime και η καρβενικιλίνη έχουν εμφανίσει συνεργική δράση εναντίον της P. 

aeruginosa.

Η ceftazidime δεν είναι δραστική in vitro έναντι Σταφυλόκοκκων ανθεκτικών στην 

μεθικιλλίνη, του Enterococcus faecalis (παλαιότερα Streptococcus faecalis) και πολλών 

άλλων εντεροκόκκων, της Listeria monocytogenes, του Campylobacter spp. ή του 

Clostridium difficile.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες :

Ύστερα από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης ceftazidime 500mg ή 1g για διάστημα μεγαλύτερο 

των  5 λεπτών, σε υγιείς ενήλικες άρρενες εθελοντές, οι μέσες ανώτερες συγκεντρώσεις στον 

ορό ήταν 45mg/l και 90mg/l αντιστοίχως. Ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση δόσεων 

ceftazidime 500mg, 1g και 2g για διάστημα μεγαλύτερο από 20 έως 30 λεπτά σε υγιείς 

άρρενες εθελοντές, οι μέσες ανώτατες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 42, 69 και 170 mg/l 

αντίστοιχα.

Οι μέσες συγκεντρώσεις στον ορό ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση δόσεων 500mg, 1g και 2g, 

στους ιδίους εθελοντές για διάστημα άνω των 8 ωρών, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα.

Συγκεντρώσεις ceftazidime στον ορό

Δοσολογία

ceftazidime

Συγκεντρώσεις στον ορό

(mg/l)

(ενδοφλέβια)

½ ώρα

1 ώρα

2 ώρες

4 ώρες

8 ώρες

500mg

ς 

εθελον

τές, οι 

μέσες 

ανώτα

τες 

συγκε

ντρώσ

εις 

στον 

ορό σε 

περίπο

υ 1 

ώρα 

ήταν 

17mg/l 

και 

39mg/l 

αντιστ

οίχως. 

Οι 

συγκε

ντρώσ

εις 

στον 

ορό 

παρέμ

ειναν 

άνω 

των 

4mg/l 

για 6 

έως 8 

ώρες 

ύστερ

α από 

την 

ενδομ

υϊκή 

χορήγ

ηση 

δόσεω

ν 

500mg 

και 1g 

αντιστ

οίχως. 

Ο 

χρόνος 

ημίσει

ας 

της 

ceftazi

dime 

στους 

εθελον

τές 

αυτούς 

ήταν 

περίπο

υ 2 

ώρες.

Η 

παρου

σία 

ηπατικ

ής 

δυσλει

τουργί

ας δεν 

είχε 

επίδρα

ση στη 

φαρμα

κοκινη

τική 

της 

ceftazi

dime 

σε 

ασθενε

ίς που 

έλαβα

ν 2g 

ενδοφ

λεβίως 

ανά 8 

ώρες 

επί 5 

ημέρες

. Για 

το 

λόγο 

αυτό, 

δεν 

απαιτε

ίται 

προσα

ρμογή 

της 

δόσης 

σε 

ασθενε

ίς με 

ηπατικ

ή 

δυσλει

τουργί

α 

εκτός 

και 

εάν η 

νεφρικ

ή 

λειτου

ργία 

είναι 

επίσης 

βεβαρ

ημένη.

Περίπ

ου το 

90% 

της 

ενδομ

υϊκής 

ή 

ενδοφ

λέβιας 

δόσης 

ceftazi

dime 

αποβά

λλεται 

αμετά

βλητη 

από 

τους 

νεφρο

ύς σε 

διάρκε

ια άνω 

των 24 

ωρών. 

Ύστερ

α από 

ενδοφ

λέβια 

χορήγ

ηση 

εφάπα

ξ 

δόσης 

500mg 

ή 1g, 

περίπο

υ το 

50% 

της 

δόσης 

εμφανί

σθηκε 

στα 

ούρα 

στις 

πρώτε

ς 2 

ώρες 

ύστερ

α από 

τη 

χορήγ

ηση.

Ένα 

άλλο 

ποσοσ

τό 

20% 

αποβλ

ήθηκε 

2 έως 

4 ώρες 

ύστερ

α από 

τη 

χορήγ

ηση 

και 

περίπο

υ ένα 

ποσοσ

τό 12 

% της 

δόσης 

εμφανί

σθηκε 

στα 

ούρα 4 

έως 8 

ώρες 

αργότε

ρα. Η 

αποβο

λή της 

ceftazi

dime 

από 

τους 

νεφρο

ύς είχε 

ως 

αποτέλ

εσμα 

την 

εμφάνι

σή 

τους 

σε 

υψηλέ

ς 

συγκε

ντρώσ

εις στα 

ούρα.

Η 

μέση 

νεφρικ

ή 

κάθαρ

ση της 

ceftazi

dime 

είναι 

περίπο

υ 

100ml/

min. Η 

κάθαρ

ση 

πλάσμ

ατος, 

που 

υπολο

γίσθηκ

ε ότι 

είναι 

115ml/

min, 

αποτελ

εί 

ένδειξ

η 

πλήρο

υς 

αποβο

λής 

της 

ceftazi

dime 

από τη 

νεφρικ

ή οδό. 

Η 

χορήγ

ηση 

προβε

νεσίδη

ς πριν 

από τη 

χορήγ

ηση 

ceftazi

dime 

δεν 

επιδρά 

στην 

αποβο

λή 

ceftazi

dime. 

Αυτό 

είναι 

ένδειξ

η πως 

η 

ceftazi

dime 

αποβά

λλεται 

με 

σπειρα

ματική 

διήθησ

η και 

δεν 

απεκκ

ρίνεται 

ενεργά 

μέσω 

των 

νεφρικ

ών 

σωλην

αρίων.

Δεδομ

ένου 

ότι η 

ceftazi

dime 

αποβά

λλεται 

σχεδόν 

αποκλ

ειστικ

ά από 

τους 

νεφρο

ύς, ο 

χρόνος 

ημίσει

ας 

ζωής 

στον 

ορό 

παρατ

είνεται 

σημαν

τικά 

σε 

ασθενε

ίς με 

βεβαρ

ημένη 

νεφρικ

ή 

λειτου

ργία. 

Κατά 

συνέπε

ια, η 

δοσολ

ογία 

για 

τους 

ασθενε

ίς 

αυτούς 

πρέπει 

να 

προσα

ρμοσθ

εί 

(βλέπε 

παρ. 

2.6 

Δοσολ

ογία 

και 

Τρόπο

ς 

Χορήγ

ησης).

Θεραπ

ευτικέ

ς 

συγκε

ντρώσ

εις της 

ceftazi

dime 

επιτυγ

χάνοντ

αι 

στους 

ακόλο

υθους 

ιστούς 

και 

σωματ

ικά 

υγρά:

Συγκέ

ντρωσ

η της 

ceftazi

dime 

στους 

Ιστούς 

και τα 

Σωμα

τικά 

Υγρά

Ιστός

ή

σωμα

τικό 

υγρό

Δόση/

Οδός 

χορήγ

ησης

Αριθμ

ός 

ασθεν

ών

Χρόνο

ς 

λήψης 

δείγμα

τος 

ύστερ

α από 

τη 

δόση

Μέσο 

επίπεδ

ο 

στους 

ιστούς 

ή στα 

υγρά 

(mg/L

)

Ούρα

500mg 

ενδομ

υϊκά ή 

2g 

ενδοφ

λεβίως

0-2 

ώρες

0-2 

ώρες

2.100

12.000

Χολή

2g 

ενδοφ

λεβίως

90 

λεπτά

36,4

Υγρό 

αρθρικ

ών 

κοιλοτ

ήτων

2g 

ενδοφ

λεβίως

2 ώρες

25,6

Περιτο

ναϊκό 

υγρό

2g 

ενδοφ

λεβίως

2 ώρες

48,6

Πτύελ

1g 

ενδοφ

λεβίως

1 ώρα

Εγκεφ

αλονω

τιαίο 

υγρό 

(φλεγμ

αίνουσ

ες 

μήνιγγ

ες)

2g ανά 

ώρες, 

ενδοφ

λεβίως 

ή 

2g ανά 

ώρες, 

ενδοφ

λεβίως 

120 

λεπτά

180 

λεπτά

Υδατο

ειδές 

υγρό

2g 

ενδοφ

λεβίως

1-3 

ώρες

Υγρό 

φλυκτ

αινών 

δέρμα

τος

1g 

ενδοφ

λεβίως

2-3 

ώρες

19,7

Λέμφο

1g 

ενδοφ

λεβίως

2-3 

ώρες

23,4

Οστά

2g 

ενδοφ

λεβίως

0,67 

ώρες

31,1

Καρδι

ακός 

μυς

2g 

ενδοφ

λεβίως

30-280 

λεπτά

12,7

Δέρμα

2g 

ενδοφ

λεβίως

30-180 

λεπτά

Σκελετ

ικός 

μυς

2g 

ενδοφ

λεβίως

30-280 

λεπτά

Μυομ

ήτριο

2g 

ενδοφ

λεβίως

1-2 

ώρες

18,7

Προκ

λινικά 

στοιχε

ία 

σχετικ

ά με 

την 

ασφάλ

εια :

Καρκι

νογένε

ση, 

Μεταλ

λαξιογ

ένεση, 

Προβλ

ήματα 

γονιμό

τητας: 

Δεν 

έχουν 

διεξαχ

θεί 

μακρο

χρόνιε

ς 

μελέτε

ς σε 

πειραμ

ατόζω

α 

προκει

μένου 

να 

αξιολο

γηθεί 

η 

δυνατό

τητα 

καρκιν

ογένεσ

ης. 

Μια 

δοκιμή 

με 

μικροπ

υρήνες 

επίμυ

ων και 

μία 

δοκιμή 

Ames 

είχαν 

αρνητι

κά 

αποτελ

έσματ

α όσον 

αφορά 

τη 

μεταλ

λαξιογ

όνο 

δράση 

της 

ceftazi

dime.

Τερατ

ογένεσ

η: 

Μελέτ

ες 

αναπα

ραγωγ

ής 

έγιναν 

σε 

ποντίκ

ια και 

αρουρ

αίους 

και 

χορηγ

ήθηκα

ν 

δόσεις 

έως 

και 40 

φορές 

μεγαλ

ύτερες 

της 

ανθρώ

πινης 

δόσης. 

Δεν 

προκλ

ήθηκε 

πρόβλ

ημα 

στην 

κύηση 

ή 

βλάβη 

στο 

έμβρυ

ο. 

Όμως 

δεν 

υπάρχ

ουν 

επαρκ

είς και 

καλά 

ελεγχό

μενες 

κλινικ

ές 

μελέτε

ς σε 

έγκυες 

γυναίκ

ες.

2.2 ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες 1 ης  και 2 ης  γενιάς καθώς και στις 

αμινογλυκοσίδες.

 Σοβαρές λοιμώξεις π.χ. σηψαιμία, βακτηριαιμία, περιτονίτιδα, μηνιγγίτιδα, λοιμώξεις 

σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και λοιμώξεις σε ασθενείς μονάδων εντατικής 

θεραπείας π.χ. επιμολυσμένα εγκαύματα.

 Λοιμώξεις αναπνευστικού συμπεριλαμβανομένων των πνευμονικών λοιμώξεων σε 

ασθενείς με κυστική ίνωση.

 Ωτο-ρινο-λαρυγγολογικές λοιμώξεις.

 Λοιμώξεις ουροποιητικού.

 Λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων.

 Λοιμώξεις γαστρεντερικού, χοληφόρων και κοιλίας.

 Λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων.

 Λοιμώξεις που σχετίζονται με αιμο-και περιτονο-διύλιση και με τη συνεχή φορητή 

περιτοναϊκή διύλιση (CAPD).

 Λοιμώξεις γυναικολογικές συμπεριλαμβανομένης της ενδομητρίτιδας, της πυελίτιδας 

και άλλες λοιμώξεις του γυναικείου γεννητικού συστήματος.

 Λοιμώξεις του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος  ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ SPC

 Προεγχειρητική προφύλαξη όταν μελέτες στο νοσοκομείο έχουν δείξει αντοχή των 

νοσοκομειακών στελεχών σε κεφαλοσπορίνες α΄ & β΄ γενεάς.

Για να καθοριστεί ο παθογόνος μικροοργανισμός που προκαλεί τη λοίμωξη καθώς και η 

ευαισθησία του στη ceftazidime, πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες μικροβιακές καλλιέργειες 

και δοκιμές ευαισθησίας. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν γίνουν γνωστά τα 

αποτελέσματα και ανάλογα με τα ευρήματα να προσαρμοσθεί η αντιμικροβιακή αγωγή.

Η ceftazidime μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία σε περιπτώσεις διαπιστωμένης ή 

πιθανής σηψαιμίας.

Η ceftazidime μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά, όπως οι 

αμινογλυκοσίδες, η βανκομυκίνη και η κλινδαμυκίνη, σε σοβαρές και απειλητικές λοιμώξεις 

για τη ζωή και σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή. Όταν ενδείκνυται συνδυασμένη αγωγή 

πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες χορήγησης (όπως αναγράφονται στην επισήμανση) 

όλων των αντιβιοτικών. Η δοσολογία εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης και από 

την κατάσταση του ασθενούς.

2.3. ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Η ceftazidime αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη ceftazidime ή 

άλλες κεφαλοσπορίνες.

2.4. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ

2.4.1. Γενικά 

Προσοχή: Πριν αρχίσει η θεραπεία ο ασθενείς πρέπει να ερωτάται για την ύπαρξη 

ιστορικού υπερευαισθησίας στην ceftazidime, κεφαλοσπορίνες, πενικιλλίνες ή άλλα 

φάρμακα. Η ceftazidime χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που έχουν 

εμφανίσει προηγουμένως αντιδράσεις τύπου Ι ή άμεσης υπερευαισθησίας στην 

πενικιλίνη ή άλλες β-λακτάμες. Στην περίπτωση γνωστής αλλεργίας στις 

κεφαλοσπορίνες η αντένδειξη χορήγησης της ceftazidime είναι απόλυτη.

Αν συμβεί κάποια αλλεργική αντίδραση με το MALOCEF θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση 

του.

Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας απαιτούν αδρεναλίνη, υδροκορτιζόνη, αντιισταμινικό 

ή άλλα επείγοντα μέτρα.

Σύγχρονη χορήγηση μεγάλων δόσεων κεφαλοσπορινών με άλλα νεφροτοξικά φάρμακα όπως 

αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (όπως η φουροσεμίδη) μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς 

τη νεφρική λειτουργία.

Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι με τις συνιστώμενες δόσεις ceftazidime δεν πιθανολογείται 

τέτοιο πρόβλημα.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ceftazidime επηρεάζει δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία στις 

συνήθεις θεραπευτικές δόσεις.

Η ceftazidime αποβάλλεται μέσω των νεφρών, γι’ αυτό είναι απαραίτητο η δοσολογία του 

φαρμάκου να μειώνεται ανάλογα με το βαθμό μειώσεως της νεφρικής λειτουργίας.

Σχεδόν με όλα τα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά έχει αναφερθεί ψευδομεμβρανώδης 

κολίτιδα.

Για το λόγο αυτό σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια σχετιζόμενη με τη χρήση του 

αντιβιοτικού πρέπει να εξετασθεί η διάγνωση της πάθησης. Η κολίτις μπορεί να είναι ήπια, 

σοβαρή έως και απειλητική για τη ζωή. Ήπιες περιπτώσεις ανταποκρίνονται συνήθως στην 

απλή διακοπή του φαρμάκου. Μέτριες ή σοβαρές περιπτώσεις απαιτούν την λήψη άλλων 

μέτρων.

Περιστασιακά έχουν αναφερθεί νευρολογικές συνέπειες π.χ. σπασμοί όταν η δοσολογία του 

φαρμάκου δεν μειώθηκε ανάλογα (βλέπε δοσολογία σε μειωμένη νεφρική λειτουργία).

Όπως και με άλλα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά η παρατεταμένη χρήση ceftazidime μπορεί 

να οδηγήσει στην υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (όπως Candida, 

Εντεροκόκκων), η οποία μπορεί να απαιτήσει διακοπή της θεραπείας ή λήψη κατάλληλων 

μέτρων. Η επανειλημμένη εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς είναι βασική.

Όπως και με άλλες ευρέως φάσματος κεφαλοσπορίνες και πενικιλλίνες ορισμένα αρχικά 

ευαίσθητα στελέχη ειδών Εντεροβακτηριδίων και Serratia spp είναι δυνατόν να αναπτύξουν 

ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια θεραπείας με ceftazidime.

Γι’ αυτό κατά τη διάρκεια θεραπείας λοιμώξεων από Εντεροβακτηρίδια, θα πρέπει να γίνεται 

κατά διαστήματα δοκιμή ευαισθησίας.

Να λαμβάνεται υπόψη ότι η συνολική περιεκτικότητα σε νάτριο είναι 54mg (23mEq/g).

Οι κεφαλοσπορίνες μπορεί να σχετίζονται με πτώση της δράσης της προθρομβίνης. Ασθενείς 

υψηλού κινδύνου είναι αυτοί με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, αυτοί που βρίσκονται σε 

κακή διατροφική κατάσταση ή που λαμβάνουν ισχυρή αντιμικροβιακή θεραπεία. Ο χρόνος 

προθρομβίνης πρέπει να ελέγχεται στους παραπάνω ασθενείς και να χορηγείται εξωγενώς 

βιταμίνη Κ.

2.4.2. Κύηση - Γαλουχία 

Χρήση κατά την κύηση:

Δεν υπάρχουν πειραματικές ενδείξεις για προσβολή του εμβρύου ή για τερατογενετικές 

δράσεις που να αποδίδονται στην ceftazidime, αλλά όπως συμβαίνει με όλα τα φάρμακα, η 

ceftazidime πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τους πρώτους μήνες της κυήσεως. Η 

χρήση κατά την κύηση γίνεται μόνο εφόσον το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει σαφώς τον 

ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.

Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας:

Η ceftazidime απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις και χρειάζεται 

προσοχή όταν χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο 

ευαισθητοποίησης του βρέφους είναι προτιμότερο να διακοπεί ο θηλασμός.

2.4.3. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν αναμένεται επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων των 

ασθενών

2.4.4. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα

Δεν υπάρχουν

2.4.5. Aσυμβατότητες:

Τα διαλύματα ceftazidime, όπως όλα τα διαλύματα των β-λακταμικών αντιβιοτικών, δεν θα 

πρέπει να προστεθούν σε διαλύματα αμινογλυκοσιδών λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης. Εάν 

ωστόσο ενδείκνυται ταυτόχρονη θεραπεία ceftazidime και μίας αμινογλυκοσίδης το καθένα 

από τα αντιβιοτικά αυτά θα πρέπει να χορηγηθεί σε διαφορετικές περιοχές του σώματος 

(βλέπε επίσης  Δοσολογία/τρόπος χορήγησης και Αλληλεπιδράσεις με άλλες φαρμακευτικές 

ουσίες).

Η ceftazidime είναι λιγότερο σταθερή στο ενέσιμο διάλυμα διττανθρακικού νατρίου απ’ ότι 

στα άλλα ενέσιμα διαλύματα που χορηγούνται ενδοφλέβια. Γι’ αυτό και το ανώτερο διάλυμα 

δεν συνιστάται σαν διαλυτικό μέσο.

Καθίζηση έχει αναφερθεί όταν η βανκομυκίνη έχει προστεθεί σε διάλυμα μαζί με την 

ceftazidime. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στη σύγχρονη χορήγησή τους.

2.5. ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ Η ΟΥΣΙΕΣ

Σύγχρονη χορήγηση μεγάλων δόσεων κεφαλοσπορινών με νεφροτοξικά φάρμακα π.χ. 

αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (φουροσεμίδη) μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη 

νεφρική λειτουργία (βλέπε ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη 

χρήση). Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται εξαιτίας της πιθανής 

νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών.

Η χλωραμφενικόλη ανταγωνίζεται in vitro την ceftazidime και άλλες κεφαλοσπορίνες.

Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη αν όμως απαιτηθεί σύγχρονη 

χορήγηση ceftazidime με χλωραμφενικόλη, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη η πιθανότητα 

ανταγωνισμού.

Εργαστηριακές εξετάσεις:

Η ceftazidime δεν επηρεάζει τις ενζυματικές δοκιμασίες για τη γλυκοζουρία, μπορεί όμως να 

παρατηρηθεί μικρή επίδραση με τις μεθόδους αναγωγής του χαλκού (Benedict, Fehling, 

Clinitest).

Με τις κεφαλοσπορίνες έχει επίσης παρατηρηθεί, θετικοποίηση της δοκιμασίας Coombs. 

Η ceftazidime δεν επηρεάζει τον προσδιορισμό της κρεατινίνης με τα πικρικά αλκάλια.

2.6. ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ -ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

Η δοσολογία εξαρτάται από τη σοβαρότητα, την ευαισθησία, τη θέση και το είδος της 

λοιμώξεως και από την ηλικία και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς.

Ενήλικοι: 1-2g κάθε 8 ή 12 ώρες ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.

 Σε λοιμώξεις του ουροποιητικού και λιγότερο σοβαρές λοιμώξεις  500mg ή 1g κάθε 

12 ώρες. 

 Στις περισσότερες λοιμώξεις  1g ανά 8ωρο ή 2g ανά 12ωρο.

 Σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις ιδιαίτερα σε ασθενείς με ανοσολογική καταστολή 

συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ουδετεροπενία 2g ανά 8ωρο.

 Στους ενήλικες ασθενείς με κυστική ίνωση που έχουν πνευμονικές λοιμώξεις από 

ψευδομονάδα 100 – 150mg/kg βάρους σώματος την ημέρα, διηρημένα σε 3 δόσεις 

την ημέρα.

Βρέφη και παιδιά μεγαλύτερα των 2 μηνών: 30-100mg/kg βάρους σώματος την ημέρα 

διηρημένα σε 2-3 δόσεις.

Δοσολογία μέχρι 150mg/kg βάρους σώματος την ημέρα (μέγιστη δόση 6g την ημέρα) 

διηρημένη σε τρεις δόσεις είναι δυνατόν να χορηγηθεί σε παιδιά με ανοσολογική καταστολή 

που έχουν κάποια λοίμωξη είτε παιδιά με κυστική ίνωση ή μηνιγγίτιδα.

Νεογνά μέχρι 2 μηνών: 25-60mg/kg βάρους την ημέρα διηρημένα σε δύο δόσεις. Στα 

νεογνά η ημιπερίοδος ζωής της ceftazidime στον ορό μπορεί να είναι 3-4 φορές μεγαλύτερη 

από την αντίστοιχη των ενηλίκων.

Χρήση σε υπερήλικες: Σε οξείες καταστάσεις υπερηλίκων ασθενών λόγω μειωμένης 

κάθαρσης της ceftazidime, η ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 3g, ιδιαίτερα σε 

υπερήλικες άνω των 80 ετών.

Ηπατική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική 

ανεπάρκεια.

Νεφρική ανεπάρκεια: Η ceftazidime απεκκρίνεται αναλλοίωτη από τους νεφρούς. Γι’ αυτό 

σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια συνιστάται η μείωση της δοσολογίας.

Αρχικά χορηγείται 1g ceftazidime. Οι δόσεις συντήρησης εξαρτώνται από τον βαθμό 

σπειραματικής διήθησης.

Συνιστώμενες δόσεις συντήρησης της Ceftazidime σε νεφρική ανεπάρκεια

Κάθαρση

κρεατινίνης

ml/λεπτό

Κατά προσέγγιση κρεατινίνη του ορού (mcmol/l) (mg/dl)

Συνιστώμενη δοσολογία της ceftazidime σε γραμμάρια

Συχνότητα δοσολογίας σε ώρες

> 50

< 150

Κανονική  δοσολογία

50-31

150-200 (1,7-2,3)

30-16

200-350 (2,3-4,0)

15-6

350-500 (4,0-5,6)

< 5

> 500 (> 5,6)

Σε ασθενείς με σοβαρές λοιμώξεις η κάθε δόση πρέπει να αυξάνεται κατά 50% ή να 

αυξάνεται η συχνότητα της δοσολογίας. Σ’ αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται οι 

στάθμες του ορού ώστε να μην υπερβαίνουν τα 40mg/L.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο ακόλουθος τύπος (εξίσωση Cockcroft), προκειμένου να 

υπολογισθεί η κάθαρση κρεατινίνης. Η κρεατινίνη ορού θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τη 

σταθερή κατάσταση  της νεφρικής λειτουργίας.

Άρρενες: 

                                             Βάρος (kg) x (140-ηλικία)

Κάθαρση κρεατινίνης: =     

   (ml/min)                           72 x κρεατινίνη ορού (mg/de)

Θήλεις:                     =      0,85 x  (τιμή άρρενος)

   a   Η 

δόση 

συντή

ρησης 

να 

χορηγε

ίται 

κάθε 

12 h.

Τρόπο

ς 

χορήγ

ησης

Η 

ceftazi

Στα παιδιά η κάθαρση της κρεατινίνης θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την επιφάνεια ή 

τη μάζα του σώματος και σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας η δοσολογία να μειώνεται 

όπως στους ενήλικες.

Αιμοδιύλιση 

Η ημιπερίοδος ζωής της ceftazidime στον ορό κατά τη διάρκεια της αιμοδιύλισης κυμαίνεται 

από 3-5 ώρες. Η κατάλληλη συντηρητική δόση της ceftazidime πρέπει να επαναλαμβάνεται 

μετά από κάθε αιμοδιύλυση σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα.

Περιτοναϊκή διύλιση

Η ceftazidime μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί περιτοναϊκής διύλισης και επί συνεχούς 

φορητής περιτοναϊκής διύλισης (CAPD).

Παράλληλα με την ενδοφλέβια χορήγηση η ceftazidime μπορεί να αναμιχθεί και με το υγρό 

διύλισης (συνήθως 125-250mg για κάθε 2 λίτρα υγρού διύλισης).

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια επί συνεχούς αρτηριοφλεβικής αιμοδιύλισης ή υψηλής 

ροής αιμοκάθαρσης σε μονάδες εντατικής θεραπείας, χορηγείται 1g  ημερησίως είτε εφάπαξ 

είτε σε διηρημένες δόσεις.

Σε αιμοκάθαρση χαμηλής ροής εφαρμόζεται  η συνιστώμενη δοσολογία επί νεφρικής 

ανεπάρκειας.

μέχρι 

1g/vial 

μπορεί 

να 

χορηγ

ηθεί 

ενδοφ

λέβια 

ή με 

βαθιά 

ενδομ

υϊκή 

ένεση 

σε 

μεγάλ

ο μυ 

(όπως 

το άνω 

έξω 

τεταρτ

ημόριο 

του 

γλουτο

ύ ή το 

πλευρι

κό 

τμήμα 

του 

μηρού

). Η 

ceftazi

dime 

2g/vial 

χορηγε

ίται 

μόνο 

ενδοφ

λέβια.

Ενδομ

υϊκή 

χορήγ

ηση

Για 

ενδομ

υϊκή 

χορήγ

ηση θα 

πρέπει 

να 

γίνει 

Για ασθενείς με φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση και φλεβοφλεβική αιμοδιάλυση, ακολουθείστε 

την προτεινόμενη δοσολογία στους παρακάτω πίνακες:

Δοσολογικές οδηγίες για χορήγηση καφταζιδίμης σε συνεχή φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση

Υπολειπόμενη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης σε ml/min)

Δόση συντήρησης (mg)  για ρυθμό υπερδιήθησης (ml/min) a  :

16,7

33,3

   a   Η δόση συντήρησης να χορηγείται κάθε 12 h.

σταση 

σε 

έναν 

από 

τους 

ακόλο

υθους 

συμβα

τούς 

διαλύτ

ες: 

Αποστ

ειρωμέ

νο 

Ενέσιμ

ο 

Νερό, 

0,5% 

ή 

1,0% 

ενέσιμ

η 

Υδροχ

λωρικ

ή 

Λιδοκ

αϊνη.

Ενδοφ

λέβια 

χορήγ

ηση

Σε 

ασθενε

ίς με 

βακτη

ριακή 

σηψαι

μία, 

βακτη

ριακή 

μηνιγγ

ίτιδα, 

περιτο

νίτιδα 

ή 

άλλες 

σοβαρ

ές ή 

απειλη

τικές 

Δοσολογικές οδηγίες για χορήγηση καφταζιδίμης σε συνεχή φλεβοφλεβική αιμοδιάλυση

Υπολειπόμενη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης σε ml/min)

Δόση συντήρησης (mg) για ρυθμό χορήγησης διαλυτικού Μέσου a

1.0 lt/h

2.0lt/h

Ρυθμός υπερδιήθησης ( lt/h )

Ρυθμός υπερδιήθησης ( lt/h )

ζωή 

λοιμώ

ξεις, 

προτιμ

άται η 

ενδοφ

λέβια 

οδός 

χορήγ

ησης. 

Η οδός 

αυτή 

προτιμ

άται 

επίσης 

σε 

ασθενε

ίς 

εξασθε

νημέν

ους 

λόγω 

υποσιτ

ισμού, 

τραυμ

ατισμο

ύ, ή 

χειρου

ργικής 

επέμβ

ασης, 

διαβήτ

η, 

καρδια

κής 

ανεπά

ρκειας

, ή 

καρκίν

ου, 

ιδιαίτε

ρα αν 

υπάρχ

ει ή 

αναμέ

νεται 

καταπ

ληξία.

Για 

συνεχ

1000

1000

1000

1000

διακο

πτόμε

νη 

ενδοφ

λέβια 

χορήγ

ηση το 

προϊόν 

OCEF 

θα 

πρέπει 

να 

ανασυ

σταθεί 

με 

αποστ

ειρωμέ

νο 

ενέσιμ

ο 

νερό. 

Ενέσα

τε 

αργά 

το 

διάλυμ

α 

απευθε

ίας 

στη 

φλέβα 

για 

χρονικ

ό 

διάστη

μα 

άνω 

των 3-

λεπτώ

ν 

μέσω 

των 

σωλην

ίσκων 

της 

συσκε

υής 

ενδοφ

λέβιας 

χορήγ

ησης 

ενώ ο 

ασθεν

ής 

λαμβά

νει 

επίσης 

ένα 

από τα 

συμβα

τά 

ενδοφ

λέβια 

υγρά 

(βλέπε 

Οδηγίε

ς 

Χρήση

ς, 

Συμβα

τότητα 

και 

Σταθε

ρότητ

α).

Προετ

οιμασί

α των 

Διαλυ

μάτων 

Ceftaz

idime

Προστ

ιθέμεν

η 

ποσότ

ητα 

διαλύτ

η (ml)

Συγκέ

ντρωσ

η 

(κατά 

προσέ

γγιση) 

(mg/m

Ενδομ

υϊκή 

χορήγ

ηση

Ενδοφ

λέβια 

χορήγ

ηση 

(bolus)

Ενδοφ

λέβια 

έγχυσ

*Η 

προσθ

ήκη 

του 

διαλύτ

η 

πρέπει 

να 

γίνεται 

σε δύο 

στάδια

Τα 

διαλύμ

ατα 

ceftazi

dime, 

όπως 

τα 

περισσ

ότερα 

διαλύμ

ατα 

των β-

λακτα

μικών 

αντιβι

οτικών 

δεν θα 

πρέπει 

να 

αναμιγ

νύοντα

ι με 

διαλύμ

ατα 

αμινογ

λυκοσι

δών, 

λόγω 

πιθανή

ς 

αλληλ

επίδρα

σης. 

Εάν, 

ωστόσ

ο 

ενδείκ

νυται 

ταυτόχ

ρονη 

θεραπε

ία με 

ceftazi

dime 

και 

μια 

αμινογ

λυκοσί

δη, το 

καθέν

α από 

τα 

αντιβι

οτικά 

αυτά 

θα 

πρέπει 

να 

χορηγ

ηθεί 

σε 

διαφορ

ετικές 

θέσεις 

του 

σώματ

ος.

Οδηγίες χρήσης/χειρισμού

Το χρώμα των διαλυμάτων ceftazidime κυμαίνεται από ανοικτό κίτρινο μέχρι κεχριμπαρένιο, 

ανάλογα με το διαλύτη και τη συγκέντρωση. Το pH των πρόσφατα ανασυσταμένων 

διαλυμάτων κυμαίνεται από 5,0 μέχρι 7,5.

Για ευκολία στη χρήση, θα πρέπει να ακολουθείτε τις ενδεικνυόμενες τεχνικές ανασύστασης 

που περιγράφονται παρακάτω.

Οδηγίες για την Ανασύσταση:

Για φιαλίδια 1g για ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια και 2g για ενδοφλέβια χορήγηση:

1. Ενέσατε το διαλύτη και αναδεύσατε καλά μέχρι πλήρους διαλύσεως.

2. Καθώς διαλύεται το αντιβιοτικό, απελευθερώνεται διοξείδιο του άνθρακα, 

δημιουργώντας πίεση εντός του φιαλιδίου. Το διάλυμα θα γίνει διαυγές εντός 1 έως 2 

λεπτών. 

3. Αναποδογυρίστε το φιαλίδιο, και αποσυμπιέσατε πλήρως το έμβολο της σύριγγας 

πριν από την εισαγωγή της βελόνης.

4. Εισάγετε τη βελόνα στο πώμα του φιαλιδίου. Βεβαιωθείτε πως η βελόνα βρίσκεται 

εντός του διαλύματος και αναρροφήσατε το περιεχόμενο του φιαλιδίου με το συνήθη 

τρόπο. Η πίεση στο φιαλίδιο μπορεί να συμβάλλει στην εκκένωση.

5. Το διάλυμα μπορεί να περιέχει φυσαλίδες διοξειδίου του άνθρακα, που πρέπει να 

αποβληθούν από τη σύριγγα πριν από την ένεση του φαρμάκου.

Για φιαλίδια 1g και 2g για ενδοφλέβια κατά σταγόνα έγχυση:

1. Εισαγωγή της βελόνας της σύριγγας μέσω του πώματος του φιαλιδίου και έγχυση 10 ml 

διαλύτη.

2. Αφαίρεση της βελόνας και ανακίνηση του φιαλιδίου έως ότου επιτευχθεί ένα διαυγές 

διάλυμα.

3. Εισαγωγή μέσω του πώματος μίας βελόνας για την απελευθέρωση της εσωτερικής 

πίεσης.

4. Με τη βελόνα αυτή στη θέση της προστίθενται άλλα 40 ml διαλύτη. Αφαίρεση της 

βελόνας απελευθέρωσης του αερίου και της βελόνας της σύριγγας, ανακινείτε καλά το 

φιαλίδιο και διευθέτησή του για κατά σταγόνα έγχυση με τον συνήθη τρόπο.

Για συγκεντρώσεις ceftazidime μεταξύ 1mg/ml και 40mg/ml το MALOCEF είναι 

συμβατό με τα εξής ενδοφλέβια υγρά :

0,9% διάλυμα χλωριούχου νατρίου, Μ/6 διάλυμα γαλακτικού νατρίου, σύνθετο διάλυμα 

γαλακτικού νατρίου (διάλυμα Hartmann), 5% διάλυμα γλυκόζης, 0,225% διάλυμα 

χλωριούχου νατρίου και 5% γλυκόζης, 0,45% διάλυμα χλωριούχου νατρίου και 5% 

γλυκόζης, 0,9% διάλυμα χλωριούχου νατρίου και 5% γλυκόζης, 0,18% διάλυμα χλωριούχου 

νατρίου και 4% γλυκόζης, 10% διάλυμα γλυκόζης, Dextran 40 διάλυμα 10% σε 0,9% 

διάλυμα χλωριούχου νατρίου, Dextran 40 διάλυμα 10% σε 5% διάλυμα γλυκόζης, Dextran 

70 διάλυμα 6% σε 0,9% διάλυμα χλωριούχου νατρίου, Dextran 70 διάλυμα 6% σε 5% 

διάλυμα γλυκόζης.

Για συγκεντρώσεις ceftazidime μεταξύ 0,05 mg/ml και 0,25 mg/ml το MALOCEF είναι 

συμβατό με υγρό για περιτοναϊκή διύλιση (Γαλακτικό) διάλυμα. Όταν γίνεται ανασύσταση 

για ενδομυϊκή χορήγηση χρησιμοποιείται διάλυμα 0,5% ή 1% υδροχλωρικής λιδοκαΐνης. 

Όταν η ceftazidime αναμειγνύεται σε πυκνότητα 4 mg/ml με άλλο φάρμακο, τότε και τα 

δύο φάρμακα διατηρούν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα όπως : 

Υδροκορτιζόνη (υδροκορτιζόνη νατριοφωσφορική) 1mg/ml σε διάλυμα 0,9% 

χλωριούχου νατρίου ή 5% γλυκόζης

Κεφουροξίμη (νατριούχος κεφουροξίμη), 3mg/ml σε διάλυμα 0,9% χλωριούχου 

νατρίου

Κλοξακιλλίνη (νατριούχος κλοξακιλλίνη) 4mg/ml σε διάλυμα 0,9%, χλωριούχου 

νατρίου

Ηπαρίνη 10 μονάδες/ml ή 50 μονάδες/ml σε διάλυμα 0,9% χλωριούχου νατρίου

Χλωριούχο κάλιο 10 mEq/l ή 40mEq/l σε διάλυμα 0,9% χλωριούχου νατρίου.

Σημείωση: 

Το διάλυμα, ο περιέκτης και τα παρεντερικώς χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα θα 

πρέπει να εξετάζονται οπτικώς για τυχόν ύπαρξη αιωρούμενων σωματιδίων.

Για να διατηρηθεί η αποστείρωση του φαρμάκου, είναι απαραίτητο η βελόνα απελευθέρωσης 

του αερίου να μην εισάγεται μέσω του πώματος του φιαλιδίου πριν τη διάλυση του 

φαρμάκου.

2.7. ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Σημεία και Συμπτώματα 

Τα τοξικά σημεία και συμπτώματα ύστερα από λήψη υπερβολικής δόσης ceftazidime μπορεί 

να περιλαμβάνουν άλγος, φλεγμονή και φλεβίτιδα στην περιοχή της ενέσεως.

Η χορήγηση πολύ υψηλών δόσεων παρεντερικά χορηγούμενων κεφαλοσπορινών μπορεί να 

προκαλέσει ζάλη, παραισθήσεις και κεφαλαλγίες. Ύστερα από λήψη υπερβολικής δόσης 

μερικών κεφαλοσπορινών, ιδιαίτερα σε ασθενείς με βεβαρημένη νεφρική λειτουργία, όπου 

είναι δυνατόν να παρατηρηθεί συσσώρευση του φαρμάκου, μπορεί να παρατηρηθούν 

σπασμοί.

Στις εργαστηριακές διαταραχές που εμφανίζονται ύστερα από λήψη υπερβολικής δόσης, 

περιλαμβάνονται άνοδος των τιμών κρεατινίνης, BUN, των ηπατικών ενζύμων και της 

χολερυθρίνης, θετική δοκιμασία Coombs, θρομβοκύττωση, θρομβοκυττοπενία, ηωσινοφιλία, 

λευκοπενία και παράταση του χρόνου προθρομβίνης.

Η υποδόρια μέση θανατηφόρος δόση σε επίμυς και μυς, ήταν από 5,8 έως 20g/kg και η 

ενδοφλέβια μέση θανατηφόρος δόση σε κουνέλια ήταν >2g/kg.

Αντιμετώπιση Για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εξετασθεί το 

ενδεχόμενο λήψης υπερβολικής δόσης από πολλά φάρμακα, αλληλεπίδρασης μεταξύ των 

φαρμάκων ή/και ασυνήθιστης φαρμακοκινητικής στον ασθενή σας.

Διατηρείστε ανοικτούς τους αεραγωγούς του ασθενούς και υποστηρίξτε τον αερισμό και την 

διατήρηση οδού ενδοφλέβιας χορήγησης φαρμάκων. Παρακολουθείστε με μεγάλη προσοχή 

και διατηρείστε εντός αποδεκτών ορίων, τα ζωτικά σημεία του ασθενούς, τα αέρια αίματος, 

τους ηλεκτρολύτες του ορού κλπ. Η απορρόφηση των φαρμάκων από την γαστρεντερική οδό 

μπορεί να ελαττωθεί με τη χορήγηση ενεργού άνθρακα, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις είναι 

αποτελεσματικότερος της πρόκλησης εμέτου ή της πλύσης. Προτιμήστε τον ενεργό άνθρακα 

ή τον συνδυασμό με την κένωση στομάχου. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση άνθρακα 

μπορεί (μετά από κάποιο χρονικό διάστημα) να επιταχύνει την απέκκριση ορισμένων 

φαρμάκων τα οποία έχουν ήδη απορροφηθεί. Προστατεύστε την αεροφόρο οδό του ασθενούς 

κατά την κένωση του στομάχου ή την χορήγηση άνθρακα.

Δεν έχει καθορισθεί το ευεργετικό αποτέλεσμα της θεραπευτικής διούρησης, της 

αιμοδιύλισης ή της αιμοδιάχυσης με άνθρακα σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας της 

ceftazidime.

(Τηλέφωνο Κέντρου Δηλητηριάσεων Αθήνας: 210-7793777).

2.8. ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Η ceftazidime είναι γενικά καλά ανεκτή. Στις κλινικές μελέτες εμφανίσθηκε χαμηλό ποσοστό 

ανεπιθύμητων ενεργειών με τη χορήγηση της ceftazidime. Συνηθέστερες ήταν τοπικές 

αντιδράσεις ύστερα από ενδοφλέβια ένεση, καθώς και αλλεργικές και γαστρεντερικές 

αντιδράσεις. Δεν αναφέρθηκαν αντιδράσεις τύπου δισουλφιράμης.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών 

μελετών θεωρήθηκαν είτε ως συσχετιζόμενες με τη θεραπεία με ceftazidime ή ήταν ασαφούς 

αιτιολογίας.

Τοπικές: Αναφέρθηκαν σε ποσοστό <2% των ασθενών και ήταν φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα 

κατά την ενδοφλέβια χορήγηση, πόνος και φλεγμονή στο σημείο της ένεσης κατά την 

ενδομυϊκή χορήγηση.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας: αναφέρθηκαν σε ποσοστό 2% των ασθενών και ήταν κνησμός, 

εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό και πυρετός. Επίσης άμεσες αντιδράσεις, οι οποίες 

γενικά εκδηλώθηκαν ως εξάνθημα ή/και κνησμός.

Πολύ σπάνια αναφέρθηκαν αγγειοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση περιλαμβανομένου 

του βρογχόσπασμου ή/και υπότασης.

Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, σπάνια έχει αναφερθεί πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο 

Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση.

Γαστρεντερικό σύστημα : αναφέρθηκαν σε ποσοστό <2% 

και περιελάμβαναν διάρροια, ναυτία, έμετο, κοιλιακό πόνο, στοματίτιδα. Μετά από αγωγή με 

αντιβιοτικά μπορεί να εμφανισθούν συμπτώματα ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλέπε 

Παρ. 4.4 Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις) που συνδέεται με το Clostridium 

difficile.

Ηπατοχολική οδός/πάγκρεας:  υπερχολερυθριναιμία, πολύ σπάνια ίκτερος.

Αντιδράσεις κεντρικού νευρικού συστήματος: (λιγότερο από 1%) περιελάμβαναν κεφαλαλγία, 

ζάλη, παραισθήσεις και δυσγευσία. Με αρκετές κεφαλοσπορίνες, συμπεριλαμβανομένης της 

ceftazidime, αναφέρθηκαν περιπτώσεις νευρολογικών συμπτωμάτων όπως τρόμος, 

μυοκλονία, σπασμοί και εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, 

στους οποίους η δόση της ceftazidime δεν μειώθηκε ανάλογα.

Ουροποιογεννητικό σύστημα: (<1%) καντιντίαση (συμπεριλαμβανομένης οξείας μυκητιάσεως 

του στοματικού βλεννογόνου) και κολπίτιδα.

Αίμα: σπάνιες περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας.

Μεταβολή τιμών εργαστηριακών εξετάσεων: οι οποίες παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια 

κλινικών μελετών με ceftazidime ήταν παροδικές και περιελάμβαναν ηωσινοφιλία, θετική 

αντίδραση Coombs χωρίς αιμόλυση, θρομβοκυττάρωση και μικρές αυξήσεις των τιμών ενός 

ή περισσοτέρων ηπατικών ενζύμων : SGOT, SGPT, LDH και αλκαλικής φωσφατάσης. Όπως 

και με  άλλες κεφαλοσπορίνες, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνται  παροδικές 

αυξήσεις των τιμών της ουρίας του αίματος, του αζώτου  αίματος (BUN), και/ή της 

κρεατινίνης του ορού. Πολύ σπάνια παρατηρήθηκε παροδική λευκοπενία, ουδετεροπενία, 

ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοκυττοπενία και λεμφοκυττάρωση.

Η εμφάνιση σε ποσοστό 5% θετικής δοκιμασίας Coombs κατά τη χρήση της ceftazidime 

μπορεί να σχετίζεται με τη συμβατότητα του αίματος.

2.9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ:

Διάρκεια ζωής : 24 μήνες σε θερμοκρασία < 25 0 C.Μετά την ανασύσταση 24 ώρες σε 

θερμοκρασία < 25 0 C ή 7 ημέρες σε θερμοκρασία 2 0  – 8 0  C (ψυγείο).

2.10. ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΛΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Τα φιαλίδια MALOCEF πρέπει να διατηρούνται σε θερμοκρασία κάτω των 25 0  C.

Τα φιαλίδια MALOCEF πρέπει να φυλάγονται μακριά από το φως. 

2.11. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: 15-9-2004

3. ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ

Μόνο για Νοσοκομειακή χρήση.

Document Outline

Δεν υπάρχουν ειδήσεις που σχετίζονται με αυτό το προϊόν.