MADOPAR

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • MADOPAR (100+25)MG/TAB DISP.TAB
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • N04BA02
  • Δοσολογία:
  • (100+25)MG/TAB
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΔΙΑΣΠΕΙΡΩΜΕΝΟ ΔΙΣΚΙΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • MADOPAR (100+25)MG/TAB DISP.TAB
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

φύλλο οδηγιών χρήσης

ΦΥΛΛΟ ΟΔΗΓΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΣΤΗ

1. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1.1 Ονομασία

Madopar®

Levodopa + benserazide hydrochloride

Δισκίο (200 + 50) mg 

Διασπειρόμενο δισκίο (100+25) mg

Καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρό (100 + 25) mg

1.2 Σύνθεση

Δραστική ουσία: levodopa + benserazide hydrochloride.  

Έκδοχα:  Δισκία:  μαννιτόλη,   ασβέστιο   φωσφορικό   όξινο,   κυτταρίνη   μικροκρυσταλλική, 

άμυλο   αραβοσίτου   προζελατινοποιημένο,   πολυβιδόνη,   μαγνήσιο   στεατικό, 

αιθυλοκυτταρίνη,   σιδήρου   οξείδιο   ερυθρό  C.I.  77491     E172,   πυριτικό   οξύ,   δοκουσικό 

νάτριο.

Διασπειρόμενα   δισκία    :      κιτρικό   οξύ   άνυδρο,  άμυλο   αραβοσίτου,  κυτταρίνη 

μικροκρυσταλλική, μαγνήσιο στεατικό.

Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά    :   υπρομελλόζη, έλαιο φυτικό υδρογονωμένο, 

ασβέστιο   φωσφορικό   όξινο,   μαννιτόλη,   τάλκης,   πολυβιδόνη,   μαγνήσιο   στεατικό, 

ινδικοκαρμίνιο E 132, σιδήρου οξείδιο κίτρινο E 172, τιτανίου διοξείδιο E 171, ζελατίνη.

1.3 Φαρμακοτεχνική μορφή

Δισκίο.

Διασπειρόμενο δισκίο.

Καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρό

1.4 Περιεκτικότητα σε δραστική ουσία

Κάθε δισκίο περιέχει 200 mg Levodopa + 50 mg Benserazide hydrochloride.

Κάθε διασπειρόμενο δισκίο περιέχει 100 mg Levodopa + 25 mg Benserazide hydrochloride.

Κάθε καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρό περιέχει 100 mg Levodopa + 25 mg 

Benserazide hydrochloride.

1.5 Περιγραφή - συσκευασία

Διασπειρόμενα δισκία

Φιαλίδιο 30 δισκίων  (σκουρόχρωμο) 

Δισκία

Φιαλίδιο 30 δισκίων (ανοικτό κόκκινο) διπλοχαραγμένων

Καψάκια 

Φιαλίδιο 30 καψακίων (Νο. 2 πράσινο και ανοικτό μπλε) 

1.6 Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιπαρκινσονικός παράγοντας

1.7 Υπεύθυνος κυκλοφορίας

ROCHE (HELLAS) A.E.

Αλαμάνας 4 & Δελφών

151 25 Μαρούσι, Αττική

ΤΗΛ: 210 6166100

FAX: 210 6104524

1.8 Παρασκευαστής

Roche SPA, Segrate

1 of 11

Ιταλία

2. ΤΙ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΦΑΡΜΑΚΟ  ΠΟΥ  ΣΑΣ  ΧΟΡΗΓΗΣΕ  Ο 

ΓΙΑΤΡΟΣ  ΣΑΣ

2.1 Γενικές πληροφορίες

Η ντοπαμίνη, που δεν βρίσκεται σε επαρκείς ποσότητες στον εγκέφαλο του παρκινσονικού 

ασθενούς, ενεργεί σαν νευρομεταβιβαστής στα βασικά γάγγλια. Η θεραπεία αντικατάστασης 

επιτυγχάνεται με χορήγηση λεβοντόπα, άμεσο μεταβολικό πρόδρομο της ντοπαμίνης, εφόσον 

η   τελευταία   αυτή   ουσία   έχει   μόνο   πολύ   περιορισμένη   ικανότητα   να   διαπερνά   τον 

αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Μετά τη χορήγηση, η λεβοντόπα γρήγορα αποκαρβοξυλιώνεται σε ντοπαμίνη, σε περιοχές 

εκτός και εντός του εγκεφάλου. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι η περισσότερη ποσότητα της 

λεβοντόπα που χορηγήθηκε να μην είναι διαθέσιμη στα βασικά γάγγλια, ενώ η ντοπαμίνη που 

παρήχθη   περιφερικά   συχνά   προκαλεί   ανεπιθύμητες   ενέργειες.     Είναι   λοιπόν   ιδιαίτερα 

επιθυμητό   να   ανασταλεί   η   εκτός   εγκεφάλου   αποκαρβοξυλίωση   της   λεβοντόπα.   Αυτό 

επιτυγχάνεται   με   τη   σύγχρονη   χορήγηση   λεβοντόπα   και   βενζεραζίδης,   ενός   περιφερικού 

αναστολέα της αποκαρβοξυλάσης.  

Το Madopar είναι ένας συνδυασμός αυτών των 2 ουσιών σε αναλογία 4:1 - αυτή η αναλογία 

έχει αποδειχθεί από τις κλινικές μελέτες και τη θεραπευτική χρήση ως η βέλτιστη και είναι 

επομένως   τόσο   αποτελεσματική   όσο   εάν   χορηγούνταν   μεγαλύτερες   δόσεις   μόνο   της 

λεβοντόπα.

Το   καψάκιο   ελεγχόμενης   αποδέσμευσης   είναι   ένα   Υδροδυναμικά   Ισορροπημένο 

Σύστημα   που   παρέχει   αργή   αποδέσμευση   των   δραστικών   ουσιών   στο   στομάχι   όπου   το 

καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης παραμένει για 3-6  ώρες.  Έτσι, το σύστημα λειτουργεί 

ως αποθήκη του φαρμάκου.

2.2 Ενδείξεις

Το Madopar ενδείκνυται για όλες τις μορφές του παρκινσονικού συνδρόμου με εξαίρεση το 

φαρμακευτικό παρκινσονισμό.

Τα καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης ενδείκνυνται για ασθενείς που εμφανίζουν όλων των 

ειδών τις διακυμάνσεις στην απόκριση, ειδικά δε εκείνες που σχετίζονται με τις διακυμάνσεις 

των επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα   και για τον καλύτερο έλεγχο των νυκτερινών 

συμπτωμάτων.

2.3 Αντενδείξεις

-Το  Madopar  δεν   πρέπει   να   χορηγείται   σε   ασθενείς   με   γνωστή   υπερευαισθησία   στη 

λεβοντόπα ή στη βενσεραζίδη.

-Το Madopar δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ενδοκρινολογική, νεφρική ή 

ηπατική   διαταραχή,   καρδιακές   διαταραχές,   κακόηθες   μελάνωμα,   ψυχιατρικές   νόσους   με 

ψυχώσεις ή γλαύκωμα κλειστής γωνίας.

-To Madopar δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς κάτω των 25 ετών (η σκελετική 

ανάπτυξη πρέπει να έχει ολοκληρωθεί).

Το Madopar δεν πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες ή σε γυναίκες σε αναπαραγωγική 

ηλικία απουσία κατάλληλης αντισύλληψης (βλέπε παρ. 4.6 ‘‘Κύηση και γαλουχία’’). 

Εάν μία γυναίκα που λαμβάνει Madopar καταστεί έγκυος το φάρμακο πρέπει να διακοπεί 

(καθ’υπόδειξη του θεράποντος γιατρού).

-Το Madopar δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με μη-εκλεκτικούς αναστολείς της 

Μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟ). Ωστόσο, εκλεκτικοί ΜΑΟ-Β αναστολείς, όπως η σελεγιλίνη, 

και   η   ρασαγιλίνη     ή  εκλεκτικοί   ΜΑΟ-Α   αναστολείς,   όπως   η   μοκλοβεμίδη,   δεν 

αντενδείκνυνται.

Ο συνδυασμός των ΜΑΟ-Α και ΜΑΟ-Β αναστολέων είναι ισοδύναμος με τη μη-εκλεκτική 

αναστολή ΜΑΟ και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με το Madopar 

(βλέπε παρ. 4.5 ‘‘Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης’’).

2.4 Ειδικές προφυλάξεις και προειδοποιήσεις κατά τη χρήση

2.4.1 Γενικά

Μπορεί    να   εμφανιστούν   αντιδράσεις   υπερευαισθησίας   σε   ευαίσθητους 

ασθενείς. Συνιστάται η τακτική μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης σε ασθενείς με 

γλαύκωμα ανοικτής γωνίας επειδή θεωρητικά η λεβοντόπα έχει τη δυνατότητα να 

αυξήσει την ενδοφθάλμια πίεση.  Η κατάθλιψη μπορεί να είναι μέρος της κλινικής 

εικόνας παρκινσονικών ασθενών αλλά μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε ασθενείς που 

λαμβάνουν Madopar.

Προσοχή   πρέπει   να   δίδεται   σε   ασθενείς   με   ιστορικό   γαστρικού   έλκους   ή 

οστεομαλάκυνσης.

Αν για κάποιο ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με λεβοντόπα απαιτηθεί η χορήγηση 

αναισθητικού για γενική αναισθησία, το κανονικό δοσολογικό σχήμα  του   Madopar 

πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τη στιγμή του χειρουργείου, εκτός από την περίπτωση που 

πρέπει να χορηγηθεί αλοθάνιο. Επί γενικής αναισθησίας με αλοθάνιο η θεραπεία με 

Madopar θα πρέπει να σταματά 12 έως 48 ώρες πριν από κάθε χειρουργική επέμβαση 

γιατί μπορεί να εμφανιστούν διακυμάνσεις στην αρτηριακή πίεση και/ή αρρυθμίες σε 

ασθενείς   που  λαμβάνουν   Madopar. Μετά  τη  χειρουργική   επέμβαση, ξαναρχίζει  η 

θεραπεία   με   Madopar,   ενώ   η   δοσολογία   αυξάνεται   βαθμιαία   στο   πριν   από   τη 

χειρουργική επέμβαση επίπεδο. 

Το   Madopar   δεν   πρέπει   να   διακόπτεται   απότομα.   Απότομη   διακοπή   μπορεί   να 

οδηγήσει   σε   κατάσταση   παρόμοια   με   κακόηθες   νευροληπτικό   σύνδρομο 

(υπερπυρεξία και μυϊκή δυσκαμψία, πιθανές ψυχολογικές διαταραχές και αυξημένη 

φωσφοκινάση της κρεατινίνης στον ορό), τα οποία μπορεί να αποβούν απειλητικά 

για τη ζωή. Εάν εμφανιστεί ο συνδυασμός των συμπτωμάτων αυτών, ο ασθενής θα 

πρέπει να είναι υπό ιατρική παρακολούθηση, εάν είναι απαραίτητο στο νοσοκομείο 

και να του δοθεί γρήγορη και κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία. Αυτή μπορεί να 

περιλαμβάνει, μετά από κατάλληλη αξιολόγηση, και επανάληψη της θεραπείας με 

Madopar. 

Η   λεβοντόπα   έχει   συσχετισθεί   με   υπνηλία   και   επεισόδια   αιφνίδιας   έναρξης   του 

ύπνου. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αιφνίδια έναρξη του ύπνου κατά τη διάρκεια 

των καθημερινών δραστηριοτήτων, σε μερικές περιπτώσεις χωρίς να γίνει αντιληπτή 

ή χωρίς προειδοποιητικές ενδείξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν για την 

παρενέργεια αυτή και πρέπει να τους δοθούν οδηγίες  να είναι προσεκτικοί όταν 

οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεβοντόπα. 

Οι   ασθενείς   οι   οποίοι   παρουσίασαν   υπνηλία   και/ή   επεισόδιο   αιφνίδιας   έναρξης 

ύπνου, πρέπει να απέχουν από την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων. Επιπλέον, 

θα πρέπει να εξετασθεί μείωση της δοσολογίας ή διακοπή της θεραπείας.

Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές

Έχει αναφερθεί παθολογική ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια, αυξημένη γενετήσια 

ορμή   και   υπερσεξουαλικότητα   σε   ασθενείς   που   λάμβαναν   αγωγή   με 

3 of 11

ντοπαμινεργικούς   αγωνιστές   για   τη   Νόσο   Πάρκινσον.   Δεν   έχει   τεκμηριωθεί 

αιτιολογική   συσχέτιση   του  Madopar,    το   οποίο   δεν   είναι   ντοπαμινεργικός 

αγωνιστής, με αυτά τα συμβάματα. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή καθώς το Madopar 

είναι ντοπαμινεργικό φάρμακο.

Εργαστηριακοί έλεγχοι  

Κατά   τη   διάρκεια   της   θεραπείας   θα   πρέπει   να   πραγματοποιούνται   έλεγχοι   της 

ηπατικής λειτουργίας και των παραμέτρων του αίματος.

Οι ασθενείς με διαβήτη πρέπει να κάνουν συχνά  μετρήσεις  σακχάρου του αίματος 

και   η   δόση   των   αντιδιαβητικών   παραγόντων   θα   πρέπει   να   προσαρμόζεται   στα 

επίπεδα του σακχάρου του αίματος.

Πιθανότητα εθισμού ή κατάχρησης

Μια μικρή υποομάδα παρκινσονικών ασθενών υποφέρουν από νοητική διαταραχή 

και   διαταραχή   της   συμπεριφοράς   η   οποία   μπορεί   άμεσα   να   αποδοθεί   στη   λήψη 

αυξημένων ποσοτήτων φαρμακευτικής αγωγής αντίθετων προς την σχετική ιατρική 

συμβουλή, και οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τις δόσεις που απαιτούνται για τη 

θεραπεία των κινητικών δυσλειτουργιών τους.

2.4.2 Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παρ. 

2.6 «Δοσολογία»).

2.4.3 Κύηση

            Το Madopar αντενδείκνυται εντελώς κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες 

που   βρίσκονται   σε   αναπαραγωγική   ηλικία   και   δεν   λαμβάνουν   κατάλληλα   μέτρα 

αντισύλληψης (βλέπε παρ.‘‘Αντενδείξεις’’). 

Εάν  μία  γυναίκα   που  λαμβάνει   Madopar  καταστεί  έγκυος  το  φάρμακο  πρέπει  να 

διακοπεί (καθ’υπόδειξη του θεράποντος γιατρού).

2.4.4 Γαλουχία

Επειδή δεν είναι γνωστό εάν η βενσεραζίδη περνά στο μητρικό γάλα,  το Madopar 

δεν   πρέπει   να   χορηγείται   κατά   τη   διάρκεια   του   θηλασμού   διότι   δεν   μπορεί   να 

αποκλεισθεί η πιθανότητα εμφάνισης σκελετικών δυσπλασιών στα νεογνά.

2.4.5 Παιδιά

-To Madopar δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς κάτω των 25 ετών (η σκελετική 

ανάπτυξη πρέπει να έχει ολοκληρωθεί).

2.4.6 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το  Madopar  μπορεί   να   προκαλέσει   υπνηλία   (υπερβολική   νύστα)   και   επεισόδια 

αιφνίδιας   έναρξης   ύπνου.   Γι’αυτό   πρέπει   να   απέχετε   από   την   οδήγηση   ή   την 

ενασχόληση με δραστηριότητες όπου η μειωμένη εγρήγορση μπορεί να θέσει εσάς ή 

άλλους σε κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου (π.χ. χειρισμός μηχανημάτων), 

εκτός εάν έχουν επιλυθεί αυτά τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια και η υπνηλία.

2.4.7 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα

Δεν   πρέπει   να   λαμβάνετε   το   φάρμακο   εάν   γνωρίζετε   ότι   είστε   αλλεργικοί   σε 

οποιοδήποτε από τα συστατικά του.

2.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Σύγχρονη χορήγηση του αντιχολινεργικού  φαρμάκου  τριεξυφενιδύλη  με  την απλή μορφή 

Madopar   μειώνει   την   ταχύτητα,   αλλά   όχι   την   έκταση   απορρόφησης   της   λεβοντόπα.   Η 

τριεξυφενιδύλη   δεν   επηρεάζει   τις   φαρμακοκινητικές   ιδιότητες   της   λεβοντόπα   όταν 

χορηγείται ταυτόχρονα με το Madopar Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης.

Σύγχρονη χορήγηση αντιόξινων με Madopar  Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μειώνει 

την έκταση απορρόφησης της λεβοντόπα κατά 32%. 

Ο   θειικός   σίδηρος   μειώνει   τη   μέγιστη   συγκέντρωση   στο   πλάσμα   και   την   AUC   της 

λεβοντόπα   κατά   30-50%.   Οι   φαρμακοκινητικές   αλλαγές   που   παρατηρούνται   κατά   τη 

διάρκεια   της   σύγχρονης   χορήγησης   θειικού   σιδήρου   εμφανίζονται   να   είναι   κλινικά 

σημαντικές σε μερικούς αλλά όχι σε όλους τους ασθενείς.

Η μετοκλοπραμίδη αυξάνει το ποσοστό απορρόφησης της λεβοντόπα.

Δεν   υπάρχουν   φαρμακοκινητικές   αλληλεπιδράσεις   μεταξύ   της   λεβοντόπα   και   των 

ακόλουθων ουσιών: βρωμοκρυπτίνη, αμανταδίνη, σελεγιλίνη και δομπεριδόνη. 

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Η   θεραπεία   με   νευροληπτικά,   οπιοειδή   και   αντιυπερτασικά   που   περιέχουν   ρεζερπίνη 

αναστέλλει τη δράση του Madopar. 

Η δράση της Levodopa μπορεί να εξουδετερωθεί με βιταμίνη Β

. Ο ανταγωνισμός αυτός δε 

συμβαίνει εάν η λεβοντόπα συνδυάζεται με αναστολέα της αποκαρβοξυλάσης. Επομένως, το 

Madopar μπορεί να χορηγείται συγχρόνως με πολυβιταμινούχα που περιλαμβάνουν βιταμίνη 

Εάν το Madopar χορηγηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν μη αναστρέψιμους μη-εκλεκτικούς 

αναστολείς   ΜΑΟ,   θα   πρέπει   η   θεραπεία   με   Madopar   να   ξεκινήσει   τουλάχιστον   δύο 

εβδομάδες   μετά   τη   διακοπή   του   αναστολέα   ΜΑΟ.   Διαφορετικά   είναι   πιθανό   να 

παρουσιαστούν   ανεπιθύμητες   ενέργειες,   όπως   υπερτασικές   κρίσεις   (βλέπε   παρ.   2.3 

‘‘Αντενδείξεις’’). Εκλεκτικοί ΜΑΟ-Β αναστολείς, όπως η σελεγιλίνη και η ρασαγιλίνη και 

εκλεκτικοί ΜΑΟ-Α αναστολείς, όπως η μοκλοβεμίδη, μπορούν να συνταγογραφηθούν σε 

ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Madopar.   Συνιστάται να γίνεται ξανά ρύθμιση της 

δόσης   με   λεβοντόπα   ανάλογα   με   τις   ανάγκες   του   ασθενούς   σε   σχέση   με   την 

αποτελεσματικότητα και την ανοχή. Ο συνδυασμός αναστολέων  ΜΑΟ-Α και ΜΑΟ-Β είναι 

ισοδύναμος με τη μη-εκλεκτική ΜΑΟ αναστολή και για το λόγο αυτό ο συνδυασμός δεν 

πρέπει να χορηγείται μαζί με το Madopar (βλέπε παρ. 2.3  “Αντενδείξεις”).

Το Madopar δεν πρέπει να χορηγείται συγχρόνως με συμπαθομιμητικά (παράγοντες όπως η 

επινεφρίνη,   νορεπινεφρίνη,   ισοπροτερενόλη   ή   αμφεταμίνη   οι   οποίοι   διεγείρουν   το 

συμπαθητικό νευρικό σύστημα) επειδή η λεβοντόπα μπορεί να ενισχύσει τη δράση τους. Σε 

περίπτωση   που   η   σύγχρονη   χορήγηση   είναι   απαραίτητη,   είναι   σημαντική   η   στενή 

παρακολούθηση του καρδιαγγειακού συστήματος και η δοσολογία των συμπαθομιμητικών 

παραγόντων μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί.

Ο συνδυασμός με άλλους αντιπαρκινσονικούς παράγοντες (αντιχολινεργικά, αμανταδίνη και 

αγωνιστές της ντοπαμίνης) είναι επιτρεπτός, αν και αυτός θα ενισχύσει και τις επιθυμητές και 

τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Μπορεί να είναι απαραίτητο να μειωθεί η δόση του Madopar ή 

των   άλλων   παραγόντων.   Κατά   την   εισαγωγή   μιας   επικουρικής   θεραπείας   με   αναστολέα 

COMT ίσως χρειαστεί μείωση της δόσης του Madopar. Τα αντιχολινεργικά δε θα πρέπει να 

διακόπτονται   απότομα   όταν   ξεκινάει   η   θεραπεία   με   το   Madopar,   επειδή   η   λεβοντόπα 

χρειάζεται χρόνο για να δράσει. 

5 of 11

Η λεβοντόπα μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμασιών για 

κατεχολαμίνες, κρεατινίνη, ουρικό οξύ και γλυκόζη.

Η   δοκιμασία   Coombs   μπορεί   να   δώσει   ψευδώς   θετικό   αποτέλεσμα   σε   ασθενείς   που 

λαμβάνουν Madopar. 

Η απορρόφηση της λεβοντόπα από το γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να είναι μειωμένη 

όταν το φάρμακο λαμβάνεται με γεύμα πλούσιο σε πρωτεΐνη. 

Γενική αναισθησία με αλοθάνιο:  Το  Madopar  πρέπει να διακόπτεται 12-48 ώρες πριν από 

χειρουργική επέμβαση κατά την οποία απαιτείται γενική αναισθησία με αλοθάνιο καθώς 

μπορεί να εμφανιστούν διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης και/η αρρυθμίες.

Για   τη   χορήγηση   άλλων   αναισθητικών   για   γενική   αναισθησία   βλ.   λήμμα   «2.4   Ειδικές 

προφυλάξεις και προειδοποιήσεις κατά τη χρήση»).

2.6 Δοσολογία

Τρόπος χορήγησης  

Όταν λαμβάνεται Madopar Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, oι ασθενείς πρέπει

πάντα να καταπίνουν το καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης χωρίς να το μασούν, ενώ 

τα δισκία Madopar μπορούν να κοπούν σε όσα μικρά τεμάχια είναι καλύτερα για να 

διευκολύνουν την κατάποση.

Τα διασπειρόμενα δισκία Madopar  πρέπει να διασπείρονται σε περίπου 25-50 ml νερού (1/4 

του ποτηριού).  Τα δισκία διαλύονται πλήρως, παράγοντας ένα γαλακτώδες εναιώρημα, μέσα 

σε λίγα λεπτά. Λόγω ταχείας καθίζησης, συνιστάται να ανακινείται το εναιώρημα πριν από τη 

λήψη. Τα διασπειρόμενα δισκία  Madopar θα πρέπει να λαμβάνονται εντός μισής ώρας από 

την παρασκευή του εναιωρήματος. 

To Madopar πρέπει να λαμβάνεται μισή ώρα πριν ή μια ώρα μετά τα γεύματα εφόσον είναι 

δυνατόν.   Γαστρεντερικές   ανεπιθύμητες   ενέργειες,   οι   οποίες   μπορεί   να   εμφανιστούν   κατά 

κύριο λόγο στα αρχικά στάδια της θεραπείας, μπορούν να περιοριστούν με τη λήψη του 

Madopar μαζί με ένα μικρό πρόχειρο γεύμα (πχ. μπισκότα) ή με υγρά, ή με αργή αύξηση της 

δόσης.

Συνήθης δοσολογία  

Η θεραπεία με Madopar, όπως συνηθίζεται για κάθε θεραπεία με λεβοντόπα, θα πρέπει 

να αρχίζει βαθμιαία. 

Επιπλέον, σε όλες τις φάσεις της ασθένειας, η δοσολογία θα πρέπει να εκτιμάται 

ανάλογα με την περίπτωση και να διατηρείται όσο γίνεται χαμηλή. Οι επόμενες λοιπόν 

δοσολογικές οδηγίες θα πρέπει να θεωρούνται ως κατευθυντήριες.

Σε περίπτωση αλλαγής της αγωγής από τα απλά δισκία στα διασπειρόμενα ή αντίστροφα, το 

δοσολογικό σχήμα δεν αλλάζει, ως προς τη συνολική ποσότητα του φαρμάκου που πρέπει να 

χορηγηθεί ημερησίως.  

                   

  

Αρχική θεραπεία

Στα αρχικά στάδια της νόσου του Πάρκινσον συνιστάται να αρχίζει η θεραπεία με  ¼  του 

δισκίου Madopar "250", 3 ή 4 φορές την ημέρα ή 1/2 δισκίου διασπειρόμενου (ισοδύναμο με 

1/4 απλού δισκίου) 3 ή 4 φορές την ημέρα. 

Ασθενείς σε πιο προχωρημένο στάδιο της ασθένειας θα πρέπει να λαμβάνουν τη διπλάσια 

δόση. Μόλις βεβαιωθεί η ανοχή του αρχικού θεραπευτικού σχήματος, η δοσολογία θα πρέπει 

να αυξηθεί με εβδομαδιαία διαλείμματα χορηγώντας μια επιπλέον απλή δόση ημερησίως (π.χ. 

4 ημερήσιες δόσεις αντί 3 κλπ.).  Εάν είναι δυνατή η στενή παρακολούθηση του ασθενούς, οι 

προσαρμογές της δοσολογίας μπορεί να γίνουν κάθε 2 έως 3 ημέρες. 

Γενικά, η βέλτιστη δράση παρέχεται με ημερήσια δόση από 300-800 mg λεβοντόπα και 

75-200 mg Benserazide, που διαιρούνται σε 3 ή περισσότερες απλές δόσεις.  

Εάν αποδειχθεί απαραίτητο να αυξηθεί ακόμη η ημερήσια δόση, αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο 

σε μηνιαία  διαλείμματα.    Συνήθως  χρειάζονται  4 έως  6 εβδομάδες  για να επιτευχθεί  το 

κατάλληλο δοσολογικό σχήμα.

Θεραπεία συντήρησης

Η μέση δόση συντήρησης είναι μισό δισκίο "250", 4 έως 6 φορές την ημέρα ή 1 δισκίο 

διασπειρόμενο (ισοδύναμο με 1/2 απλού δισκίου)  3-6 φορές την ημέρα.   Ο αριθμός των 

απλών δόσεων (όχι μικρότερος από 3) και η κατανομή τους στη διάρκεια της ημέρας πρέπει 

να προσαρμόζεται στις ατομικές απαιτήσεις.

Ειδικές δοσολογικές οδηγίες  

Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται προσεκτικά σε όλους τους ασθενείς. 

Ασθενείς   που   λαμβάνουν   άλλους   αντιπαρκινσονικούς   παράγοντες   μπορούν   να   λάβουν 

Madopar.  Ωστόσο,   με   την   πάροδο   του   χρόνου   θεραπείας   με  Madopar,   οπότε   και   η 

θεραπευτική δράση γίνεται εμφανής, η δοσολογία των άλλων φαρμάκων μπορεί να χρειαστεί 

να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά η χορήγηση αυτών των φαρμάκων.

Τα διασπειρόμενα δισκία  Madopar  είναι ιδιαιτέρως κατάλληλα για ασθενείς με δυσφαγία 

(δυσκολίες κατάποσης) ή σε καταστάσεις που απαιτείται μια ταχύτερη έναρξη δράσης πχ σε 

ασθενείς που υποφέρουν από πρωινή και απογευματινή ακινησία ή οι οποίοι εκδηλώνουν 

καθυστερημένα on-off φαινόμενα.

Στους   ασθενείς   που   εμφανίζουν   ευρεία   διακύμανση   της   δράσης   του   φαρμάκου   κατά   τη 

διάρκεια  της   ημέρας   (φαινόμενα   "on-off"),   συνιστάται   η   χορήγηση   ή   συχνότερων   ή 

αντίστοιχα μικρότερων απλών δόσεων ή κατά προτίμηση η χορήγηση του Madopar Καψάκια 

ελεγχόμενης αποδέσμευσης. 

H   εναλλαγή   από   την   απλή   μορφή   Madopar   προς   το   Madopar   Καψάκια   ελεγχόμενης 

αποδέσμευσης είναι καλύτερα να γίνει  από τη μία ημέρα στην άλλη ξεκινώντας από την 

πρώτη πρωϊνή δόση και διατηρώντας την ίδια ημερήσια δόση και την ίδια συχνότητα λήψεων 

με την απλή μορφή Madopar. 

Μετά από 2 έως 3 ημέρες, η δοσολογία πρέπει βαθμιαία να αυξάνεται περίπου κατά 50%, 

λαμβάνοντας υπόψη τη μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα αυτής της ειδικής δοσολογικής μορφής.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η κατάστασή τους μπορεί    να χειροτερέψει 

παροδικά.

Εξαιτίας   των   φαρμακοκινητικών   ιδιοτήτων   του   Madopar   Καψάκια   ελεγχόμενης 

αποδέσμευσης, καθυστερεί η εμφάνιση της μέγιστης δράσης, η δε λανθάνουσα περίοδος από 

την έναρξη της δράσης ανέρχεται σε περίπου 3 ώρες. Το κλινικό αποτέλεσμα μπορεί να 

επιτευχθεί ταχύτερα, χορηγώντας Madopar Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης συγχρόνως 

με απλή μορφή Madopar ή Madopar διασπειρόμενα δισκία. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ειδικά 

χρήσιμο για την πρώτη πρωϊνή δόση   η οποία κατά προτίμηση θα πρέπει να είναι κάπως 

υψηλότερη   από   τις   επόμενες   ημερήσιες   δόσεις.   Η   ατομική   προσαρμογή   στο   Μadopar 

Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης πρέπει να γίνει αργά και προσεκτικά, με διαλείμματα 

τουλάχιστον 2 έως 3 ημερών μεταξύ κάθε αλλαγής της δόσης.

Σε ασθενείς που παρουσιάζουν νυκτερινή ακινησία, έχουν αναφερθεί θετικά αποτελέσματα 

μετά από σταδιακή αύξηση της τελευταίας βραδινής δόσης μέχρι και 3 καψάκια ελεγχόμενης 

αποδέσμευσης Madopar κατά την κατάκλιση.

Η υπερανταπόκριση προς το Madopar Καψάκια ελεγχόμενης  αποδέσμευσης (δυσκινησία) 

μπορεί να ελεγχθεί μάλλον με αύξηση των διαλειμμάτων μεταξύ των χορηγήσεων παρά με 

7 of 11

μείωση των απλών δόσεων.

Σε   περίπτωση   ανεπαρκούς   ανταπόκρισης   προς   το   Madopar   Καψάκια   ελεγχόμενης 

αποδέσμευσης  είναι προτιμότερο να χορηγηθεί εκ νέου η προηγούμενη θεραπεία με Madopar 

δισκία  ή Madopar διασπειρόμενα δισκία.  

Οι   ασθενείς   θα   πρέπει   να   ελέγχονται   προσεκτικά   για   πιθανά    ανεπιθύμητα   ψυχιατρικά 

συμπτώματα.

Νεφρική   ανεπάρκεια:    Τόσο   η   λεβοντόπα   όσο   και   η   βενσεραζίδη   μεταβολίζονται 

εκτεταμένα και ποσοστό μικρότερο του 10% της λεβοντόπα αποβάλλεται αμετάβλητο από 

τους νεφρούς. Ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητη μείωση της δόσης σε περίπτωση ήπιας ή 

μέτριας νεφρικής ανεπάρκειας 

Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.  Το 

Madopar  είναι   καλά   ανεκτό   από   ουραιμικούς   ασθενείς   οι   οποίοι   υποβάλλονται   σε 

αιμοδιύλιση.

Ηπατική ανεπάρκεια:   Η λεβοντόπα μεταβολίζεται κυρίως από την αποκαρβοξυλάση του 

αρωματικού οξέος η οποία είναι παρούσα σε αφθονία στο γαστρεντερικό σωλήνα, στους 

νεφρούς και την καρδιά επιπροσθέτως του ήπατος. 

Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.

2.7 Υπερδοσολογία - Αντιμετώπιση

Συμπτώματα και σημεία

Τα   συμπτώματα   και   τα   σημεία   της   υπερδοσολογίας   είναι   ποιοτικά   παρόμοια   με   τις 

ανεπιθύμητες   ενέργειες   του  Madopar  στις   θεραπευτικές   δόσεις   αλλά   μπορεί   να   είναι 

μεγαλύτερης   σοβαρότητας.   Η   υπερδοσολογία   μπορεί   να   οδηγήσει   σε   :   καρδιαγγειακές 

ανεπιθύμητες ενέργειες (πχ. καρδιακές αρρυθμίες), ψυχιατρικές διαταραχές (πχ σύγχυση και 

αϋπνία), γαστρεντερικά συμβάματα (πχ. ναυτία και έμετο) και μη φυσιολογικές ακούσιες 

κινήσεις (βλ. παρ 2.8).

Αν   ένας   ασθενής   έχει   λάβει   υπερβολική   δόση   μορφής   ελεγχόμενης   αποδέσμευσης   (πχ. 

καψάκια HBS) η εμφάνιση των συμπτωμάτων και σημείων μπορεί να καθυστερήσει λόγω της 

καθυστερημένης απορρόφησης των δραστικών ουσιών από το στομάχι.

Θεραπεία

Συνιστάται η παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και η εφαρμογή υποστηρικτικών μέτρων 

σύμφωνα με την κατάσταση του ασθενούς. Συγκεκριμένα οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν 

συμπτωματική θεραπεία καρδιαγγειακών συμβαμάτων (πχ αντιαρρυθμικά) ή   συμβαμάτων 

του κεντρικού νευρικού συστήματος (πχ. διεγερτικά του αναπνευστικού, νευροληπτικά).

Επιπροσθέτως,   για   τις   μορφές   ελεγχόμενης   αποδέσμευσης   η   περαιτέρω   απορρόφηση   θα 

πρέπει να προληφθεί με κατάλληλη μέθοδο.

2.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:    έχουν αναφερθεί αιμολυτική 

αναιμία, παροδική λευκοπενία και θρομβοπενία σε σπάνιες περιπτώσεις. Επομένως, όπως σε 

κάθε   μακρόχρονη   θεραπεία   που   περιέχει   λεβοντόπα   θα   πρέπει   να   γίνονται   περιοδικοί 

αιματολογικοί έλεγχοι, καθώς και έλεγχοι της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Έχει αναφερθεί ανορεξία.

Ψυχιατρικές   διαταραχές:   Η   κατάθλιψη   μπορεί   να   είναι   μέρος   της   κλινικής   εικόνας 

παρκινσονικών   ασθενών   αλλά   μπορεί   επίσης   να  εμφανιστεί   σε  ασθενείς   που   λαμβάνουν 

Madopar.     Ανησυχία,   άγχος,   αϋπνία,   ψευδαισθήσεις,   παραισθήσεις   και   παροδικός 

αποπροσανατολισμός  μπορεί  να  εμφανιστούν  ιδιαίτερα   σε ηλικιωμένους  ασθενείς   και  σε 

ασθενείς με ιστορικό τέτοιων διαταραχών. 

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά απώλειας ή 

διαταραχών   της   γεύσης.  Σε   μεταγενέστερα   στάδια   θεραπείας   μπορεί   να   εμφανιστεί 

δυσκινησία (πχ. χορειόμορφη ή αθετωσική). Αυτές μπορούν συνήθως να σταματήσουν ή να 

γίνουν  ανεκτές,  με μείωση  της  δοσολογίας.   Κατά τη διάρκεια  παρατεταμένης  αγωγής, 

μπορεί   επίσης   να   εμφανιστούν   διακυμάνσεις   στη   θεραπευτική   ανταπόκριση.  Αυτές 

περιλαμβάνουν “παγώματα” (freezing episodes) και φαινόμενα τέλους-δόσης (end of dose 

deterioration). Τα φαινόμενα αυτά μπορεί συνήθως να  εξαλειφθούν ή να γίνουν ανεκτά, με 

ρύθμιση   της   δοσολογίας   και   χορήγηση   μικρότερων   εφάπαξ   δόσεων   με   αυξημένη 

συχνότητα.   Μπορεί   να   πραγματοποιηθεί   άλλη     μία   απόπειρα   αύξησης   της   δόσης 

επακολούθως  ώστε να ενισχυθεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η λεβοντόπα συσχετίζεται με 

υπνηλία και πολύ σπάνια έχει συσχετισθεί με υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της 

ημέρας και με επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου.

Καρδιακές διαταραχές: μπορεί να εμφανιστούν περιστασιακά καρδιακές αρρυθμίες.

Αγγειακές   διαταραχές:  μπορεί   να   εμφανιστεί   περιστασιακά   ορθοστατική   υπόταση.   Οι 

ορθοστατικές   διαταραχές   συνήθως   βελτιώνονται   μετά   από   μείωση   της   δοσολογίας   του 

Madopar.

Διαταραχές του γαστρεντερικού:  ναυτία, έμετος και διάρροια έχουν αναφερθεί με Madopar . 

Ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό, που μπορεί να παρατηρηθούν κυρίως κατά τα 

πρώτα στάδια της θεραπείας, μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο λαμβάνοντας το Madopar μαζί 

με λίγη τροφή ή υγρό ή με την αργή αύξηση της δοσολογίας.

Διαταραχές   του   δέρματος   και   του   υποδόριου   ιστού:  Σε   σπάνιες   περιπτώσεις   μπορεί     να 

παρατηρηθούν αλλεργικές δερματολογικές αντιδράσεις όπως κνησμός και εξάνθημα.

Έρευνες: μπορεί να εμφανιστούν παροδική αύξηση των τιμών των ηπατικών τρανσαμινασών 

και   της   αλκαλικής   φωσφατάσης.  Έχει   αναφερθεί   αύξηση   της   γάμμα-

Γλουταμυλοτρανσφεράσης (γ-GT).   

Έχουν εμφανιστεί αυξήσεις του αζώτου ουρίας του αίματος με το Madopar.

Μπορεί να αλλοιωθεί το χρώμα των ούρων, αποκτώντας μια κόκκινη απόχρωση η οποία 

σκουραίνει κατά την παραμονή τους.

Γαστρεντερική  αιμορραγία, ανάπτυξη  έλκους  του δωδεκαδακτύλου,  υπέρταση, φλεβίτιδα, 

θωρακικός πόνος, δύσπνοια και παραισθησία έχουν εμφανιστεί σπάνια.

Μυϊκή σύσπαση και βλεφαρόσπασμος μπορεί να θεωρηθούν ως πρώιμα σημεία για να ληφθεί 

υπόψη η μείωση της δοσολογίας.

Άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι διανοητικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων 

των   παρανοϊκών   ιδεών   και   ψυχωσικών   επεισοδίων,     με   ή   χωρίς   ανάπτυξη   τάσεων 

αυτοκτονίας και τάνοιας. 

Εργαστηριακές δοκιμασίες:  παροδικές ανωμαλίες σε εργαστηριακές δοκιμασίες, οι οποίες 

όμως δεν έχουν συσχετισθεί με την κλινική εικόνα της νόσου περιλαμβάνουν αύξηση στις 

τιμές   του   αζώτου   ουρίας   αίματος,   SGOT,   SGPT,   LDH,   χολυρεθρίνης,   αλκαλικής 

φωσφατάσης ή πρωτεϊνικά συνδεδεμένου ιωδίου.

Έχουν αναφερθεί μειωμένη αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης, αύξηση της γλυκόζης και των 

λευκών αιμοσφαιρίων στον ορό, βακτήρια και αίμα στα ούρα. Συνήθως, τα επίπεδα του 

αζώτου ουρίας του αίματος, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος είναι χαμηλότερα μετά 

από  χορήγηση   Madopar  παρά  μετά   από  χορήγηση   μόνο   της   levodopa,   αλλά   αιμολυτική 

αναιμία είναι πολύ σπάνια. Το Madopar μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετική αντίδραση για 

κετονικά σώματα στα ούρα όταν χρησιμοποιείται ταινία χάρτου για τον προσδιορισμό της 

κετονουρίας. Αυτή η αντίδραση δε θα αλλάξει βράζοντας τα δείγματα των ούρων. Ψευδώς 

αρνητικά   αποτελέσματα   μπορεί   να   δοθούν   αν   χρησιμοποιηθούν   μέθοδοι   γλυκόζης   - 

9 of 11

οξειδάσης για τον έλεγχο της γλυκοζουρίας.

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν ανακοινωθεί με levodopa είναι:

Νευρολογικές:  αταξία,   αιμωδία,   αυξημένος   τρόμος   χεριών,   μυϊκή   σύσπαση, 

βλεφαρόσπασμος,   μυϊκές   κράμπες,   τριγμός,   ενεργοποίηση   λανθάνοντος   συνδρόμου 

HORNER.

Ψυχιατρικές: σύγχυση, υπνηλία, αϋπνία, εφιάλτες, παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, διέγερση, 

άγχος, ευφορία.

Γαστρεντερικές:  ξηροστομία,   αίσθημα   πικρής   γεύσης,   σιελόρροια,   δυσφαγία,   οδοντικός 

τριγμός,   λόξιγγας,   πόνος   και   δυσφορία   στο   επιγάστριο,   δυσκοιλιότητα,   διάρροια, 

μετεωρισμός, αίσθημα καύσου της γλώσσας.

Μεταβολικές: αύξηση ή μείωση του βάρους, οίδημα.

Καλυπτήριο   σύστημα:  ερύθημα,   αύξηση   της   εφίδρωσης,   σκούρος   ιδρώτας,   εξάνθημα, 

απώλεια μαλλιών.

Ουροποιογεννητικές: κατακράτηση ούρων, ακράτεια ούρων, σκούρα ούρα, πριαπισμός.

Ειδικές  αισθήσεις:  διπλωπία, θάμβος της  όρασης, διεύρυνση στις  κόρες  των οφθαλμών, 

οφθαλμοκινητικές κρίσεις.

Άλλες:  αδυναμία, λιποθυμία, κούραση, πονοκέφαλος, βράγχος φωνής, αίσθημα κακουχίας, 

εξάψεις, ερεθισμός, αναπνευστική ανωμαλία, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, κακόηθες 

μελάνωμα. 

2.9 Τι πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής σε περίπτωση που παραλείψει να πάρει κάποια δόση

Εάν πρέπει να λαμβάνετε το φάρμακο συνεχώς και παραλείψετε μια δόση, θα πρέπει να 

πάρετε τη δόση αυτή το ταχύτερο δυνατόν.   Εάν, εν τούτοις, πλησιάζει η ώρα για την 

επόμενη δόση, μη λάβετε τη δόση που παραλείψατε, αλλά συνεχίστε κανονικά τη θεραπεία.

Μη διπλασιάζετε τις δόσεις.

2.10 Τι πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής για την ημερομηνία λήξης του προϊόντος

Αναγράφεται στην εξωτερική και εσωτερική συσκευασία.

Σε περίπτωση που η ημερομηνία αυτή έχει παρέλθει, μην το χρησιμοποιήσετε.

2.11 Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος

Δισκία: Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία ≤ 25oC.  Διατηρείται τον περιέκτη καλά κλεισμένο 

για να προφυλάσσεται από την υγρασία (έγκριση 12.01.2010)

Καψάκια ελεγχομένης αποδέσμευσης : Να φυλάσσονται σε θερμοκρασία κάτω των

C.  Διατηρείτε τον περιέκτη καλά κλεισμένο για να προφυλάσσεται από την υγρασία

Διασπειρόμενα δισκία:  Να φυλάσσονται σε θερμοκρασία κάτω των 25  ο C προφυλαγμένα από 

την υγρασία.

2.12 Ημερομηνία τελευταίας αναθεώρησης του φύλλου οδηγιών

Το παρόν φύλλο οδηγιών εγκρίθηκε από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων στις 30.10.2009

3. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ (γενικά) 

Το φάρμακο αυτό σας το έγραψε ο γιατρός σας μόνο για το συγκεκριμένο ιατρικό σας 

πρόβλημα.  Δε θα πρέπει να το δίνετε σε άλλα άτομα ή να το χρησιμοποιείτε για κάποια 

άλλη πάθηση, χωρίς προηγουμένως να έχετε συμβουλευθεί το γιατρό σας. 

Εάν   κατά   τη   διάρκεια   της   θεραπείας   εμφανισθεί   κάποιο   πρόβλημα   με   το   φάρμακο, 

ενημερώστε αμέσως το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Εάν έχετε οποιαδήποτε ερωτηματικά γύρω από τις πληροφορίες που αφορούν το φάρμακο 

που   λαμβάνετε   ή   χρειάζεσθε   καλύτερη   ενημέρωση   για   το   ιατρικό   σας   πρόβλημα   μη 

διστάσετε να ζητήσετε τις πληροφορίες αυτές από το γιατρό σας ή το φαρμακοποιό σας.

Για να είναι αποτελεσματικό και ασφαλές το φάρμακο που σας χορηγήθηκε θα πρέπει να 

λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες που σας δόθηκαν.

Για την ασφάλειά σας και την υγεία σας είναι απαραίτητο να διαβάσετε με προσοχή κάθε 

πληροφορία που αφορά το φάρμακο που σας χορηγήθηκε.

Να μη διατηρείτε τα φάρμακα σε ερμάρια του λουτρού, διότι η ζέστη και η υγρασία 

μπορεί να αλλοιώσουν το φάρμακο και να το καταστήσουν επιβλαβές για την υγεία σας.

Να μην κρατάτε φάρμακα που δεν τα χρειάζεσθε πλέον ή που ήδη έχουν λήξει.

Για μεγαλύτερη ασφάλεια κρατάτε όλα τα φάρμακα σε ασφαλές μέρος μακριά από τα 

παιδιά. 

4. ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ

Χορηγείται  με ιατρική συνταγή.

11 of 11

Document Outline

15-11-2018

Safety evaluation of the food enzyme acetolactate decarboxylase from a genetically modified Bacillus licheniformis (strain NZYM‐JB)

Safety evaluation of the food enzyme acetolactate decarboxylase from a genetically modified Bacillus licheniformis (strain NZYM‐JB)

Published on: Wed, 14 Nov 2018 The food enzyme acetolactate decarboxylase (α‐acetolactate decarboxylase; EC 4.1.1.5) is produced with a genetically modified Bacillus licheniformis strain NZYM‐JB by Novozymes A/S. The genetic modifications do not give rise to safety concerns. The food enzyme is free from viable cells of the production organism and recombinant DNA. This acetolactate decarboxylase is intended to be used in distilled alcohol production and brewing processes. Residual amounts of total organi...

Europe - EFSA - European Food Safety Authority Publications

29-8-2018

SGLT2(sodium-glucose cotransporter-2) Inhibitors for Diabetes: Drug Safety Communication - Regarding Rare Occurrences of a Serious Infection of the Genital Area

SGLT2(sodium-glucose cotransporter-2) Inhibitors for Diabetes: Drug Safety Communication - Regarding Rare Occurrences of a Serious Infection of the Genital Area

Requiring a new warning about this risk to be added to the prescribing information of all SGLT2 inhibitors and to the patient Medication Guide.

FDA - U.S. Food and Drug Administration

18-7-2018

Sodium glucose co-transporter 2 inhibitors

Sodium glucose co-transporter 2 inhibitors

Safety advisory - diabetic ketoacidosis and surgical procedures

Therapeutic Goods Administration - Australia

17-4-2018

Epic Products, LLC, Issues Voluntary Nationwide Recall of All Lots of Euphoric Capsules Due to Presence of Undeclared Sildenafil and Tadalafil

Epic Products, LLC, Issues Voluntary Nationwide Recall of All Lots of Euphoric Capsules Due to Presence of Undeclared Sildenafil and Tadalafil

Overland Park, KS, Epic Products, LLC is voluntarily recalling all lots of Euphoric capsules, packaged in 1 count blister cards, 3 count bottles, and 12 count bottles to the consumer level. FDA analysis found samples of Euphoric to be tainted with undeclared sildenafil and tadalafil, active ingredients in two FDA-approved prescription drug products, also known as phosphodiesterase 5-inhibitors (PDE-5 inhibitors), used to treat male erectile dysfunction (ED). The presence of sildenafil and tadalafil in E...

FDA - U.S. Food and Drug Administration

26-1-2012

Danish Pharmacovigilance Update, 19 January 2012

Danish Pharmacovigilance Update, 19 January 2012

In this issue of Danish Pharmacovigilance Update read about the risk that patients treated with statins develop diabetes, and proton-pump inhibitors (PPI) and the risk of hypomagnesaemia with long-term use.

Danish Medicines Agency

14-6-2010

Change of the reimbursement for certain cardiovascular products as of 15 November 2010

Change of the reimbursement for certain cardiovascular products as of 15 November 2010

The Reimbursement Committee and the Danish Medicines Agency have reviewed some of the medicinal products used for the treatment of cardiovascular disease (antihypertensives) in order to assess whether they meet the criteria for public reimbursement. The medicinal products concerned are the so-called angiotensin II antagonists and renin inhibitors.

Danish Medicines Agency

3-6-2010

Consultation responses on the Reimbursement Committee’s recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors)

Consultation responses on the Reimbursement Committee’s recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors)

The Reimbursement Committee’s recommendation concerning the future reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors) was open for consultation until 7 May 2010.

Danish Medicines Agency

31-3-2010

Consultation on the Reimbursement Committee's recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors)

Consultation on the Reimbursement Committee's recommendation concerning the reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors)

At the Danish Medicines Agency's request, the Reimbursement Committee has reassessed the reimbursement status of medicinal products in ATC groups C09C, C09D and C09X (angiotensin II antagonists and renin inhibitors).

Danish Medicines Agency

24-3-2010

The Danish Medicines Agency begins ad hoc reassessment of reimbursement status of medicines in ATC groups C09C, C09D and C09X

The Danish Medicines Agency begins ad hoc reassessment of reimbursement status of medicines in ATC groups C09C, C09D and C09X

On 8 March 2010, a number of pharmaceutical companies put generic copies of the angiotensin II antagonist losartan on the market at prices comparable to those of the cheapest ACE inhibitors.

Danish Medicines Agency

8-9-2008

Reassessment of reimbursement status of medicinal products for cardiovascular diseases – additional recommendation from the Reimbursement Committee

Reassessment of reimbursement status of medicinal products for cardiovascular diseases – additional recommendation from the Reimbursement Committee

The Danish Medicines Agency has asked the Reimbursement Committee to reassess the reimbursement status of medicinal products authorised for marketing in Denmark in the ATC groups C02 (antihypertensives), C03 (diuretics), C07 (beta blocking agents), C08 (calcium channel blockers) and C09 (ACE inhibitors, angiotensin II antagonists and renin inhibitors).

Danish Medicines Agency

14-2-2008

Reassessment of reimbursement status for medicinal products for the treatment of cardiovascular diseases

Reassessment of reimbursement status for medicinal products for the treatment of cardiovascular diseases

Following a request from the Danish Medicines Agency, the Reimbursement Committee has reassessed the reimbursement status for medicinal products authorised for marketing in Denmark in ATC groups C02 (antihypertensives), C03 (diuretics), C07 (beta blocking agents), C08 (calcium channel blockers) and C09 (ACE inhibitors, angiotensin II antagonists and renin inhibitors).

Danish Medicines Agency

2-10-2018

EU/3/16/1786 (Voisin Consulting S.A.R.L.)

EU/3/16/1786 (Voisin Consulting S.A.R.L.)

EU/3/16/1786 (Active substance: Recombinant adeno-associated viral vector serotype 2 carrying the gene for the human aromatic L-amino acid decarboxylase protein) - Transfer of orphan designation - Commission Decision (2018)6427 of Tue, 02 Oct 2018 European Medicines Agency (EMA) procedure number: EMA/OD/183/16/T/02

Europe -DG Health and Food Safety

21-9-2018

Scientific guideline:  Reflection paper on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in animals in the European Union: development of resistance and impact on human and animal health, draft: consultation open

Scientific guideline: Reflection paper on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in animals in the European Union: development of resistance and impact on human and animal health, draft: consultation open

The objective of this document is to review available information on the use of aminopenicillins and their beta-lactamase inhibitor combinations in veterinary medicines in the EU, their effect on the emergence of antimicrobial resistance (AMR) and the potential impact of resistance on human and animal health. The document provides information for the risk profiling, as recommended by the Antimicrobial Advice ad hoc Expert Group (AMEG) of the EMA.

Europe - EMA - European Medicines Agency

29-8-2018

Cinryze (Shire Services BVBA)

Cinryze (Shire Services BVBA)

Cinryze (Active substance: C1 inhibitor, human) - Centralised - Yearly update - Commission Decision (2018)5767 of Wed, 29 Aug 2018

Europe -DG Health and Food Safety

23-8-2018

EU/3/18/1979 (Bayer AG)

EU/3/18/1979 (Bayer AG)

EU/3/18/1979 (Active substance: Human monoclonal IgG2 antibody against tissue factor pathway inhibitor) - Corrigendum - Commission Decision (2018)1246 of Thu, 23 Aug 2018

Europe -DG Health and Food Safety

7-8-2018

Numient (Impax Laboratories Ireland Limited)

Numient (Impax Laboratories Ireland Limited)

Numient (Active substance: levodopa / carbidopa) - Centralised - Transfer Marketing Authorisation Holder - Commission Decision (2018)5418 of Tue, 07 Aug 2018 European Medicines Agency (EMA) procedure number: EMEA/H/C/2611/T/5

Europe -DG Health and Food Safety

10-7-2018

Corbilta (Orion Corporation)

Corbilta (Orion Corporation)

Corbilta (Active substance: levodopa / carbidopa / entacapone) - Centralised - Renewal - Commission Decision (2018)4468 of Tue, 10 Jul 2018 European Medicines Agency (EMA) procedure number: EMEA/H/C/2785/R/15

Europe -DG Health and Food Safety