GENEPHOXAL

Κύριές Πληροφορίες

  • Εμπορική ονομασία:
  • GENEPHOXAL 250MG/TAB F.C.TAB
  • Φαρμακολογική κατηγορία (ATC):
  • J01DC02
  • Δοσολογία:
  • 250MG/TAB
  • Φαρμακοτεχνική μορφή:
  • ΕΠΙΚΑΛΥΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ
  • Χρήση για:
  • Οι άνθρωποι
  • Τύπος φάρμακου:
  • αλλοπαθητική των ναρκωτικών

Έγγραφα

  • για το ευρύ κοινό:
  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.


    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.

Εντοπισμός

  • Διατίθεται σε:
  • GENEPHOXAL 250MG/TAB F.C.TAB
    Ελλάδα
  • Γλώσσα:
  • Ελληνικά

Θεραπευτικές πληροφορίες

  • Θεραπευτική περιοχή:
  • ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Άλλες πληροφορίες

Κατάσταση

  • Πηγή:
  • Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
  • τελευταία ενημέρωση:
  • 09-08-2016

Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος

  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αθήνα, 8-4-1998

ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ Αρ. Πρωτ. 12366

Μεσογείων 284, 155 62 Χολαργός

Δ/νση : Διοικητικών Υπηρεσιών Ελέγχου Προϊόντων 

Πληροφορίες:  Π. ΒΛΑΧΟΣ

Τηλέφωνο:6545525-7

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ

ΘΕΜΑ: Kαθορισμός Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος και Φύλλου 

Οδηγιών για το Χρήστη φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν 

δραστικό συστατικό CEFUROXIME AXETIL

΄Εχοντες υπόψη:

Τις διατάξεις του αρθ. 8 της Kοινής Υπουργικής Απόφασης Α6α/9392/91/92  “Περί εναρμόνισης  της 

Ελληνικής Νομοθεσίας με την αντίστοιχη Κοινοτική στον τομέα της κυκλοφορίας των  φαρμακευτικών 

ιδιοσκευασμάτων”,

Τη Γνωμάτευση του Επιστημονικού Συμβουλίου Εγκρίσεων αρ. Φ 497/10-11-1997

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

1. Η Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος φαρμακευτικών 

ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν δραστικό συστατικό CEFUROXIME AXETIL 

ορίζεται ως εξής : 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (SmPC)

1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ:

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ & ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ σε δραστικά συστατικά:

3. ΦAΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο.

Κοκκία για πόσιμο εναιώρημα.

4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις:

Ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα σ΄ αυτήν μικρόβια.

Στις ενδείξεις περιλαμβάνονται:

Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος όπως οι ωτο-ρινο-λαρυγγολογικές 

λοιμώξεις,   δηλαδή   οξεία   μέση   ωτίτιδα,   οξεία   παραρρινοκολπίτιδα,   χρόνια 

παραρρινοκολπιδίτιδα (σε συνδυασμό με μία ιμιδαζόλη),  αμυγδαλίτιδα και φαρυγγίτιδα.

Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος όπως πνευμονία, οξεία βρογχίτιδα 

και οξείες εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας.

Λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος από εντεροβακτηριακά ανθεκτικά στην 

αμπικιλλίνη ή τις κεφαλοσπορίνες της α' γενιάς, όπως πυελονεφρίτιδα, κυστίτιδα και 

ουρηθρίτιδα.

Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων όπως δοθιήνωση, πυοδερματίτιδα, και 

μολυσματικό κηρίο.

Γονόρροια, οξεία μη επιπλεγμένη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης:

Το Cefuroxime  axetil πρέπει να  λαμβάνεται  μετά  το φαγητό ώστε να  επιτυγχάνεται 

καλύτερη απορρόφηση.

Ενήλικοι:

Οι περισσότερες λοιμώξεις ανταποκρίνονται με 250mg δύο φορές την ημέρα.

Λοιμώξεις ουροποιητικού: δόση 125mg δύο φορές την ημέρα είναι συνήθως αρκετή. 

Στην πυελονεφρίτιδα η συνιστώμενη δόση είναι 250mg δύο φορές την ημέρα.

Λοιμώξεις   του   κατώτερου   αναπνευστικού   ελαφράς   έως   μέσης   βαρύτητας   όπως 

βρογχίτιδα: 250mg δύο φορές την ημέρα.

Περισσότερο σοβαρές λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού ή αν υπάρχει υποψία 

πνευμονίας: 500mg δύο φορές την ημέρα.

Μη επιπλεγμένη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα: 1g εφ΄άπαξ.

Η διάρκεια της από του στόματος και της παρεντερικής θεραπείας προσδιορίζεται από τη 

σοβαρότητα της λοίμωξης και της κλινικής κατάστασης του ασθενή.

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια  

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της Cefuroxime axetil σε ασθενείς με νεφρική 

ανεπάρκεια δεν έχει τεκμηριωθεί. Εφ' όσον η Cefuroxime axetil απεκκρίνεται από τους 

νεφρούς, ο χρόνος ημίσειας ζωής της θα επιμηκυνθεί σε αυτούς τους ασθενείς.

Παιδιά:

Λόγω της πικρής γεύσης τα δισκία Cefuroxime axetil δεν πρέπει να θρυμματίζονται και 

επομένως είναι ακατάλληλα για παιδιά κάτω των 5 ετών. Για τα παιδιά συνιστάται το 

εναιώρημα Cefuroxime axetil.

Στα βρέφη και τα παιδιά, είναι προτιμότερο να προσαρμόζεται η δοσολογία σύμφωνα με 

το  βάρος   ή   την   ηλικία.   Οι   παρακάτω   πίνακες   χωρίζονται   σε   ηλικία   και   βάρος,   και 

εξυπηρετούν σαν οδηγός για την απλοποίηση της  χορήγησης  του φαρμάκου.

Βρέφη και παιδιά από 3 μηνών έως 12 ετών: στις περισσότερες λοιμώξεις η συνιστώμενη 

δόση είναι 10mg/χλγ. βάρους δύο φορές την ημέρα με ανώτερο τα 250mg το 24ωρο.

Ηλικία Βάρος σε 

χιλιόγραμμα Δόση σε mg 

δύο φορές την ημέρα Κουταλάκια ανά 

δόση

3-6 μηνών 4-6 40-60 1/2

6-12 μηνών 6-10 60-100 1/2

1-3 ετών 10-15 100-125 1

3-5 ετών 15-20 125 1

5-12 ετών >20 125 1

Σε   περισσότερο   σοβαρές   λοιμώξεις   ή   σε   μέση   ωτίτιδα,   η   συνιστώμενη   δόση   είναι 

15mg/χλγ. βάρους δύο φορές την ημέρα, με ανώτερο όριο τα 500mg το 24ωρο.

Ηλικία Βάρος σε 

χιλιόγραμμα Δόση σε mg 

δύο φορές την ημέρα Κουταλάκια ανά 

δόση

3-6 μηνών 4-6 60-90 1/2

6-12 μηνών 6-10 90-150 1

1-3 ετών 10-15 150-225 1  1/2

3-5 ετών 15-20 225-250 2

5-12 ετών >20 250 2

Στις περισσότερες λοιμώξεις η συνιστώμενη δόση είναι 125mg δύο φορές την ημέρα. Σε 

παιδιά   από   2   ετών   και   άνω   με   μέση   ωτίτιδα   και   περισσότερο   σοβαρές   λοιμώξεις, 

χορηγούνται 250mg δύο φορές την ημέρα, με ανώτατο όριο 500mg την ημέρα.  

Δεν υπάρχει εμπειρία χρήσης του Cefuroxime  axetil σε παιδιά μικρότερα των τριών 

μηνών.

4.3 Αντενδείξεις:

Υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες ή ιστορικό αναφυλαξίας και αλλεργικού shock 

στην πενικιλλίνη.

4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση:

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Cefuroxime axetil πρέπει να ληφθεί προσεκτικά 

ιστορικό προκειμένου να καθορισθεί εάν ο ασθενής είχε εμφανίσει, κατά το παρελθόν, 

αντιδράσεις   υπερευαισθησίας   στις   κεφαλοσπορίνες   ,   τις   πενικιλλίνες,   ή   σε   άλλα 

φάρμακα.  Το  συγκεκριμένο  φάρμακο πρέπει  να  χορηγείται  με  προσοχή  σε  ασθενείς 

ευαίσθητους   στην     πενικιλλίνη,   λόγω   διασταυρούμενης   υπερευαισθησίας 

(συμπεριλαμβανομένης   της   αναφυλαξίας)   που   έχει   παρατηρηθεί   μεταξύ   των   β-

λακταμικών αντιβιοτικών.

Σε περίπτωση εκδήλωσης αλλεργικής αντίδρασης από τη χορήγηση cefuroxime axetil, η 

λήψη   του   φαρμάκου   πρέπει   να   διακοπεί   και   μπορεί   να   απαιτηθεί   η   χορήγηση 

κορτικοστεροειδών ή αντιισταμινικών.

Σε   σοβαρές   περιπτώσεις   οξείας   υπερευαισθησίας   μπορεί   να   απαιτηθεί   η   χορήγηση 

αδρεναλίνης και η λήψη άλλων μέτρων επείγουσας αντιμετώπισης.

Τα αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης και της cefuroxime axetil, πρέπει να χορηγούνται 

με προσοχή σε κάθε ασθενή ο οποίος έχει εμφανίσει κάποια μορφή αλλεργίας, ιδίως σε 

φάρμακα.

Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η παρατεταμένη χρήση της cefuroxime axetil μπορεί να 

προκαλέσει   ανάπτυξη   μη-ευαίσθητων   σ'   αυτή   μικροοργανισμών   (π.χ.   Candida, 

Enterococci, Clostridium difficile), οπότε μπορεί να χρειασθεί διακοπή της θεραπείας. 

Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει αναφερθεί με cefuroxime axetil, όπως και με τη χρήση 

αντιβιοτικών   ευρέος   φάσματος,  επομένως     πρέπει  να  λαμβάνεται  σοβαρά  υπόψη  ως 

πιθανή σε περίπτωση ασθενών οι οποίοι εκδηλώνουν διάρροια με τη χρήση αντιβιοτικών.

Συνήθως,   αρκεί   και   μόνο   η   απλή   διακοπή   της   χορήγησης   του   φαρμάκου   για   να 

υποχωρήσουν   οι   ήπιες   περιπτώσεις   ψευδομεμβρανώδους   κολίτιδος.   Σε   περιστατικά 

μέτριας βαρύτητας ή σε σοβαρές περιπτώσεις, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, 

(χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών και θεραπεία με αντιμικροβιακά κατά του Clostridium 

Difficile).

Σε ασθενείς που παίρνουν cefuroxime axetil συνιστάται ο προσδιορισμός της γλυκόζης 

στο αίμα να γίνεται με τις μεθόδους που χρησιμοποιείται η οξειδάση της γλυκόζης ή η 

εξοκινάση. Το cefuroxime axetil δεν επηρεάζει τη δοκιμασία της κρεατινίνης με πικρικά 

αλκάλια.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης:

Σύγχρονη χορήγηση με προβενεκίδη αυξάνει την καμπύλη της μέσης πυκνότητας του 

ορού κατά 50%.

Φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση 

της   βιοδιαθεσιμότητας   του   Cefuroxime   axetil   σε   σύγκριση   με   άτομα   σε   κατάσταση 

νηστείας,   ενώ   τείνει   να   μειωθεί   η   αυξημένη   απορρόφηση   του   φαρμάκου   που 

παρατηρείται μετά το φαγητό.

Σύγχρονη   χορήγηση   κεφαλοσπορινών   με   τετρακυκλίνες   ή   χλωραμφενικόλη   έχει 

ανταγωνιστικό αποτέλεσμα.

Όταν οι κεφαλοσπορίνες χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μαζί με νεφροτοξικά φάρμακα, 

όπως οι αμινογλυκοσίδες, αυξάνει ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας.

4.6 Κύηση και γαλουχία:

Χρήση κατά τη κύηση:

Σε   πειραματικές   μελέτες   δεν   εμφανίστηκαν   εμβρυοπάθειες   ή   τερατογένεση   που   να 

οφείλονται στο cefuroxime  axetil, αλλά όπως και με όλα τα φάρμακα θα πρέπει να 

χορηγείται με προσοχή στους πρώτους μήνες της κυήσεως.

Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας:  

Η  κεφουροξίμη  εκκρίνεται  στο  μητρικό  γάλα,  γι΄  αυτό  χρειάζεται  προσοχή  όταν   το 

cefuroxime axetil χορηγείται σε μητέρα που θηλάζει.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων:

Καμία.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες:

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του cefuroxime axetil είναι γενικά ελαφρές και παροδικές. 

Όπως   και   με   άλλες   κεφαλοσπορίνες,   σπάνια   αναφέρθηκαν   πολύμορφο   ερύθημα, 

σύνδρομο Stevens-Johnson,  τοξική επιδερμική νεκρόλυση  (εξανθηματική  νεκρόλυση) 

και   αντιδράσεις   υπερευαισθησίας   συμπεριλαμβανομένων   δερματικών   εξανθημάτων, 

κνίδωσης, κνησμού, φαρμακευτικού πυρετού, ορονοσίας, και πολύ σπάνια αναφυλαξίας. 

Σε μικρό ποσοστό ασθενών που χρησιμοποίησαν το cefuroxime axetil παρατηρήθηκαν 

γαστρεντερικές διαταραχές όπως διάρροια, ναυτία και έμετος. Όπως και μέ άλλα ευρέος 

φάσματος   αντιβιοτικά,   αναφέρθηκαν   περιστατικά   ψευδομεμβρανώδους   κολίτιδας. 

Επίσης έχει αναφερθεί κεφαλαλγία. Επιλοιμώξεις από ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών 

μπορεί   να   εμφανισθούν.   Κατά   τη   διάρκεια   της   θεραπείας   με   Cefuroxime   axetil 

παρατηρήθηκαν ηωσινοφιλία και παροδική αύξηση της στάθμης των ηπατικών ενζύμων 

ALT(SGPT),   AST(SGOT)   και   LDH ] .   Σπάνια,   έχουν   επίσης   αναφερθεί   ζάλη, 

παραισθήσεις, σύγχυση, κνησμός των γεννητικών οργάνων, κολπίτις

Σε ασθενείς που έλαβαν φάρμακα της ομάδας των κεφαλοσπορινών έχουν αναφερθεί 

επίσης: διαταραχές της πηκτικότητας, λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, νεφρική 

δυσλειτουργία και τοξική νεφροπάθεια. Αρκετά αντιβιοτικά που περιέχουν το δακτύλιο 

της β-λακτάμης έχουν ενοχοποιηθεί για την πρόκληση σπασμών, ιδίως σε ασθενείς με 

νεφρική βλάβη όταν δεν ελαττώθηκε η δόση. Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να 

διακοπεί όταν εμφανισθούν σπασμοί σχετιζόμενοι με τη φαρμακοθεραπεία και μπορεί να 

χρειασθεί η χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων.

Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, πολύ σπάνια αναφέρθηκε ίκτερος.

Η   ομάδα   των   κεφαλοσπορινών   έχει   την   τάση   να   προσροφάται   στην   επιφάνεια   των 

μεμβρανών των ερυθρών αιμοσφαιρίων και να αντιδρά με τα αντισώματα έναντι του 

φαρμάκου,   ώστε   να   παράγεται   θετική   αντίδραση   της   δοκιμασίας   Coombs   και   πολύ 

σπάνια αιμολυτική αναιμία.

4.9 Υπερδοσολογία:

Υπερβολική λήψη κεφαλοσπορινών μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του εγκεφάλου με 

ενδεχόμενους   σπασμούς.   Η   στάθμη   του   ορού   της   κεφουροξίμης   μειώνεται   με 

αιμοδιΰλιση ή περιτοναϊκή διΰλιση.

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ: (01) 7793777

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες:

Το   cefuroxime   axetil   είναι   από   του   στόματος   προφάρμακο   της   βακτηριοκτόνου 

κεφαλοσπορίνης cefuroxime που είναι ανθεκτική στις περισσότερες β-λακταμάσες και 

δραστική σε μεγάλο αριθμό Gram-θετικών και Gram-αρνητικών μικροβίων.

To cefuroxime axetil ανήκει στην ομάδα των ημισυνθετικών κεφαλοσπορινών 2ης γενιάς 

και διαθέτει την in vivo  βακτηριοκτόνο δράση της μητρικής ένωσης κεφουροξίμης. Η 

κεφουροξίμη χαρακτηρίζεται σαν ένας αποτελεσματικός αντιβακτηριδιακός παράγων με 

ευρύ   φάσμα,   με   βακτηριοκτόνο   δράση   έναντι   μεγάλου   αριθμού   κοινών   παθογόνων 

μικροβίων, συμπεριλαμβανομένων και των στελεχών που παράγουν β-λακταμάσες. Η 

κεφουροξίμη έχει μεγάλη σταθερότητα στις βακτηριδιακές β-λακταμάσες και συνεπώς 

είναι   δραστική   εναντίον   πολλών   στελεχών   ανθεκτικών   στην   αμπικιλλίνη   και 

αμοξυκιλλίνη.

Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφουροξίμης οφείλεται στην αναστολή συνθέσεως του 

κυτταρικού τοιχώματος των μικροβίων δεσμεύοντας βασικές του πρωτεΐνες.

Η κεφουροξίμη είναι συνήθως δραστική in vitro στα παρακάτω αναφερόμενα μικρόβια: 

Αερόβια Gram-αρνητικά: Escherichia coli, Klebsiella spp, Proteus mirabilis, Providencia 

spp, Proteus rettgeri, Haemophilus influenzae (περιλαμβανομένων των στελεχών  των 

ανθεκτικών   στην αμπικιλλίνη), Haemophilus parainfluenzae, Moraxella (Branhamella) 

catarrhalis, Neisseria gonorrhoea (περιλαμβανομένων στελεχών που παράγουν και που 

δεν παράγουν πενικιλλινάση).

Αερόβια   Gram-θετικά:   Staphylococcus   aureus   και   Staphylococcus   epidermidis 

(περιλαμβανομένων στελεχών που παράγουν πενικιλλινάση αλλά μη περιλαμβανομένων 

στελεχών   ανθεκτικών   στη   μεθικιλλίνη),   Streptococcus   pyogenes   (και   άλλοι   βήτα-

αιμολυτικοί   στρεπτόκοκκοι),   Streptococcus   pneumoniae,   Streptococcus   Group   B 

(streptococcus agalactiae).

Αναερόβια:  Gram-θετικοί   και   Gram-αρνητικοί   κόκκοι   (περιλαμβανομένων   ειδών 

πεπτοκόκκων   και   πεπτοστρεπτοκόκκων).   Gram-θετικοί   βάκιλλοι   (περιλαμβανομένων 

ειδών   κλωστηριδίων)   και   Gram-αρνητικοί   βάκιλλοι   (περιλαμβανομένων   ειδών 

Bacteroides και Fusobacterium), είδη Propionibacterium.

Τα   παρακάτω   αναφερόμενα   μικρόβια   δεν   είναι   ευαίσθητα   στην   κεφουροξίμη: 

Clostridium   difficile,   Pseudomonas   spp,   Campylobacter   spp,     Acinetobacter 

calcoaceticus, Listeria monocytogenes, στελέχη Staphylococcus aureus και epidermidis 

ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη, Legionella spp.

Ορισμένα   στελέχη   από   τα   παρακάτω   αναφερόμενα   γένη   δεν   είναι   ευαίσθητα   στην 

κεφουροξίμη: Enterococci (π.χ. Streptococcus faecalis), Morganella morganii, Proteus 

vulgaris, Enterobacter spp, Citrobacter spp, Serratia spp, Bacteroides fragilis.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες:

Μετά   τη   χορήγηση   από   το   στόμα   το   cefuroxime   axetil   απορροφάται   από   το 

γαστρεντερικό σύστημα και γρήγορα υδρολύεται στον εντερικό βλεννογόνο και το αίμα 

αποδεσμεύοντας στην κυκλοφορία κεφουροξίμη. Η καλύτερη απορρόφηση επιτυγχάνεται 

όταν χορηγείται μετά το φαγητό. Οι μέγιστες στάθμες ορού (2-3mg/l από δόση 125mg, 

4-6mg/l από δόση 250mg, 5-8mg/l από δόση 500mg και 9-14mg/l από δόση 1gram) 

επιτυγχάνονται περίπου 2-3 ώρες μετά τη χορήγηση όταν λαμβάνεται μετά το φαγητό. 

Ο   βαθμός   απορρόφησης   της   κεφουροξίμης   λαμβανομένης   σαν   εναιώρημα, 

συγκρινόμενος με το βαθμό απορρόφησης των δισκίων είναι μικρότερος, με αποτέλεσμα 

χαμηλότερες στάθμες στον ορό και μειωμένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα (4-17% 

λιγότερο). Ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό είναι μεταξύ 1-1.5 ώρες. Η δέσμευση με 

τις πρωτεΐνες είναι περίπου 50% ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης που χρησιμοποιείται. Η 

κεφουροξίμη   δεν   μεταβολίζεται   και   απεκκρίνεται   με   σπειραματική   διήθηση   και 

σωληναριακή έκκριση. Σύγχρονη χορήγηση με προβενεκίδη αυξάνει την καμπύλη της 

μέσης πυκνότητας του ορού κατά 50%. Η στάθμη του ορού της κεφουροξίμης μειώνεται 

με διΰλιση.

5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια:

Οξεία τοξικότητα:  

Η LD

 του cefuroxime axetil μετά από εφ΄ άπαξ χορήγηση από το στόμα σε επίμυς ήταν 

μεγαλύτερη από 6g/kg και η LD

 μετά από εφ΄ άπαξ υποδόρια χορήγηση σε επίμυς ήταν 

μεγαλύτερη από 3g/kg.

Στις μελέτες αυτές δεν παρατηρήθηκαν θάνατοι.

Τοξικότητα με επανειλημμένη χορήγηση:  

Επί 90 ημέρες χορηγήθηκε από το στόμα cefuroxime axetil σε επίμυς με ημερήσια δόση 

1g/kg. Διαπιστώθηκε μία ασήμαντη μείωση των λευκοκυττάρων και μείωση του βάρους 

του θύμου αδένα και του σπλήνα.

Καρκινογένεση, μεταλλαξιογένεση.  

Παρότι μακρόχρονες μελέτες καρκινογένεσης σε ζώα δεν έχουν γίνει, οι εργαστηριακές 

δοκιμασίες δεν έδειξαν στοιχεία μεταλλαξιογόνων ιδιοτήτων για το cefuroxime axetil.

Επίδραση στη γονιμότητα:  

Μελέτες αναπαραγωγής σε επίμυς με δόσεις έως 1000mg/kg ημερησίως (9 φορές τη 

μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο σε mg/m 2 ) δεν αποκάλυψαν βλάβη στη 

γονιμότητα.

Τερατογένεση:  

Μελέτες τερατογένεσης σε επίμυς και μυς με δόσεις έως 3.200 mg/kg ημερησίως (23 

φορές   μεγαλύτερες   της   μεγίστης   συνιστώμενης   ανθρώπινης   δόσης   σε   mg/m 2 )   δεν 

αποκάλυψαν βλάβη στο έμβρυο λόγω του cefuroxime axetil.

Ωστόσο, επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους  γυναίκες δεν έχουν γίνει.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

6.1 Κατάλογος με τα έκδοχα:

Δισκία:

Εναιώρημα:

6.2 Aσυμβατότητες:

Δεν αναφέρονται.

6.3 Διάρκεια ζωής:

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος:

Δισκία:

Εναιώρημα:

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη:

Δισκία:

Εναιώρημα:

6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού:

Δισκία:

Εναιώρημα:

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ  ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:

CEFURAXE.DOC

  • Το ενημερωτικό φυλλάδιο για το προϊόν αυτό δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, μπορείτε να στείλετε ένα αίτημα στην εξυπηρέτηση πελατών μας και εμείς θα σας ενημερώσουμε το συντομότερο είμαστε σε θέση να το αποκτήσει.

    Ζητήστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για το ευρύ κοινό.



  • Έγγραφα σε άλλες γλώσσες διατίθενται εδώ